Χαράλαμπου Χαραλάμπους κ.α. ν. Getcon (Constructions) Ltd., Αρ. Αγωγής: 6684/03, 26 Ιουλίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A265 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6684/03 Μεταξύ:
- Χαράλαμπου Χαραλάμπους
- Ελένης Χαραλάμπους Εναγόντων και Getcon (Constructions) Ltd. Εναγόμενης . . . . . . Ημερομηνία: 26 Ιουλίου 2010 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες. κα. Α. Κοζάκου Για την εναγόμενη. κ. Δ. Χριστοδούλου. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες ζητούν όπως τους πληρωθεί το ποσό των ΛΚ1.838,23 που αναγκάσθηκαν να πληρώσουν για ανανέωση τραπεζικής εγγύησης που εκδόθηκε ως εξασφάλιση για δάνειο. Οι ενάγοντες αγόρασαν οικία από την εναγόμενη εταιρεία. Η εναγόμενη εταιρεία δεν ήταν σε θέση να μεταβιβάσει τον τίτλο ιδιοκτησίας της οικίας στους ενάγοντες και έτσι οι ενάγοντες δεν μπόρεσαν να υποθηκεύσουν την οικία ως εξασφάλιση για δάνειο για την αγορά της οικίας. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως η εναγόμενη εταιρεία εξασφάλισε εγγυητική μέσω της Lombard Natwest Bank προς όφελος της ΣΠΕ Λατσιών για το ποσό των ΛΚ25.000,
- Τα έξοδα για την εγγυητική τα εισέπραξε η εναγόμενη εταιρεία από τους ενάγοντες. Η μεταβίβαση τίτλου ιδιοκτησίας της οικίας επ'ονόματι των εναγόντων έγινε στις 18.4.
- Η εναγόμενη εταιρεία χρέωσε τους ενάγοντες για τα τέλη ανανέωσης της εγγυητικής και πληροφόρησε τους ενάγοντες ότι δεν θα μεταβίβαζε την οικία επ'ονόματι τους εάν δεν πλήρωναν το εν λόγω ποσό. Η καθυστέρηση στην έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας για την οικία οφείλεται σε αδυναμία της εναγόμενης εταιρείας να εξασφαλίσει ξεχωριστό τίτλο για την οικία προηγουμένως. Οι ενάγοντες αναγκάσθηκαν να πληρώσουν το ποσό των ΛΚ1.838,
- Δεν είναι γνωστό από την Έκθεση Απαιτήσεως εάν η αξίωση των εναγόντων βασίζεται σε παραβίαση συμβατικών υποχρεώσεων των εναγόντων ή εάν καταγγέλλει την εναγόμενη εταιρεία για την διάπραξη αστικού αδικήματος εις βάρος των εναγόντων. Αναφέρεται σε παράνομη συμπεριφορά της εναγόμενης εταιρείας χωρίς όμως να καθορίζεται εάν η παρανομία οφείλεται σε αθέτηση των συμφωνηθέντων μεταξύ των μερών ή εάν η παρανομία βασίζεται σε κάποια νομική υποχρέωση των εναγομένων. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν παραβίασαν οιανδήποτε συμβατική υποχρέωση έναντι των εναγόντων. Το πωλητήριο έγγραφο της οικίας κατατέθηκε ως τεκμήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 9 της συμφωνίας προβλέπεται ότι ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την οικία στον αγοραστή μέχρι τις 24 Οκτωβρίου 1997 όμως εάν παρατηρηθεί καθυστέρηση που δεν οφείλεται στον αγοραστή δεν θεωρείται ότι υπάρχει παράβαση της συμφωνίας. Δεν υπάρχει κανένας όρος στη συμφωνία που να προβλέπει ποιος θα πλήρωνε την εγγυητική για το δάνειο που έκαναν οι ενάγοντες για να αγοράσουν την οικία. Κατατέθηκε και η εγγυητική ως τεκμήριο. Προκύπτει ότι το πρόσωπο που αιτήθηκε στην τράπεζα για την έκδοση της εγγυητικής είναι η εναγόμενη εταιρεία. Επίσης στο λεκτικό της εγγυητικής αναφέρεται ότι η τράπεζα εγγυάται την εναγόμενη εταιρεία μέχρι του ποσού των ΛΚ25.000,00 και μέχρι τις 15.1.99 ημερομηνία κατά την οποία η εναγόμενη εταιρεία θα εγγράψουν την οικία επ'ονόματι των εναγόντων. Επίσης, η ΣΠΕ Λατσιών είχε το δικαίωμα με βάση την εγγυητική να αποταθεί γραπτώς στην τράπεζα και να ζητήσει την πληρωμή των ΛΚ25.000,00 στην περίπτωση που η εναγόμενη εταιρεία δεν είχε εγγράψει την εν λόγω οικία επ'ονόματι των εναγόντων. Τέλος στην τρίτη παράγραφο της εγγυητικής αναφέρεται ότι εγγυητική γίνεται για λογαριασμό της εναγόμενης εταιρείας. Η ΜΥ1 Κάλια Φιλλίπου βοηθός στο τμήμα δανείων της ΣΠΕ Λατσιών ανέφερε ότι το συνεργατικό ίδρυμα θα είχε το δικαίωμα να απαιτήσει το ποσό του δανείου από την εναγόμενη εταιρεία με βάση την τραπεζική εγγύηση κατά τη λήξη της εγγυητικής στην περίπτωση που δεν είχε δοθεί ως εξασφάλιση για το δάνειο ξεχωριστός τίτλος του ακινήτου. Τα χρήματα θα τα πλήρωνε η εναγόμενη εταιρεία και προφανώς αυτός θα ήταν και ο λόγος που η εναγόμενη εταιρεία ζητούσε την ανανέωση της εγγυητικής μέχρι να εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος για το εν λόγω ακίνητο. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΕ2 Μάριου Ταπεινού η εν λόγω εγγυητική ανανεώθηκε 11 φορές. Ο ενάγοντας 1, ΜΕ1, ανέφερε ότι συμφώνησε να πληρώσει τα αρχικά έξοδα της εγγυητικής αλλά ουδέποτε συμφώνησε να πληρώσει για την ανανέωση της εγγυητικής και δεν ενημερώθηκε από κανένα για την ανανέωση της εγγυητικής. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι αναγκάσθηκε να πληρώσει το εν λόγω ποσό διαφορετικά οι εναγόμενοι δεν θα προχωρούσαν στη μεταβίβαση του ακινήτου. Υπήρξε προσπάθεια των εναγομένων να αποδείξουν ότι η συμφωνία των μερών επηρεάζεται από την συνήθη πρακτική που ακολουθείται από εργολάβους ανάπτυξης γης. Δεν θεωρώ ότι έχει αποδειχθεί κάτι τέτοιο παρά τη θέση της ΜΥ1 ότι συνήθως είναι ο εργολάβος της ανάπτυξης γης που πληρώνει για την έκδοση τέτοιας εγγυητικής. Η σχέση των μερών διέπεται από μία γραπτή συμφωνία. Οι ενάγοντες δεν είναι άνθρωποι που ανήκουν στον εμπορικό κόσμο και κύκλο των εργολάβων ανάπτυξης γης αλλά προέβησαν σε σύναψη συμφωνίας με την εναγόμενη εταιρεία για να αγοράσουν κατοικία. Επομένως, έχει σημασία το τι έχει συμφωνηθεί μεταξύ της εναγόμενης εταιρείας και των εναγόντων που είναι απλοί αγοραστές. Οι ενάγοντες είναι άπειροι σε τέτοια ζητήματα. Επομένως, δεν εφαρμόζεται η συνηθισμένη πρακτική που ακολουθείται στον συγκεκριμένο τομέα εκτός εάν η συμφωνία μεταξύ των μερών προβλέπει ρητώς ότι θα ακολουθηθεί η συνηθισμένη πρακτική του τομέα εάν αποδειχθεί ότι υπάρχει τέτοια συνηθισμένη πρακτική που να διέπει το συγκεκριμένο ζήτημα. Επομένως, η διαφορά μεταξύ των μερών επιλύεται μόνο με αναφορά στην πραγματική συμφωνία μεταξύ των μερών. Εκείνο το οποίο προκύπτει από τη μαρτυρία του Πανίκου Μαντζουράνου ΜΥ2 είναι ότι ουδέποτε προέβη σε ρητή συμφωνία με τους ενάγοντες σε σχέση με την πληρωμή για την ανανέωση της εγγυητικής. Η θέση του ήταν ότι στον αγοραστή άνηκε η πρωτοβουλία για την ανανέωση της εγγυητικής. Δεν έδωσε καμία σημασία στο γεγονός ότι η εναγόμενη εταιρεία είναι το πρόσωπο που ζήτησε την ανανέωση της εγγυητικής τουλάχιστον 11 φορές. Ανέφερε στο Δικαστήριο ποια θα έπρεπε να ήταν η κατάσταση των πραγμάτων μεταξύ του αγοραστή και της εταιρείας του. Εκδήλωσε τις δικές του προθέσεις σε σχέση με την πληρωμή της εγγυητικής χωρίς να το θεωρεί απαραίτητο αυτές οι προθέσεις να γίνουν γνωστές στην άλλη πλευρά κατά τον ουσιώδη χρόνο ώστε να αποτελέσουν μέρος της συμφωνίας. ΄Ηταν αυθαίρετος στις πεποιθήσεις του ότι ο κανόνας είναι ότι πληρώνει ο αγοραστής για την εγγυητική επειδή του γίνεται διευκόλυνση. ΄Ομως δεν παρέπεμψε το Δικαστήριο επί ποιας αρχής θα πρέπει να επικρατεί αυτός ο κανόνας. Όταν ρωτήθηκε στην κυρίως εξέταση και στην αντεξέταση κατά πόσο οι ενάγοντες ενημερώθηκαν ότι θα χρεώνονταν για την ανανέωση της εγγυητικής απάντησε ότι έπρεπε να γνωρίζουν. Αυτό στην ουσία συνιστά παραδοχή ότι οι ενάγοντες δεν είχαν επίσημη ενημέρωση γι'αυτό το ζήτημα κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή πριν την έκδοση της εγγυητικής, και/ή κατά το στάδιο ανανέωσης της εγγυητικής. Παραδέχθηκε ότι η μεταβίβαση του ακινήτου έγινε μόνο μετά που πλήρωσε ο ενάγοντας για την ανανέωση της εγγυητικής και συγκεκριμένα μετά που ενημέρωσε τον ενάγοντα 1 ότι ήταν υπόχρεος να πληρώσει για την ανανέωση. Δεν αναφέρθηκε στις λεπτομέρειες της συζήτησης μετά της οποίας οι ενάγοντες πλήρωσαν το ποσό για την ανανέωση της εγγυητικής. Είχα την αίσθηση ότι δεν ήθελε να αποκαλύψει όλη την αλήθεια σε σχέση με τον τρόπο που παρουσίασε το ζήτημα στους ενάγοντες κατά τον χρόνο μεταβίβασης του τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου. Επομένως, αποδέχομαι πλήρως τη θέση του ΜΕ1 ότι πλήρωσε το εν λόγω ποσό επειδή αναγκάσθηκε να το πληρώσει για να γίνει η μεταβίβαση και απορρίπτω την θέση του ΜΥ2 ότι δεν εξανάγκασε τους ενάγοντες να πληρώσουν το ποσό της ανανέωσης για να προχωρήσει με τη μεταβίβαση. Δια την ορθή ερμηνεία μιας συμφωνίας είναι ανάγκη να ληφθούν υπόψη κάποιοι κανόνες που διέπουν το ζήτημα αυτό. Ο γενικός κανόνας είναι ότι σκοπός της ερμηνείας της συμφωνίας είναι να εξευρεθεί η πρόθεση των μερών. Στην Αλεξάνδρου Λτδ ν. Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λευκωσίας[1], λέχθηκε ότι διαπιστώνεται η πρόθεση των μερών από τη γλωσσική διατύπωση της συμφωνίας. Όμως η ερμηνεία που θα αποδοθεί σε αυτές τις λέξεις δεν μπορεί να βρεθεί εντελώς ανεξάρτητα και ασύνδετα από το πραγματικό υπόβαθρο που πλαισιώνει τη σύναψη της συμφωνίας. Επίσης στην Κουνούνα ν. Κώστας Κυριάκου Υιοί Λτδ[2], ως και επίσης στην Λάμπρου ν. Παράσχου[3], επεξηγήθηκε ότι ο σκοπός των μερών μπορεί να συναχθεί μόνο από το σύνολο του κειμένου και όταν η σύμβαση είναι σαφής ως προς το νόημα της, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει διαφορετικό νόημα στη σύμβαση από αυτό που οι ίδιες οι λέξεις της σύμβασης ενέχουν. Η υπόθεση Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος Λτδ[4], επεξηγεί ότι η προσαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας για την ορθή ερμηνεία των όρων της σύμβασης επιτρέπεται όποτε διαπιστώνεται η ύπαρξη κενού ή αμφιβολιών. Τούτο ισχύει όχι μόνο σε σχέση με την ερμηνεία της συμφωνίας αλλά και για την εφαρμογή της. Παραθέτω πιο κάτω απόσπασμα αυτής της απόφασης το οποίο είναι βοηθητικό. «When any doubt arises upon the true meaning or sense of the words themselves, or any difficulty as to their application under the surrounding circumstances, the sense and meaning of the language may be investigated and ascertained by evidence dehors the instrument itself; for both reason and common sense agree that by no other means can the language of the instrument be made to speak the real mind of the party.» Ελεύθερη μετάφραση: "Όταν υπάρχει αμφιβολία σε σχέση με την πραγματική ερμηνεία και έννοια των λέξεων της σύμβασης ή υπάρχει δυσκολία σε σχέση με την εφαρμογή τους έχοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης τότε η ερμηνεία των λέξεων μπορεί να εξεταστεί και να διαπιστωθεί λαμβάνοντας υπόψη μαρτυρία που βρίσκεται εκτός του κειμένου της σύμβασης. Η λογική και κοινή λογική υπαγορεύουν ότι πρέπει να αποδοθεί τέτοια ερμηνεία στις λέξεις της σύμβασης που να φανερώνουν την πραγματική πρόθεση του συμβαλλόμενου μέρους." Για τον καθορισμό των δικαιωμάτων και ευθυνών των μερών σημασία έχει η πρόθεση των μερών κατά τη σύναψη της συμφωνίας. Αυτοί οι κανόνες επεξηγήθηκαν με σαφήνεια από τον Δικαστή κ. Π. Καλλή στην απόφαση Μετάλλικα Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ. ν G & C Exhaust Systems Ltd.[5] στο ακόλουθο απόσπασμα: "Σύμφωνα με τους ερμηνευτικούς κανόνες μία σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το λεκτικό της και με τρόπο που θα πραγματοποιείται η πρόθεση των μερών, όπως αυτή συνάγεται από το σύνολο της σύμβασης... Αν οι πρόνοιες μίας συμφωνίας εκφράζονται με σαφήνεια και δεν υπάρχει τίποτα που καθιστά ικανό το Δικαστήριο να το ερμηνεύσει με τρόπο διαφορετικό από εκείνο που επιτρέπεται από το λεκτικό του, χωρίς αμφιβολία πρέπει να επικρατήσει το λεκτικό. Αν όμως οι πρόνοιες και οι φράσεις είναι αντιφατικές και αν υπάρχουν λόγοι οι οποίοι φαίνονται στην όψη του εγγράφου οι οποίοι προσφέρουν απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης των μερών, τότε εκείνη η πρόθεση θα επικρατήσει έναντι της φανερής και συνήθους έννοιας των λέξεων.' Η γραπτή συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ των μερών δεν περιέχει πρόνοια σε σχέση με το θέμα της εγγυητικής. Η συμφωνία των μερών είναι σιωπηρή σε σχέση με την έκδοση εγγυητικής. Εκείνο όμως που προνοεί η συμφωνία είναι ότι θα έπρεπε με την αγορά της κατοικίας να γίνει η μεταβίβαση του τίτλου της οικίας μέχρι τον Οκτώβριο
- Το ζήτημα της εγγυητικής φαίνεται να προέκυψε όταν δεν ήταν δυνατόν να γίνει η μεταβίβαση έγκαιρα και επειδή οι αγοραστές δεν μπορούσαν να υποθηκεύσουν το ακίνητο για να πάρουν δάνειο έπρεπε να βρεθεί άλλος τρόπος εξασφάλισης του δανείου. Επομένως, τα μέρη έπρεπε να συνεννοηθούν διά να γίνει εφικτή η αγορά της οικίας. Είναι φανερό ότι η εναγόμενη εταιρεία μεσολάβησε για την έκδοση της εγγυητικής. Η συμφωνία των μερών σε σχέση με την έκδοση της εγγυητικής δεν βρίσκεται στις πρόνοιες της γραπτής συμφωνίας αλλά εξάγεται από τις προφορικές συνομιλίες, το λεκτικό της εγγυητικής και τη συμπεριφορά τους. Από την προσαχθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι εκείνος που αιτήθηκε για την έκδοση της εγγυητικής είναι η εναγόμενη εταιρεία. Η εγγυητική εκδόθηκε προς εξασφάλιση της υπόσχεσης της εναγόμενης εταιρείας να μεταβιβάσει το ακίνητο προς όφελος των εναγόντων. Είναι γεγονός ότι οι ενάγοντες αποδέχθηκαν να καταβάλουν τα αρχικά έξοδα για την έκδοση της εγγυητικής αλλά η ανανέωση της εγγυητικής έγινε εν αγνοία του ενάγοντα από την εναγόμενη εταιρεία επειδή αυτή δεν ήταν έτοιμη να μεταβιβάσει το ακίνητο προς όφελος των εναγόντων. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία της τραπεζικής υπαλλήλου της Alpha Bank. Αιτητής για την έκδοση της εγγυητικής ήταν η εναγόμενη εταιρεία. Στην περίπτωση που οι τίτλοι της κατοικίας δεν είχαν εκδοθεί η εναγόμενη εταιρεία θα ήταν υπόχρεα ως αιτήτρια της εγγυητικής να καταβάλει το εν λόγω ποσό εξ΄ου και πλήρωνε κατά καιρούς τα έξοδα για την ανανέωση της εγγυητικής. Βέβαια το λεκτικό της εγγυητικής και οι υποχρεώσεις των μερών ως εμφαίνονται από το λεκτικό της εγγυητικής δεν θα είχαν σημασία εάν υπήρχε ρητή συμφωνία μεταξύ των μερών περί του αντιθέτου για την πληρωμή της εγγυητικής. Όμως δεν έχει αποδειχθεί ότι υπήρχε τέτοια συμφωνία. Δεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων σε σχέση με την έκδοση της εγγυητικής. Ούτε φαίνεται να υπάρχει ρητή συμφωνία μεταξύ των μερών σε σχέση με το ποιος θα πλήρωνε τις ΛΚ25.000,00 της εγγυητικής στην περίπτωση που οι τίτλοι δεν είχαν ακόμη εκδοθεί ώστε να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση της οικίας. Εκείνο το οποίο προκύπτει από τη μαρτυρία είναι ότι ο ενάγοντας δεν γνώριζε για την ανανέωση της εγγυητικής και ούτε ζήτησε η εναγόμενη εταιρεία από αυτόν να καταβάλει τα έξοδα της ανανέωσης. Η εταιρεία χωρίς να συνεννοηθεί με αυτόν προχώρησε σε 11 περιπτώσεις και πλήρωσε τα έξοδα για την ανανέωση της εγγυητικής. Όταν επιτέλους είχε εκδοθεί ο τίτλος για την κατοικία και θέλησε ο ενάγοντας να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση του τίτλου της οικίας η εναγόμενη τον εξανάγκασε με εκβιαστικό τρόπο, διαφορετικά δεν θα γινόταν η μεταβίβαση, να πληρώσει τα έξοδα της ανανέωσης της εγγυητικής. Οιαδήποτε συμφωνία συνάπτεται κάτω από τον εκβιασμό δεν μπορεί να θεωρηθεί έγκυρη συμφωνία. Επομένως, αφού δεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ των μερών σε σχέση με την πληρωμή των εξόδων αυτών, και η εναγόμενη προχώρησε μονομερώς να πληρώσει αυτά τα έξοδα για να εξασφαλίσει δική της υπόσχεση για την έκδοση των τίτλων δεν είχε το δικαίωμα να χρεώσει τους ενάγοντες για την πληρωμή αυτών των εξόδων. Το γεγονός ότι το έκανε κάτω από την απειλή ότι δεν θα πραγματοποιείτο η μεταβίβαση δεν οδηγεί στη σύναψη έγκυρης συμφωνίας αλλά συνιστά μια παράνομη συναλλαγή που επιτεύχθηκε κάτω από συνθήκες εκβιασμού. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των ευρώ 3140,80 (ΛΚ1.838,23) πλέον νόμιμο τόκο. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΝ [1] 1 ΑΑΔ
(1999)σελ. 630 [2] 1 ΑΑΔ
(2001)2126 [3] 1 ΑΑΔ
(1993)σελ. 397 [4] 1 ΑΑΔ
(1993)σελ. 168 [5] 1 ΑΑΔ
(2001)σελ. 500 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο