← Κύπρος

Liberty Life Insurance Public Company Ltd. ν. Κώστας Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Αγωγής: 8521/04, 21 Ιουλίου 2010

Liberty Life Insurance Public Company Ltd. ν. Κώστας Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Αγωγής: 8521/04, 21 Ιουλίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A263 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8521/04 Μεταξύ: Liberty Life Insurance Public Company Ltd. Ενάγουσα Και

  1. Κώστας Κωνσταντίνου
  2. Στέλιος Ανδρέου
  3. Ελένη Αργυρού
  4. Παναγιώτα Κωνσταντίνου Εναγόμενοι . . . . . . Ημερομηνία: 21 Ιουλίου 2010 Για την ενάγουσα: κα. Α. Μίτσιγκα Για τους εναγόμενους: κ. Θ. Ανδρέου. ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα είναι ασφαλιστική εταιρεία και ο εναγόμενος 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο ασφαλιστικός αντιπρόσωπος της ενάγουσας εταιρείας. Ο εναγόμενος 1 σύνηψε συμφωνία συνεργασίας αντιπροσώπου με την ενάγουσα. Η ενάγουσα εταιρεία, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης κατέβαλε στον εναγόμενο 1 χρηματικό ποσό σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας. Δικαιούτο ποσοστό 8.5% επί των καθαρών ασφαλίστρων που είχε εισπράξει. Εάν ο εναγόμενος 1 σημείωνε συμπεριφορά που θα ζημίωνε την εταιρεία θα υπήρχε δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας και το δικαίωμα στην ενάγουσα εταιρεία να οικειοποιήσει τα χρήματα της που είχε καταβάλει στον εναγόμενο 1 ως οικονομική ενίσχυση. Εάν ο εναγόμενος 1 πραγματοποιούσε κάποιους στόχους παραγωγής θα είχε δικαίωμα σε ποσοστό 12.5% υπερπρομηθειών επί της παραγωγής του σε ασφαλιστικά συμβόλαια. Ο εναγόμενος 1 δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα με αποτέλεσμα να παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο ΛΚ 37.815.52 στις 13 Οκτωβρίου
  5. Περαιτέρω ο εναγόμενος 1 είσπραξε το ποσό των ΛΚ 1500.00 ως δάνειο από την ενάγουσα εταιρεία. Επίσης δανείσθηκε το ποσό των ΛΚ 1800.00 στις 25/2/
  6. Ο εναγόμενος 1 τερμάτισε την συμφωνία συνεργασίας στις 26 Ιουλίου 2004 ενώ εκκρεμούσε το οφειλόμενο ποσό. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως ο εναγόμενος 1 προείσπραξε το ποσό των ΛΚ 2985.77 έναντι προμηθειών επί καθαρών ασφαλίστρων που θα εισέπραττε εκ μέρους της εταιρείας από πελάτες της εταιρείας. Επίσης οφείλει ποσό ΛΚ 137.90 για σχέδιο της εταιρείας στο οποίο συμμετείχε για ομαδική ασφάλιση. Οφείλει το ποσό ΛΚ 5.32 για ασφάλιστρα της εταιρείας που κατακράτησε παράνομα. Οφείλει και το ποσό των ΛΚ 6.75 έξοδα που έκανε η εταιρεία για να εισπράξει τα οφειλόμενα ποσά από τον εναγόμενο
  7. Έναντι των πιο πάνω ποσών η ενάγουσα πίστωσε το ποσό των ΛΚ 1177.06 στο λογαριασμό του εναγόμενου
  8. Αυτό το ποσό είναι προμήθεια που δικαιούτο για την ασφαλιστική παραγωγή που έκανε εκ μέρους της εταιρείας. Το υπόλοιπο που προκύπτει αφού προστεθούν όλα τα οφειλόμενα ποσά και αφαιρεθεί το ποσό που πιστώθηκε είναι το ποσό των ΛΚ 47.991.
  9. Οι εναγόμενοι 2 και 3 ήταν εγγυητές της συμφωνίας συνεργασίας του εναγόμενου 1 με την ενάγουσα εταιρεία. Η θέση των εναγομένων ως αυτή προκύπτει από την Έκθεση Απαιτήσεως είναι ότι η συμφωνία συνεργασίας τροποποιήθηκε με προφορική συμφωνία μεταξύ των μερών και της εσωτερικής πολιτικής της εταιρείας όταν ο εναγόμενος 1 προάχθηκε στην θέση του περιφερειακού διευθυντή την 1.1.
  10. Θα είχε δικαίωμα σε ποσοστό προμήθειας 20% αντί το 12.5% που προέβλεπε η γραπτή συμφωνία. Επίσης δεν θα απαιτείτο πλέον προσωπική παραγωγή του εναγόμενου 1 για να φθάσει τους συμβατικούς στόχους που έθεσε η ενάγουσα εταιρεία. Θα ίσχυε πλέον ο πίνακας παραγωγής Γ της συμφωνίας συνεργασίας. Επίσης η εταιρεία θα του κατέβαλλε μηνιαίο επίδομα ΛΚ 600.
  11. Είναι θέση των εναγόμενων ότι οι ενάγοντες παραβίασαν τα συμφωνηθέντα μεταξύ τους. Γίνεται αναφορά στους λόγους που οι ενάγοντες παραβίασαν τα συμφωνηθέντα στις παραγράφους 4 και 5 της Έκθεσης Υπερασπίσεως. Αρνούνται ότι ο εναγόμενος 1 δεν παρήγε τους στόχους παραγωγής πράγμα που αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι ενάγοντες εξακολουθούσαν να του πληρώνουν υπερπρομήθειες μετά τις 31.12.
  12. Ο εναγόμενος 1 αρνείται ότι παραδέχθηκε το χρέος των ΛΚ 37.815.
  13. Ζητήθηκε όπως υπογράψει έγγραφο για σκοπούς τακτοποίησης των λογαριασμών της ενάγουσας η οποία αποβλήθηκε από το πάτωμα χρηματαγοράς μέχρι να τακτοποιήσει τους λογαριασμούς της. Υπέγραψε το έγγραφο με την συνεννόηση ότι θα του πίστωναν τα οφειλόμενα σε αυτόν ποσά πράγμα που δεν έγινε τελικά. Ο εναγόμενος 1 παραδέχεται ότι σύνηψε συμφωνία δανείου με την ενάγουσα αλλά ισχυρίζεται ότι υπάρχει σιωπηρός όρος στη συμβατική τους σχέση ότι θα γινόταν συμψηφισμός του ποσού του δανείου με το οφειλόμενο ποσό της ενάγουσας προς τον εναγόμενο
  14. Ο εναγόμενος 1 τερμάτισε τη συνεργασία με επιστολή ημερομηνίας 26 Ιουλίου 2004 καταγγέλλοντας την ενάγουσα για αντισυμβατική συμπεριφορά. Ο εναγόμενος ζητεί αποζημιώσεις που καθορίζονται στο αιτητικό της ανταπαίτησης. Εκείνο το οποίο φάνηκε από τη μαρτυρία του Χρίστου Πασχόπουλου (ΜΕ1), Διευθυντή Υποστήριξης Πωλήσεων στην ενάγουσα εταιρεία, είναι ότι δεν είχε προσωπική ανάμιξη στις διαπραγματεύσεις που έγιναν μεταξύ του εναγόμενου 1 και της ενάγουσας εταιρείας προτού υπογραφθούν τα τεκμήρια 2 και
  15. Τα μόνα έγγραφα που κατέθεσε για να υποστηρίξει την θέση του σε σχέση με την πραγματική συμφωνία μεταξύ των μερών ήταν τα τεκμήρια 2 και
  16. Ο εναγόμενος 1 υπέγραψε συμφωνία αντιπροσώπου με την ενάγουσα εταιρεία στις 7 Φεβρουαρίου
  17. Συμφώνως των προνοιών του τεκμηρίου 2 οι αμοιβές αντιπροσώπου καθορίζονται από την προμήθεια που λαμβάνει για κάθε ασφάλιστρο που εισπράττει εκ μέρους της ενάγουσας εταιρείας. Το ποσοστό της προμήθειας καθορίζεται από τους Πίνακες Προμηθειών της εταιρείας. Επισυνάπτεται ο πίνακας Προμηθειών και Φιλοδωρημάτων στην εν λόγω συμφωνία. Η προμήθεια καθορίζεται με ποσοστό έναντι των καθαρών εισπραχθέντων ασφαλίστρων για το πρώτο έτος της συνεργασίας αντιπροσώπου και μετέπειτα. Εκτός της προμήθειας που δικαιούται αντιπρόσωπος να εισπράξει επί των εισπραχθέντων ασφαλίστρων δικαιούται σε φιλοδώρημα παραγωγικότητας. Το φιλοδώρημα δίδεται εάν ο αντιπρόσωπος επιτύχει τους στόχους που αναγράφονται στον πίνακα στο κάτω μέρος της σελίδας 9 του τεκμηρίου
  18. Σύμφωνα με τον όρο Γ1 ο πίνακας βασίζεται στην παραγωγή των τεσσάρων προηγούμενων τριμήνων και στο ποσοστό που αντιστοιχεί. Το ποσοστό προσδιορίζεται στο τέλος κάθε τριμήνου και χρησιμοποιείται για τους επόμενους τρεις μήνες επί των πιστωθεισών προμηθειών πρώτου έτους για καθορισμό του φιλοδωρήματος. Στη σελίδα 10 διευκρινίζεται ότι τα φιλοδωρήματα μπορεί να διαφοροποιηθούν μετά από απόφαση της εταιρείας. Την ίδια ημέρα που υπέγραψε ο εναγόμενος 1 το τεκμήριο 2 υπέγραψε και το τεκμήριο
  19. Επομένως, και οι δύο συμφωνίες θα πρέπει να διαβαστούν μαζί διά να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα σε σχέση με την πραγματική συμφωνία μεταξύ των μερών. Εκείνο το οποίο προκύπτει από την παράγραφο Δ.1 του τεκμήριου 3 είναι ότι η προσωπική παραγωγή και η ομαδική παραγωγή πρέπει να επιτευχθεί κατά 80% διά να δικαιούται ο αντιπρόσωπος σε υπερπρομήθεια 12.5%. Το ίδιο ισχύει για το μηνιαίο επίδομα παράγραφο Δ.
  20. Σε σχέση με το φιλοδώρημα παραγωγής διευκρινίζεται ότι πληρώνεται βάσει των όρων και προϋποθέσεων του κανονισμού και την κλίμακα προμηθειών διατηρησιμότητας που είναι συνημμένη στη σύμβαση αντιπροσώπου. Σε σχέση με τον όρο 4 δεν προβλέπεται ειδική προϋπόθεση για την πληρωμή του κατά το δεύτερο έτος συνεργασίας του αντιπροσώπου. Ο ΜΕ1 παρέπεμψε το Δικαστήριο στο Ζ2 του τεκμηρίου 3 το οποίο προβλέπει ότι επιδόματα θα πληρωθούν νοουμένου ότι οι προσωπικοί στόχοι παραγωγής διατηρηθούν σε ποσοστό 80% και η διατηρησιμότητα των συμβολαίων είναι πέραν του 80%. Δεν είναι γνωστό εάν το ποσό των ΛΚ 12000 θεωρείται επίδομα για να έχει εφαρμογή ο ειδικός όρος
  21. Σύμφωνα με τον ΜΕ1 ο εναγόμενος 1 για να δικαιούται τις υπερπρομήθειες και άλλες απολαβές που καθορίσθηκαν στο τεκμήριο 3 έπρεπε μέσα σε πέντε χρόνια να παράξει συνολική παραγωγή ύψους ΛΚ 150,000.00 και παραγωγή ομάδας ύψους ΛΚ 430.000.
  22. Ο ΜΕ1 διευκρίνισε ότι για νέους συνεργάτες η ενάγουσα εταιρεία κατά τον πρώτο χρόνο καταβάλλει ως δάνειο χρήματα στο νέο συνεργάτη έναντι των ασφαλίστρων που θα εισπραχθούν για να τον βοηθήσει μέχρι να δυναμώσει το χαρτοφυλάκιο του. Αυτός είναι και ο λόγος που η συμφωνία με τον εναγόμενο 1 ήταν πενταετής ώστε να επωφεληθεί και η εταιρεία όταν με την πάροδο του χρόνου ο εναγόμενος 1 θα επιτύγχανε τους στόχους του και θα μεγάλωνε το χαρτοφυλάκιο του. Ο εναγόμενος 1 λάμβανε το ποσό των ΛΚ 2000.00 μηνιαίως υπό μορφή δανείου. Η ενάγουσα προήγαγε τον εναγόμενο 1 σε περιφερειακό διευθυντή με επιστολή ημερομηνίας 20.6.
  23. Ο εναγόμενος είχε δικαίωμα σε φιλοδώρημα παραγωγής σε ποσοστό 7.5% για παραγωγή που υπερέβαινε το ποσό των ΛΚ 9001.
  24. Οι υπερπρομήθειες του εναγόμενου 1 αυξήθηκαν από 12.5% που προνοεί το τεκμήριο 3 σε ποσοστό 20%. Ο εναγόμενος 1 πιστοποίησε ότι παρέλαβε 12.000 συνήθεις μετοχές της ενάγουσας εταιρείας. Αυτό έγινε τον Δεκέμβριο
  25. Η αξία των εν λόγω μετοχών κατά τον ίδιο χρόνο ήταν συνολικά ΛΚ 7800.
  26. Η γνώμη του μάρτυρα είναι ότι το τεκμήριο 3 προβλέπει επιστροφή των μετοχών στην περίπτωση που ο εναγόμενος 1 δεν συμπληρώσει 3 έτη ενεργό υπηρεσία στην ενάγουσα εταιρεία. Ο εναγόμενος πώλησε τις μετοχές μέσω θυγατρικής εταιρείας της ενάγουσας εταιρείας στις 29 Απριλίου 2002 για το ποσό των ΛΚ 8464.62 και το ποσό αυτό πιστώθηκε έναντι του χρεωστικού λογαριασμού του εναγόμενου στην ενάγουσα εταιρεία. Ο μάρτυρας κατέθεσε το τεκμήριο 10 το οποίο ισχυρίζεται ότι συνιστά αναγνώριση χρέους του εναγόμενου
  27. Στο τεκμήριο 10 γίνεται αναφορά σε χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του εναγόμενου 1 και αναφέρεται ότι στην περίπτωση που ο εναγόμενος 1 διαφωνεί με το υπόλοιπο δύναται να παραθέσει στο τεκμήριο 10 τα σημεία αναφοράς της διαφοράς. Σημειώνεται ότι ο εναγόμενος 1 δεν αρνήθηκε ότι υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο. Ο μάρτυρας δεν κατέθεσε την πολιτική πωλήσεων της εταιρείας για τα επίδικα έτη. Άφησε να νοηθεί ότι τα τεκμήρια 2 και 3 δεν είναι όλη η συμφωνία της ενάγουσας εταιρείας με τον εναγόμενο
  28. Σημαντικός παράγοντας στον καθορισμό των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 είναι η καθορισμένη πολιτική πωλήσεων της εταιρείας η οποία δεν είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης δεν κατατέθηκε η επιστολή ημερομηνίας 20 Ιουνίου 2003 με την οποία πήρε προαγωγή ο εναγόμενος 1 και αυξήθηκε το ποσοστό προμήθειας που δικαιούτο. Από την αντεξέταση προέκυψε ότι η ενάγουσα εταιρεία ουδέποτε απέστειλε επιστολή στον εναγόμενο 1 με την οποία τον προειδοποιούσε ότι δεν είχε επιτεύξει τους προσωπικούς στόχους παραγωγής. Ήταν θέση του μάρτυρα ότι κανένα επίδομα και/ή κανένα φιλοδώρημα δεν θα πληρωνόταν στον εναγόμενο 1 εάν δεν είχε φθάσει τους καθορισμένους στόχους παραγωγής. Δέχθηκε ότι ο εναγόμενος 1 πήρε την προαγωγή σε περιφερειακό διευθυντή ενώ δεν είχε φθάσει τον καθορισμένο προσωπικό στόχο παραγωγής. Η υπόθεση των εναγόντων, δηλαδή ποια ήταν η συμφωνία της εταιρείας με τον εναγόμενο 1 και ποια η βάση των χρεωπιστώσεων δεν ξεκαθάρισε με την μαρτυρία του εσωτερικού λογιστή της εταιρείας Ιωάννη Μαρούχο. Ο κ. Μαρούχος κατέθεσε αναλυτική κατάσταση λογαριασμού που δείχνει όλες τις χρεωπιστώσεις που έγιναν σε σχέση με τον εναγόμενο 1 αλλά επειδή εργοδοτήθηκε στην ενάγουσα εταιρεία μετά το 2004 δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει το Δικαστήριο σε σχέση με τα πραγματικά συμφωνηθέντα μεταξύ των μερών. Αυτό φάνηκε και από την αντεξέταση. Η αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, ήτοι το τεκμήριο 12 αρχίζει με χρεωστικό υπόλοιπο από μεταφορά. Ο μάρτυρας παραπέμπει στο τεκμήριο 13 για εξήγηση των χρεώσεων και πιστώσεων πριν τις 30 Απριλίου
  29. Δεν είναι όμως καθαρό πώς προκύπτει το υπόλοιπο από μεταφορά επειδή η ενάγουσα εταιρεία φαίνεται να διατηρούσε πέραν από ένα λογαριασμό για τον εναγόμενο. Φαίνεται να έγιναν χρεοπιστώσεις και μεταφορά χρημάτων από ένα λογαριασμό σε άλλο και ο μάρτυρας δεν παρουσίασε κάθε λογαριασμό ξεχωριστά για να φανεί ακριβώς πώς προκύπτει το υπόλοιπο το οποίο διεκδικεί η ενάγουσα εταιρεία με την απαίτηση της. Υπάρχει πίστωση του ποσού των ΛΚ 100.00 μηνιαίως για συγκεκριμένη χρονική περίοδο αλλά όχι για όλο το χρονικό διάστημα που καλύπτει την συνεργασία του εναγόμενου με την ενάγουσα εταιρεία. Αυτό και πάλι δεικνύει ότι η βάση της συμφωνίας μεταξύ των μερών δεν είναι τόσο ξεκάθαρη όσο ήθελε να την παρουσιάσει η πλευρά των εναγόντων. Κατά την αντεξέταση ο κ. Ανδρέου παρέπεμψε τον μάρτυρα σε διάφορες καταχωρήσεις επί του τεκμηρίου 12 που δεν φαίνεται να εμπίπτουν στα συμφωνηθέντα όπως αυτά προβλέπονται από τα τεκμήρια 2 και
  30. Υπάρχουν επί παραδείγματι, χρεώσεις με την περιγραφή ασφάλιστρα που δεν φαίνεται να προβλέπονται από τη συμφωνία. Βέβαια η θέση του μάρτυρα είναι ότι δεν θα γίνονταν τέτοιες χρεώσεις εάν δεν συμφωνούσε ο εναγόμενος 1 αλλά ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αποδείξει αυτόν τον ισχυρισμό. Το ίδιο ισχύει και για τα έξοδα αλλαγής και την καταχώρηση αποζημίωσης για ΛΚ 200.00 για τα οποία ο εναγόμενος 1 φαίνεται να χρεώθηκε. Καταβλήθηκε μηνιαίο ποσό ΛΚ 2000.00 στον εναγόμενο 1 ως χρηματοδότηση και του καταβλήθηκαν υπερπρομήθειες για τα εισπραχθέντα ασφάλιστρα. Την χρηματοδότηση την έπαιρνε ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν κάλυπτε τους στόχους παραγωγής. Επίσης η εταιρεία τον χρέωνε με τόκο επί του χρεωστικού υπολοίπου ετησίως παρόλο που υπάρχει αντίθετη πρόνοια για το θέμα του τόκου στο τεκμήριο
  31. Οι εικασίες του μάρτυρα σε σχέση με τους λόγους που υπέγραψε την αναγνώριση χρέους ο εναγόμενος 1 δεν έχουν καμία σημασία διότι δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Ο εναγόμενος 1 εξήγησε στο Δικαστήριο ότι οι γραπτές συμφωνίες που υπέγραψαν τα μέρη προήλθαν ως αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων. Ο εναγόμενος εργαζόταν σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία και είχε ψηλή απόδοση και τον προσέγγισαν με σκοπό τη συνεργασία. Η θέση του εναγόμενου 1 είναι ότι θα κρινόταν ανάλογα με το σύνολο της παραγωγής του, δηλαδή την προσωπική του παραγωγή και την παραγωγή της ομάδας του και όχι μόνο με βάση την προσωπική του παραγωγή. Αυτό τον στόχο τον πραγματοποίησε και έτσι το 2002 προάχθηκε στην θέση του Assistant Agency Manager. Στη συνέχεια πήρε προαγωγή στη θέση του περιφερειακού διευθυντή. Ήταν θέση του εναγόμενου 1 ότι είχε δικαίωμα σε μηνιαίο επίδομα ύψους ΛΚ 600.00 όταν προάχθηκε στη θέση του περιφερειακού διευθυντή. Κατέθεσε τους κανονισμούς πωλήσεων που οι μάρτυρες της ενάγουσας παραδέχθηκαν ότι συνιστούν μέρος της Συμφωνίας. Οι κανόνες περιέχουν πρόνοια ότι ο περιφερειακός διευθυντής δεν θα έχει προσωπική παραγωγή που να ξεπερνά το 10% της συνολικής παραγωγής της ομάδας του. Με βάση αυτά τα δεδομένα ξεπέρασε τους στόχους παραγωγής του διότι η παραγωγή του υποκαταστήματος του είχε παραγωγή ύψους του ποσού των ΛΚ 91.124 και της περιφέρειας του ύψους του ποσού των ΛΚ 400,000.
  32. Σε αυτό το διάστημα έπαιρνε ανελλιπώς τις προμήθειες και υπερπρομήθειες του, ως επίσης το μηναίο επίδομα και το ποσό της χρηματοδότησης του. Ανέφερε ότι πριν τον Οκτώβριο του 2003 οι ενάγοντες δεν του κοινοποίησαν αναλυτική κατάσταση των χρεοπιστώσεων του. Επομένως δεν είχε λόγο να διαμαρτυρηθεί και το μόνο παράπονο που είχε αφορούσε τις 12000 μετοχές. Ζήτησε όπως του παραχωρηθούν οι μετοχές όπως προνοούσε η συμφωνία. Ισχυρίζεται ότι πήρε διαβεβαιώσεις από διευθυντές της εταιρείες ότι θα διευθετούσαν το ζήτημα. Πήρε την κατάσταση λογαριασμού με τις χρεοπιστώσεις τον Οκτώβριο 2003 και αντέδρασε αμέσως. Μίλησε με τον οικονομικό διευθυντή της εταιρείας Αντώνη Αντωνίου και τον Κώστα Παπαϊωάννου. Του εξήγησαν ότι έπρεπε να υπογράψει το τεκμήριο 10 διά να μη δημιουργηθεί πρόβλημα στην εταιρεία με τους λογαριασμούς της. Ισχυρίσθηκε ότι τον διαβεβαίωσαν ότι δεν θα έχανε τα δικαιώματα του. Σημειώνεται ότι όταν αρνήθηκε αρχικά να υπογράψει το τεκμήριο 10 τότε επικοινώνησε μαζί του ο Κυριάκος Κυριάκου ο οποίος προηγουμένως, κατ' ισχυρισμό του εναγόμενου 1, τον απέφευγε. Υπέγραψε το τεκμήριο 10 και παράλληλα σύνταξε και απέστειλε το τεκμήριο 25 όπου ζήτησε όπως διορθωθούν οι χρεοπιστώσεις ώστε να τηρηθούν τα συμφωνηθέντα μεταξύ των μερών. Ο εναγόμενος 1 στοιχειοθέτησε με έγγραφα τις πιο πάνω θέσεις. Του υποβλήθηκε επανηλλειμένα ότι δεν έλεγε την αλήθεια ή ότι πολλά από τα γεγονότα που ανέφερε ήταν κατασκευασμένα το αποτέλεσμα σκέψεων που έγιναν εκ των υστέρων. Όμως οι ενάγοντες απέτυχαν να προσκομίσουν οιανδήποτε μαρτυρία διά να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς του εναγόμενου
  33. Υπήρξε παραδοχή από τους ενάγοντες ότι μέρος της συμφωνίας ήταν και οι εσωτερικοί κανονισμοί πολιτικής της εταιρείας όμως δεν προσκόμισαν αυτούς του κανονισμούς στο Δικαστήριο. Όταν προσκόμισε τέτοιο έγγραφο στο Δικαστήριο ο εναγόμενος 1 ήταν θέση τους ότι αυτό το έγγραφο δεν ήταν η πολιτική της εταιρείας για τον επίδικο χρόνο. Αυτή η θέση δεν ήταν καθόλου τεκμηριωμένη διότι οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν δική τους μαρτυρία για την εσωτερική πολιτική της εταιρείας. Αυτό μου έκανε κακή εντύπωση. Οι ενάγοντες αμφισβητούσαν όλες τις θέσεις και έγγραφα του εναγόμενου 1 αλλά δεν προσκόμισαν τεκμήρια δικά τους με αποτέλεσμα να μου δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ήθελαν να κρύψουν την πραγματικότητα από το Δικαστήριο. Δεν είχε νόημα η αντεξέταση του εναγόμενου 1 επί αυτού του σημείου εκτός εάν οι ενάγοντες είχαν προσκομίσει μαρτυρία που να αντικρούει τους ισχυρισμούς του. Το ίδιο ισχύει για την επιστολή ημερομηνίας 20 Ιουνίου 2003 που τελικά δεν κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν τέτοιο έγγραφο στην κυρίως εξέταση αλλά κατά την αντεξέταση επιχείρησαν να καταθέσουν έγγραφο μέσω του εναγόμενου
  34. Το ίδιο ισχύει για την συνολική παραγωγή που παρουσίασε ο εναγόμενος
  35. Η ενάγουσα είχε την ευκαιρία να αντικρούσει τους αριθμούς που παρουσίασε ο εναγόμενος 1 αλλά δεν το έπραξε. Ο εναγόμενος 1 έπρεπε να δώσει εξηγήσεις για πράξεις που ομολογουμένως δεν ήταν λογικές. Όμως έδιδε πειστικές εξηγήσεις για τις πράξεις του. Μία τέτοια εξήγηση ήταν το γεγονός ότι σύνηψε δάνειο με την εταιρεία ενώ είχε μεσολαβήσει η υπογραφή του τεκμηρίου
  36. Εξήγησε ότι αναγκάσθηκε να κάνει το δάνειο για ιατρικούς λόγους. Ο εναγόμενος 1 έδωσε εξήγηση για το γεγονός ότι υπέγραψε το τεκμήριο
  37. Αυτή η εξήγηση δικογραφήθηκε στην Έκθεση Απαιτήσεως. Παρόλο τούτο δεν έγινε καμία προσπάθεια από τους ενάγοντες να καταρρίψουν την εξήγηση του εναγόμενου
  38. Όχι μόνο δεν έγινε αυτή η προσπάθεια αλλά δεν κλήτευσαν κανένα μάρτυρα που είχε προσωπική γνώση των γεγονότων ώστε να διαφωτίσουν το Δικαστήριο για το τι έγινε κατά τον επίδικο χρόνο. Αντιθέτως, ο εναγόμενος παρουσίασε δύο στοιχεία που κάνουν την εξήγηση του πιστευτή. Το πρώτο στοιχείο είναι το γεγονός ότι καθυστέρησε να υπογράψει το έγγραφο για δύο μήνες. Το δεύτερο στοιχείο είναι η επιστολή εσωτερικής χρήσης όπου αναγράφεται η διαμαρτυρία του και οι επιφυλάξεις του. Το μνημόνιο των εσωτερικών κανονισμών της εταιρείας περιείχε πρόνοιες που φαίνεται να έρχονται σε αντίθεση με το τεκμήριο
  39. Στο μνημόνιο αναφέρεται ότι ο περιφερειακός διευθυντής θα περιορίσει την προσωπική του παραγωγή. Η θέση των εναγόντων ήταν ότι τα φιλοδωρήματα και τα επιδόματα θα πληρώνονταν στον εναγόμενο 1 ανάλογα με την προσωπική του παραγωγή. Οι πρόνοιες του μνημονίου ενισχύουν τη θέση των εναγόμενων ότι η πραγματική συμφωνία μεταξύ των μερών δεν βασίζεται εξ' ολοκλήρου στα τεκμήρια 2 και
  40. Η πραγματική πρόθεση των μερών είναι πολυσύνθετη και η πραγματική συμφωνία μεταξύ των μερών μπορεί να αναζητηθεί από διάφορες πηγές. Σε σχέση με τις 12000 μετοχές ο εναγόμενος 1 ανέφερε ότι έπρεπε να πάρει 12000 μετοχές με βάση τις πρόνοιες του τεκμηρίου
  41. Ο εναγόμενος 1 πιστοποίησε ότι παρέλαβε 12000 μετοχές στις 11 Δεκεμβρίου
  42. Η μόνη επιστολή διαμαρτυρίας του εναγόμενου 1 που αφορά αυτές τις μετοχές είναι το τεκμήριο 22 που έχει ημερομηνία 12 Απριλίου
  43. Δηλαδή, η επιστολή είναι προγενέστερη της λήψης των μετοχών από τον εναγόμενο
  44. Βέβαια η θέση του εναγόμενου 1 ήταν ότι αυτές οι 12000 μετοχές δεν είναι οι συγκεκριμένες μετοχές που είχε δικαίωμα να πάρει με βάση τον όρο Ε.Α. του τεκμηρίου
  45. Η θέση αυτή δεν φαίνεται να είναι τεκμηριωμένη ενόψει της ύπαρξης των τεκμηρίων 7 ,8 και
  46. Επίσης η μόνη επιστολή διαμαρτυρίας έχει ημερομηνία προγενέστερη της 11ης Δεκεμβρίου
  47. Θα ήταν λογικό για τον εναγόμενο 1 να είχε διαμαρτυρία και μετά τον Δεκέμβριο 2001 εάν θεωρούσε ότι οι μετοχές που του παραχωρήθηκαν δεν ήταν αυτές για τις οποίες είχε δικαίωμα να πάρει με βάση τον όρων Ε.Α. Δια την ορθή ερμηνεία μιας συμφωνίας είναι ανάγκη να ληφθούν υπόψη κάποιοι κανόνες που διέπουν το ζήτημα αυτό. Ο γενικός κανόνας είναι ότι σκοπός της ερμηνείας της συμφωνίας είναι να εξευρεθεί η πρόθεση των μερών. Στην Αλεξάνδρου Λτδ ν. Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λευκωσίας 1 ΑΑΔ

(1999)σελ. 630, λέχθηκε ότι διαπιστώνεται η πρόθεση των μερών από τη γλωσσική διατύπωση της συμφωνίας. Όμως η ερμηνεία που θα αποδοθεί σε αυτές τις λέξεις δεν μπορεί να βρεθεί εντελώς ανεξάρτητα και ασύνδετα από το πραγματικό υπόβαθρο που πλαισιώνει τη σύναψη της συμφωνίας. Επίσης στην Κουνούνα ν. Κώστας Κυριάκου Υιοί Λτδ 1 ΑΑΔ
(2001)2126, ως και επίσης στη Λάμπρου ν. Παράσχου 1 ΑΑΔ
(1993)σελ. 397, επεξηγήθηκε ότι ο σκοπός των μερών μπορεί να συναχθεί μόνο από το σύνολο του κειμένου και όταν η σύμβαση είναι σαφής ως προς το νόημα της, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει διαφορετικό νόημα στη σύμβαση από αυτό που οι ίδιες οι λέξεις της σύμβασης ενέχουν. Η υπόθεση Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος Λτδ 1 ΑΑΔ
(1993)σελ. 168, επεξηγεί ότι η προσαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας για την ορθή ερμηνεία των όρων της σύμβασης επιτρέπεται όποτε διαπιστώνεται η ύπαρξη κενού ή αμφιβολιών. Τούτο ισχύει όχι μόνο σε σχέση με την ερμηνεία της συμφωνίας αλλά και για την εφαρμογή της. Παραθέτω πιο κάτω απόσπασμα αυτής της απόφασης το οποίο είναι βοηθητικό. "When any doubt arises upon the true meaning or sense of the words themselves, or any difficulty as to their application under the surrounding circumstances, the sense and meaning of the language may be investigated and ascertained by evidence dehors the instrument itself; for both reason and common sense agree that by no other means can the language of the instrument be made to speak the real mind of the party." Ελεύθερη μετάφραση: "Όταν υπάρχει αμφιβολία σε σχέση με την πραγματική ερμηνεία και έννοια των λέξεων της σύμβασης ή υπάρχει δυσκολία σε σχέση με την εφαρμογή τους έχοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης τότε η ερμηνεία των λέξεων μπορεί να εξεταστεί και να διαπιστωθεί λαμβάνοντας υπόψη μαρτυρία που βρίσκεται εκτός του κειμένου της σύμβασης. Η λογική και κοινή λογική υπαγορεύουν ότι πρέπει να αποδοθεί τέτοια ερμηνεία στις λέξεις της σύμβασης που να φανερώνουν την πραγματική πρόθεση του συμβαλλόμενου μέρους." Για τον καθορισμό των δικαιωμάτων και ευθυνών των μερών σημασία έχει η πρόθεση των μερών κατά τη σύναψη της συμφωνίας. Αυτοί οι κανόνες επεξηγήθηκαν με σαφήνεια από τον Δικαστή κ. Π. Καλλή στην απόφαση Μετάλλικα Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ. ν G & C Exhaust Systems Ltd. 1 ΑΑΔ
(2001)σελ. 500 στο ακόλουθο απόσπασμα: "Σύμφωνα με τους ερμηνευτικούς κανόνες μία σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το λεκτικό της και με τρόπο που θα πραγματοποιείται η πρόθεση των μερών, όπως αυτή συνάγεται από το σύνολο της σύμβασης... Αν οι πρόνοιες μίας συμφωνίας εκφράζονται με σαφήνεια και δεν υπάρχει τίποτα που καθιστά ικανό το Δικαστήριο να το ερμηνεύσει με τρόπο διαφορετικό από εκείνο που επιτρέπεται από το λεκτικό του, χωρίς αμφιβολία πρέπει να επικρατήσει το λεκτικό. Αν όμως οι πρόνοιες και οι φράσεις είναι αντιφατικές και αν υπάρχουν λόγοι οι οποίοι φαίνονται στην όψη του εγγράφου οι οποίοι προσφέρουν απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης των μερών, τότε εκείνη η πρόθεση θα επικρατήσει έναντι της φανερής και συνήθους έννοιας των λέξεων." Δεν υπάρχει μία ολοκληρωμένη γραπτή συμφωνία που να καθορίζει τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών. Οι μάρτυρες της ενάγουσας δεν είχαν προσωπική εμπλοκή στις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στην υπογραφή των τεκμηρίων 2 και
  1. Ακόμη και οι μάρτυρες της ενάγουσας παραδέχθηκαν ότι τα τεκμήρια 2 και 3 δεν είναι ολοκληρωμένη συμφωνία. Τα τεκμήρια 2 και 3 θα πρέπει να ερμηνευθούν με αναφορά τους εσωτερικούς κανονισμούς για την πολιτική αντιπροσώπου της εταιρείας. Εφόσον δεν είχα καμία μαρτυρία περί του αντιθέτου θα πρέπει να αποδεχθώ την θέση του εναγόμενου 1 ότι τα τεκμήρια 2 και 3 ήταν το προϊόν προφορικών διαπραγματεύσεων. Επομένως, διά να ερμηνευθεί η πρόθεση των μερών το Δικαστήριο θα πρέπει να βασισθεί στα τεκμήρια 2 και 3, στους εσωτερικούς κανονισμούς πολιτικής αντιπροσώπου, και στις προφορικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών. Το τεκμήριο 3 περιέχει πρόνοια ότι η εν λόγω συμφωνία θα πρέπει να ερμηνευθεί με αναφορά τους εσωτερικούς κανονισμούς. Οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν τους κανονισμούς. Ο μόνος που προσκόμισε στο Δικαστήριο αυτούς τους κανονισμούς ήταν ο εναγόμενος
  2. Οι ενάγοντες δεν ήταν σε θέση να θέσουν σε αμφισβήτηση τη γνησιότητα του εγγράφου. Επομένως, αποδέχομαι τη γνησιότητα του τεκμηρίου
  3. Επιπρόσθετα θα πρέπει να λεχθεί ότι τα τεκμήρια 2 και 3 είναι κείμενα που δημιουργούν σύγχυση και αμφιβολία στον αναγνώστη. Τα κείμενα αυτά περιέχουν κενά τα οποία μπορεί να συμπληρωθούν μόνο με αναφορά στην προφορική συνεννόηση μεταξύ των μερών. Τα κείμενα αυτά παραπέμπουν σε άλλα έγγραφα που δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Το τεκμήριο 3 προνοεί, επί παραδείγματι, ότι το μηναίο επίδομα θα πληρώνεται μόνο εάν επιτευχθούν οι συνολικοί στόχοι του αντιπροσώπου. Δεν ξεκαθαρίζεται επαρκώς στο κείμενο τι εννοείται με τη φράση συνολικοί στόχοι του αντιπροσώπου. Επίσης, υπάρχει πρόνοια ότι το φιλοδώρημα θα πληρώνεται βάση όρων και προϋποθέσεων κανονισμού και την κλίμακα προμηθειών. Αυτή η φράση είναι δυσνόητη και το Δικαστήριο δεν γνωρίζει ποιοι είναι οι όροι, προϋποθέσεις και ποιος είναι ο κανονισμός για τον οποίο γίνεται αναφορά στη συμφωνία. Σε σχέση με τις ΛΚ 12000.00 η λεκτική διατύπωση είναι απλή στο τεκμήριο
  4. Δηλαδή αναφέρεται ότι το εν λόγω ποσό πληρώνεται στο τέλος του δεύτερου χρόνου. Αλλά εάν διαβαστεί όλο το κείμενο δεν είναι βέβαιο εάν θα έπρεπε να πληρωθεί το ποσό χωρίς προϋποθέσεις. Τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο αφού στην πράξη η εταιρεία κατέβαλλε ανελλιπώς το ποσό των ΛΚ 2000.00 στον εναγόμενο 1 μηνιαίως ενώ η συμφωνία προνοεί ότι τέτοιες πληρωμές δεν θα γίνονται εάν ο αντιπρόσωπος δεν πραγματοποιήσει τους στόχους του (βλ. παράγραφο ΣΤ του τεκμηρίου 3). Αναφορικά με τις 12000 μετοχές φαίνεται να υπάρχει πρόνοια ότι θα πρέπει να δοθούν με την υπογραφή του τεκμηρίου
  5. Με βάση την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου φαίνεται ότι δόθηκαν 12000 μετοχές στον εναγόμενο
  6. Ο εναγόμενος 1 υπέγραψε το τεκμήριο
  7. Στο τεκμήριο 9 αναφέρεται ότι ο εναγόμενος 1 δέχεται να πωλήσει μετοχές βάσει της συμφωνίας συνεργασίας ημερομηνίας 7 Φεβρουαρίου (τεκμήριο 3). Ο εναγόμενος απέστειλε την επιστολή ημερομηνίας 12 Απριλίου 2001 με την οποία διαμαρτυρήθηκε ότι δεν έλαβε τις μετοχές, ήτοι το τεκμήριο 22, αλλά αυτή η επιστολή είναι προγενέστερη της πώλησης των μετοχών. Δεν υπάρχει επιστολή που στάλθηκε μετά την πώληση των μετοχών, σε ανύποπτο χρόνο, όπου διαμαρτυρήθηκε για την μη λήψη των μετοχών. Σε ανύποπτο χρόνο δηλαδή στις 2 Ιουνίου 2003 ο εναγόμενος έγραψε επιστολή διαμαρτυρίας όπου ζητούσε όπως του δοθούν οι ΛΚ 12000.00 ( βλ. τεκμήριο 23). Ο εναγόμενος 24 παρουσίασε το τεκμήριο 24 που είναι σημείωμα υπογραμμένο από λειτουργό της ενάγουσας εταιρείας. Σε αυτή την επιστολή φαίνεται να υπάρχει παραδοχή των εναγόντων ότι το ποσό των ΛΚ 12000.00 έπρεπε να καταβληθεί στον εναγόμενο 1 και θέτουν το ερώτημα εάν αυτό το ποσό θα πρέπει να πιστωθεί στον χρεωστικό του λογαριασμό. Οι ενάγοντες δεν αμφισβήτησαν τη γνησιότητα του τεκμηρίου 24 ούτε προσκόμισαν μαρτυρία διά να αντικρούσουν το περιεχόμενο του. Το ισχυρότερο επιχείρημα των εναγόντων ότι ο εναγόμενος 1 οφείλει το ποσό της απαίτησης είναι το γεγονός της υπογραφής του τεκμηρίου
  8. Αλλά ακόμη και αυτή η γραπτή παραδοχή του εναγόμενου είναι τρωτή. Κατ' αρχήν οι ενάγοντες δεν παρουσίασαν μάρτυρα που ήταν παρών κατά την υπογραφή του τεκμηρίου ή που γνώριζε τα γεγονότα προσωπικά διά να διαφωτίσει το Δικαστήριο για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπεγράφη το εν λόγω τεκμήριο. Ο εναγόμενος 1 απέστειλε το τεκμήριο 25 στους ενάγοντες κατά το χρόνο υπογραφής του τεκμηρίου
  9. Σε αυτή την επιστολή ζητεί όπως διορθωθούν τα λάθη στο λογαριασμό του. Μιλά για κάποια συνεννόηση που είχε με τους διευθυντές προτού υπογράψει το τεκμήριο
  10. Οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν καμία μαρτυρία διά να αντικρούσουν αυτούς τους ισχυρισμούς. Περαιτέρω, ο εναγόμενος φαίνεται να καθυστέρησε 2 μήνες διά να υπογράψει το τεκμήριο 10, πράγμα που δείχνει ότι έγιναν κάποιες διαπραγματεύσεις ή συνεννόηση μεταξύ των μερών προτού υπογράψει. Η ενάγουσα δεν προσκόμισε καμία μαρτυρία γι' αυτό το ζήτημα. Μία άλλη αντίφαση των εναγόντων που δεν μπορεί να αγνοηθεί είναι το ποσό της απαίτησης. Ο εναγόμενος απέστειλε επιστολή στους ενάγοντες με την οποία τερμάτισε τη συνεργασία τους. Αμέσως μετά η ενάγουσα απαίτησε από τον εναγόμενο 1 το ποσό των ΛΚ 56964.
  11. Οι ενάγοντες δεν έκαναν καμία προσπάθεια να εξηγήσουν στον εναγόμενο 1 ακριβώς πώς προκύπτει αυτό το ποσό. Στην αγωγή όμως οι ενάγοντες ζητούν διαφορετικό ποσό. Οι ενάγοντες δεν έκαναν καμία προσπάθεια να εξηγήσουν γιατί διαφοροποιήθηκε το ποσό της απαίτησης. Αυτό είναι σημαντική αντίφαση ενόψει του γεγονότος ότι οι ενάγοντες πλήρωναν τον εναγόμενο ανελλιπώς για χρόνια όταν ήταν στην υπηρεσία τους χωρίς να έχουν οιανδήποτε οικονομική απαίτηση από αυτόν. Οι ενάγοντες έχουν αποτύχει να αποδείξουν την δική τους εκδοχή αναφορικά με την πραγματική συμφωνία μεταξύ των μερών. Έχουν, επίσης αποτύχει να αποδείξουν ότι τα οφειλόμενα ποσά θα πρέπει να υπολογισθούν με τον τρόπο που εισηγούνται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Φάνηκε ότι οι γραπτές συμφωνίες που δεν τέθηκαν ενώπιον μου δεν είναι ολοκληρωμένες συμφωνίες, περιέχουν αντικρουόμενες πρόνοιες και γενικά δημιουργούν σύγχυση στον αναγνώστη. Οι ενάγοντες δεν παρουσίασαν μάρτυρα που είχε προσωπική γνώση των γεγονότων ώστε να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς του εναγόμενου 1 σε σχέση με την δική του εκδοχή των γεγονότων και των συμφωνηθέντων. Ως εκ τούτου δεν έχει αποδειχθεί ότι οφείλονται τα ποσά που εμφαίνονται στα σημεία (β) μέχρι (η) στην παράγραφο 36 του τεκμηρίου 1Α. Το ίδιο ισχύει για το σημείο (α) που είναι η αναγνώριση χρέους. Ο εναγόμενος 1 παραδέχεται ότι υπέγραψε το τεκμήριο
  12. Όμως όπως αναφέρεται πιο πάνω ο εναγόμενος 1 έδωσε κάποια εξήγηση για το γεγονός ότι υπέγραψε το έγγραφο και μετέπειτα ζήτησε διόρθωση του υπόλοιπου ποσού. Οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν μαρτυρία διά να αντικρούσουν αυτό τον ισχυρισμό. Συνεπώς, ούτε και το σημείο (α) δεν έχει αποδειχθεί ότι οφείλεται. Οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν καμία έγγραφη μαρτυρία και κανένα μάρτυρα που είχε προσωπική γνώση των γεγονότων διά να αποδείξουν ότι πράγματι παραχωρήθηκε στον εναγόμενο 1 το δάνειο ύψους ΛΚ 1800.00 που εμφαίνεται στο σημείο (ι) της παραγράφου 36 του τεκμηρίου 1Α. Ο εναγόμενος εξέφρασε άγνοια σε σχέση με σύναψη τέτοιου δανείου. Αναπόφευκτα αποτυγχάνει η απαίτηση των εναγόντων σε σχέση με αυτό το ποσό. Αναφορικά με το σημείο (θ) της παραγράφου 36 του τεκμηρίου 1Α οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους. Ο εναγόμενος 1 παραδέχεται ότι σύνηψε τέτοιο δάνειο και δεν έχει αποπληρώσει το ποσό του δανείου. Επομένως, θεωρώ ότι έχει αποδειχθεί ότι οφείλεται το εν λόγω ποσό. Η ανταπαίτηση του εναγόμενου 1 αφορά το ποσό των ΛΚ 12,000.00 και τις 12,000 μετοχές. Αναφορικά με το ποσό των ΛΚ 12,000 οι ενάγοντες προσκόμισαν μαρτυρία ότι κάθε μήνα τον πλήρωναν το ποσό των ΛΚ 2000.
  13. Ο εναγόμενος 1 δεν αρνήθηκε ότι έλαβε αυτό το ποσό. Η θέση των εναγόντων ήταν ότι αυτό το ποσό ήταν χρηματοδότηση που έπρεπε να επιστραφεί και η θέση του εναγόμενου 1 ήταν ότι οι ενάγοντες όφειλαν να του δωρίσουν το εν λόγω ποσό. Θεωρώ ότι θα πρέπει να επικρατήσει η θέση του εναγόμενου 1 διά τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω. Δηλαδή, φαίνεται να υπάρχει τέτοια πρόνοια στο τεκμήριο 3 και επίσης παρουσίασε έγγραφο της εταιρείας όπου υπάρχει παραδοχή ότι οφείλεται τέτοιο ποσό. Όμως αυτό το ποσό έχει καταβληθεί στον εναγόμενο 1 απλώς οι ενάγοντες το ονόμασαν χρηματοδότηση. Συνεπώς, αυτά τα χρήματα έχουν ήδη δοθεί στον εναγόμενο 1 και δεν μπορεί να τα πληρωθεί διπλά. Ο εναγόμενος 1 δεν προσκόμισε μαρτυρία διά να αποδείξει ότι αυτές οι δύο χιλιάδες λίρες που έπαιρνε μηνιαίως δεν τις έπαιρνε ως μέρος του ποσού των ΛΚ 12000.00 και δεν προσκόμισε μαρτυρία για να αποδείξει ότι σε αυτό το ποσό δεν περιλάμβανεται και το ποσό των ΛΚ 12000 που έπρεπε να του είχε καταβληθεί. Το ίδιο ισχύει για το επίδομα το οποίο ο εναγόμενος 1 ανταπαιτεί στις παραγράφους 18 Β και Δ της ανταπαίτησης. Δηλαδή, δεν παρουσίασε λογαριασμούς διά να αποδείξει τι ακριβώς του κατέβαλαν οι ενάγοντες ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα σε σχέση με τα οφειλόμενα ποσά. Μάλιστα σε σχέση με το μηναίο επίδομα ΛΚ 100.00 φαίνεται να υπάρχει μαρτυρία ότι αυτό το ποσό καταβλήθηκε στον εναγόμενο 1 παρά το γεγονός ότι οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος 1 δεν πραγματοποίησε τους στόχους παραγωγής. Δεν έχει αποδειχθεί η απαίτηση του εναγόμενου 1 αναφορικά με τις 12000 μετοχές. Ο εναγόμενος παραδέχεται ότι έλαβε 12000 μετοχές της Liberty Life. H θέση του ήταν ότι οι εν λόγω μετοχές δεν είναι οι μετοχές που έπρεπε να πάρει με βάση τις πρόνοιες της συμφωνίας. Όμως όπως σημειώνεται πιο πάνω ο εναγόμενος 1 υπέγραψε έγγραφο με το οποίο συμφώνησε να πωλήσει 12000 που είχε λάβει βάσει της συμφωνίας συνεργασίας (τεκμήριο 9). Απέστειλε επιστολή με την οποία διαμαρτυρήθηκε για την μη λήψη των μετοχών. Αλλά αυτή η επιστολή έχει ημερομηνία προγενέστερη της ημερομηνίας που εμφαίνεται στο τεκμήριο
  14. Επομένως, ο εναγόμενος 1 δεν απέδειξε ότι εξακολουθούσε να έχει την ίδια απαίτηση μετά τον Δεκέμβριο
  15. Το επιχείρημα του εναγόμενου 1 ότι δεν θα μπορούσε να είχε λάβει τις εν λόγω μετοχές πριν το 2002 διότι δεν είχαν εισαχθεί στο ΧΑΚ οι 800.000 μετοχές που εκδόθηκαν για τους ασφαλιστικούς αντιπροσώπους της εταιρείας (τεκμήριο 6) δεν προσθέτει στην ανταπαίτηση του αποδεικτική αξία αφού η εν λόγω συμφωνία δεν αναφέρει οτιδήποτε γι' αυτό το ζήτημα και ο εναγόμενος 1 πώλησε τις εν λόγω μετοχές προτού επιτύχει η εταιρεία εισαγωγή των μετοχών στο ΧΑΚ των 800.000 συνήθων μετοχών που είχαν εκδοθεί από την εταιρεία. Η εν λόγω συμφωνία δεν προνοεί ότι οι εν λόγω μετοχές θα πρέπει να είναι μετοχές δημόσιας εταιρείας ή ότι μαζί με τις μετοχές ο εναγόμενος 1 θα έχει κάποια δικαιώματα ή υποχρεώσεις. Ούτε ήταν σε θέση να αποδείξει ότι οι μετοχές που του δόθηκαν δεν είναι οι μετοχές που αναφέρονται στην παράγραφο Ε(α) της συμφωνίας. Η γραπτή μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου αποδεικνύει το αντίθετο, δηλαδή ότι παραχωρήθηκαν δωρεάν στον εναγόμενο 1 οι 12000 μετοχές και ότι επωφελήθηκε της αξίας των μετοχών με την πώληση αυτών τον Δεκέμβριο 2001 (βλ. τεκμήριο 30). Ο εναγόμενος ουδέποτε έδωσε λογική εξήγηση για το γεγονός ότι υπέγραψε το τεκμήριο 9 αφού θεωρούσε ότι ουδέποτε παρέλαβε τις εν λόγω μετοχές. Δια τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν οφείλεται το ποσό που διεκδικεί ο εναγόμενος με την ανταπαίτηση του. Αναφορικά με την απαίτηση καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το μόνο ποσό που κατόρθωσαν οι ενάγοντες να αποδείξουν ότι οφείλεται είναι το δάνειο που σύνηψε ο εναγόμενος 1 στις 12 Δεκεμβρίου 2003 για το ποσό των ΛΚ1500.
  16. (βλ. τεκμήριο 4). Δεν υπάρχουν εγγυητές σε αυτό το δάνειο. Συνεπώς, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου 1 για το ποσό των 2562.90 ευρώ (ΛΚ 1500.00) με τόκο 7% από την 12 Δεκεμβρίου
  17. Ο τόκος λογίζεται επί του οφειλόμενου ποσού με βάση τον όρο 3 του τεκμήριου
  18. Επίσης επιδικάζονται έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου 1 στην κλίμακα εξόδων του ποσού που έχει επιδικασθεί υπέρ της ενάγουσας όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η απαίτηση απορρίπτεται εναντίον των εναγόμενων 2,3 και
  19. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται εναντίον της ενάγουσας και υπέρ των εναγομένων 2 ,3 και 4 όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής MN cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.