M K BE BRANDED ν. Girlandot Enterprises Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 11157/04, 26.7.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A264 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 11157/04. ΜΕΤΑΞΥ: M. K. BE BRANDED, εκ Λευκωσίας, Εναγόντων, - και - 1. Girlandot Enterprises Ltd, 2. Niso Sadik, από το Ισραήλ, 3. Matim Li
(1997)Stores Ltd, από το Ισραήλ, Εναγομένων. -------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26.7.
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα : κα Γ. Μιλτιάδους. Για Εναγόμενους 1-3: κ. Μ. Κυπριανού. ---------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση της εναγούσης είναι αποζημιώσεις διά (α) παράνομο τερματισμό συμφωνίας, (β) συνωμοσία των εναγομένων να πλήξουν τα οικονομικά συμφέροντά της, (γ) ποσό £20.000 που εισεπράχθη δυνάμει εγγυητικής, παρανόμως, δολίως, αυθαιρέτως, καταχρηστικά και εκβιαστικά από την εναγόμενη 1 και (δ) ποσό £25.000 υπό μορφή προμηθειών δυνάμει συμφωνίας. Η εκδοχή της εναγούσης κατατέθηκε στο Δικαστήριο διά της Μ.Ε.1 κας Μαρίας Κουλουτέρη, διευθύντριας της. Σύμφωνα με αυτήν, υπεγράφη μεταξύ της εναγούσης και εναγομένης 1 συμφωνία, ημερ. 8.10.03, τεκμήριο
- Ο εναγόμενος 2 είναι διευθυντής της εναγομένης 1, η οποία είναι ιδιοκτησία του και/ή σε συνεργασία με την εναγόμενη 3 συστάθηκε (η πρώτη) για σκοπούς εμπορίας προϊόντων της εναγομένης
- Δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας, η ενάγουσα θα εμπορεύετο γυναικεία ενδύματα της εναγομένης 3 εις το κατάστημα της εις την οδό Στασάνδρου 4Ε. Μετά τη σύναψη της συμφωνίας ακολούθησε η αποστολή 2.500 τεμαχίων των πιο πάνω ενδυμάτων και περί τα μέσα Δεκεμβρίου 2003 λειτούργησε το κατάστημα. Το κατάστημα λειτούργησε με προβλήματα όπως η έλλειψη ηλεκτρονικού υπολογιστή με το κατάλληλο πρόγραμμα που να δεικνύει ανά πάσα στιγμή την υφιστάμενη ποσότητα εμπορεύματος. Η Μ.Ε.1 απέδωσε το πρόβλημα αυτό εις ανικανότητα του προγραμματιστή που όρισαν διά τον σκοπό αυτό οι εναγόμενοι. Οι τελευταίοι, παρά τις υποσχέσεις τους για διόρθωση του προβλήματος, δεν έκαναν οτιδήποτε, αλλά απεναντίας ζήτησαν από την Μ.Ε.1 να τηρεί χειρόγραφες σημειώσεις διά την κίνηση του εμπορεύματος. Τελικά το πρόβλημα επιλύθηκε με αγορά ηλεκτρονικού υπολογιστή από την ενάγουσα, με δύο προγράμματα που επιθυμούσε η μάρτυρας. Διά τους πρώτους δύο μήνες που λειτούργησε το κατάστημα η ενάγουσα πληρώθηκε £5.500 διά έκαστο μήνα. Τον τρίτο μήνα τα ενδύματα λιγόστεψαν και ως φυσικό επακόλουθο μειώθησαν οι πωλήσεις. Η μάρτυρας «ενοχλούσε» διά τον σκοπό αυτό τους εναγόμενους προκειμένου να την προμηθεύσουν με εμπόρευμα. Διά τον τρίτο μήνα η ενάγουσα πληρώθηκε το ποσό των £3.656, που ήταν λιγότερο από το ποσό των £5.500 που προέβλεπε η συμφωνία τους, αμέσως διαμαρτυρήθηκε στον εναγόμενο 2, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Λόγω συνεχούς μη αποστολής εμπορεύματος, η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε προς τους εναγόμενους μέσω δικηγόρου, με επιστολή τους, ημερ. 19.3.
- Ακολούθησαν και άλλες επιστολές της Μ.Ε.1, με την οποία διαμαρτύρετο για την αθέτηση των συμφωνηθέντων υπό των εναγομένων. Περί τον Αύγουστο του 2004 εξασφάλισε την συγκατάθεση του εναγόμενου 2 διά την κράτηση υπ΄ αυτής κάποιων χρημάτων από τις πωλήσεις έναντι των προμηθειών της, καθότι αυτό κατέστη αναγκαίο διά αντιμετώπιση των εξόδων και θα «λογαριάζοντο μετά». Προηγουμένως, προκειμένου να αντιμετωπίσει τα έξοδα, αναγκάσθηκε να προβεί σε σύναψη προσωπικού δανείου. Λόγω του ότι συνέχισε η μη αποστολή ικανοποιητικού αριθμού εμπορεύματος, τον Αύγουστο του 2004 πληροφόρησε τον εναγόμενο 2 ότι θα προχωρούσε σε τερματισμό της μεταξύ τους συμφωνίας, οπότε σε εκείνο το στάδιο συμφωνήθηκε όπως η ενάγουσα λαμβάνει έναντι των λεφτών που της όφειλαν, μετρητά από τις πωλήσεις που έκανε διά να καλύπτει τη συμφωνηθείσα προμήθεια των £5.
- Προηγουμένως, όλες τις εισπράξεις τις κατέθετε σε λογαριασμό της εναγομένης 1 που της υπεδείχθη στην Τράπεζα Κύπρου. Παρ΄ όλα αυτά, οι εναγόμενοι αδικαιολόγητα και με σκοπό να πιέσουν την ενάγουσα να υπογράψει νέα συμφωνία αυθαίρετα και αδικαιολόγητα τερμάτισαν την 25.11.04 τη συμφωνία, τεκμήριο 1, και ρευστοποίησαν το ποσό των £20.000 της εγγυητικής που δόθηκε δυνάμει της συμφωνίας. Όπως το έθεσε η μάρτυρας «ο στόχος τους ήταν να της πάρουν το κατάστημα και με δόλιο τρόπο συνωμότησαν μεταξύ τους οι εναγόμενοι 1 και 3 μέσω του εναγομένου 2 διά να αποκτήσουν και κατακρατήσουν το κατάστημα, πιέζοντάς την να υπογράψει νέα συμφωνία μαζί τους». Ακολούθησε δικαστική διαδικασία, στα πλαίσια της οποίας πωλήθηκε εμπόρευμα εντός του καταστήματος αξίας £9.404,
- Σύμφωνα με την μάρτυρα, και η άνω δικαστική διαδικασία και εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος εναντίον της εναγομένης από τους ενάγοντες ήταν μέσα στα πλαίσια άσκησης πίεσης προκειμένου οι εναγόμενοι να εξασφαλίσουν το κατάστημα της εναγούσης. Η εμμονή των εναγομένων να εξασφαλίσουν το άνω κατάστημα συνεχίστηκε και σε συνάντηση που είχαν στο γραφείο του δικηγόρου της, όπου της ζήτησαν να υπογράψει νέο συμβόλαιο για τον σκοπό αυτό, προκειμένου να της πληρώσουν χρήματα τα οποία της όφειλαν. Η μάρτυρας συνεχίζοντας υπελόγισε την ζημιά της εναγούσης σε £264.000, ήτοι £66.000 για τα τέσσερα εναπομείναντα χρόνια της συμφωνίας, πλέον £15.076,87, υπόλοιπο προμήθειας και £20.000 το ποσό της εγγυητικής που ρευστοποίησαν οι εναγόμενοι. Ο κ. Γιαμάκκης Νίνος, Μ.Ε.2, εγκεκριμένος λογιστής-ελεγκτής, με 45 χρόνια γραφείο για τον σκοπό αυτό. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη ζημιά της εναγούσης και τον τρόπο που υπολόγισε αυτήν. Μέσα στα πλαίσια αυτά παρουσίασε τα τεκμήρια 26-
- Το τεκμήριο 27 είναι οι ημερήσιες εισπράξεις της εναγούσης για την χρονική περίοδο 13.12.03 - 30.11.04, το τεκμήριο 28 είναι μηνιαία τιμολόγια της εναγούσης διά την περίοδο Δεκεμβρίου 2003 - 31.10.04, όπου φαίνονται οι πωλήσεις της εναγούσης, το Φ.Π.Α. και η προμήθειά της. Τέλος, το τεκμήριο 26 είναι η κατάσταση των προμηθειών που δικαιούται, σύμφωνα με τον μάρτυρα η ενάγουσα για την πιο πάνω περίοδο, αφού αφαιρεθεί το ποσό των £10.271 που προέκυψε από τις πωλήσεις που έκανε η ενάγουσα μετά τον τερματισμό της συμφωνίας. Οι υπολογισμοί, σύμφωνα με τον μάρτυρα, έγιναν βάσει των προφορικών και γραπτών συμφωνιών των μερών. Ο μάρτυρας παράλληλα ισχυρίσθηκε ότι ήταν παρών και άκουσε τον εναγόμενο 2 να λέει προς την Μ.Ε.1 να παίρνει λεφτά από τις εισπράξεις του καταστήματος διά να καλύπτει τα έξοδά του. Τελευταία μάρτυρας ήταν η κα Μαρία Καραπιττίδου, η οποία εργάσθηκε ως πωλήτρια εις το επίδικο κατάστημα από το τέλος Νοεμβρίου 2003 μέχρι το τέλος του
- Εις το ίδιο κατάστημα εργάζονταν ακόμα δύο κοπέλες. Αρχικά όλα έβαιναν καλά, υπήρχαν αρκετά εμπορεύματα και πληρώνοντο οι υπάλληλοι κανονικά. Αργότερα, δεν υπήρχαν αρκετά εμπορεύματα και ο μισθός τους πληρώνετο τμηματικά σε τρεις δόσεις. Κατόπιν συζήτησης με την Μ.Ε.1 αναφέρθησαν τα πιο πάνω στον εναγόμενο 2, ο οποίος είπε να μην ανησυχούν και στη Μ.Ε.1 ότι θα μπορούσε να παίρνει λεφτά από τις εισπράξεις για να πληρώνονται οι υπάλληλοι. Αυτά συζητήθηκαν σε αρκετές περιπτώσεις αρχές Αυγούστου. Τέλος, ανέφερε ότι όταν εγκατέλειψε την εργασία της περί τον Δεκέμβριο του 2004, το απόθεμα εμπορεύματος εις το κατάστημα ήταν ελάχιστο. Διά τους εναγόμενους 1 και 2 κατέθεσε ο εναγόμενος 2, ενώ για την εναγόμενη 3 ο διευθυντής και μέτοχός της, κ. Avi Malka. Ο εναγόμενος 2 καταθέτοντας αναφέρθηκε στη συμφωνία και συνεργασία της εναγομένης 1 με την ενάγουσα. Σύμφωνα με αυτόν, από την αρχή της συνεργασίας παρουσιάσθηκαν πολλά προβλήματα, τα οποία απέδωσε εις την ενάγουσα. Αποτέλεσμα ήταν να αποσταλούν εις την εναγόμενη τρεις επιστολές (τεκμήρια 4, 5 και 7) όπου εκφράζονταν τα παράπονα της εναγόμενης
- Ακολούθησε επιστολή της Μ.Ε.1, ημερ. 7.9.04, με την οποία υπεβλήθησαν παράπονα διά την ανεπάρκεια των οικονομικών της απολαβών και ζητούσε τροποποίηση της συμφωνίας τους με υπαινιγμό ότι αν δεν εγίνετο αυτό τότε θα δημιουργούσε δυσκολίες εις την συνεργασία. Νέα επιστολή της, βλ. τεκμήριο 9, έθετε χρονικό περιθώριο διά απάντηση στην προηγούμενη επιστολή της ημερ. 7.9.04, τεκμήριο
- Αποτέλεσμα της άνω αλληλογραφίας ήταν ο εναγόμενος 2 να την πληροφορήσει ότι ήταν αδύνατη η τροποποίηση της συμφωνίας. Σε κατοπινό στάδιο πληροφορήθηκε από τον λογιστή της εναγόμενης 1, ότι η Μ.Ε.1 διά την ενάγουσα από 12.8.04 δεν κατέθετε τα χρήματα των εισπράξεων, αλλά τα κατακρατούσε. Κατέθετε μόνο τις επιταγές και τις εισπράξεις των πιστωτικών καρτών. Όπως δήλωσε ο εναγόμενος 2, ουδέποτε συμφώνησε σε κάτι τέτοιο, και με οδηγίες του ο άνω λογιστής τον Νοέμβριο του 2004 απέστειλε την επιστολή, τεκμήριο 11, με την οποία εκαλείτο η Μ.Ε.1 να καταθέτει τα χρήματα στον λογαριασμό της εναγομένης όπως και προηγουμένως και μάλιστα με την παρατήρηση να μην το επαναλάβει. Ακολούθησε διά το ίδιο θέμα, καθότι η ίδια κατάσταση συνέχισε, και νέα επιστολή του λογιστή ημερ. 11.11.04, τεκμήριο
- Ενημερώθηκε περί τούτου και ο διευθυντής της εναγόμενης 3, Μ.Υ.
- Ακολούθησε νέα επιστολή της Μ.Ε.1 με διάφορες απαιτήσεις (βλ. τεκμήριο 13). Εν συνεχεία, κατόπιν νομικής συμβουλής, η εναγόμενη 1 με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 25.11.04, τερμάτισε την μεταξύ των μερών συμφωνία, τεκμήριο
- Ακολούθησε η ρευστοποίηση της τραπεζιτικής εγγύησης διά £20.
- Επίσης, αναφέρθηκε σε άρνηση της εναγούσης να επιστρέψει στην εναγόμενη 1 εμπορεύματα που της ανήκαν και ευρίσκοντο εντός του καταστήματος. Αντ΄ αυτού, η ενάγουσα τα πώλησε και κράτησε τα χρήματα. Ο Μ.Υ.1 Avi Malka, ισχυρίσθηκε μεταξύ άλλων ότι την 21.8.03 η εναγόμενη 3 συνήψε συμφωνία δικαιοπάροχου (Master Franchise Agreement), με το Sadi Group του εναγομένου 2 και Zvika Zimmerman με σκοπό την προώθηση των προϊόντων της (ML) στην Κύπρο. Ο εναγόμενος 2 και Ζvika Zimmerman συνέστησαν την εναγόμενη 1 διά σκοπούς διαχείρισης της άνω συμφωνίας. Μέσα στα πλαίσια αυτά, η εναγόμενη 1 αγόραζε διάφορα είδη ρουχισμού από την εναγόμενη 3 η οποία τα έστελλε στην εναγόμενη 1 στην Κύπρο. Η εναγόμενη 3 δεν είχε καμία ανάμειξη, σύμφωνα με τον μάρτυρα, στις εργασίες και διαφορές της εναγούσης και εναγόμενης 1 και ήταν προς το συμφέρον της να συνεχίσει η συνεργασία των δύο. Τέλος, ανέφερε ότι την 5.12.04 τερματίσθηκε η συμφωνία της εναγομένης 3 με την εναγόμενη 1 (βλ. τεκμήρια 32, 33, 35). Ενώπιον του Δικαστηρίου κατετέθησαν συνολικά από όλους τους πιο πάνω 39 τεκμήρια. Εξέτασα την μαρτυρία όλων όσων κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, σε συνάρτηση με τα τεκμήρια, και πιστεύω ότι όλοι τους υπερέβαλαν και προσπάθησαν να παρουσιάσουν τα πράγματα ανάλογα με το συμφέρον ή πρόσωπο που εξυπηρετούσαν. Παρόλον δε που τα επίδικα θέματα είναι καθορισμένα από τα δικόγραφα, προσπάθησαν και οι δύο πλευρές με την ανάμειξη άλλων θεμάτων να επιρρίψουν ευθύνη η μία στην άλλη, διότι πίστευαν ότι με αυτόν τον τρόπο εξυπηρετούντο τα συμφέροντά τους. Τα θέματα όμως είναι απλά. Η συμφωνία ημερ. 8.10.03 είναι παραδεκτή. Σύμφωνα με αυτήν, η εναγόμενη 1 παρεχώρησε στην ενάγουσα τα δικαιώματα, άδεια και προνόμιο να χρησιμοποιεί τα εμπορικά σήματα, το δικαίωμα να ιδρύει, διευθύνει και λειτουργεί κατάστημα διά να πωλεί προϊόντα της εναγόμενης
- Η τελευταία εξασφάλισε τα ίδια δικαιώματα, σύμφωνα με άλλη συμφωνία από την εναγόμενη 3, η οποία είναι η δικαιούχος πώλησης γυναικείων ενδυμάτων μεγάλων μεγεθών με τις επωνυμίες «Matim Li» και/ή «ML» και διά εγκύους με την επωνυμία «for 2». Η συμφωνία τέθηκε σε εφαρμογή και η συνεργασία άρχισε από 13.12.03 (τεκμήριο 28). Η συμφωνία, τεκμήριο 1, τερματίσθηκε από την εναγόμενη 1 με την επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 25.11.01, τεκμήριο
- Η ενάγουσα προσπάθησε, κυρίως μέσω της μαρτυρίας της Μ.Ε.1, να διατυπώσει διάφορα παράπονα εναντίον των εναγομένων και κυρίως εναντίον της εναγόμενης
- Η απαίτηση της όμως δεν στηρίζεται σε ισχυριζόμενες παραβάσεις όρων της μεταξύ τους συμφωνίας, αλλά σε τρία συγκεκριμένα παράπονα. Το πρώτο αφορά τον ισχυριζόμενο αυθαίρετο και παράνομο τερματισμό της συμφωνίας στις 25.11.04, το δεύτερο αφορά την αδικαιολόγητη, αντισυμβατική και παράνομη είσπραξη της εγγυητικής των £20.000 και το τελευταίο που είναι διττό αφορά (α) την ισχυριζόμενη συνωμοσία μεταξύ των εναγομένων 1 και 3 να τερματίσουν τη συμφωνία ως άνω και να εισπράξουν την εγγυητική ύψους £20.000 (βλ. παρ. 4 της Έκθεσης Απαίτησης) και (β) τη συνωμοσία των εναγομένων 2 και 3 να προβούν σε «παράνομο τερματισμό της άνω συμφωνίας, να γίνει κατάσχεση της εγγύησης και προϊόντων που βρίσκοντο στο κατάστημα της εναγούσης με διάταγμα του Δικαστηρίου με στόχο ουσιαστικά να εξοντώσουν την ενάγουσα, καθότι αυτή αρνήθηκε να συνεργασθεί μαζί τους και να τους παραδώσει το πολυπόθητο γι΄ αυτούς κεντρικό κατάστημά της» (βλ. παρ. 18 της Έκθεσης Απαίτησης). Αυτό που προέχει συνεπώς, είναι η εξέταση των δικογραφημένων επίδικων θεμάτων και τίποτε άλλο. Τερματισμός ημερ. 25.11.04 Όπως έχει αναφερθεί, ο τερματισμός της μεταξύ της εναγούσης και εναγομένης 1 συμφωνίας ημερ. 8.10.03, τεκμήριο 1, έγινε με την επιστολή των δικηγόρων της εναγομένης 1, τεκμήριο
- Εις αυτήν αναφέρονται κατά το μέρος που ενδιαφέρει το υπό εξέταση θέμα τα ακόλουθα: «Οι πελάτες μας έχουν διαπιστώσει ότι από 23 Αυγούστου 2004 έχετε σταματήσει να καταθέτετε στον λογαριασμό τους τις εισπράξεις που κάνετε σε μετρητά και σας έστειλαν ειδοποίηση να συμμορφωθείτε. Αντ΄ αυτού, εσείς παρά το γεγονός ότι παραδέχεστε τα πιο πάνω, συνεχίζετε μέχρι σήμερα να ενεργείτε με τον τρόπο αυτό παραβαίνοντας τη μεταξύ σας συμφωνία και προκαλώντας στους πελάτες μας ζημιές και απώλειες. Ως εκ τούτου, οι πελάτες μας δυνάμει των όρων 28.1.2 και 28.1.2.3, με την παρούσα τερματίζουν τη μεταξύ σας συμφωνία και απαιτούν την άμεση επιστροφή όλων των εμπορευμάτων τους, ως επίσης και οποιωνδήποτε άλλων μηχανημάτων, εξαρτημάτων, επίπλων, κλπ, τα οποία πιθανόν να τους ανήκουν.» Το ότι από τον Αύγουστο του 2004 η Μ.Ε.1 κατακρατούσε χρήματα και δεν τα κατέθετε στον λογαριασμό της εναγομένης 1 είναι παραδεκτό. Όπως ισχυρίσθη, το έκανε μετά από συμφωνία με τον εναγόμενο 2, ώστε να μην κλείσει το κατάστημα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, συνεφώνησαν να τα κατακρατεί η ίδια. Χρονικά τοποθετεί αυτή τη συμφωνία τον Αύγουστο του 2004 ή ακόμη και πιο πριν. Διά την συμφωνία αυτή πρόσθεσε ακόμη ότι η εναγόμενη 1 της όφειλε £15.076,87 και διά τον λόγο αυτό αποδέχθηκε να κατακρατεί η ενάγουσα έναντι του ποσού αυτού τις χρηματικές εισπράξεις. Σύμφωνα με την μάρτυρα, η ενάγουσα κατακράτησε το συνολικό ποσό £7.529,
- Αντίθετα, ο εναγόμενος 2 αρνείται οιανδήποτε συμφωνία αποδοχή ή συνεννόηση με την Μ.Ε.1 προς την κατεύθυνση αυτή. Εξέτασα με κάθε δυνατή προσοχή τη μαρτυρία των πιο πάνω όπως και αυτή τον Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3, που υποστηρίζουν την εκδοχή της Μ.Ε.1, ότι δηλαδή ο εναγόμενος 2 είπε στην Μ.Ε.1 να κατακρατεί λεφτά από τις εισπράξεις. Πιστεύω ότι και οι τρεις άνω μάρτυρες για την ενάγουσα δεν έλεγαν την αλήθεια επί του θέματος. Η ίδια η επιστολή της Μ.Ε.1 ημερ. 7.9.2004, τεκμήριο 8, τους διαψεύδει. Τόσο η Μ.Ε.1 όσο και η Μ.Ε.3 αναφέρθησαν σε αδυναμία πληρωμής μισθών των υπαλλήλων λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η ενάγουσα διά αυτό και έγινε περί τον Αύγουστο η ισχυριζόμενη συμφωνία με τον εναγόμενο 2, προκειμένου να επιλύσουν το πρόβλημα αυτό. Εις την άνω επιστολή Σεπτεμβρίου (τεκμήριο 8) όμως, αναφέρεται από την Μ.Ε.1 η οικονομική δυσκολία της ενάγουσας και συγκεκριμένα ότι «as from this month I have difficulty in paying the employees salaries and rent». Αυτά δεν συνάδουν με την εκδοχή που έθεσαν οι μάρτυρες διά την ενάγουσα, καθότι εάν συμφωνείτο τον Αύγουστο με τον εναγόμενο 2 η κατακράτηση των χρημάτων από τις εισπράξεις, τότε το πρόβλημα θα είχε επιλυθεί από τον Αύγουστο 2004 και συνεπώς, τον επόμενο μήνα Σεπτέμβριο η Μ.Ε.1 δεν θα ανέφερε τα πιο πάνω στο τεκμήριο
- Στα όσα ισχυρίζονται οι Μ.Ε.1-3 δεν υπάρχει συνάφεια ούτε χρονική, αλλά ούτε και στην ουσία με το άνω περιεχόμενο του τεκμηρίου
- Περαιτέρω, ο ισχυρισμός ότι συνεφωνήθη με τον εναγόμενο 2 να λαμβάνει η ενάγουσα λεφτά έναντι αυτών που της όφειλαν σε μετρητά από τις πωλήσεις που έκανε έκαστον μήνα για να καλύπτει τις £5.500 εγγυημένη προμήθειά της, δεν είναι αληθής. Πλην του ότι την διαψεύδει ο εναγόμενος 2, η όλη αλληλογραφία μεταξύ των μερών και δικηγόρων τους δείχνει ξεκάθαρα ότι ουδέποτε οι εναγόμενοι 1 και 2 ή 3 απεδέχθησαν την πληρωμή προμήθειας με τον τρόπο που εισηγείται και ερμηνεύει η ενάγουσα και ιδιαίτερα η διευθύντριά της, Μ.Ε.
- Οι σχετικοί όροι της συμφωνίας είναι οι ακόλουθοι: «
- Consideration 21.1 In consideration of the activity of the Sub-Franchisee in accordance with this Agreement and the management of the Shop and sale of the Products, the Sub-Franchisee shall receive from the Master Franchisee a commission in an amount equivalent to 35% (Thirty-Five Percent) out of the monthly Turnover, as defined above, of the Shop (hereinafter: the "Monthly Commission"). 21.2 The Monthly Commission shall be paid to the Sub-Franchisee against an invoice, on the 10th day of every month with respect to the preceding month. 21.3 Notwithstanding the above, it is hereby agreed that within 30 days of the conclusion of each calendar year, the Parties shall calculate the average Monthly Commission paid to the Sub-Franchisee in such year (the "Average Monthly Commission"). In the event that the Average Monthly Commission in any calendar year was less than the sum of 5,500 (Five Thousand Five Hundred) Cyprus Pounds (the "Minimum Monthly Commission"), the Master Franchisee shall pay the Sub-Franchisee a sum equal to the difference between the Minimum Monthly Commission and the Average Monthly Commission, multiplied by the number of months the Shop was operated by the Sub-Franchisee during the preceding year (the "Additional Commission") Σύμφωνα λοιπόν με τους πιο πάνω όρους, η ενάγουσα δικαιούται το 35% του όλου εισοδήματος των μηνιαίων πωλήσεων παντός είδους [«turnover» όπως αυτό ερμηνεύεται εις τον όρο
(2)της συμφωνίας (βλ. 21.1)]. Η προμήθεια αυτή θα πληρώνετο στην ενάγουσα την 10η ημέρα του επόμενου μηνός έναντι τιμολογίων. (βλ. 21.2). Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, εντός 30 ημερών από την λήξη εκάστου ημερολογιακού έτους, τα μέρη θα υπελόγιζαν τον μέσο όρο της μηνιαίας προμήθειας που θα λάμβανε η ενάγουσα κατά το έτος εκείνο. Εάν ο μέσος όρος της μηνιαίας προμήθειας ήταν λιγότερος από £5.500, τότε η εναγόμενη 1 θα πλήρωνε τη διαφορά μεταξύ της ελάχιστης μηνιαίας προμήθειας των £5.500 και του μέσου όρου της μηνιαίας προμήθειας πολλαπλασιαζόμενης διά του αριθμού των μηνών που το κατάστημα λειτουργούσε από την ενάγουσα κατά το παρελθόν έτος (βλ. 21.3). Συνεπώς, εφόσον τα μέρη δεν γνώριζαν ακόμη τον μέσο όρο της μηνιαίας προμήθειας, πώς θα μπορούσε να συμφωνηθεί οτιδήποτε ώστε η ενάγουσα να παίρνει τη διαφορά «μέχρι την minimum εγγυημένη προμήθεια των £5.500» και πολύ περισσότερο πώς γνώριζαν στο στάδιο εκείνο (Αύγουστο του 2004) η ενάγουσα ή η Μ.Ε.1 ότι η οφειλόμενη προμήθεια ήταν συνολικά ακριβώς £15.076.087 (βλ. σελ. 17 γραπτή δήλωση Μ.Ε.1 - τεκμήριο Α) και ακόμη ότι το παραδέχθηκε αυτό ο εναγόμενος
- Όλα αυτά είναι προϊόν δεύτερης σκέψης της Μ.Ε.1, η οποία παρέσυρε και τους δύο άλλους μάρτυρες για την ενάγουσα να μην πουν την αλήθεια. Διά τους πιο πάνω λόγους, αλλά και την εντύπωση που σχημάτισα για τους άνω μάρτυρες, ότι δηλαδή δεν έλεγαν την αλήθεια αλλά προσπαθούσαν με στοχευμένους ψεύτικους ισχυρισμούς να καλύψουν και να προάγουν τα συμφέροντα της ενάγουσας, απορρίπτω όλους τους σχετικούς ισχυρισμούς τους και ιδιαίτερα ότι έγινε οιαδήποτε συμφωνία με τον εναγόμενο 2, όπως προβλήθηκε αυτή από τους μάρτυρες για την ενάγουσα. Εκ του περισσού αναφέρεται ότι εις το CHITTY ON CONTRACTS, 27η Έκδοση, Τόμος 1, παρ. 20-037, αναφέρεται ότι όπου το συμβόλαιο είναι γραπτό, τότε και η οποιαδήποτε διαφοροποίησή του πρέπει να είναι γραπτή. Ακριβώς αυτό διασφαλίζει και ο όρος 34.1 της γραπτής συμφωνίας ημερ. 8.10.03, τεκμήριο
- Ακολούθησαν τα δύο τηλεομοιότυπα (τεκμήρια 11 και 12) του λογιστή της εναγομένης 1, κ. Παναγιώτη Κωνσταντίνου, με τα οποία γνωστοποιούσαν στην ενάγουσα τη γνώση του και εναγομένης 1 για τις ενέργειες της Μ.Ε.1 να μην καταθέτει τις εισπράξεις σε μετρητά χρήματα εις τον λογαριασμό της εναγομένης 1 και όπως εντός της ημέρας (2.11.04) καταθέσει τα χρήματα στον πιο πάνω λογαριασμό. Αφού η ενάγουσα δεν συνεμορφώθη με τις οδηγίες που αναφέρονταν στο πρώτο τηλεομοιότυπο, με το δεύτερο πληροφορείτο ότι θα αποκόπτετο από τη μηνιαία προμήθεια της οιονδήποτε ποσό δεν κατετέθη εις τον λογαριασμό ως ανωτέρω. Είναι παραδεκτό ότι η ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε στα πιο πάνω με αποτέλεσμα η εναγόμενη 1 με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 25.11.04 να τερματίσει τη συμφωνία, τεκμήριο 1, δυνάμει των όρων 28.1.2 και 28.1.2.
- Είναι επίσης παραδεκτό ότι την ίδια ημέρα 25.11.04 η εναγόμενη 1 ρευστοποίησε την εγγύηση ημερ. 5.11.03, που εξεδόθη κατ΄ εντολή της εναγούσης, διά £20.000 κατ΄ επίκληση του όρου 29.1 της συμφωνίας, τεκμήριο
- Είναι επίσης παραδεκτό από την ενάγουσα ότι αυτή δεν κατέθεσε εις τον λογαριασμό της εναγομένης το συνολικό ποσό των £7.529,86 που εισέπραξε από πωλήσεις εμπορεύματος της εναγομένης 1 (βλ. παρ. 19 ενόρκου δηλώσεως ημερ. 30.3.05, τεκμήριο 30 και παρ. 9 της Έκθεσης Απαίτησης). Περαιτέρω, από την ενάγουσα είναι παραδεκτό ότι μετά τον τερματισμό πώλησε εμπορεύματα αξίας αρχικώς μέχρι τον Μάρτιο 2005 £9.404,99 (βλ. παρ. 10 τεκμηρίου 30) και τελικά μέχρι την καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης £10.271 (βλ. παρ. 10 Έκθεσης Απαίτησης). Να σημειωθεί ότι η Μ.Ε.1 κατά τον χρόνο που κατέθετε στο Δικαστήριο προσπάθησε - ανεπιτυχώς βεβαίως - να παραπλανήσει το Δικαστήριο ότι δήθεν δεν θυμόταν το πρώτο ποσό πιο πάνω και ότι θα έπρεπε να δει τα σχετικά τιμολόγια, ενώ για το δεύτερο ποσό πιο πάνω (£10.271) προσπάθησε να πείσει ότι ήταν το πρώτο ποσό, ήτοι £9.404,
- Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 παρέμεινε αδιάθετο εμπόρευμα (stock) αξίας £1.650 περίπου. Οι εναγόμενοι δεν παρουσίασαν καμιά απολύτως μαρτυρία αναφορικά με τα θέματα αυτά, πλην της αξίας 5 συγκεκριμένων ειδών χωρίς ποσότητες και χωρίς σχετική μαρτυρία ότι το άνω απόθεμα αποτελείτο από τα είδη αυτά. Συνεπώς η μαρτυρία αυτή παρέμεινε χωρίς αξία. Με βάση τα πιο πάνω θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο ο τερματισμός της 25.11.04 ήταν νόμιμος ή όχι, όπως και κατά πόσο η ρευστοποίηση της εγγύησης που ακολούθησε την ίδια ημέρα υπό της εναγομένης 1 ήταν σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας των μερών, τεκμήριο
- Οι όροι 28.1.2 και 28.1.2.3, βάσει των οποίων τερματίσθηκε η συμφωνία προβλέπουν τα ακόλουθα: «28.1.2 Without derogating from the foregoing, the Master Franchisee may terminate this Agreement immediately, by written notice upon the occurrence of any of any of the following events: .............................. 28.1.2.3 The failure to make any payment on time which the Sub-Franchisee is obliged to make in accordance with the provisions of this Agreement, or which arises after it has been given notice of 30 (Thirty) days with regard to its obligation.» H λέξη «payment», ανωτέρω, έδωσε αφορμή στη δικηγόρο της εναγούσης να προβάλει ότι δεν εφαρμόζεται ο πιο πάνω όρος 28.1.2.3, διότι αφορά «πληρωμή», όπως αναφέρεται στους όρους 7.3.15, 9.1, 9.3, 12.1, 13.1 και 16.1 της συμφωνίας, ενώ η περίπτωση αφορά το προϊόν των πωλήσεων που ανήκουν εις την εναγόμενη 1, δηλαδή λεφτά της εναγομένης 1, τα οποία θα κατατίθεντο στον λογαριασμό της. Η απάντηση δίδεται στην ερμηνεία της λέξης «payment». Εις τον Βlack΄s Law Dictionary, 5η Έκδοση, αναφέρονται: «Payment. Τhe fulfillment of a promise, or the performance of an agreement. A discharge of an obligation or debt, and part payment, if accepted, is a discharge pro tanto. In a more restricted legal sense payment is the performance of a duty, promise, or obligation, or discharge of a debt or liability, by the delivery of money or other value by a debtor to a creditor, where the money or other value by a debtor to a creditor, where the money or other valuable thing is tendered and accepted as extinguishing debt or obligation in whole or in part. Also the money or other thing so delivered.» Συνεπώς, ο τερματισμός κάτω από τις συνθήκες που έγινε, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ανωτέρω, ήταν καθ΄ όλα νόμιμος, ορθός και σύμφωνα με τις πρόνοιες των άνω όρων σε συνάρτηση με τους όρους 17.1 και 17.3 της συμφωνίας που ο συνδυασμός τους έδιδε τέτοιο δικαίωμα τερματισμού εις την εναγόμενη
- Σύμφωνα με τους όρους 17.1 και 17.3, η ενάγουσα όφειλε να καταθέτει τις εισπράξεις από τις πωλήσεις των εμπορευμάτων σε λογαριασμό της εναγομένης
- Το ίδιο αφορά και την άσκηση του δικαιώματος που έδιδε εις την εναγόμενη 1 με τις πρόνοιες του όρου 29.3 για κατάσχεση - ρευστοποίηση της εγγύησης ημερ. 15.11.
- Τέτοιο δικαίωμα πήγαζε από τον όρο 29.3 της συμφωνίας, ο οποίος έχει ως ακολούθως: «29.3 The Master Franchisee shall be entitled to forfeit the Bank Guarantee, as per its exclusive discretion, pursuant to the covering of any charge or any debt of the Sub-Franchisee according to this Agreement, including debts and damages evolving in connection with the conduct of the Sub-Franchisee and the management of the Shop, and including any other payment, which is due from the Sub-Franchisee to the Master Franchisee and/or to any other person or legal entity, as per this Agreement.» O όρος αυτός παρείχε αποκλειστική διακριτική ευχέρεια στην εναγόμενη 1 κατά την άσκηση του δικαιώματός της ως ανωτέρω. Λαμβάνεται λοιπόν υπόψη αυτό, όπως επίσης η συμπεριφορά της εναγούσης, η οποία από 12.8.04 δεν κατέθετε τις χρηματικές εισπράξεις στον λογαριασμό της εναγομένης 1, ως ήταν η μεταξύ τους συμφωνία, ο τερματισμός της συμφωνίας και το εμπόρευμα που ευρίσκετο εις το κατάστημα υπό τον έλεγχο της ενάγουσας, αλλά ήταν ιδιοκτησία της εναγομένης 1, με συνολική αξία όλων των πιο πάνω, άνω των £19.000 περίπου (£10.271 + £7.529,86 + £1.650). Πιστεύω, λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, ότι η ενέργεια της ρευστοποίησης της πιο πάνω εγγύησης στις 25.11.04 δεν ήταν εκτός του συμβατικού άνω όρου 29.
- Να σημειωθεί ότι η εγγυητική ήταν άνευ όρων (unconditional) πληρωτέα άμα την παρουσίαση της. (βλ. τεκμήριο 3). Εις την Χριστάκης Σταύρου Χριστοφόρου, ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου κ.ά. ν. Barclays Bank Plc, Πολ. Έφεση 21/07, ημερ. 13.1.09, επαναλήφθησαν τα ακόλουθα από πρωτόδικη μου απόφαση, στην αγωγή 4121/96, ημερ. 11.2.06: «H νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν έχει, μέχρι σήμερα, πραγματευθεί το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας. Σύμφωνα με τον Halsbury΄s Laws of England, 4η Έκδοση, Reissue, Tόμος 45
(2), τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, κατά το κοινοδίκαιο, είναι τα ακόλουθα: «697. Essential ingredients of conspiracy. In order to make out a case of conspiracy the claimant must establish:
(1)an agreement between two or more persons;
(2)either, where the means are lawful, an agreement the real and predominant purpose of which is to injure the claimant or, where the means are unlawful, an agreement a purpose of which is to injure the claimant; and
(3)that acts done in execution of that agreement resulted in damage to the claimant.» Σε μετάφραση: «697. Απαραίτητα στοιχεία του αδικήματος της συνωμοσίας. Για να αποδείξει το αδίκημα της συνωμοσίας ο απαιτών πρέπει να αποδείξει:
(1)συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων
(2)είτε, όπου τα μέσα είναι νόμιμα, συμφωνία της οποίας ο πραγματικός και κυρίαρχος σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα είτε, όπου τα μέσα είναι παράνομα , συμφωνία της οποίας ο σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα και
(3)πράξεις που τελέστηκαν εις εκτέλεση της συμφωνίας είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στον ενάγοντα.» (βλ., επίσης, Clerk & Lindsell on Torts, 19η Έκδοση, 2006, σελ. 1609 επ.) » Συνεπώς, εις την παρούσα υπόθεση τα όσα δικογραφικά προβάλλονται εις την παρ. 4 της Έκθεσης Απαίτησης διά συνωμοσία των εναγομένων 1-3 δεν μπορούν να έχουν οποιαδήποτε τύχη βάσει των ανωτέρω. Το ίδιο ισχύει και διά τα όσα δικογραφούνται εις την παρ. 18 της Έκθεσης Απαίτησης, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο τερματισμός της 25.11.04 ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος ως τα ευρήματα του Δικαστηρίου ανωτέρω. Διά το άνω θέμα δόθηκε αρκετή μαρτυρία από τη Μ.Ε.1, η οποία στην κυρίως εξέτασή της τοποθέτησε χρονικά την ισχυριζόμενη συμφωνία διά συνωμοσία πριν τον τερματισμό της 25.11.
- Εις την αντεξέτασή της δεν ήταν βέβαιη κατά πόσο έγινε η άνω συμφωνία στον χρόνο που τοποθέτησε και δεν απέκλεισε αυτή να έγινε και μετά τον τερματισμό. Εις το τεκμήριο 14, επιστολή των δικηγόρων της εναγούσης, ημερ. 25.11.04 προς την εναγόμενη 1, γίνεται αναφορά διά συνωμοσία με αλλοδαπή εταιρεία και αλλοδαπά πρόσωπα να ενεργήσουν εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της εναγούσης με στόχο τον εκβιασμό για να παραδώσει αυτή το επίδικο κατάστημα εις την εναγόμενη 1 και/ή προκειμένου να υπογράψει νέα συμφωνία. Σε άλλη επιστολή των άνω δικηγόρων, ημερ. 26.11.04, τεκμήριο 18, γίνεται πάλι αναφορά στην άνω συμφωνία διά συνωμοσία με ανάμειξη λογιστή εκ Λεμεσού ενεργούντος εκ μέρους της εναγομένης. Η προσπάθεια αυτή αναφέρθηκε και από τη Μ.Ε.
- Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, δέχομαι ότι έγινε η συνάντηση που αναφέρεται στο τεκμήριο 18, ήτοι ότι έγινε συνάντηση με λογιστή αντιπρόσωπο της εναγομένης 1 με τους δικηγόρους της εναγούσης και προτάθηκε στους τελευταίους συμφωνία κοινοπραξίας. Η συμφωνία όμως αυτή ουδέποτε παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο. Οι πρόνοιες της παρέμειναν άγνωστες στο Δικαστήριο μέχρι τέλος. Τα όσα ανέφερε η Μ.Ε.1 και τα όσα αναφέρονται στις επιστολές των δικηγόρων της, τεκμήρια 14 και 18, περί συνωμοσίας ή προσπάθειας των εναγομένων να εξασφαλίσουν το επίδικο κατάστημα, παρέμειναν συμπεράσματα και γνώμη των πιο πάνω και μόνο. Το Δικαστήριο στερήθηκε του αναγκαίου υλικού διά να κρίνει κατά πόσο στοιχειοθετούντο τα παράπονα της εναγούσης. Συνεπώς και διά τον λόγο αυτό η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει αναφορικά με το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας. Ούτε ασφαλώς η καταχώριση της αγωγής 11141/04 Ε.Δ. Λευκωσίας και έκδοση προσωρινού ενδιάμεσου διατάγματος στις 30.11.04, ήτοι μετά τον τερματισμό της συμφωνίας 1, μπορούν έστω και κατ΄ ελάχιστο να σημαίνουν οτιδήποτε για το αστικό αδίκημα που παραπονείται η ενάγουσα. Να σημειωθεί ότι το υλικό αυτό δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο, ήτοι το κλητήριο ένταλμα, προσωρινό διάταγμα και απόφαση του Δικαστηρίου. Η ενάγουσα αξιοί, όπως έχει αναφερθεί, το ποσό £15.076,87 υπό μορφή προμηθειών για τους μήνες που η συμφωνία ήταν σε ισχύ και δη μέχρι το τέλος Οκτωβρίου
- Για το θέμα αυτό κατέθεσε κυρίως ο Μ.Ε.2 και παρουσίασε διά τον σκοπό αυτό τις καταστάσεις, τεκμήρια 26-28, τα οποία έχουν ήδη αναφερθεί. Τα ποσά των πωλήσεων που αναφέρονται σ΄ αυτά δεν αμφισβητήθηκαν από την άλλη πλευρά και συνεπώς λαμβάνονται ως βάση για υπολογισμό της προμήθειας που δικαιούται η ενάγουσα. Στο τεκμήριο 26, ο Μ.Ε.2 προχώρησε στον υπολογισμό της βάσει του ποσού των £5.500 εγγυημένη προμήθεια μηνιαίως. Για το ίδιο ποσό ως εγγυημένη προμήθεια μηνιαίως επέμενε σε όλη της την μαρτυρία και η Μ.Ε.
- Το ίδιο αναφέρεται και σε αλληλογραφία των δικηγόρων της. Με όλο τον σεβασμό προς όλους, ιδιαίτερα στον Μ.Ε.2 και δικηγόρους της εναγούσης, αυτοί εθελοτυφλούν. Εις τους όρους 21.1 και 21.3 της επίδικης συμφωνίας δεν προβλέπεται κάτι τέτοιο, το τι προβλέπεται έχει αναφερθεί πιο πάνω. Ως εκ τούτου, εάν η αριθμητική πρόσθεση που γίνεται στο τεκμήριο 26 για τους μήνες Δεκέμβριο 2003 μέχρι Οκτώβριο 2004 είναι ορθή, τότε το ποσό αυτό θα πρέπει να διαιρεθεί διά 11 μήνες (βλ. όρο 21.3) διά να εξευρεθεί το «average monthly commission» που στην περίπτωση είναι £4.020,64 (£44.227,13 ÷ 11). Η διαφορά που παρατηρείται από το ποσό των £5.500 (minimum monthly commission) είναι £1.479,
- To ποσό αυτό θα πρέπει να πολλαπλασιασθεί επί 11 μήνες, οπότε δίδει αποτέλεσμα £16.272,96 (€27.804). Από το ποσό αυτό ο Μ.Ε.2 αφαιρεί το ποσό των £10.271 που έλαβε η ενάγουσα από πωλήσεις μεταξύ Δεκεμβρίου 2004 - Μάρτιο 2005, σύμφωνα με διαταγή του Δικαστηρίου όπως αναφέρει. Συνεπώς, το υπόλοιπο που παραμένει είναι £16.272,96 - £10.271 = £6.001,96 (€10.254,96). Λαμβάνοντας υπόψη ότι το άνω ποσό αντιπροσωπεύει «δεδουλευμένη» προμήθεια πριν τον τερματισμό της συμφωνίας των μερών στις 25.11.04, είναι η κρίση μου ότι η ενάγουσα δικαιούται το πιο πάνω ποσό. Το γεγονός ότι δεν συνεπληρώθη ημερολογιακό έτος, όπως προβλέπει ο όρος 21.3, δεν παρουσιάζει πρόβλημα ενόψει του τερματισμού της συμφωνίας, ως ανωτέρω. Διά όλους τους πιο πάνω λόγους, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης 1 διά ποσό €10.254,
- Η αγωγή εναντίον των εναγομένων 2 και 3 απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, αυτά να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και να είναι υπέρ της εναγούσης και εναντίον της εναγομένης 1 στην αντίστοιχη κλίμακα της απόφασης, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. Παράλληλα, τα έξοδα των εναγομένων 2 και 3 να είναι εναντίον της εναγούσης, όπως αυτά θα υπολογισθούν επίσης από τον Πρωτοκολλητή. [Υπ.] Λ. Παρπαρίνος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο