Cyprus Investments Securities Corporation Ltd ν. Στέλιου Παύλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2134/04, 20 Ιουλίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A262 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2134/04 Μεταξύ: Cyprus Investments & Securities Corporation Ltd Εναγόντων και
- Στέλιου Παύλου
- Γρηγόρη Γρηγορίου Εναγομένων -------------- Ημερομηνία: 20 Ιουλίου, 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κα Μαλέκου Για τον εναγόμενο 1: κα ΄Ανιφτου με κ. Θ. Ανδρέου Για τον εναγόμενο 2: κ. Πέτσας --------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 3.3.2004 και αφορά απαίτηση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων για το ποσό των £27.519,11, πλέον τόκο προς 9% από την 1.1.2003 και έξοδα, συνεπεία αγορών και πωλήσεων μετοχών που διενήργησαν οι ενάγοντες για λογαριασμό και με οδηγίες των εναγομένων, μέσα στα πλαίσια των εργασιών τους παρέχοντας συμβουλές για χρηματιστηριακές συναλλαγές. Πρέπει να αναφερθεί σ' αυτό το σημείο ότι, στις 20.2.2008 άρχισε η ακροαματική διαδικασία, με τη μαρτυρία του πρώτου μάρτυρα των εναγόντων, κ. Σταύρου Αγρότη, κατά την διάρκεια της οποίας εκδικάστηκαν τρεις ενδιάμεσες αιτήσεις που καταχώρησαν οι ενάγοντες. Μετά την έκδοση των ενδιάμεσων αποφάσεων του Δικαστηρίου με τις οποίες επιτράπηκε η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης και η διαγραφή μέρους της τροποποιημένης υπεράσπισης του εναγόμενου 1 αλλά και απορρίφθηκε αίτηση των εναγόντων για παράταση του χρόνου κατάθεσης ένορκης δήλωσης αποκάλυψης περαιτέρω εγγράφων των εναγόντων, ολοκληρώθηκε η μαρτυρία του κ. Αγρότη. Σύμφωνα με την τροποποιημένη έκθεση απαιτήσεως του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, που καταχωρήθηκε στις 7.5.2008, οι ενάγοντες είναι δεόντως εγγεγραμμένη εταιρεία και μεταξύ άλλων εργασιών παρέχουν συμβουλές/υπηρεσίες για χρηματοοικονομικές συναλλαγές και αγοραπωλησία μετοχών όλων των τύπων μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (στο εξής «ΧΑΚ»). Ο εναγόμενος 2 παρουσιάστηκε στους ενάγοντες ως αντιπρόσωπος και/ή ενεργών κατ' εντολή και/ή κατόπιν οδηγιών του εναγόμενου 1, όντας γνωστός του, και κατόπιν εντολών του προς τους ενάγοντες αγόραζε και πωλούσε μετοχές διαφόρων εταιρειών για λογαριασμό του εναγόμενου 1, ο οποίος αποδέχετο όλες τις πράξεις που διενεργούσαν για λογαριασμό του οι ενάγοντες με αριθμό πελάτη
- Την περίοδο μεταξύ Ιουνίου-Νοεμβρίου 2000 κατόπιν εντολών του εναγόμενου 2, ως αντιπροσώπου του εναγόμενου 1, οι ενάγοντες διενήργησαν για λογαριασμό του αγορές και πωλήσεις διαφόρων μετοχών προβαίνοντας σε χρεωπιστώσεις στο λογαριασμό του που διατηρούσε με τους ενάγοντες. Ο εναγόμενος 1 ουδέποτε αμφισβήτησε την πράξη αγοραπωλησίας μετοχών που διενήργησε για λογαριασμό του ο εναγόμενος
- Στις 19.4.2000 ο εναγόμενος 1 υπέγραψε πληρεξούσιο για να του διενεργούν οι ενάγοντες χρηματιστηριακές πράξεις. Ο λογαριασμός του εναγόμενου 1 και/ή των εναγομένων 1 και 2 κατά την 31.12.2002 έδειχνε οφειλόμενο υπόλοιπο £27.519,11, συμπεριλαμβανομένων των τόκων μέχρι την εν λόγω ημερομηνία. Οι ενάγοντες με επιστολές τους ημερομηνίας 31.1.2001, 16.7.2002 και 10.4.2003 κάλεσαν τον εναγόμενο 1 να πληρώσει το εν λόγω ποσό, καλώντας επίσης τους εναγόμενους 1 και 2 με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 12.12.2003 να το πληρώσουν αλλά οι εναγόμενοι παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να το πράξουν. Στην τροποποιημένη υπεράσπιση του, που καταχωρήθηκε στις 19.5.2008, ο εναγόμενος 1 αρχικά αγνοεί και αρνείται την ιδιότητα και τις εργασίες των εναγόντων. Αρνείται επίσης όλους τους λοιπούς ισχυρισμούς των εναγόντων και περαιτέρω και/ή διαζευκτικά ισχυρίζεται τα ακόλουθα. Ο εναγόμενος 2 σε καμία περίπτωση δεν ήταν αντιπρόσωπος του και/ή ούτε ενεργούσε κατόπιν εντολών και/ή οδηγιών του. Ο εναγόμενος 2 αυθαίρετα και/ή χωρίς οδηγίες και/ή χωρίς εξουσιοδότηση προέβαινε σε αγοραπωλησίες μετοχών για λογαριασμό του και ουδέποτε αποδέχθηκε αυτές. Ο εναγόμενος 1 ουδέποτε συμφώνησε με τους ενάγοντες για άνοιγμα λογαριασμού με πιστωτικό όριο και/ή παρατραβήγματος και/ή για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή για παροχή αέρα. Οι ενάγοντες παράνομα και/ή αντισυμβατικά και/ή χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του εναγόμενου 1 προέβησαν σε άνοιγμα λογαριασμού παρατραβήγματος και/ή προέβαιναν αυθαίρετα και/ή χωρίς εξουσιοδότηση και/ή χωρίς τις οδηγίες του σε αγορές μετοχών, χωρίς τα ποσά των εν λόγω αγορών να καλύπτονται από το υπόλοιπο του λογαριασμού του εναγόμενου 1 με αποτέλεσμα αυτός να μην ευθύνεται για τα εν λόγω ποσά. Οι ενάγοντες εμποδίζονται να διεκδικούν και/ή να αξιώνουν το απαιτούμενο ποσό ή μέρος του και οι πιο πάνω ενέργειες τους ήταν παράνομες και/ή απαγορευμένες από τον Νόμο και/ή τους Κανονισμούς και/ή τις εγκυκλίους του ΧΑΚ και/ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Ο εναγόμενος 1 αρνήθηκε και/ή αμφισβήτησε όλες τις κατ' ισχυρισμό συναλλαγές όταν πληροφορήθηκε το κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο και/ή όταν οι ενάγοντες τον κάλεσαν να πληρώσει τα εν λόγω ποσά. Όσον αφορά το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 19.4.2000, σύμφωνα με την παράγραφο 8 της τροποποιημένης υπεράσπισης, εκ του περιεχομένου του αυτό δεν παρέχει δικαίωμα στους ενάγοντες να διενεργούν για λογαριασμό του εναγόμενου 1 αγορές και/ή πωλήσεις μετοχών αλλά αντίθετα οι εντολές πρέπει να αποδειχθούν. Το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο δίδει μόνο δικαίωμα στους ενάγοντες να υπογράφουν αναγκαία έγγραφα μεταβίβασης μετοχών στο όνομα του εναγόμενου 1 μόνο σε περίπτωση πώλησης μετοχών και αφού αποδειχθεί η ανάλογη εντολή πώλησης. Το γεγονός της ύπαρξης του πληρεξουσίου εγγράφου με πληρεξουσιοδότη τον εναγόμενο 1 καταδεικνύει ότι οι ενάγοντες δεν μπορούσαν να αποδέχονται εντολές από τρίτα πρόσωπα για αγορά ή πώληση μετοχών στο όνομα του εναγόμενου 1, εκτός αν εξασφαλίζετο από τους ενάγοντες συγκεκριμένο πληρεξούσιο του εναγόμενου 1 που να καθιστούσε τον εναγόμενο 2 πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για να δίδει εντολές στο όνομα και για λογαριασμό του εναγόμενου
- Σύμφωνα με την παράγραφο 9 της αρχικής του υπεράσπισης εφόσον κατά το μέρος που η αντίστοιχη παράγραφος της τροποποιημένης υπεράσπισης διαφέρει διαγράφηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι οι ισχυριζόμενες από τους ενάγοντες χρηματιστηριακές συναλλαγές έγιναν χωρίς πληρεξούσιο έγγραφο και/ή χωρίς εξουσιοδότηση και/ή χωρίς εντολές και/ή οδηγίες του εναγόμενου 1 και/ή έγιναν από τον εναγόμενο
- Ενόψει των ισχυρισμών του ο εναγόμενος 1 ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος των εναγόντων. Στην τροποποιημένη υπεράσπιση του, που καταχωρήθηκε στις 28.5.2008, ο εναγόμενος 2 αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων. Συγκεκριμένα αρνείται, επειδή αγνοεί, την ιδιότητα και τις εργασίες των εναγόντων, το υπόλοιπο του λογαριασμού που απαιτούν οι ενάγοντες από τους εναγόμενους καθώς και τους ισχυρισμούς των εναγόντων περί κλήσεων προς τους εναγόμενους να πληρώσουν το απαιτούμενο ποσό. Αρνείται δε τους λοιπούς ισχυρισμούς των εναγόντων επειδή τους θεωρεί νομικά και πραγματικά αβάσιμους και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε παρουσιάστηκε στους ενάγοντες ως αντιπρόσωπος του εναγόμενου 1 και/ή ενεργών κατ' εντολή και/ή κατόπιν οδηγιών αυτού και/ή ουδέποτε έδωσε οδηγίες γραπτές και/ή προφορικές προς τους ενάγοντες για οποιαδήποτε αγοραπωλησία μετοχών για λογαριασμό του εναγόμενου
- Καλώντας τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους, απορρίπτει τις αξιώσεις τους και ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος τους. Κατά την ακροαματική διαδικασία εκ μέρους των εναγόντων προσφέρθηκε η μαρτυρία πέντε μαρτύρων και εκ μέρους των εναγομένων προσφέρθηκε η μαρτυρία των ίδιων. Ο Σταύρος Αγρότης, ΜΕ1, ήταν διευθυντής του Χρηματιστηριακού Τμήματος των εναγόντων από τον Φεβρουάριο του 2000 και παρά το ότι απεχώρησε από την υπηρεσία τους από τις 21.4.2006, κατόπιν ειδικής συμφωνίας με αυτούς συνέχισε να τους εκπροσωπεί ενώπιον του Δικαστηρίου για προώθηση των απαιτήσεων τους, έχοντας ελεύθερη πρόσβαση στα γραφεία τους και ειδικότερα στα αρχεία και τους φακέλους τους, που αποτελούν την πηγή της γνώσης του για την υπόθεση, πέραν του προσωπικού χειρισμού και μελέτη του σχετικού φακέλου ενόσω ήταν προϊστάμενος του Τμήματος. Η συνεργασία των εναγόντων με τον εναγόμενο 2 βάσει της οποίας αυτός και η εταιρεία Zest Ltd, στην οποία ήταν ένας εκ των δυο διευθυντών, ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι των εναγόντων για την διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων, άρχισε κατά το έτος
- Ο εναγόμενος 1 διενήργησε μέσω των εναγόντων χρηματιστηριακές συναλλαγές επ' ονόματι του, μεταβιβάζοντας τις εντολές του προς εκτέλεση τους προς τους ενάγοντες μέσω του εναγόμενου
- Οι εν λόγω εντολές δίδονταν τηλεφωνικά στους ενάγοντες από τον εναγόμενο 2, ως ήταν η αποδεκτή διαδικασία και συνήθης τακτική κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, δεδομένου ότι η υποχρέωση των χρηματιστηριακών γραφείων να ηχογραφούν τις τηλεφωνικές εντολές πελατών τους εφαρμόστηκε κατόπιν Κανονισμού του ΧΑΚ κατά τον Νοέμβριο του
- Για την διενέργεια των υπό αναφορά χρηματιστηριακών συναλλαγών ο εναγόμενος 1 υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο, στο οποίο πιστοποιήθηκε η υπογραφή του από πιστοποιούντα υπάλληλο στις 18.4.2000, με το οποίο ο εναγόμενος 1 διόρισε και κατέστησε πληρεξούσιους αντιπροσώπους του τους ενάγοντες και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Οι ενάγοντες διενήργησαν επ' ονόματι του εναγόμενου 1 πράξεις αγοράς και πώλησης μετοχών για την περίοδο από 7.6.2000 μέχρι 13.11.2000 και το περιεχόμενο των σημειωμάτων συμβολαίων (contract notes), που κατατέθηκαν ως δέσμη ως Τεκμήριο 3, καταγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2, όπου φαίνεται το οφειλόμενο υπόλοιπο που μέχρι τις 5.7.2000 ανήρχετο στο ποσό των £23.
- Επεξηγώντας τη διαδικασία έκδοσης των σημειωμάτων συμβολαίων κατά την διεκπεραίωση των εντολών, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι οι ενάγοντες άμεσα από τη διενέργεια της κάθε συναλλαγής παρέδιδαν τα σημειώματα συμβολαίων στον εναγόμενο 2 ώστε αυτά να παραδοθούν μέσω του στον εναγόμενο
- Αναφέροντας επίσης τα στοιχεία που περιέχουν τα σημειώματα συμβολαίων με την επισήμανση ότι οι συναλλαγές προς όφελος του εναγόμενου 1 εγίνοντο με την χρήση του αριθμού ταυτότητας του, δηλαδή 631385, κατά το στάδιο της καταχώρησης της εντολής στο τερματικό του ΧΑΚ, αναφέρθηκε στο περιεχόμενο τους και στο χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του εναγόμενου 1 μετά από τις επί μέρους συναλλαγές. Καταθέτοντας το Τεκμήριο 4, στο οποίο είναι καταγεγραμμένες όλες οι εκτελεσθείσες πράξεις του εναγόμενου 1 κατά εταιρεία, υποστήριξε ότι αυτό επαληθεύει και επιβεβαιώνει το περιεχόμενο των σημειωμάτων συμβολαίων, που κατατέθηκαν αφενός ως Τεκμήριο 3 και των κατατεθέντων στη συνέχεια ως Τεκμήριο 6, καθώς και του Τεκμηρίου 2 αλλά και της κίνησης διαθεσίμων, όπως αυτή εμφαίνεται στο Τεκμήριο 5, όπου το χρεωστικό υπόλοιπο κατά τις 13.11.2000, μετά την αφαίρεση δυο ποσών κατόπιν πώλησης μετοχών, μειώθηκε σε £22.488,
- Στο ποσό αυτό προστέθηκαν τα έξοδα διαχείρισης ύψους £58,49 μέχρι τις 30.6.2000 και £933,21 μέχρι τις 31.12.2000 καθιστώντας το χρεωστικό υπόλοιπο £23.480,49 και μετά την προσθήκη των τόκων για το έτος 2001 ύψους £1.979,21 και για το έτος 2002 ύψους £2.059,41, το συνολικά οφειλόμενο ποσό από τον εναγόμενο 1 προς τους ενάγοντες ανήλθε σε £27.519,11, που αντιστοιχεί σε €47.019,19, πλέον τόκους προς 9% από το έτος 2003, που αξιώνουν οι ενάγοντες προσωπικά και αλληλέγγυα από τους εναγόμενους 1 και
- Ο ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο ο εναγόμενος 1 εξακολουθεί να έχει εγγεγραμμένες επ' ονόματι του τις αγορασθείσες μετοχές ή αν τις έχει πωλήσει. Γνώριζε όμως, όπως ανέφερε, ότι τα μητρώα των δημόσιων εταιρειών έστειλαν στον εναγόμενο 1 τους τίτλους των μετοχών που οι ενάγοντες αγόρασαν καταβάλλοντας την αξία τους στα αντισυμβαλλόμενα μέρη, την οποία διεκδικούν με την παρούσα αγωγή εφόσον ο εναγόμενος 1 επωφελήθηκε με την ιδιοκτησία των αγορασθέντων από τους ενάγοντες τίτλων αγοράζοντας «με αέρα», όπως κοινώς επικράτησε να αναφέρεται. Οι ενάγοντες έστειλαν στον εναγόμενο 1 επιστολές με ημερομηνίες 31.1.2001 (η ορθή χρονολογία είναι το 2002), 16.7.2002 και 10.4.2003, που αντίγραφα τους κατατέθηκαν ως δέσμη ως Τεκμήριο
- Ως Τεκμήριο 8 κατατέθηκε αντίγραφο επιστολής των δικηγόρων των εναγόντων προς τους εναγόμενους 1 και 2 ημερομηνίας 12.12.
- Από τη λήψη των επιστολών ο εναγόμενος 1 ουδέποτε προσέγγισε τους ενάγοντες για να αμφισβητήσει τις επ' ονόματι του πράξεις. Σε σχέση με τη συνεργασία των εναγόντων με την εταιρεία Zest Ltd, ο εναγόμενος 2 όντας ένας εκ των διευθυντών της, εργάζετο ως αντιπρόσωπος των εναγόντων και διενεργούσε πράξεις για λογαριασμό τους, κατόπιν εντολών των δικών του πελατών τις οποίες στη συνέχεια διαβίβαζε στους ενάγοντες. Το είδος της αντιπροσωπείας καθορίστηκε και συμφωνήθηκε προφορικά όταν προσεγγίστηκε ο χρηματιστής των εναγόντων Μάριος Σούπασιης από τους δύο διευθυντές της εταιρείας Zest Ltd, Γ. Γρηγορίου και Λ. Τιμινή. Βάσει της συμφωνίας αντιπροσώπευσης η εταιρεία Zest Ltd λάμβανε το 40% της προμήθειας που χρεώνετο από τους ενάγοντες ο κάθε πελάτης τους. Καταγραφή της εν λόγω συμφωνίας αντιπροσώπευσης έγινε στο εσωτερικό μνημόνιο ημερομηνίας 3.5.2000 που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9 και σε αυτό ο ΜΕ1 με την υπογραφή του στις 29.5.2000 ενέκρινε την εισήγηση του πιο πάνω χρηματιστή. Ως Τεκμήρια 10 - 13 κατατέθηκαν αντίγραφα των εσωτερικών μνημονίων ημερομηνίας 18.8.2000, 6.10.2000, 14.11.2000 και 12.12.2000 αντίστοιχα, που είχαν κοινοποιηθεί στον ΜΕ1 και αφορούν την προμήθεια της πιο πάνω εταιρείας για τους μήνες Ιούλιο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο αντίστοιχα, η οποία ανήρχετο σε £1.066,66, £687,36, £589,29 και £294,62 αντίστοιχα. Όλες οι προμήθειες που δικαιούτο ο εναγόμενος 2 πιστώθηκαν στο υπόλοιπο του λογαριασμού του με τους ενάγοντες, όπως φαίνεται στην κίνηση διαθεσίμων που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σε διάφορες συναντήσεις κατά την περίοδο από 8.6.2000 μέχρι 5.7.2001 μεταξύ των Γ. Γρηγορίου και Λ. Τιμινή με λειτουργούς των εναγόντων έγινε προσπάθεια εξόφλησης των οφειλών των πελατών τους. Διάφορες προσπάθειες έγιναν από τους ενάγοντες για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης και με τον εναγόμενο 1 με τον οποίο έγιναν τρεις συναντήσεις στις 4.5.2001, 12.7.2001 και 23.4.2002, στις οποίες συζητήθηκαν οι υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες καθώς και στενού συγγενικού του προσώπου. Κατά την πρώτη συνάντηση ο εναγόμενος 1 αναγνώρισε τις οφειλές του ίδιου και της συζύγου του χωρίς να επέλθει διακανονισμός λόγω οικονομικών του προβλημάτων ενώ στη δεύτερη συνάντηση κατέληξαν σε συμφωνία διευθέτησης με πρόταση παραχώρησης ορίου σε margin account και παραχώρηση δανείου ύψους £31.000, που όμως δεν υλοποιήθηκε. Κατά την τρίτη συνάντηση προτάθηκε εκ μέρους των εναγόντων προς τον εναγόμενο 1 να πληρώσει ποσό ύψους μόνο £25.000 από το συνολικά οφειλόμενο ποσό των £33.500 αλλά και πάλι δεν κατέληξαν σε κανένα αποτέλεσμα λόγω της οικονομικής κατάστασης του εναγόμενου 1, ο οποίος παρά τις υποσχέσεις του υπαναχώρησε. Ο Παναγιώτης Μηνά, ΜΕ2, υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου Λτδ, που υπηρετεί στην υπηρεσία Recoveries από τις 2.7.2001 μέχρι σήμερα, ανέφερε ότι του είχε ανατεθεί η διεκπεραίωση χειρισμού είσπραξης των οφειλομένων προς τους ενάγοντες ποσών από τους πελάτες τους. Σε σχέση με κάθε προσπάθεια είσπραξης ενημέρωνε το Γενικό Διευθυντή των εναγόντων, Στέλιο Χριστοδούλου. Στις προσπάθειες είσπραξης των οφειλών του εναγόμενου 1 εμπλοκή είχαν και ο Μάριος Χριστοφόρου, λειτουργός της υπηρεσίας του, καθώς και η Ζωή Στυλιανού, υπάλληλος των εναγόντων και οι επικοινωνίες προσωπικές ή τηλεφωνικές τελούσαν υπό την επίβλεψη του Στέλιου Χριστοδούλου και του Φοίβου Στασόπουλου, διευθυντή της υπηρεσίας Recoveries. Το περιεχόμενο των συνομιλιών τους καταγράφετο και τοποθετείτο στα αρχεία των εναγόντων για να παρακολουθείται η πρόοδος των προσπαθειών τους. Είχαν αποστείλει ως υπηρεσία επιστολές στον εναγόμενο 1 στις 31.3.2001 και 31.1.
- Είχαν δύο συναντήσεις μαζί του, στις 4.5.2001 και στις 12.7.2001 καθώς και μία τουλάχιστον τηλεφωνική επικοινωνία στις 23.4.
- Στη συνάντηση ημερομηνίας 12.7.2001 η κίνηση διαθεσίμων έδειχνε οφειλόμενο υπόλοιπο £22.488,79 χωρίς τόκους και με τόκους £24.523,
- Στις 10.5.2002 ο Μάριος Χριστοφόρου είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον αδελφό του εναγόμενου 1 ο οποίος του υποσχέθηκε ότι θα προσπαθούσε να βρεθεί κάποια λύση αλλά δεν επανήλθε. Μετά τις συναντήσεις και αφού ο εναγόμενος 1 παρέλειψε να εφαρμόσει όσα είχαν συμφωνήσει, οι ενάγοντες έστειλαν προς αυτόν δύο επιστολές με ημερομηνίες 16.7.2002 και 10.4.
- Από τα αρχεία των εναγόντων δεν φαίνεται κατά πόσο ο εναγόμενος 1 αποξένωσε ή πώλησε όλες τις μετοχές μέσω άλλου χρηματιστηριακού γραφείου. Η Ελευθερία Κουμουλή, ΜΕ3, είναι στην υπηρεσία των εναγόντων από τον Αύγουστο του 1999, όπου αποσπάσθηκε από την Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου της Τράπεζας Κύπρου Λτδ, η οποία όπως και οι ενάγοντες ανήκουν στο συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Αρχικά τοποθετήθηκε στο settlement department (τμήμα διακανονισμού υπολοίπων) και στη συνέχεια της ανατέθηκε η εφαρμογή του συστήματος client ledger για παρακολούθηση των υπολοίπων του κάθε πελάτη. Ακολούθως μεταφέρθηκε στο λογιστήριο και στο Back Office των εναγόντων και τώρα είναι Λειτουργός Συμμόρφωσης για θέματα νομοθεσίας. Η γνώση της για την παρούσα υπόθεση πηγάζει από το είδος της εργασίας της στα πιο πάνω τμήματα των εναγόντων καθώς και από τη μελέτη του αρχείου τους. Στα πλαίσια των καθηκόντων της και κατά την εισαγωγή του συστήματος client ledger, αντιπαραθέτοντας τα σημειώματα συμβολαίων με τα υπόλοιπα του εναγόμενου 1 ετοιμάστηκε στις αρχές του 2000 η κατάσταση λογαριασμού την οποία καταχώρησε ο ΜΕ1 ως Τεκμήριο
- Το τμήμα Back Office παραλάμβανε σε ηλεκτρονική μορφή από το σύστημα του ΧΑΚ κατάσταση διενεργηθεισών πράξεων, με βάση τις οποίες εκδίδοντο τα σημειώματα συμβολαίων. Οι εν λόγω πράξεις εκτελούντο με κάθε δυνατή προσοχή και επιμέλεια αφού προηγουμένως καταχωρείτο στο clients master file του λογισμικού των εναγόντων, η ταυτότητα, η διεύθυνση και το τηλέφωνο του κάθε πελάτη. Στο file of customers του εναγόμενου 1 ως διεύθυνση αλληλογραφίας του ήταν σημειωμένο το γραφείο του εναγόμενου 2, δηλαδή η οδός Σοφούλη 40, Λευκωσία, τα τηλέφωνα του, ο αριθμός ταυτότητας του, ο κωδικός πελάτης που ήταν 0731730 και η σημείωση Zest Investments, POA, που σημαίνει Power of Attorney. Ο αριθμός τηλεφώνου του εναγόμενου 1 και ο αριθμός λογαριασμού του που αναφέρονται στα σημειώματα συμβολαίων φαίνεται και στο έντυπο transaction report by security, που εκτυπώνετο από το τμήμα Back Office. Από την εργασία της στο εν λόγω τμήμα είναι σε θέση να γνωρίζει ότι στα ηλεκτρονικά συστήματα των εναγόντων όλες οι συναλλαγές που είναι καταγραμμένες στο όνομα του εναγόμενου 1 έγιναν επ' ονόματι του με τη χρήση του αριθμού ταυτότητας του. Δεν έχει εντοπίσει οποιαδήποτε ηχογραφημένη προφορική εντολή του εναγόμενου 1 και λόγω της θέσης της γνωρίζει ότι η εγκατάσταση συστήματος ηχογράφησης εφαρμόστηκε με κανονισμό του ΧΑΚ στις 27.10.
- Μετά από έρευνα την οποία έκανε προέκυψε ότι ο εναγόμενος 1 έλαβε επιταγές μερισμάτων της Cytrustees σε πέντε ξεχωριστές περιπτώσεις μετά την καταχώρηση της αγωγής τις οποίες εξαργύρωσε και επωφελήθηκε τα ποσά των €539,83 στις 26.5.2008, £323,90 στις 2.11.2007, £647,80 στις 29.6.2007, £293,54 στις 7.7.2006 και £240,62 στις 20.6.
- Από το Τεκμήριο 2 προκύπτει ότι οι συναλλαγές του εναγόμενου 1 έγιναν σε μικρή χρονική περίοδο μεταξύ της 7.6.2000 και της 5.7.2000, όπου υπήρχε η δυνατότητα αγοράς χωρίς την καταβολή τιμήματος δηλαδή με «αέρα», λόγω μη ύπαρξης συγκεκριμένης νομοθεσίας ή κανονισμού περί του αντιθέτου. Στο δε Τεκμήριο 5 φαίνεται ότι οι συναλλαγές που έγιναν στις 21.7.2000 και στις 13.11.2000 ήταν πωλήσεις για να μειωθεί το χρέος του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες. O Μάριος Σούπασιης, ΜΕ4, χρηματιστής στην υπηρεσία των εναγόντων από τον Αύγουστο του 1999, ανέφερε ότι η γνώση του για την υπόθεση προέρχεται από προσωπικό χειρισμό και από μελέτη του φακέλου από το αρχείο του Χρηματιστηριακού Τμήματος. Εκτέλεσε όλες τις προς όφελος του εναγόμενου 1 συναλλαγές αφού προηγουμένως δεχόταν εντολές, για λογαριασμό και κατόπιν οδηγιών του εναγόμενου 1, από τον εναγόμενο
- Ο εναγόμενος 2 μετέβαινε επί καθημερινής βάσεως στα γραφεία των εναγόντων παρουσιάζοντας τον εαυτό του ότι ενεργούσε ως αντιπρόσωπος και κατ' εντολή των πελατών του διαβιβάζοντας προς τους ενάγοντες τις οδηγίες τους και στη συνέχεια αφού παραλάμβανε τα σημειώματα συμβολαίων τα παρέδιδε στους πελάτες του. Από το 2000 οι ενάγοντες διατηρούσαν σχέση αντιπροσωπείας με τον εναγόμενο 2, η οποία ουδέποτε καταγράφηκε σε γραπτό κείμενο αλλά μετά από συνάντηση με τον εναγόμενο 2 και τον συνεταίρο του Λ. Τιμινή, ο ΜΕ4 κατέγραψε σε μνημόνιο την εισήγηση του προς τον Γενικό Διευθυντή των εναγόντων και τον διευθυντή του Χρηματιστηριακού Τμήματος να δεχθούν συνεργασία των εν λόγω δύο προσώπων, οι οποίοι θα διοχέτευαν τις εντολές των πελατών τους στους ενάγοντες για διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων έναντι συγκεκριμένου ποσοστού προμήθειας, θεωρώντας ότι η εν λόγω συμφωνία έχει υλοποιηθεί από τις αρχές Μαρτίου
- Η εν λόγω εισήγηση έγινε αποδεκτή χωρίς ωστόσο οι όροι της συμφωνίας αντιπροσωπείας να καταγραφούν. Το γεγονός ότι τα δύο πρόσωπα ήταν διευθυντές της εταιρείας Zest Ltd δεν είχε ιδιαίτερη σημασία εφόσον το ύψος της κατά μήνα προμήθειας που δικαιούντο, πιστώνετο στους δύο διευθυντές κατ' αναλογία καθορίζοντας οι ίδιοι το ύψος της στους ενάγοντες. Στο εν λόγω μνημόνιο επεσύναψε λίστα με τα ονόματα των επενδυτών που συνεργάζοντο με τα προαναφερόμενα δύο πρόσωπα, μεταξύ των οποίων ήταν το όνομα του εναγόμενου 1 και καταγράφετο ο κωδικός πελάτη, τα τηλέφωνα και η διεύθυνση του. Η αναλογία της προμήθειας των πιο πάνω θα διεκδικείτο αναδρομικά από την 1.3.2000 και στο file of customers κάθε πελάτη των εναγόντων, που διατηρείτο ηλεκτρονικά, σημειώθηκε δίπλα από το όνομα του η λέξη Zest για να διακρίνεται ότι ήταν πελάτης των Γρηγορίου-Τιμινή, ώστε να τους πιστώνεται η συμφωνηθείσα προμήθεια. Στο πελατολόγιο των Γρηγορίου - Τιμινή ήταν και ο εναγόμενος 1, οι εντολές του οποίου διοχετεύοντο στον ΜΕ4 από τον εναγόμενο 2 και όλες οι συναλλαγές έγιναν προς όφελος του εναγόμενου 1 με τη χρήση του αριθμού ταυτότητας του κατά το στάδιο καταχώρησης της εντολής στο τερματικό του ΧΑΚ. Ενόψει του μεγάλου αριθμού συναλλαγών και για να εκτελούνται με ακρίβεια οι συγκεκριμένες εντολές των πελατών τους, οι ενάγοντες εισήγαγαν πρώτοι τη διαδικασία καταχώρησης του αριθμού ταυτότητας των εντολέων, η οποία αργότερα κατέστη υποχρεωτική βάσει κανονισμού του ΧΑΚ. Για τους πελάτες του εναγόμενου 2 καταχωρείτο δίπλα από τον αριθμό ταυτότητας η λέξη «Zest» ώστε να ενημερώνεται ο εναγόμενος 2, ο οποίος στη συνέχεια θα ενημέρωνε τους πελάτες του. Μετά το τέλος κάθε χρηματιστηριακής συναλλαγής εκδίδοντο αυτόματα τα σημειώματα συμβολαίων και εκτυπώνοντο οι εκτελεσθείσες συναλλαγές της ημέρας, εκ των οποίων όσες αφορούσαν τους πελάτες των Γρηγορίου και Τιμινή τις έστελνε με φαξ στον εναγόμενο
- Ο ΜΕ4 βεβαίωσε ότι ενημέρωσε τον εναγόμενο 2 για την αγορά και πώληση μετοχών που αναφέρονται στο Τεκμήριο 2, έχοντας εντοπίσει κατάσταση επενδύσεων της δημόσιας εταιρείας Multichoice για την πώληση των 392 μετοχών της, την οποία παρέδωσε ο εναγόμενος 1 στους ενάγοντες. Για τον εναγόμενο 1 είχαν πληρεξούσιο έγγραφο που τους έδινε τη δυνατότητα να προβούν σε πώληση μετοχών χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά να υπογράφει επί των εγγράφων μεταβίβασης - εκχώρησης ο επενδυτής. Οι εντολές του εναγόμενου 1 δίδοντο μέσω του εναγόμενου 2, όπως του παραδίδοντο και τα σημειώματα συμβολαίων, στα οποία ήταν καταγραμμένος ο αριθμός λογαριασμού που διατηρούσαν οι ενάγοντες για τον εναγόμενο 1, δηλαδή ο αριθμός 0731730, ο αριθμός του σημειώματος συμβολαίου και το Stock Exchange Number, που για κάθε πράξη ήταν μοναδικός και δινόταν από το ΧΑΚ. Περί το τέλος του 2000 ο εναγόμενος 1, όπως και όλοι οι επενδυτές παγκύπρια, πληροφορήθηκε από το ΧΑΚ με κατάσταση επενδύσεων που στάληκε στη διεύθυνση του ότι εμφανιζόταν μέτοχος κατέχοντας μετοχές δημοσίων εταιρειών. Ο ΜΕ4 αναφέρθηκε με βάση τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης και στις συναντήσεις και τηλεφωνικές επικοινωνίες των εναγόντων με τον εναγόμενο 1, και σε συνάντηση των εναγόντων με τους Γρηγορίου - Τιμινή, όπως ακριβώς αναφέρθηκαν από τον ΜΕ
- Ο Πανίκος Χριστοφόρου, ΜΕ5, λειτουργός στο Τμήμα Εκκαθάρισης Συναλλαγών στο ΧΑΚ, ανέφερε ότι εξετάζει τα παράπονα ή καταγγελίες επενδυτών για συναλλαγές τους και είναι υπεύθυνος για όλη την αλληλογραφία για θέματα συναλλαγών. Διορίστηκε επανειλημμένα μετά το 2001 ως ποινικός ανακριτής για εξέταση διαφόρων υποθέσεων που αφορούσαν το ΧΑΚ. Για τη διεκπεραίωση των καθηκόντων του έχει πρόσβαση σε όλα τα αρχεία του ΧΑΚ και εκτύπωσε από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή τις συναλλαγές του εναγόμενου 1, ως επενδυτή με αριθμό δελτίου ταυτότητος 631385, από τις 7.6.2000 μέχρι τις 13.11.2000 και από την 1.1.2000 μέχρι τις 31.12.2000, τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήρια 16 και 17 αντίστοιχα. Επεξηγώντας τα εν λόγω έγγραφα των συναλλαγών με αναφορά σε στήλες και επί μέρους στοιχεία των συναλλαγών, αντιπαραβάλλοντας τα με τα Τεκμήρια 2 και 3, ανέφερε ότι ο εναγόμενος 1 χρησιμοποιούσε ακόμα τρία χρηματιστηριακά γραφεία για τις συναλλαγές του προβαίνοντας σε αγοραπωλησίες μετοχών. Όπως είπε, τον Οκτώβριο του 1999 αποφασίστηκε μεταξύ των εμπλεκομένων στις συναλλαγές του ΧΑΚ να μην εκτελούνται εντολές αγοράς μετοχών με αέρα, όπως ήταν τότε η πρακτική που ακολουθείτο και η αλλαγή θεσμοθετήθηκε μεταγενέστερα με κανονισμούς και τροποποίηση στη σχετική νομοθεσία. Καταθέτοντας ως Τεκμήριο 18 τα στοιχεία μερίδας επενδυτή ανέφερε ότι ο εναγόμενος 1 κατέχει μετοχές σύμφωνα με την κατάσταση υπολοίπων λογαριασμών επενδυτή ημερομηνίας 17.6.2009, που αποτελεί τη δεύτερη σελίδα του εν λόγω Τεκμηρίου. Από τις 23.7.2001 άρχισαν να αποστέλλονται στους επενδυτές συγκεντρωτικές καταστάσεις λογαριασμού όπου φαινόταν η κίνηση στο λογαριασμό τους. Στον εναγόμενο 1 τέτοιες καταστάσεις θα στέλνονταν στη διεύθυνση Αγίου Νικολάου 11, Παλλουριώτισσα, 1040 Λευκωσία, και φαίνεται ότι έχουν σταλεί τέτοιες καταστάσεις που ετοιμάστηκαν από το Τμήμα του αλλά δεν είχε στην κατοχή του αντίγραφα των καταστάσεων που έχουν σταλεί. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 19 συγκεντρωτική κατάσταση λογαριασμού του εναγόμενου 1 ημερομηνίας 20.5.2009 αναφέροντας επίσης ότι έχοντας ελέγξει μέσω του εσωτερικού συστήματος παρακολούθησης αλληλογραφίας δεν φαίνεται να επιστράφηκαν οι αποσταλείσες προγενέστερα στον εναγόμενο 1 καταστάσεις. Ως προς τη διαφορά της ταχυδρομικής διεύθυνσης του εναγόμενου 1 που φαίνεται στα Τεκμήρια 18 και 19 ανέφερε ότι η διεύθυνση που φαίνεται στο Τεκμήριο 19 ίσχυε μέχρι τις 30.10.2006 και μεταγενέστερα πιθανόν να έγινε αλλαγή. Ως προς τη διαδικασία λήψης και διαβίβασης εντολών για συναλλαγές στο ΧΑΚ κατά την επίδικη περίοδο ανέφερε ότι οι εντολές έπρεπε να είναι γραπτές ή ηχογραφημένες ή γραμμένες στο βιβλίο εντολών και να μεταφέρονται άμεσα στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης του ΧΑΚ. Ο εναγόμενος 1, αναφέροντας ότι έχει αριθμό δελτίου ταυτότητας 631385, υποστήριξε ότι έχοντας κατά νου τη μαρτυρία και τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν εκ μέρους των εναγόντων, ουδέποτε έδωσε εντολή είτε προφορικά είτε γραπτά για αγορά ή πώληση μετοχών προς οποιονδήποτε χρηματιστή ή άλλο υπάλληλο των εναγόντων, ουδέποτε παρέλαβε οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού ή contract notes από τους ενάγοντες και ουδέποτε συναντήθηκε με οποιονδήποτε υπάλληλο των εναγόντων για την παρούσα υπόθεση όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Η πρώτη φορά που έμαθε για τους ισχυρισμούς τους ήταν όταν παρέλαβε την επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 12.12.
- Δίδοντας τις δικές του εξηγήσεις για την υπόθεση ανέφερε ότι κατά τα έτη 1999 και 2000 προέβαινε σε πράξεις αγοραπωλησίας μετοχών στο ΧΑΚ μέσω του χρηματιστηριακού γραφείου United Stockbrokers. Καταθέτοντας κατάσταση των πράξεων του μέσω του εν λόγω γραφείου ως Τεκμήριο 20, ανέφερε ότι από αυτή προκύπτει ότι ήταν μικροεπενδυτής που έκανε πράξεις ελεγχόμενες και περιορισμένες σε αριθμό και αξία χρημάτων επειδή η οικονομική του δυνατότητα δεν του επέτρεπε μεγαλύτερες συναλλαγές και περισσότερο ρίσκο. Δεν έπαιζε δε με αέρα αλλά αντίθετα πλήρωνε τις πράξεις που έκανε και πληρωνόταν από το χρηματιστηριακό γραφείο όταν προήρχετο κέρδος. Περί τα μέσα του 2000 κατόπιν συμβουλής της χρηματίστριας του από το πιο πάνω γραφείο απευθύνθηκε στους ενάγοντες, δίδοντας τα στοιχεία του μέσω τηλεφώνου και στη συνέχεια υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο ώστε να έχει εναλλακτική λύση να πωλεί μετοχές αν για οποιοδήποτε λόγο το χρηματιστηριακό γραφείο που συνεργαζόταν τίθετο εκτός πατώματος, θεωρώντας ότι οι ενάγοντες, ως θυγατρική εταιρεία της Τράπεζας Κύπρου, θα ήταν πολύ δύσκολο να τεθούν εκτός πατώματος όπως γινόταν με τα άλλα μικρά και ιδιωτικά χρηματιστηριακά γραφεία. Γι' αυτό και υπέγραψε το πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμήριο 1, που αφορά πώληση μετοχών του, νοουμένου ότι υπήρχε ανάλογη εντολή από τον ίδιο. Δεν έδωσε ο ίδιος σε κανένα εντολές για αγορά και πώληση μετοχών στο όνομα του με τη χρήση του αριθμού δελτίου ταυτότητας του και δεν γνωρίζει ούτε τον εναγόμενο 2 ούτε τον Μάριο Σούπασιη αλλά ούτε και κανένα χρηματιστή των εναγόντων. Είναι η πρώτη φορά που είδε τα contract notes και την κατάσταση λογαριασμού που επικαλούνται οι ενάγοντες, τα οποία του έδειξαν οι δικηγόροι του, και δεν έδωσε ποτέ καμία εντολή για τις πράξεις που φαίνονται σ' αυτά. Τα Τεκμήρια 2 και 3 αναγράφουν διεύθυνση που δεν έχει καμία σχέση με τον τόπο διαμονής ή τον τόπο εργασίας του. Από το Τεκμήριο 2 και το contract note αρ. 9 του Τεκμηρίου 3 προκύπτει το παράδοξο να πωλούν για λογαριασμό του οι ενάγοντες 3.000 μετοχές της εταιρείας Pierides G. Electrical Ltd χωρίς ουδέποτε προηγουμένως να του έχουν αγοράσει τις μετοχές αυτές. Η προχειρότητα με την οποία λειτουργούσαν οι ενάγοντες και ο κίνδυνος να κάνουν σοβαρά λάθη φαίνεται και από το ότι το contract note αρ. 15 του Τεκμηρίου 3 και το contract note αρ. 1 του Τεκμηρίου 6 αφορούν την ίδια πράξη αγοράς μετοχών, για την οποία εκδόθηκαν δύο contract notes με διαφορετικό αριθμό. Από τα Τεκμήρια 2 και 5 προκύπτει ότι ο ίδιος ουδέποτε εισέπραξε ούτε πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες. Οι ισχυρισμοί των μαρτύρων των εναγόντων περί συναντήσεων για διακανονισμό του ποσού είναι ψευδείς και ανυπόστατοι καθότι διαφάνηκε ότι οι ενάγοντες είχαν στοιχεία για την οικονομική του κατάσταση και τους τραπεζικούς του λογαριασμούς από την Τράπεζα Κύπρου χρησιμοποιώντας τις πληροφορίες αυτές παράνομα και χωρίς τη συγκατάθεση του για να πείσουν το Δικαστήριο ότι ο ίδιος συμφώνησε να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό που αφορά την υπόθεση. Το γεγονός ότι ουδέποτε συναντήθηκε με τα πρόσωπα που ισχυρίζονται οι ενάγοντες φαίνεται και από το ότι στην επιστολή ημερομηνίας 12.12.2003 που του έστειλαν οι δικηγόροι τους αλλά και την ίδια την αγωγή δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός για συνάντηση ή παραδοχή του ποσού εκ μέρους του, θεωρώντας ότι οι ενάγοντες προσπαθούν με τεχνάσματα να τον δεσμεύσουν για πράξεις που εγίνοντο επ' ονόματι του χωρίς τις εντολές του. Δεν ήταν δυνατό να συναντηθεί με τους ενάγοντες αφού έμαθε για την υπόθεση για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 2003 αλλά και από τις επιστολές που ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι του έστειλαν προηγουμένως φαίνεται ότι τον καλούσαν να επικοινωνήσει μαζί τους, γεγονός που φανερώνει την αντιφατικότητα των θέσεων τους. Θεωρεί παράλογο να είναι ο εναγόμενος 2 ταυτόχρονα αντιπρόσωπος των εναγόντων αλλά και του ίδιου που ερμηνεύεται ότι, σύμφωνα με τη θέση τους, οι επίδικες εντολές δόθηκαν από τους ενάγοντες προς τους εαυτούς τους. Αδυνατεί να γνωρίζει τι ακριβώς συνέβη και πως βρέθηκαν οι συγκεκριμένες πράξεις στο όνομα του χωρίς απόδειξη των δικών του εντολών και θεωρεί ότι υπήρξε πλήρης ανασφάλεια και προχειρότητα σε σχέση με τη λήψη εντολών και τον έλεγχο της γνησιότητας τους λόγω του τρόπου που λειτουργούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο οι ενάγοντες. Θεωρεί τέλος ότι οι ενάγοντες χωρίς να γνωρίζουν εικάζουν τόσο ότι έδωσε ο ίδιος εντολές στον εναγόμενο 2 όσο και ότι παραλάμβανε τα contract notes και τις καταστάσεις λογαριασμού από αυτόν. Ο εναγόμενος 2 ανέφερε ότι κατά τις αρχές Μαρτίου του 2000, ο ίδιος και ο Λοίζος Τιμινής, υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές και μέτοχοι της εταιρείας Zest Investments Ltd, η οποία είναι επενδυτική εταιρεία, προσέγγισαν τους ενάγοντες και συγκεκριμένα τον Μάριο Σούπασιη και συμφώνησαν να συνεργαστούν οι δύο εταιρείες για σκοπούς διεξαγωγής χρηματιστηριακών πράξεων. Η συνεργασία περιελάμβανε όπως η εταιρεία Zest Investments Ltd παρέχει το πελατολόγιο της στους ενάγοντες με σκοπό τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων και στη συνέχεια οι ενάγοντες να καταβάλουν 40% ποσοστό προμήθειας στην εταιρεία αυτή, κατόπιν ασφαλώς εντολής για αγορά ή πώληση μετοχών μέσω της από διάφορους επενδυτές όπως αναφέρεται και στο Τεκμήριο
- Στα πλαίσια της εν λόγω συνεργασίας οι ενάγοντες ενημέρωναν την εταιρεία για τη μηνιαία κίνηση των πράξεων των πελατών της και την πίστωναν με την ανάλογη προμήθεια όπως φαίνεται στα Τεκμήρια 10-12 καθώς και στην αναλυτική κατάσταση που απέστειλαν στην εταιρεία τους για όλους τους μήνες της συνεργασίας, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Οι ενάγοντες παράλληλα είχαν ενημερώσει και το ΧΑΚ καθώς και την εταιρεία Zest Investments Ltd με σχετική λίστα αντιπροσώπων τους (Agents) όσον αφορά τη διεξαγωγή χρηματιστηριακών πράξεων, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Στα πλαίσια της συνεργασίας της υπό αναφορά εταιρείας με τους ενάγοντες είχαν τόσο ο ίδιος όσο και ο Λ. Τιμινής συχνές επαφές με υπαλλήλους των εναγόντων, οι οποίοι τους ανέφεραν μεταγενέστερα τα χρεωστικά υπόλοιπα των πελατών της Zest Investments Ltd και ότι έπρεπε να γίνουν από κοινού προσπάθειες για την είσπραξη αυτών. Ο εναγόμενος 2 ουδέποτε είχε ατομικά συνεργασία με τους ενάγοντες ενεργώντας είτε ως αντιπρόσωπος τους είτε ως αντιπρόσωπος διαφόρων επενδυτών, καθότι η συνεργασία από την αρχή μέχρι τέλους ήταν μεταξύ των εναγόντων και της Zest Investments Ltd. Ουδέποτε η εν λόγω εταιρεία ή και ο ίδιος προσωπικά ανέλαβαν υποχρέωση να εξοφλούν τυχόν υπόλοιπα λογαριασμών οποιουδήποτε επενδυτή που διενεργούσε μέσω της εταιρείας χρηματιστηριακές πράξεις ούτε και κάτι τέτοιο αποτελούσε μέρος της συμφωνίας συνεργασίας. Ουδέποτε ο ίδιος ενήργησε προσωπικά ως αντιπρόσωπος του εναγόμενου 1 ή οποιουδήποτε επενδυτή. Οι ενάγοντες δεν του απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 12.12.2003 αλλά αντίγραφο επιστολής που έστειλαν στον εναγόμενο 1, τον οποίο καλούσαν να καταβάλει το προς αυτούς οφειλόμενο ποσό. Δεν οφείλει δε οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες. Οι συνήγοροι αγορεύοντας υποστήριξαν τη θέση κάθε πλευράς αντίστοιχα με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης, τη νομοθεσία και τη νομολογία. Η συνήγορος των εναγόντων εισηγήθηκε ότι οι ενάγοντες με τη μαρτυρία που προσέφεραν έχουν αποδείξει την υπόθεση τους εναντίον των εναγομένων, υποδεικνύοντας ότι η μαρτυρία του εναγόμενου 1 απέχει από την πραγματικότητα και τη λογική όντας κατασκευασμένη και παραπλανητική. Αντίθετη ήταν η εισήγηση των συνηγόρων του εναγόμενου 1, με τη θέση ότι δεν αποδείχθηκε εκ μέρους των εναγόντων ότι οι επίδικες χρηματιστηριακές πράξεις έγιναν με τις εντολές του εναγόμενου 1 προς αυτούς μέσω του εναγόμενου 2, ούτε και ότι ο εναγόμενος 2 ήταν αντιπρόσωπος του εναγόμενου
- Υποδεικνύοντας επίσης ότι οι ενάγοντες προσέφεραν μαρτυρία υποστηρίζουσα ότι ο εναγόμενος 2 ήταν δικός τους αντιπρόσωπος, θέση που αντιφάσκει με τη δικογραφημένη θέση τους για σχέση αντιπροσωπείας μεταξύ των δυο εναγομένων, ζήτησαν την απόρριψη της αγωγής. Ο συνήγορος του εναγόμενου 2 από την πλευρά του υπέδειξε ότι από τη μαρτυρία καταδεικνύεται ότι ο εναγόμενος 2 ενεργούσε πάντοτε υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της εταιρείας Zest Investments Ltd και συνεπώς κακώς ενάγεται ως φυσικό πρόσωπο αλλά ακόμη και αν θεωρηθεί ότι ενεργούσε προσωπικά ουδέποτε ανέλαβε προσωπική ευθύνη ως αντιπρόσωπος του εναγόμενου
- Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων ( Bauer v. Hροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Πριν την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας επισημαίνεται ότι, μη έχοντας αμφισβητηθεί ότι οι ενάγοντες ενεργούσαν κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ως χρηματιστές στο ΧΑΚ, ουσιώδες επίδικο θέμα της παρούσας υπόθεσης αποτελεί το κατά πόσο ο εναγόμενος 1 έδωσε εντολές στους ενάγοντες για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών μέσω του εναγόμενου 2, ο οποίος σύμφωνα με τη θέση των εναγόντων ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του εναγόμενου 1, με αποτέλεσμα να προκύψει οφειλόμενο υπόλοιπο για τις εν λόγω συναλλαγές προς όφελος των εναγόντων, του οποίου η καταβολή αξιώνεται από τους δυο εναγόμενους. Αξιολογώντας την προσαχθείσα από τους ενάγοντες μαρτυρία, έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας της υπόθεσης, η γενική εντύπωση που μου έχει δημιουργηθεί είναι ότι οι ΜΕ1, ΜΕ3 και ΜΕ4, όντας στην υπηρεσία των εναγόντων κατά την επίδικη χρονική περίοδο αλλά και ο ΜΕ2 ενεργώντας για λογαριασμό τους, κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια να πείσουν το Δικαστήριο ότι η εκδοχή που προβάλλει στην έκθεση απαίτησης των εναγόντων είναι ορθή. Αναλύοντας ωστόσο τη μαρτυρία τους διαπιστώνεται ότι παρά την φαινομενική ομαλότητα των πραγμάτων το Δικαστήριο δεν μπορεί να οδηγηθεί βάσει της μαρτυρίας αυτών σε ασφαλή συμπεράσματα για τα γεγονότα που είναι καθοριστικά για την επίλυση των επιδίκων θεμάτων, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας του ΜΕ5, λειτουργού του ΧΑΚ, όπως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια. Όσον αφορά τον ΜΕ1, ο οποίος κατέθεσε υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής του Χρηματιστηριακού Τμήματος των εναγόντων κατά την επίδικη χρονική περίοδο, έχοντας στην κατοχή του και παρουσιάζοντας τα Τεκμήρια στα οποία οι ενάγοντες βασίζουν την απαίτηση τους, παρά το ότι αναφέρθηκε σε προσωπικό χειρισμό της υπόθεσης από τη μαρτυρία του διαφάνηκε αφενός ότι πηγή της γνώσης του για τα ουσιώδη γεγονότα είναι ο φάκελος αυτής και αφετέρου δεν ήταν σε θέση να απαντήσει σε καίρια σημεία σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Ήταν σαφώς συμπερασματική η θέση του ότι ο εναγόμενος 1 έδωσε εντολές στους ενάγοντες, μέσω του αντιπροσώπου του εναγόμενου 2, για τη διενέργεια των αμφισβητούμενων συναλλαγών και ότι αποδέχθηκε σε κάποιο στάδιο αυτές. Από τη μαρτυρία του ΜΕ1 συνάγεται ότι οι ενάγοντες δεν τηρούσαν μητρώο εντολών και η θέση του ότι η χρήση του αριθμού ταυτότητας του επενδυτή διασφάλιζε την γνησιότητα των εντολών που εκτελούντο δεν ικανοποιεί για την ορθότητα της υπό τα δεδομένα της υπόθεσης. Ακόμη και σε σχέση με το ποιος χρηματιστής εκτέλεσε τις επίδικες συναλλαγές η μαρτυρία του δεν ήταν διαφωτιστική. Ούτε και η τοποθέτηση του ότι μετά την παραλαβή των σημειωμάτων συμβολαίου ο επενδυτής θα μπορούσε να διαμαρτυρηθεί αν διαφωνούσε για τις διενεργηθείσες για λογαριασμό του πράξεις πείθει για την ορθότητα της εκδοχής των εναγόντων στη συγκεκριμένη περίπτωση. Και αυτό επειδή ο ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο ο εναγόμενος 1 έδινε όντως τις εντολές μέσω του αντιπροσώπου του και κατά πόσο παραλάμβανε τα σημειώματα συμβολαίων. Δέχθηκε όμως ότι το πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμήριο 1, έδιδε δικαίωμα στους ενάγοντες να διενεργούν μόνο πωλήσεις μετοχών και ότι ο εναγόμενος 1 ουδέποτε έδωσε χρήματα στους ενάγοντες ούτε και έλαβε χρήματα από αυτούς με βάση την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
- Από τη μαρτυρία του ΜΕ1 επίσης προκύπτει ότι ο εναγόμενος 2 ήταν αντιπρόσωπος των εναγόντων, όντας ένας εκ των διευθυντών της εταιρείας Zest Investments Ltd που ήταν συνεργάτες των εναγόντων, παρόλο που κάτι τέτοιο δεν αποτελεί δικογραφημένη θέση των εναγόντων, θέμα που θα εξεταστεί πιο κάτω. Δεν συμμετείχε επίσης στις συναντήσεις που ως ισχυρίστηκε έγιναν μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων για διευθέτηση της επίδικης οφειλής του εναγόμενου
- Αναφορικά με το πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμήριο 1, η προσαχθείσα μαρτυρία από τους ενάγοντες και τον εναγόμενο 1 συγκλίνει στο ότι αυτό υπογράφηκε από τον εναγόμενο 1, έχοντα αριθμό ταυτότητας 631385, στις 18.4.2000 και παρέχεται από αυτόν προς τους ενάγοντες η εξουσιοδότηση να διενεργούν εξ ονόματος και για λογαριασμό του πράξεις μεταβίβασης χρεωγράφων και άλλων αξιών, καθιστώντας τους ενάγοντες αντιπροσώπους αυτού για τον σκοπό αυτό. Παρά το ότι στα δικόγραφα της έκθεσης απαίτησης και της υπεράσπισης γίνεται αναφορά σε πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 19.4.2000 είναι πρόδηλο ότι το μόνο πληρεξούσιο έγγραφο που υπογράφηκε είναι το Τεκμήριο 1, με το οποίο ο εναγόμενος 1 κατέστησε τους ενάγοντες αντιπροσώπους του αναφορικά με πωλήσεις των μετοχών του καθώς και δικαιωμάτων προτίμησης (Rights) και αγοράς μετοχών (Warrants). Η αποδοχή υπογραφής του εν λόγω εγγράφου από τον εναγόμενο 1 καταδεικνύει την ύπαρξη σχέσης αντιπροσωπείας μεταξύ του εναγόμενου 1 και των εναγόντων που προϋπήρχε των επίδικων συναλλαγών, χωρίς βέβαια από την ύπαρξη του και μόνο να αποδεικνύεται ότι οποιεσδήποτε από τις επίδικες συναλλαγές έγιναν κατόπιν δικών του εντολών. Το Τεκμήριο 2, αποτελεί την κατάσταση λογαριασμού για τις αγορές και πωλήσεις μετοχών που διενεργήθηκαν κατά τον ισχυρισμό των εναγόντων από αυτούς επ' ονόματι του εναγόμενου 1 κατά την χρονική περίοδο από 7.6.2000 μέχρι 5.7.2000 και που αντιστοιχούν στα σημειώματα συμβολαίων του Τεκμηρίου 3, παρουσιάζοντας ως διεύθυνση του την οδό Σοφούλη 40, Γραφείο 309, 1096, Λευκωσία, που ως διεφάνη αποτελεί την διεύθυνση της εταιρείας Zest Investments Ltd και χρεωστικό υπόλοιπο, οφειλόμενο εκ μέρους του, το ποσό των £23.
- Η ίδια εικόνα εμφανίζεται και στο Τεκμήριο 4 που παρουσιάζει τις διενεργηθείσες πράξεις επ' ονόματι του εναγόμενου 1 κατά εταιρεία. Στο Τεκμήριο 5, που αναφέρεται ως κίνηση διαθεσίμων από 1.7.2000 μέχρι 13.6.2003, μεταφέρθηκε το πιο πάνω χρεωστικό υπόλοιπο και μετά από δυο διενεργηθείσες πωλήσεις μετοχών, που αντιστοιχούν στα σημειώματα συμβολαίων ημερομηνίας 21.7.2000 και 13.11.2000 του Τεκμηρίου 6, το χρεωστικό υπόλοιπο του εναγόμενου 1 μειώθηκε στο ποσό των £22.488,
- Στο ποσό αυτό προστέθηκαν τα έξοδα διαχείρισης ύψους £58,49 μέχρι 30.6.2000 και £933,21 από 1.7.2000 μέχρι 31.12.2000 που διαμόρφωσαν το χρεωστικό υπόλοιπο στο ποσό των £23.480,
- Με την προσθήκη των τόκων ύψους £1.979,21 για το έτος 2001 και £2.059,41 για το έτος 2002 προήλθε το αξιούμενο ποσό των £27.519,
- Παρεμβάλλεται σ' αυτό το σημείο ότι, όπως ορθά υποδείχθηκε από τον εναγόμενο 1 το σημείωμα συμβολαίου με αρ. 95793, πρώτο του Τεκμηρίου 6, αφορά την αγορά μετοχών που εμφαίνεται και στο σημείωμα συμβολαίου με αρ. 106155, τελευταίο (15ο) του Τεκμηρίου
- Από τη μαρτυρία του ΜΕ5 βέβαια είναι ξεκάθαρο ότι τα δυο αυτά σημειώματα συμβολαίων αφορούν την ίδια χρηματιστηριακή συναλλαγή εφόσον έχουν τον ίδιο S.E.Number:15184320, όπως αυτός εμφαίνεται και στο Τεκμήριο 16 (βλ. 2η σελίδα). Για την ίδια συναλλαγή δηλαδή υπάρχουν δυο διαφορετικοί αριθμοί σημειωμάτων συμβολαίων. Αυτό όμως είναι παράδοξο εφόσον, όπως ανέφερε ο ΜΕ5, ο αριθμός του σημειώματος συμβολαίου δίνεται αυτόματα από το ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης του ΧΑΚ και είναι ο μοναδικός αριθμός για κάθε μια συναλλαγή. Φυσικά η συναλλαγή αυτή καταγράφεται από τους ενάγοντες μόνο μια φορά στο Τεκμήριο 4, ενώ δεν μεταβάλλει το οφειλόμενο υπόλοιπο στα Τεκμήρια 2 και
- Από τα πιο πάνω όμως το μόνο εύλογο συμπέρασμα είναι ότι κατά την διεκπεραίωση των συναλλαγών που διενεργούσαν οι ενάγοντες είναι ενδεχόμενο να έγιναν σοβαρά λάθη και η θέση του εναγόμενου 1 ότι οι ενάγοντες ενεργούσαν με ανασφάλεια και προχειρότητα κατά τον επίδικο χρόνο είναι η πλέον πιθανή εξήγηση. Στα σημειώματα συμβολαίων του Τεκμηρίου 6 ως διεύθυνση του εναγόμενου 1 φαίνεται η οδός Μάρκου Δράκου 20Γ, Παλλουριώτισσα, 1040, Λευκωσία. Στη διεύθυνση αυτή φαίνεται ότι στάληκαν και οι τρεις επιστολές των εναγόντων για την εξόφληση της προς αυτούς οφειλής του εναγόμενου 1 (Τεκμήριο 7). Υποστηρίχθηκε από τους ΜΕ1 και ΜΕ2 ότι από το περιεχόμενο της πρώτης από τις επιστολές φαίνεται ότι αυτή στάληκε το έτος 2002 παρόλο που φέρει ημερομηνία 31 Ιανουαρίου 2001, δεδομένου ότι αναφέρεται σε προηγηθείσα επιστολή ημερομηνίας 31.3.2001 και σε προσπάθειες διευθέτησης -λαμβανομένου υπόψη ότι από τη λοιπή μαρτυρία υποστηρίχθηκε ότι έγιναν δυο συναντήσεις για το σκοπό αυτό μέσα στο έτος 2001- αλλά και λόγω του ότι το αξιούμενο με αυτήν υπόλοιπο ύψους £25.459,70 περιλαμβάνει τους τόκους μέχρι τις 31.12.
- Η δε επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων ημερομηνίας 12.12.2003, Τεκμήριο 8, που στάληκε στην ίδια διεύθυνση και με την οποία καλείτο ο εναγόμενος 1 να εξοφλήσει το αξιούμενο ποσό, κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο
- Σε σχέση με τις προσπάθειες διευθέτησης της προς τους ενάγοντες οφειλής του εναγόμενου 1, πέραν των λεχθέντων από τον ΜΕ1 σχετική είναι η μαρτυρία του ΜΕ
- Έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους του εναγόμενου 1 ότι για το θέμα των συναντήσεων δεν γίνεται καμία αναφορά στην έκθεση απαίτησης. Αυτό είναι ορθό. Η σχετική μαρτυρία επιτράπηκε να δοθεί μέσα στα πλαίσια του ισχυρισμού των εναγόντων ότι παρά τις κλήσεις τους για πληρωμή του αξιούμενου ποσού δεν υπήρξε ανταπόκριση εκ μέρους των εναγομένων και υπό το φως της αναφοράς τους στις επιστολές τους προς τον εναγόμενο 1 ημερομηνίας 31.1.2001 (που ως υποστηρίχθηκε θα έπρεπε να είναι 31.1.2002) και 16.7.2002, σε προσπάθειες εξεύρεσης τρόπου διευθέτησης της προς αυτούς οφειλής του εναγόμενου
- Η προσαχθείσα μαρτυρία για τέτοιες συναντήσεις δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή όχι μόνο επειδή δεν αποτελεί δικογραφημένη θέση των εναγόντων αλλά και επειδή από το περιεχόμενο των επιστολών του Τεκμηρίου 7 και από το Τεκμήριο 8 δεν προκύπτει ότι έγιναν οποιεσδήποτε συναντήσεις. Θα ήταν φυσικό και αναμενόμενο οι επιστολές, τουλάχιστον του Τεκμηρίου 7, να αναφέρονται στις συναντήσεις αυτές και η εξήγηση που δόθηκε από τους ΜΕ1 και ΜΕ2 περί του τυποποιημένου των επιστολών που αποστάληκαν σε όλους τους οφειλέτες των εναγόντων δεν πείθει. Δεν μου διαφεύγει ότι ενώ ο ΜΕ1 αναφέρθηκε σε τρεις συναντήσεις με τον εναγόμενο 1, ο ΜΕ2 έκανε αναφορά σε δυο συναντήσεις και μια τηλεφωνική επικοινωνία με αυτόν, όπως και ο ΜΕ4 χωρίς βέβαια να είναι παρών σε οποιαδήποτε συνάντηση. Τα πιο πάνω καθιστούν τον ισχυρισμό περί συναντήσεων όψιμο και μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα λαμβανομένης υπόψη και της θέσης του εναγόμενου 1 ότι δεν υπήρξε συνάντηση των εναγόντων με τον ίδιο αλλά με τον αδελφό του. Εν πάση δε περιπτώσει σημαντικό παραμένει ότι το αξιούμενο ποσό δεν καταβλήθηκε στους ενάγοντες από τον εναγόμενο 1 ακόμη και αν έλαβε τις επιστολές του Τεκμηρίου 7, αλλά ούτε και μετά την επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων ημερομηνίας 12.12.2003 (Τεκμήριο 8), την οποία τόσο ο εναγόμενος 1 όσο και ο εναγόμενος 2 αποδέχονται ότι παρέλαβαν. Είναι ορθή επί του προκειμένου και η εισήγηση των συνηγόρων του εναγόμενου 1 ότι δεν δικογραφείται στην αγωγή ισχυρισμός περί παραδοχής του εναγόμενου 1 τυχόν χρεωστικού υπολοίπου λογαριασμού ούτε και η απαίτηση των εναγόντων βασίζεται σε παραδεδεγμένο λογαριασμό (βλ. μεταξύ άλλων, A. L. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1(A) A.Α.Δ. 156, Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Ρέινμποου Πλήτσ. & Ντάιγκ Κο Λτδ
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 610.) Η ΜΕ3, αν και υποστήριξε την ορθότητα του περιεχομένου των καταστάσεων λογαριασμού, Τεκμηρίων 2 και 5, η μαρτυρία της δεν μεταβάλλει τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ούτε και ενδυναμώνει τη θέση των εναγόντων. Η ΜΕ3 δεν διαφώτισε ως προς την γνησιότητα των εμφανιζομένων εντολών ως προερχομένων από τον εναγόμενο 1 ούτε και για το κατά πόσο τα σημειώματα συμβολαίων έφθαναν στα χέρια του, λαμβανομένου υπόψη ότι στα κατατεθέντα σημειώματα συμβολαίων ως Τεκμήριο 3 αναγράφεται ως διεύθυνση του εναγόμενου 1 η διεύθυνση της εταιρείας Zest Investments Ltd. Συμφώνησε η ΜΕ3 ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε γραπτό στοιχείο που να δείχνει ότι ο εναγόμενος 2 ή έστω η εταιρεία Zest Investments Ltd αντιπροσώπευαν τον εναγόμενο
- Δέχθηκε ότι μέρος των προμηθειών για πράξεις που έγιναν επ' ονόματι του εναγόμενου 1 πληρώθηκαν στην εν λόγω εταιρεία, λέγοντας ότι στις σχετικές εντολές σημειώνεται το όνομα "zest" καθώς και ότι ο εναγόμενος 1 ούτε έδωσε ούτε και έλαβε χρήματα από τους ενάγοντες για οποιαδήποτε συναλλαγή, υποστηρίζοντας βέβαια ότι κατά τον σχετικό χρόνο ήταν επιτρεπτό να αγοράζονται μετοχές με αέρα, δηλαδή χωρίς την καταβολή τιμήματος. Η αναφορά της σε εξαργύρωση εκ μέρους του εναγόμενου 1 πέντε επιταγών για μερίσματα της Cytrustees, που κατά τον ισχυρισμό της αυτός επωφελήθηκε, δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε στοιχεία ή σχετική μαρτυρία ενόσω μάλιστα συμφώνησε ότι δεν αποκλείεται ο επενδυτής να μην θυμάται ότι έλαβε τέτοια μερίσματα ή να μην γνωρίζει ποιο από τα χρηματιστηριακά γραφεία που χρησιμοποιούσε αγόρασε για λογαριασμό του τις μετοχές αυτές. Πρέπει να λεχθεί σ' αυτό το σημείο ότι παντελώς ατεκμηρίωτες είναι και οι παρόμοιες αναφορές των ΜΕ1 και ΜΕ4 ως προς την λήψη μερισμάτων εκ μέρους του εναγόμενου 1, με τον ΜΕ1 μάλιστα να ισχυρίζεται ότι θα μπορούσε να καταχωρήσει σχετικά αποδεικτικά στοιχεία αλλά έκρινε ότι αυτό δεν χρειαζόταν για να αποδειχθεί η υπόθεση των εναγόντων. Παρόλο τέλος που η ΜΕ3 ήταν ενήμερη των οδηγιών του ΧΑΚ αναφορικά με τη διαδικασία λήψης εντολών που γνωστοποιήθηκαν στους χρηματιστές πριν τη διενέργεια των επίδικων συναλλαγών, θεώρησε άνευ σημασίας τη μη τήρηση τους από τους ενάγοντες παρά την αντίθετη θέση που υποστηρίζεται από τον εναγόμενο
- Παρεμβάλλεται εδώ ότι τα Τεκμήρια 15Α και 15Β, που κατατέθηκαν κατά την αντεξέταση της ΜΕ3, αφορούν εγκυκλίους με οδηγίες του Διευθυντή του ΧΑΚ προς τα μέλη του ΧΑΚ ημερομηνίας 7.10.1999 και 9.2.2000 αντίστοιχα, για τη διαδικασία λήψης εντολών. Σύμφωνα με αυτές, οι εντολές θα πρέπει να ηχογραφούνται αν δίδονται τηλεφωνικά ή σε διαφορετική περίπτωση θα πρέπει να τηρούνται εγγράφως. Στην πρώτη εκ των επιστολών αυτών αναφέρεται και ότι από τις 11.10.1999 οι εντολές στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης θα καταχωρούνται από τα μέλη με τον αριθμό ταυτότητας ή τους άλλους επίσημους αριθμούς αναγνώρισης, όπως ήδη ζητήθηκε. Σύμφωνα με τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ3 αλλά και του ΜΕ4 η διαδικασία αυτή δεν εφαρμόστηκε από τους ενάγοντες παρά τον Οκτώβριο ή Νοέμβριο του
- Επισημαίνεται βέβαια ότι η έλλειψη τήρησης μητρώου εντολών αν και δεν μπορεί να λεχθεί ότι καθιστά άκυρες τις δοθείσες εντολές δεν επιτρέπει τον έλεγχο της ορθότητας τους. Ο ΜΕ4, αν και παρουσιάστηκε ότι εκτέλεσε ως χρηματιστής τις επίδικες συναλλαγές, στη συνέχεια ανέφερε ότι ήταν βοηθός χρηματιστηριακός εκπρόσωπος και χρησιμοποιούσε τον κωδικό άλλου χρηματιστή. Αν και υποστήριξε αρχικά ότι ο εναγόμενος 2 του έδινε τις εντολές για την διενέργεια των αγορών και πωλήσεων των μετοχών για λογαριασμό του εναγόμενου 1 κατά την αντεξέταση του διαφάνηκε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κάτι τέτοιο, ούτε καν γνώριζε τον εναγόμενο
- Δεν ήταν σε θέση ακόμη να γνωρίζει κατά πόσο ενημερώνετο ο εναγόμενος 1 για τις συναλλαγές που εγίνοντο στο όνομα του. Αναφέρθηκε και αυτός στη συνεργασία των εναγόντων με τους Γρηγορίου και Τιμινή και την εταιρεία τους υποστηρίζοντας ότι αρχικά η συνεργασία συνήφθη προσωπικά με αυτούς και μεταγενέστερα, περί τα μέσα του έτους 2000, η συνεργασία γινόταν με την Zest Investments Ltd. Όπως φαίνεται στο «Εσωτερικό Μνημόνιο» ημερομηνίας 3.5.2000, Τεκμήριο 9, ο ΜΕ4 εισηγήθηκε την σύναψη συνεργασίας των εναγόντων με τον εναγόμενο 2 και τον Λοϊζο Τιμινή, οι οποίοι θα ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι των εναγόντων και θα τους μεταβίβαζαν προς εκτέλεση εντολές των επενδυτών-πελατών τους με αντικαταβολή ποσοστού προμήθειας. Η εισήγηση αυτή βρήκε σύμφωνο και τον ΜΕ
- Βάσει του Τεκμηρίου 9, σύμφωνα με τον ΜΕ4, η εν λόγω συνεργασία συμφωνήθηκε να γίνει προσωπικά με τα δυο αυτά άτομα. Στα Τεκμήρια 10-13 βέβαια, που αναφέρονται σε παροχή προμήθειας σε αντιπροσώπους των εναγόντων για τους μήνες Ιούλιο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο αντίστοιχα, γίνεται αναφορά στην εταιρεία Zest Investments Ltd ως αντιπροσώπου των εναγόντων που δικαιούτο προμήθειας, η οποία όμως πιστώνετο προσωπικά στους δυο διαχειριστές της κατόπιν συμφωνίας με τους ίδιους, δηλαδή στο λογαριασμό του εναγόμενου 2 και του Λοϊζου Τιμινή. Το Τεκμήριο 14 αποτελεί την κίνηση διαθεσίμων του εναγόμενου 2 από 1.7.2000 μέχρι 28.3.2003, όπου φαίνονται και οι πιστώσεις από τις προμήθειες που έλαβε από τους ενάγοντες. Δεν μου διαφεύγει ότι ο ΜΕ1 υποστήριξε ότι η συνεργασία των εναγόντων άρχισε με την Zest Investments Ltd και μετεξελίχθηκε περί τον Οκτώβριο του 2000 σε συνεργασία με τους Γρηγορίου και Τιμινή προσωπικά. Η αντίφαση της προβληθείσας θέσης του ΜΕ1 με όσα ανέφερε ο ΜΕ4 είναι προφανής. Το μόνο συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ4 για το θέμα αυτό είναι ότι με τις σχετικές αναφορές τους επεδίωξαν να στηρίξουν, ανεπιτυχώς όμως, την εκδοχή των εναγόντων περί προσωπικής εμπλοκής του εναγόμενου 2 στην υπόθεση. Όπως ορθά τέθηκε από τους συνηγόρους των εναγομένων η μαρτυρία για τη σχέση αντιπροσωπείας μεταξύ εναγόντων και εναγόμενου 2 ή και της υπό αναφορά εταιρείας αφορά θέμα εκτός δικογράφων. Εν πάση όμως περιπτώσει, πέραν του ότι δεν υπάρχει λίστα επενδυτών στην οποία γίνεται αναφορά στο Τεκμήριο 9, ούτε και στοιχεία για την πληρωμή προμήθειας κατά το μήνα Ιούνιο του 2000 είτε στον εναγόμενο 2 είτε στην Zest Investments Ltd, από τα λεχθέντα από τους ΜΕ1 και ΜΕ4 υπονοείται ότι κατά το μήνα αυτό, που έγιναν κατά κύριο λόγο, οι επίδικες συναλλαγές αντιπρόσωπος των εναγόντων που έδινε τις εντολές πρέπει να ήταν η εν λόγω εταιρεία. Κατά συνέπεια ούτε η μαρτυρία του ΜΕ4 πείθει ότι ο εναγόμενος 2 ενεργούσε κατά τον επίδικο χρόνο προσωπικά ως αντιπρόσωπος είτε των εναγόντων είτε του εναγόμενου
- Σημαντικά κρίνονται για την υπόθεση τα Τεκμήρια 16-19, που κατατέθηκαν και επεξηγήθηκαν από τον ΜΕ
- Η μαρτυρία του ΜΕ5 δεν αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους. Ο ΜΕ5, όντας ανεξάρτητος μάρτυρας που δεν φάνηκε ότι είχε λόγο να παρουσιάσει τα πράγματα διαφορετικά από ότι ήταν, έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία που τηρούνται στο ΧΑΚ και ειδικότερα σε σχέση με τις συναλλαγές και τη γενική εικόνα του εναγόμενου 1 ως επενδυτή. Από τη μαρτυρία του συνάγεται ότι βάσει της διαδικασίας λήψης εντολών αυτές θα έπρεπε να είναι γραπτές ή αν ήταν προφορικές να ηχογραφούνται και μέχρι το 2001 το ΧΑΚ ζητούσε από τα μέλη του να συμμορφώνονται με τις σχετικές οδηγίες. Και επίσης ότι από τον Απρίλιο του 2000 δεν ήταν επιτρεπτό να αγοράζονται μετοχές με «αέρα». Η μαρτυρία του ΜΕ5 μπορεί να μην διαφωτίζει για το κατά πόσο ο εναγόμενος 1 έδωσε τις επίδικες εντολές στους ενάγοντες, επιβεβαιώνει όμως πολλές από τις θέσεις του εναγόμενου 1 εφόσον από τη μαρτυρία του προκύπτει ότι κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο ήταν δυνατό να πωληθούν μετοχές που δεν κατείχοντο (short sale) ενώ σε σχέση με τη συναλλαγή πώλησης των μετοχών Pierides δεν αποκλείεται οι ενάγοντες να έκαναν λάθος και να πώλησαν προτού αγοράσουν με αποτέλεσμα, όπως είπε ο ΜΕ5, να ζημιώσει ο δικαιούχος του λογαριασμού. Οι συναλλαγές του εναγόμενου 1 τουλάχιστον για το έτος 2000 ανέρχονται στις 64, όπως εξάγεται από το Τεκμήριο
- Προσεκτική μελέτη του Τεκμηρίου 16 σε συνάρτηση με τα Τεκμήρια 3 και 6 καταδεικνύει ότι ο εναγόμενος 1 προέβη μέσω των εναγόντων στις 13 από τις 17 συναλλαγές, που ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι έκαναν για λογαριασμό του με βάση τα σημειώματα συμβολαίων που παρουσίασαν, τα οποία βεβαίως ετοίμασαν οι ίδιοι. Συγκεκριμένα, στο Τεκμήριο 16 φαίνεται ότι οι ενάγοντες έκαναν τις συναλλαγές των σημειωμάτων συμβολαίων 1-4 και 9-15 του Τεκμηρίου 3, όλες, εκτός της συναλλαγής 13, με την ένδειξη "zest" δίπλα από τον αριθμό ταυτότητας του εναγόμενου 1 καθώς και των σημειωμάτων συμβολαίων 2 και 3 του Τεκμηρίου 6 χωρίς όμως την ένδειξη "zest" δίπλα από τον αριθμό ταυτότητας του εναγόμενου 1, λαμβανομένου υπόψη ότι η συναλλαγή του σημειώματος συμβολαίου 1 του Τεκμηρίου 6 είναι η ίδια με αυτή του σημειώματος συμβολαίου 15 του Τεκμηρίου
- Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 16 συμπίπτει με αυτό του Τεκμηρίου 17 κατά το μέρος που το τελευταίο αφορά την χρονική περίοδο από 7.6.2000 μέχρι 13.11.
- Όπως διευκρίνισε ο ΜΕ5, η λέξη "zest" πληκτρολογήθηκε από τον χρηματιστή για δικούς του σκοπούς, πρόκειται δε για πράξεις που έγιναν μέσω αυτού του αντιπροσώπου. Σύμφωνα με τα Τεκμήρια 16 και 17 δεν φαίνεται να έγιναν οι συναλλαγές-αγορές μετοχών της Cytrustees ως παρουσιάζεται στα σημειώματα συμβολαίων 5-8 του Τεκμηρίου 3, γεγονός που πλήττει την ορθότητα των Τεκμηρίων 2, 3 και 4, που ετοίμασαν και κατέθεσαν οι ενάγοντες. Όπως εξήγησε ο ΜΕ5, είναι πιθανό να μην καταχωρήθηκε η ταυτότητα του επενδυτή για τις αγορές αυτές από τους ενάγοντες, αλλά θα μπορούσε το λάθος αυτό να είχε διορθωθεί εντός 3 ημερών. Σε συνάρτηση δε με το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 18 φαίνεται να κατέχονται από τον εναγόμενο 1 μετοχές της Cytrustees, που δεν αγοράστηκαν εντός του έτους 2000 σύμφωνα με το Τεκμήριο 17, αυτές οι μετοχές, όπως είπε ο ΜΕ5, μπορεί να αγοράστηκαν ή να κατείχοντο πριν την 1.1.2000 ή να αγοράστηκαν μετά τις 31.12.
- Από αυτό εξάγεται ότι ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι ο εναγόμενος 1 εισέπραξε μερίσματα λόγω κατοχής των συγκεκριμένων μετοχών, ως είναι η θέση των εναγόντων, και πάλι δεν αποδεικνύεται η θέση των εναγόντων ότι η αγορά των μετοχών αυτών έγινε από τους ίδιους κατόπιν των εντολών του. Στο Τεκμήριο 19 φαίνεται η κατάσταση του λογαριασμού του εναγόμενου 1 μέχρι τις 30.10.2006, για την οποία είχε ενημερωθεί ο ίδιος, εφόσον σύμφωνα με τον ΜΕ5 οι αποσταλείσες σ' αυτόν ενημερωτικές καταστάσεις στη διεύθυνση Αγίου Νικολάου 11, Παλλουριώτισσα, δεν επιστράφηκαν από το ταχυδρομείο. Αυτή βέβαια η διεύθυνση είναι διαφορετική από εκείνη που εμφανίζεται στα Τεκμήρια που ετοίμασαν οι ενάγοντες. Από τη μαρτυρία του ΜΕ5 προκύπτει ακόμη ότι ο εναγόμενος 1 χρησιμοποιούσε για τις συναλλαγές του στο ΧΑΚ τέσσερα ξεχωριστά χρηματιστηριακά γραφεία. Όπως ήδη λέχθηκε, από τα Τεκμήρια 16 και 17, σύμφωνα με τον ΜΕ5, δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος 1 έδωσε εντολές στους ενάγοντες να προβούν στις σχετικές συναλλαγές. Από την άλλη δεν φαίνεται στα Τεκμήρια αυτά να πώλησε ο εναγόμενος 1 μετοχές που του αγόρασαν οι ενάγοντες. Ο εναγόμενος 1 παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του, οι οποίες όπως ήδη επισημάνθηκε βρίσκουν επιβεβαίωση στη μαρτυρία του ΜΕ
- Δεν αρνήθηκε ότι ήταν επενδυτής και εξήγησε με σαφήνεια τους λόγους που τον οδήγησαν στην υπογραφή του πληρεξουσίου εγγράφου, Τεκμηρίου
- Ενέμεινε ότι δεν έδωσε οποιεσδήποτε εντολές στους ενάγοντες για διενέργεια των επίδικων χρηματιστηριακών συναλλαγών αλλά ούτε και στον εναγόμενο
- Ακόμη και ο ΜΕ4, ο οποίος εκτελούσε τις επίδικες συναλλαγές κατά τον ισχυρισμό των εναγόντων δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τον εναγόμενο
- Ενέμεινε ακόμη ο εναγόμενος 1 ότι δεν είχε οποιαδήποτε συνάντηση με τους ενάγοντες. Το ότι δεν θυμόταν κατά πόσο έλαβε μερίσματα για μια ομάδα μετοχών, που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση, δεν είναι παράλογο δεδομένου μάλιστα ότι και η ΜΕ3 θεώρησε ότι δεν είναι απίθανο να μη μπορεί ένας επενδυτής να θυμηθεί κάτι τέτοιο. Η θέση του ότι δεν πλήρωσε ούτε και έλαβε χρήματα από τους ενάγοντες για οποιεσδήποτε συναλλαγές επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία των εναγόντων. Δεν έχει παρουσιασθεί οτιδήποτε που να οδηγήσει το Δικαστήριο σε απόρριψη της μαρτυρίας του εναγόμενου
- Η αποτυχία εξάλλου των εναγόντων να αποδείξουν τις θέσεις τους για την ορθότητα των εντολών που εκτέλεσαν ενόψει των προαναφερθέντων, δεν θα μπορούσε να αποτρέψει την απόρριψη της εκδοχής τους ακόμη και αν δεν γινόταν δεκτή η θέση του εναγόμενου
- Παρόμοια είναι η εντύπωση του Δικαστηρίου και για τον εναγόμενο
- Ήταν σαφής στις θέσεις του και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση σε οποιοδήποτε σημείο. Η μαρτυρία του πέραν του ότι επιβεβαιώνει ότι δεν έλαβε προσωπικά ο ίδιος εντολές από τον εναγόμενο 1 καταδεικνύει ότι η όποια συνεργασία είχαν οι ενάγοντες για χρηματιστηριακές συναλλαγές ήταν με την εταιρεία Zest Investments Ltd, της οποίας ο ίδιος ήταν ένας εκ των μετόχων και διευθυντών και η οποία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη νομική οντότητα (Salomon & Co v. Salomon
(1897)A.C. 22). Αποδέχομαι τόσο αυτή του τη θέση όσο και ότι ουδέποτε ο ίδιος ή και η εν λόγω εταιρεία ανέλαβαν ευθύνη να εξοφλούν τυχόν υπόλοιπα λογαριασμών επενδυτών που διενεργούσαν μέσω της εταιρείας Zest χρηματιστηριακές πράξεις. Ούτε και από τη μαρτυρία των εναγόντων προκύπτει εξάλλου ότι είχε συμφωνηθεί είτε με τον εναγόμενο 2 προσωπικά είτε με την εν λόγω εταιρεία κάτι τέτοιο. Η μόνη αναφορά που υπάρχει είναι από τον ΜΕ1 σχετικά με την ανάληψη ευθύνης από την εταιρεία Zest να φροντίσει να πληρωθούν οι ενάγοντες από τους πελάτες της. Ουδέποτε εξάλλου οι ενάγοντες πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής ζήτησαν από τον εναγόμενο 2 το αξιούμενο υπόλοιπο και όπως αυτός ορθά ανέφερε η επιστολή των δικηγόρων τους προς τον εναγόμενο 1, Τεκμήριο 8, απλά του κοινοποιήθηκε. Ως εκ περισσού, επισημαίνεται ότι ακόμη και αν ο εναγόμενος 2 εθεωρείτο αντιπρόσωπος του εναγόμενου 1, ως είναι η θέση των εναγόντων, δεν θα μπορούσε να λογισθεί υπόχρεος έναντι των εναγόντων να καταβάλει το αξιούμενο από τον εναγόμενο 1 ποσό, ως υπόλοιπο του λογαριασμού του τελευταίου. Σύμφωνα με το άρθρο 190 του περί Συμβάσεων Νόμου, όταν δεν υπάρχει συμβατικός όρος ο αντιπρόσωπος δεν δεσμεύεται προσωπικά από συμφωνία, ούτε μπορεί να επιβάλει προσωπικά εκτέλεση συμφωνίας που έχει συνάψει για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου. Τέτοιος συμβατικός όρος τεκμαίρεται ότι υπάρχει όταν, μεταξύ άλλων, ο αντιπρόσωπος δεν αποκαλύπτει το όνομα του αντιπροσωπευόμενου και τότε δεσμεύεται και καθίσταται υπεύθυνος ο ίδιος. Δηλαδή, μόνο όταν ο αντιπρόσωπος δεν αποκαλύπτει στον τρίτο με τον οποίο συναλλάσσεται το όνομα του αντιπροσωπευόμενου δεσμεύεται προσωπικά ο ίδιος και μπορεί να διωχθεί δικαστικά (βλ. Ευθυμίου ν. Philippides Spring Co Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 1107, Π. Ευαγγελίδης ν. Ν. Κοσμά κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 932). Καμία τέτοια θέση ή εισήγηση δεν προβλήθηκε εκ μέρους των εναγόντων, οι οποίοι υποστήριξαν ότι ο εναγόμενος 2 ενεργούσε για λογαριασμό του εναγόμενου
- Υπό το φως των πιο πάνω συνάγεται ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι οι επίδικες χρηματιστηριακές συναλλαγές έγιναν κατόπιν εντολών του εναγόμενου
- Δεν μπορεί επίσης από την προσαχθείσα μαρτυρία να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος 2 έδωσε οποιεσδήποτε εντολές στους ενάγοντες για τη διενέργεια των εν λόγω χρηματιστηριακών συναλλαγών ενεργώντας, υπό την προσωπική του ιδιότητα, ως αντιπρόσωπος του εναγόμενου
- Τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ως έχουν αναφερθεί πιο πάνω, προήλθαν από την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας και η νομοθεσία, την οποία παρέθεσαν οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους δεν είναι βοηθητική, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Ενόψει των προαναφερθέντων κρίνεται ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την υπόθεση τους στο πλαίσιο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις και ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται εναντίον των εναγόντων και υπέρ των εναγομένων 1 και 2, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο