Παύλος Αντωνίου ν. Nicolaides Kountouris Metal Co. Limited, Αρ. Αγωγής: 2278/07, 28 Ιουλίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A267 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον : Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου ΕΔ. Αρ. Αγωγής: 2278/07 Μεταξύ: Παύλος Αντωνίου Ενάγοντα και Nicolaides & Kountouris Metal Co. Limited Εναγόμενης . . . . . . . Ημερομηνία: 28 Ιουλίου 2010 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: κ. Α. Παπαλοΐζου. Για την εναγόμενη: κα. Μ. Πανταζή. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας τραυματίστηκε στις 17 Ιανουαρίου 2001 σε εργατικό ατύχημα. Ήταν οδηγός του οχήματος ΕΖΖ 810 στην εναγόμενη εταιρεία και στην προσπάθεια του να τακτοποιήσει τσίγκους που είχαν φορτωθεί στο εν λόγω όχημα μπλέχτηκε το πόδι σε αλυσίδα που στήριζε την ανοικτή πισινή πόρτα του φορτηγού. Όταν επιχείρησε να κατεβεί από το πίσω μέρος του φορτηγού έχασε την ισορροπία του και έπεσε από ύψος 1 μέτρου με αποτέλεσμα να υποστεί κάταγμα του αριστερού μηριαίου. Ο ενάγοντας ήταν 54 ετών κατά τον επίδικο χρόνο και λάμβανε μισθό ΛΚ1.122,83 μηνιαίως. Ο ενάγοντας υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση όπου έγινε ανάταξη και οστεοσύνθεση του κατάγματος με ήλο και πλάκα γωνιώδη. Νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο για 10 μέρες και του δόθηκε αναρρωτική άδεια για 8 μήνες και έπειτα 12 μήνες. Επέστρεψε στην εργασία του αλλά εξακολουθεί να έχει ενοχλήσεις. Βαδίζει με ελαφρά αριστερή χωλότητα, δυσκολεύεται να κάνει βαθύ κάθισμα λόγω δυσκολίας με το αριστερό ισχίο. Ισχυρίζεται ότι θα χρειαστεί νέα χειρουργική επέμβαση για να αφαιρέσει τα υλικά οστεοσυνθέσεως. Η θέση των εναγόμενων είναι ότι δεν υπήρξε αμέλεια εκ μέρους των εργοδοτών και αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα την έχει ο ενάγοντας ο οποίος ήταν απρόσεκτος. Επίσης αρνούνται ότι ο ενάγοντας εξακολουθεί να έχει οιονδήποτε πρόβλημα υγείας καθότι εξακολουθεί να εργοδοτείται από την εταιρεία και εκτελεί τα ίδια καθήκοντα. Ο ενάγοντας μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν ειλικρινής και ανέφερε ότι ίσως εάν ήταν πιο προσεκτικός δεν θα πατούσε πάνω στην αλυσίδα στο πίσω μέρος του φορτηγού. Ανέφερε όμως ότι ήταν δύσκολο να αποφύγει την αλυσίδα επειδή τοποθετήθηκαν εμπορεύματα στο πίσω μέρος του φορτηγού και δεν υπήρχε χώρος να πατήσει για να κατεβεί από το όχημα. Παραδέχθηκε ότι είναι σε θέση να κάνει την ίδια εργασία μέχρι σήμερα αλλά όχι χωρίς να υποφέρει. Η Ειρήνη Χρυσού, επιθεωρήτρια εργασίας θα πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι αντικειμενικός μάρτυρας. Εξάλλου τα ευρήματα της δεν αμφισβητήθηκαν από την αντεξέταση. Παρόλο που δεν ασκήθηκε δίωξη εναντίον της εταιρείας μετά από το ατύχημα θεώρησε ότι υπήρξε αμέλεια διότι δεν ακολουθήθηκε η σωστή μέθοδος εργασίας και δεν χρησιμοποιήθηκαν κατάλληλα μέσα προσπέλασης διά να αναβαίνουν και να κατεβαίνουν οι οδηγοί στο πίσω μέρος του φορτηγού. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι λόγω του ύψους του φορτηγού από το έδαφος θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί κάποιο βάθρο ή σκάλα διά να διευκολύνει την προσπέλαση στο όχημα. Ο ενάγοντας αναγκάσθηκε να αναρριχηθεί στο φορτηγό διά να ανεβεί σε αυτό. Εάν υπήρχαν κατάλληλα μέσα προσπέλασης στο όχημα η πόρτα του φορτηγού θα ήταν κλειστή και έτσι θα ήταν απίθανο το ενδεχόμενο η αλυσίδα να μπλεχτεί στο πόδι του οδηγού στην προσπάθεια του να ανεβεί ή να κατεβεί σε αυτό. Ο διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας Σταύρος Κουντούρης εξέφρασε πλήρη άγνοια για τις συστάσεις της επιθεωρήτριας. Αυτό μου φαίνεται εκπληκτικό ενόψει της σοβαρότητας του περιστατικού. Το άλλο που με ξένισε είναι το γεγονός ότι θεωρούσε ότι το ατύχημα ήταν ένα μικρό επεισόδιο. Έδειξε πρόσωπο χωρίς ευαισθησία αφού ο ενάγοντας υπέστη συντριπτικό κάταγμα στο πόδι και για πολλούς μήνες απουσίαζε από την εργασία του. Η προσπάθεια του να υποβαθμίσει τη σοβαρότητα του επεισοδίου, και η γενική του εικόνα ως πρόσωπο που δεν επιδέχεται επικρίσεις ή διαφορετική γνώμη από την δική του με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δυνατόν να μην είναι σε θέση να εκφέρει άποψη σε σχέση με την κούραση και πόνο του ενάγοντα στην εργασία του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Η απάντηση του ότι δεν ρώτησε τον ενάγοντα κατά πόσο ένιωθε καλά αλλά υπέθεσε ότι ήταν καλά διότι έκανε τη δουλειά του, αντικατοπτρίζει το χαρακτήρα του ΜΥ2 απόλυτα. Ήταν πρόθυμος να αναφέρει ότι ο ενάγοντας είχε πολλά προσωπικά προβλήματα και ότι οι προηγούμενοι του εργοδότες τον απέλυσαν αλλά δεν αντεξετάσθηκε ο ενάγοντας γι'αυτά τα ζητήματα ώστε να τοποθετηθεί. Ήταν απόλυτος και για το ζήτημα της ευθύνης της εταιρείας για το επεισόδιο. Επέμενε ότι η εταιρεία δεν μπορούσε να πάρει άλλες προφυλάξεις για την αποφυγή άλλου παρόμοιου επεισοδίου. Όμως δεν έλαβε υπόψη του τον τρόπο που επεσυνέβη το ατύχημα. Ο ενάγοντας έπεσε από το φορτηγό διότι μπλέχτηκε το πόδι του στην πόρτα της κάσας του φορτηγού. Ο κ. Παπαλοΐζου του εισηγήθηκε ότι αυτός ο κίνδυνος θα ήταν λιγότερος εάν υπήρχε σκάλα μέσα στην κάσα του φορτηγού έτοιμη για χρήση από τον οδηγό. Όμως ο ΜΥ2 δεν ήθελε να διαπραγματευθεί τέτοιο ενδεχόμενο και επέμενε ότι δεν πήρε καμία επιπρόσθετη ενέργεια μετά το ατύχημα με την σύμφωνη γνώμη των οδηγών. Αμφιβάλλω έχοντας υπόψη τις έντονες του πεποιθήσεις κατά πόσο συμβουλεύτηκε τους υπαλλήλους του γι'αυτό το ζήτημα. Εν πάση περιπτώσει δεν προσκόμισε άλλη ενισχυτική μαρτυρία ότι μελέτησε το ζήτημα και έλαβε υπόψη του τις απόψεις των υπαλλήλων του προτού πάρει την απόφαση να μην πάρει προφυλάξεις για την ασφάλεια των οδηγών. Αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ2 σε σχέση με την ημερομηνία που επέστρεψε ο ενάγοντας στην εργασία του, δηλαδή 1 Ιουνίου. Εξάλλου αυτή η μαρτυρία επιβεβαιώνεται και από τα τεκμήρια που κατέθεσε ο μάρτυρας μαζί με τη γραπτή του δήλωση. Η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την ιατρική μαρτυρία σε σχέση με το τραύμα του ενάγοντα. Αυτό το οποίο αμφισβήτησε είναι κατά πόσο ο ενάγοντας συνεχίζει να ταλαιπωρείται λόγω του κατάγματος που υπέστη. Ο ενάγοντας υπέστη συντριπτικό υποτροχαντήριο κάταγμα του αριστερού μηριαίου το οποίο αντιμετωπίστηκε χειρουργικά με ανοικτή ανάταξη και οστεοσύνθεση με ολισθαίνοντα ήλο τύπου DHS. Από κλινική εξέταση παρατηρείται χειρουργική ουλή 22 εκατοστών. Ο θεράπων ιατρός του ενάγοντα Μ. Πηλαβάκης προέβη σε κλινική εξέταση του ενάγοντα και διαπίστωσε ότι ακόμη μέχρι σήμερα ο ενάγοντας βαδίζει με ελαφρά χωλότητα. Έχει πόνο στο αριστερό ισχίο και δυσκολεύεται να ολοκληρώσει μία εργάσιμη ημέρα. Επίσης παρατηρείται βράχυνση μεταξύ του γόνατος και του ισχίου στο επηρεαζόμενο πόδι. Η βράχυνση προκαλείται εξαιτίας της διαταραχής της γωνίας και της απόστασης αυχένος κεφαλής μηριαίου. Η διαταραχή μπορεί να οφείλεται σε πλημμελή ανάταξη ή σε συντριπτικότητα του κατάγματος. Ο ιατρός εξήγησε ότι η βράχυνση επηρεάζει την μυϊκή ισορροπία του σημείου και αυτή είναι η αιτία που παρατηρείται χωλότητα και μείωση της κινητικότητας του ισχίου. Αυτή η κατάσταση πολύ φυσιολογικά μπορεί να προκαλέσει πόνο και ενόχληση ιδιαίτερα μετά από συνεχή και βαριά εργασία. Αυτή η κατάσταση αλλάζει το βάρος του σώματος προς τα μέσα με αποτέλεσμα η άρθρωση του ισχίου να είναι ευάλωτη προς τη φθορά και να οδηγήσει ενδεχόμενα σε μετατραυματικές αλλοιώσεις στο σημείο του κατάγματος. Η μόνη σημαντική διαφορά στο πόρισμα του Δρ. Πηλαβάκη σε σχέση με το πόρισμα του ιατρού που εξέτασε τον ενάγοντα εκ μέρους της υπεράσπισης είναι η εκτίμηση του Δρ. Πηλαβάκη ότι η βράχυνση μεταξύ του γονάτου και του ισχίου προκαλεί πρόβλημα στην κίνηση. Εξήγησε ότι το κάταγμα που προκάλεσε τη βράχυνση και την αλλαγή της γωνίας της άρθρωσης του ισχίου καθιστά την κίνηση του ισχίου πιο δύσκολη. Η κινητικότητα του ισχίου εξετάσθηκε με την ενδεδειγμένη μέθοδο δηλαδή χρησιμοποιήθηκε ως μέτρο σύγκρισης η κίνηση του δεξιού ποδιού. Επίσης σημείωσε ότι σήμερα μπορεί να μην έχει σοβαρό πρόβλημα στην κίνηση αλλά στο μέλλον το πρόβλημα μπορεί να επιδεινωθεί. Ανέφερε ότι τα υλικά οστεοσύνθεσης πρέπει να αφαιρεθούν διότι δεν εξυπηρετούν κανένα σκοπό και μπορεί με την αφαίρεση των υλικών αυτών να σημειωθεί βελτίωση των τοπικών ενοχλημάτων. Δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ της γνώμης του Δρ. Πηλαβάκη και του Δρ. Αταλιανή σε σχέση με τον τύπο του κατάγματος και την πόρωση του κατάγματος μετεγχειρητικά. Οι δύο ιατροί συμφωνούν ότι ο ενάγοντας παραπονείται για άλγος στην περιοχή του αριστερού ισχίου. Ο ΜΥ1 (Δρ. Αταλιανής) εκτίμησε ότι αυτή η κατάσταση δύναται να βελτιωθεί μετά από αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης. Όμως δέχθηκε ότι το αποτέλεσμα μίας χειρουργικής επέμβασης δεν είναι βέβαιο και είναι δυνατόν αυτές οι ενοχλήσεις να συνεχίσουν ακόμη και μετά από τέτοια επέμβαση. Οι δύο ιατροί συμφωνούν ότι η πόρωση του κατάγματος έγινε σε θέση ελαφράς ρεβότητας όμως διαφωνούν κατά πόσο η βράχυνση που έχει προκληθεί στο αριστερό κάτω άκρο έχει επιπτώσεις στην κίνηση του ενάγοντα. Η θέση του ΜΥ1 ήταν ότι αυτή η βράχυνση είναι πολύ μικρή και δύναται να εξισορροπηθεί από τον οργανισμό χωρίς πρόβλημα. Όμως πιστεύω ότι δεν λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι ο ενάγοντας απασχολείται σε χειρονακτική εργασία όπου αυτή η μικρή βράχυνση του ισχίου μπορεί να ενοχλεί τον ενάγοντα μετά από κόπωση. Ο Δρ. Πηλαβάκης εκτίμησε ότι το πρόβλημα κίνησης δεν είναι σοβαρό αλλά δύναται αυτό να επιδεινωθεί με το πέρασμα του χρόνου. Όμως λαμβάνεται υπόψη ότι ήδη έχουν περάσει αρκετά χρόνια από την πόρωση του κατάγματος και η κατάσταση του ενάγοντα δεν φαίνεται να έχει επιδεινωθεί με το πέρασμα του χρόνου. Συνεπώς η κατάσταση του ενάγοντα στο μέλλον δεν μπορεί να προβλεφθεί με βάση την υπάρχουσα ιατρική μαρτυρία. Δέχομαι την άποψη του Δρ. Πηλαβάκη ότι υπάρχει μικρό πρόβλημα στην κίνηση, εύρημα που δεν είναι εντελώς αντίθετο με τα ευρήματα του Δρ. Αταλιανή ο οποίος ανέφερε ότι η πόρωση του κατάγματος έχει πορωθεί σε πλημμελή θέση ρεβότητας αλλά με αποτελέσματα που είναι αποδεκτά ιατρικώς. Εκείνο όμως που πρέπει να ληφθεί υπόψη μαζί με την ιατρική μαρτυρία είναι το γεγονός ότι το τραύμα προκλήθηκε πριν από πολλά χρόνια, ο ενάγοντας συνέχισε να κάνει την ίδια εργασία και η αγωγή ηγέρθηκε εναντίον του εργοδότη του μόνο πρόσφατα. Ο ενάγοντας δεν έχει δώσει ικανοποιητική εξήγηση για την συμπεριφορά του. Συνεπώς, αν και δέχομαι ότι δυνατόν να έχει ενοχλήσεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως οδηγός στην εναγόμενη εταιρεία αυτές οι ενοχλήσεις κατά την κρίση του ενάγοντα δεν είναι τόσο σοβαρές ώστε να μην μπορεί να εργαστεί κανονικά. Αναφορικά με το συμπέρασμα του Δρ. Αταλιανή ότι ο ασθενής δεν βαδίζει με χωλότητα, σε αντίθεση με το εύρημα του Δρ. Πηλαβάκη, παρατηρώ ότι και οι δύο ιατροί κατέληξαν σε συμπέρασμα σε σχέση με αυτό το σημείο παρακολουθώντας τον ενάγοντα. Ο Δρ. Αταλιανής παρακολούθησε τον ενάγοντα στο γραφείο του χωρίς να του αναφέρει οτιδήποτε. Ο Δρ. Πηλαβάκης ανέφερε ότι η χωλότητα στο βάδισμα είναι κάτι που μπορεί να παρατηρηθεί κατά την κίνηση του ενάγοντα. Επειδή δεν έχει τεθεί ενώπιον μου ενιαίο μέτρο σύγκρισης μεταξύ των δύο ιατρών σε σχέση με αυτό το σημείο, δηλαδή ότι τον έβαλαν να περπατήσει με συγκριμένο τρόπο, σε συγκεκριμένη απόσταση, και με συγκεκριμένο ρυθμό δεν μπορώ να καταλήξω σε συμπέρασμα σε σχέση με την ορθότητα των δύο εκτιμήσεων. Δεν εξήγησαν κατά πόσο αυτή η χωλότητα παρουσιάζεται πάντα κατά το περπάτημα ή μόνο μετά από κούραση. Δεν αμφισβητώ τη θέση του Δρ. Πηλαβάκη ότι τον είδε να βαδίζει με αυτό τον τρόπο. Δεν υποβλήθηκε στον ενάγοντα κατά την αντεξέταση ότι προσποιείται ώστε να είχε την ευκαιρία να αντικρούσει την θέση των εναγομένων επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι κάποτε ο ενάγοντας βαδίζει με ελαφρά χωλότητα. Δεν μπορώ να αμφισβητήσω τη θέση του Δρ. Αταλιανή ότι δεν παρατήρησε κάτι τέτοιο στο γραφείο του την ημέρα της εξέτασης του. Η πλευρά του ενάγοντα δεν τον αντεξέτασε για να μπει σε λεπτομέρεια ο μάρτυρας ακριβώς σε σχέση με τι παρακολούθησε τον ενάγοντα να κάνει στο γραφείο. Νοείται ότι αυτό αποδυναμώνει την μαρτυρία του Δρ. Πηλαβάκη διότι αναπόφευκτα καταλήγω σε συμπέρασμα ότι κάποτε ο ενάγοντας μπορεί να βαδίζει κανονικά. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ Ο νόμος περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών 174/89 (άρθρο 19) προβλέπει ότι αξιώσεις για σκοπούς του νόμου παραγράφονται εάν η αγωγή δεν εγερθεί εντός 2 ετών από την ημερομηνία του ατυχήματος. Όμως η παραγραφή της αξίωσης αφορά μόνο τον συγκεκριμένο νόμο δηλαδή την υποχρέωση του ασφαλιστή να καλύψει τις αποζημιώσεις του εργοδοτούμενου. Ο νόμος αυτός δεν περιέχει πρόνοια σε σχέση με την ευθύνη του εργοδότη έναντι του εργοδοτούμενου. Το συγκεκριμένο άρθρο αφορά το δικαίωμα του εργοδοτούμενου να αξιώνει το ποσό της απαίτησης από τον ασφαλιστή του εργοδότη. Η σχέση μεταξύ του εργοδότη και του ασφαλιστή είναι συμβατική και το δικαίωμα κάλυψης του εργοδότη αφορά την συμβατική σχέση που δεν είναι επίδικο ζήτημα στην παρούσα αγωγή. Η ευθύνη του εργοδότη έναντι του εργοδοτούμενου διέπεται από άλλη νομοθεσία. Κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής ο νόμος που είχε εφαρμογή για την παραγραφή ισχυριζόμενων αστικών αδικημάτων ήταν το Κεφάλαιο 15. Η περίοδος παραγραφής σε σχέση με αγώγιμα δικαιώματα που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο 15 έχει ανασταλεί με νόμο που προνοεί για προσωρινές διατάξεις για θέματα σχετικά με την αναστολή του χρόνου παραγραφής των αγώγιμων δικαιωμάτων σε ορισμένες περιπτώσεις. (Νόμοι 57/64 και 36/82 και 217/90). Αυτοί οι νόμοι καταργήθηκαν με το Νόμο 110
(1)/2002. Ο νόμος αυτός τέθηκε σε ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 5 του Ν. 110
(1)/2002 την 1η Ιουνίου 2005. Με νέα τροποποίηση στις 31 Μαΐου 2007 με το Ν. 60
(1)/07 ενεργοποιήθηκαν οι διατάξεις του Κεφαλαίου 15 αλλά η ενεργοποίηση αυτών των διατάξεων τέθηκε σε ισχύ από τις 31/5/
- Αυτό σημαίνει ότι για σκοπούς υπολογισμού του χρόνου παραγραφής για αγώγιμο δικαίωμα που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 15 η ημερομηνία έναρξης υπολογισμού του χρόνου παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος είναι η 31η Μαΐου
- Αυτή ήταν και η θέση του Εφετείου όταν ερμήνευσε τις σχετικές διατάξεις του Νόμου 110
(1)/2002 στην απόφαση N.S.K. Leather Plast Ltd. v Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ., Πολιτική Έφεση 162/05 ημερομηνίας 6 Φεβρουαρίου
- Δεν έχει εφαρμογή το Κεφάλαιο 15 και οι πιο πάνω διατάξεις αφ'ης στιγμής υπάρχει ειδικός νόμος το άρθρο 68 του Κεφ. 148 το οποίο προβλέπει ότι καμία αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αν αυτή εγερθεί εντός τριών ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία ηγέρθηκε η αγωγή. Αυτός ο νόμος έχει ειδική εφαρμογή σε σχέση με τη διάπραξη αστικών αδικημάτων έναντι των διατάξεων που περιέχονται στο κεφάλαιο
- Όμως ο νόμος 171
(1)/2006 τέθηκε σε ισχύ με την δημοσίευση του στην επίσημη εφημερίδα κατά το έτος 2006 και δεν υπήρχε ρητή πρόνοια στον νόμο αυτό ότι θα είχε αναδρομική ισχύ. Επομένως, ο χρόνος έναρξης του υπολογισμού του χρόνου παραγραφής για σκοπούς διάπραξης αστικού αδικήματος με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 68(α) του Κεφ. 148 είναι η ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ αυτός ο νόμος. Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το αγώγιμο δικαίωμα που βασίζεται στα γεγονότα που εκτίθενται στην Έκθεση απαιτήσεως δεν έχει παραγραφεί. ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΤΟ ΑΤΥΧΗΜΑ Οι εναγόμενοι δεν είχαν θέσει σε εφαρμογή ασφαλές σύστημα εργασίας σε σχέση με τους οδηγούς των φορτηγών. Ο ενάγοντας γνώριζε τα προβλήματα που υπήρχαν σε σχέση με το φορτηγό που οδηγούσε και γνώριζε τους κινδύνους που αντιμετώπιζε όταν ανέβαινε και κατέβαινε από το φορτηγό. Όμως αυτό δεν απαλλάσσει τους εναγόμενους από την ευθύνη να θέσουν σε εφαρμογή ένα ασφαλές σύστημα εργασίας. Το πίσω μέρος του φορτηγού βρισκόταν σε ύψος 1 μέτρο από το έδαφος. Ο κάθε οδηγός δεν μπορούσε να ανεβεί στο πίσω μέρος του φορτηγού με ευκολία, έπρεπε να αναρριχηθεί στην ανοικτή πόρτα του φορτηγού διά να ανεβεί πάνω στο φορτηγό. Αυτή η κατάσταση έθετε σε κίνδυνο τους οδηγούς και η εταιρεία όφειλε να λάβει μέτρα διά να αποφύγει τον κίνδυνο. Σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΕ2 ήταν εύκολο για την εταιρεία να προμηθεύσει τους οδηγούς με εξοπλισμό προσπέλασης των οδηγών στο φορτηγό και να υποδείξει στους οδηγούς ορθό τρόπο διά τη χρήση αυτού του εξοπλισμού. Ο ενάγοντας μπορεί να ήταν απρόσεκτος όταν πάτησε λανθασμένα με αποτέλεσμα να μπλεχτεί το πόδι του στην αλυσίδα. Όμως ο λόγος που πάτησε λανθασμένα ήταν το γεγονός ότι υπήρχαν εμπορεύματα στο πίσω μέρος του φορτηγού και δεν υπήρχε χώρος στο πίσω μέρος του φορτηγού για να πατήσει. Δεν υπήρχε σε λειτουργία ασφαλές σύστημα εργασίας διότι δημιουργήθηκε μία επικίνδυνη κατάσταση για τους εργοδοτούμενους και ήταν υπόχρεοι οι εργοδοτούμενοι να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί όταν βάδιζαν στο φορτηγό για να αποφύγουν τον κίνδυνο. Η θέση της υπεράσπισης ότι δεν υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του εργοδότη και του ατυχήματος δεν με βρίσκει σύμφωνη. Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι το ατύχημα συνέβηκε όταν ο ενάγοντας στην προσπάθεια του να κατεβεί από το φορτηγό μπλέχτηκε το πόδι του στην αλυσίδα. Η αλυσίδα ήταν μέσα στην κάσα του φορτηγού διότι η πόρτα ήταν ανοικτή για να μπορέσει ο ενάγοντας να κατεβεί από το φορτηγό. Συνεπώς, είναι η απουσία ασφαλούς συστήματος εργασίας που οδήγησε στην πρόκληση του δυστυχήματος. Εάν υπήρχε ασφαλές σύστημα εργασίας, επί παραδείγματι σκάλα για ασφαλή προσπέλαση στο φορτηγό, η συγκεκριμένη σειρά των γεγονότων δεν θα συνέβαινε κατά την προσπάθεια του ενάγοντα να κατεβεί από το φορτηγό. Αναγνωρίζεται στο κοινοδίκαιο ότι ο εργοδότης έχει το καθήκον να ασκεί εύλογη επιμέλεια και προσοχή για να προφυλάξει τον εργοδοτούμενο του από οποιοδήποτε κίνδυνο που ο λογικός άνθρωπος θα θεωρούσε προβλεπτό κίνδυνο κατά την εργοδότηση του εργοδοτούμενου. (Clerk & Linsdsell on Torts, Sweet & Maxwell, Eleventh Edition, Section 12 Master and Servant, Employers Duty par. 636). Στην ίδια παράγραφο στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell επεξηγείται ποια είναι τα όρια αυτού του καθήκοντος. 1) Employ competent servants. Να εργοδοτεί ικανούς υπαλλήλους. 2) Provide and maintain adequate plant and appliances for the work carried. Να παρέχει το σωστό χώρο εργασίας και εργαλεία για την σωστή εκτέλεση της εργασίας ως και επίσης να συντηρεί το χώρο εργασίας και τα εργαλεία. 3) Provide and enforce a safe system of work. Να παρέχει και να εφαρμόσει ασφαλές σύστημα εργασίας. Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν εφαρμόσει αυτό το κριτήριο κατά την εξέταση εργατικών ατυχημάτων και η Βουλή με τη θέσπιση του Νόμου που προνοεί για την Ασφάλεια και Υγεία στην Εργασία 89
(1)/96 έχει θεσμοθετήσει και ενσωματώσει στο Νόμο αυτό τις αρχές του κοινοδικαίου που αφορούν το καθήκον του εργοδότη προς τον εργοδοτούμενο για την ασφάλεια του κατά την εργοδότηση του. Το άρθρο 13 του νόμου προνοεί ότι ο εργοδότης είναι υπόχρεος να συντηρεί οποιοδήποτε μηχάνημα ή να το προσαρμόσει ώστε να είναι ασφαλές για τον εργοδοτούμενο. Στην απόφαση St. Marina Sporting Promotions Ltd. v Dimitrov 1 ΑΑΔ 1663
(2004), εμφαίνεται καθαρά ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια ταυτίζονται με τα κριτήρια του κοινοδικαίου σε σχέση με τα όρια του καθήκοντος του εργοδότη προς τον εργοδοτούμενο να τον προφυλάξει από τον κίνδυνο ατυχημάτων. Τα όρια του καθήκοντος είναι ο εργοδότης να προφυλάξει τον εργοδοτούμενο από προβλεπτό κίνδυνο ή από πιθανό κίνδυνο ο οποίος θα μπορούσε σε λογικό άνθρωπο να είναι προβλεπτός. Το καθήκον του εργοδότη και κατά πόσο έχει παραβεί το καθήκον του προς τον εργοδοτούμενο του σε κάθε περίπτωση πρόκλησης εργατικού ατυχήματος εξαρτάται από τα γεγονότα της υπόθεσης. Επί παραδείγματι στην υπόθεση Μιχαήλ ν Φιλίου Γ. Συκοπετρίτης Λτδ. 1 ΑΑΔ 1049
(2000), το εργατικό δυστύχημα επεσυνέβη λόγω ελαττωματικής μηχανής κατασκευής εξαρτημάτων ένωσης πλαστικών σωλήνων όταν ο εργάτης έκανε χρήση της μηχανής με μη ενδεδειγμένο τρόπο και τα δόντια της μηχανής έκλεισαν πάνω στο χέρι του. Το Εφετείο βρήκε ότι ο εργοδότης είχε παραβεί το καθήκον του προς τον εργοδοτούμενο του όχι μόνο επειδή η μηχανή ήταν ελαττωματική αλλά επειδή δεν έδωσε σωστές οδηγίες χειρισμού της μηχανής στον εργοδοτούμενο και δεν τον προειδοποίησε για τους πιθανούς κινδύνους χρήσης της μηχανής. Στην υπόθεση Αναγνού ν Alco Filters (Cyprus) Ltd. 1 ΑΑΔ 918
(2002), το Εφετείο τόνισε ότι το καθήκον επιμέλειας του εργοδότη δεν εντοπίζεται μόνο στον εντοπισμό πιθανού κινδύνου αλλά στο προβλεπτό του κινδύνου και τη δυνατότητα αποτροπής του κινδύνου με λογικά μέσα. Σε εκείνη την περίπτωση ο εργοδοτούμενος τραυματίστηκε σοβαρά στο χέρι ενώ χειριζόταν μηχανή 'πρέσας'. Ο εργοδότης είχε προσκομίσει μαρτυρία ότι στο παρελθόν δεν επεσυνέβη τέτοιο περιστατικό. Παρόλο όμως ότι η πιθανότητα εκδήλωσης του κινδύνου ήταν μικρή ο εργοδότης δεν απαλλάγηκε της ευθύνης του για τη λήψη προστατευτικών μέτρων εφόσον ο κίνδυνος τέτοιου ατυχήματος ήταν προβλεπτός. Στην Αγγλική υπόθεση Τhorogood v Van den Berghs [1951] 2 K.B. 537, ένας υπάλληλος τραυματίστηκε όταν αυτός επιχείρησε να επιδιορθώσει ένα ανεμιστήρα όταν αυτός βρισκόταν σε κίνηση. Ο υπάλληλος όφειλε να είχε σταματήσει τον ανεμιστήρα πριν επιχειρήσει να τον διορθώσει. Παρόλο τούτου κρίθηκε ότι ο εργοδότης είχε ευθύνη για το δυστύχημα διότι δεν έλαβε τα δέοντα μέτρα να προφυλάξει τους υπαλλήλους του από τον συγκεκριμένο κίνδυνο. Στην Αγγλική υπόθεση Jones v Vauxhall Motors [1955] 1 Lloyd's Report, υποδείχθηκε από το Δικαστήριο ότι ο εργοδότης δεν οφείλει μόνο να λάβει υπόψη του την πιθανότητα ένας συγκεκριμένος κίνδυνος να εκδηλωθεί. Οφείλει και να λάβει υπόψη του πόσο σοβαρές θα είναι και οι συνέπειες στον εργοδοτούμενο εάν ο συγκεκριμένος κίνδυνος εκδηλωθεί. Στο σύγγραμμα Clerk & Linsdell on Torts, par.639, επεξηγείται ότι κάθε περίπτωση θα πρέπει να κριθεί από τα γεγονότα της. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να κριθεί κατά πόσο ο εργοδότης όφειλε να εφαρμόσει ασφαλές σύστημα εργασίας για τον συγκεκριμένο κίνδυνο αφού ληφθεί υπόψη η φύση της συγκεκριμένης εργασίας και κατά πόσο αυτή η εργασία θέλει κάποια οργάνωση και επίβλεψη για να είναι ασφαλής. Θεωρώ ότι η περίπτωση η δική μας είναι μία όπου επιβάλλεται ο εργοδότης να εφαρμόσει ασφαλές σύστημα εργασίας. Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, Section 14 - Onus of Proof σελ. 397, επεξηγείται ότι ακόμη και στην περίπτωση που η αιτία του ατυχήματος είναι άγνωστη αυτό δεν εμποδίζει τον ενάγοντα στη διεκδίκηση των αποζημιώσεων εάν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα από τα γεγονότα που πλαισιώνουν το ατύχημα ότι το ατύχημα οφείλεται στην αμέλεια του εργοδότη. Επί παραδείγματι στην υπόθεση G & C Calibers Ltd. ν Λεμεσιανού 1 ΑΑΔ 948
(2003), το δάκτυλο του εργοδοτούμενου ακρωτηριάστηκε από μία μηχανή όταν αφού ήταν σταματημένη άρχισε να εργάζεται. Ήταν άγνωστο γιατί το μηχάνημα άρχισε να εργάζεται ξαφνικά. Πιθανόν το μηχάνημα να άρχισε να εργάζεται επειδή ο εργοδοτούμενος κατά λάθος είχε κτυπήσει ένα κουμπί. Παρόλο που τα ακριβή αίτια του ατυχήματος ήταν άγνωστα, τα γεγονότα ως σύνολο επέτρεπαν την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων που καταδείκνυαν ότι αιτία για το δυστύχημα ήταν η μη ύπαρξη ασφαλούς συστήματος εργασίας. Ο εργοδότης είχε αναθέσει τον καθαρισμό του επικίνδυνου μηχανήματος σε ένα εργάτη με μειωμένη γνώση και εμπειρία και τον άφησε να εκτελέσει τα καθήκοντα του κάτω από επικίνδυνες συνθήκες. Στην Αγγλική υπόθεση Rysdale v Blackfriars [1952] 2 Lloyd's Rep. 31, o εργοδοτούμενος τραυματίστηκε όταν ένα ελαττωματικό κάλυμμα υποχώρησε με αποτέλεσμα αυτός να πέσει. Δεν ήταν γνωστό γιατί το κάλυμμα είχε υποχωρήσει αλλά η ευθύνη του εργοδότη ήταν καθαρή και δεν αναμενόταν από το Δικαστήριο ο εργοδοτούμενος να αποδείξει θετικά το λόγο γιατί το ατύχημα επεσυνέβη. Στην παρούσα περίπτωση η αμέλεια του εργοδότη έγκειται σε δύο σημεία: πρώτο, στην αδυναμία του να καταστήσει ασφαλή τη χρήση του φορτηγού και, δεύτερο, στην αδυναμία του να θέσει σε ισχύ ασφαλές σύστημα εργασίας ήτοι ασφαλή τρόπο προσπέλασης στο φορτηγό. Συμφωνώ απόλυτα με τις παρατηρήσεις της επιθεωρήτριας εργασίας. Το φορτηγό χρησιμοποιείται για τη μεταφορά αντικειμένων. Οι οδηγοί καλούνται συνεχώς να ανεβαίνουν στο φορτηγό για τη φόρτωση και εκφόρτωση του φορτηγού. Όταν η κάσα του φορτηγού είναι ανοικτή και το φορτηγό είναι γεμάτο από εμπορεύματα δεν υπάρχει χώρος για τον οδηγό να κινείται. Η παρουσία της αλυσίδας στο φορτηγό δημιουργεί μία επικίνδυνη κατάσταση με προβλεπτό το ενδεχόμενο ο οδηγός να μην πατήσει σωστά με αποτέλεσμα να πέσει. Το φορτηγό βρίσκεται σε ύψος από το έδαφος και είναι γι'αυτό το λόγο που ο ενάγοντας υπέστη συντριπτικό κάταγμα ισχύος με την πτώση από το φορτηγό. Θεωρώ ότι η πτώση του οδηγού από το φορτηγό είναι προβλεπτός κίνδυνος για τον εργοδότη. Όφειλε να λάβει τα δέοντα μέτρα για να ασφαλίσει τους εργοδοτούμενους του από τον κίνδυνο. Θα ήταν εύκολο για τον εργοδότη να παρέχει μικρή σκάλα για τον κάθε οδηγό. Η παράλειψη του να προβεί σε ανώδυνα μέτρα για την αποφυγή προβλεπτού κινδύνου και να έχει σε ισχύ ασφαλές σύστημα εργασίας τον καθιστά υπόλογο για το ατύχημα του ενάγοντα ακόμη με δεδομένο ότι ο ενάγοντας δυνατόν να μην ήταν προσεκτικός την ώρα που επιχείρησε να κατεβεί από το φορτηγό. ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Ειδικές Ο κ . Παπαλοΐζου περιόρισε την απαίτηση του για απώλεια μισθών στο ποσό των 2560.00 ευρώ. Αυτό το ποσό αφορά τη διαφορά μεταξύ του μισθού του και του επιδόματος κοινωνικών ασφαλίσεων για την περίοδο από 17 Ιανουαρίου 2001 μέχρι 31 Μαΐου 2001. Είναι γεγονός ότι με το επίδομα των κοινωνικών ασφαλίσεων ο ενάγοντας δεν απώλεσε τους μισθούς του για την πιο πάνω χρονική περίοδο. Όμως το επίδομα των κοινωνικών ασφαλίσεων δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη ως αποζημίωση συμφώνως των προνοιών του άρθρου 65(β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148. Συνεπώς, ο ενάγοντας έχει αποδείξει ότι δικαιούται το ποσό των 2560.00 ευρώ σε ειδικές αποζημιώσεις. Αποδεικνύεται το ποσό 8(α), και 8(β) της Έκθεσης Απαίτησης. Αυτό το ποσό έγινε αποδεκτό από την άλλη πλευρά. Αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ2 και της ΜΥ3 σε σχέση με την ημερομηνία επιστροφής του ενάγοντα στην εργασία του ήτοι την 1 Ιουνίου. Ο ενάγοντας υπέστη ένα σοβαρό κάταγμα στο ισχίο. Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση όπου του τοποθετήθηκαν υλικά οστεοσύνθεσης για την πόρωση του κατάγματος. Νοσηλεύθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο για δέκα ημέρες και έμεινε σπίτι με αναρρωτική άδεια για πολλούς μήνες. Ο πόνος, οδύνη και ταλαιπωρία του ενάγοντα ενόψει του τραυματισμού είναι δεδομένος. Η πόρωση του κατάγματος είναι ικανοποιητική και έχει μία φυσιολογική ζωή αλλά συνεχίζει να κουράζεται μετά από χειρονακτική εργασία και υπάρχει κάποιος περιορισμός των κινήσεων όπως αδυναμία να κάνει βαθύ κάθισμα. Ο περιορισμός των κινήσεων αντιμετωπίζεται ικανοποιητικά, σύμφωνα με τον Δρ. Αταλιανή αλλά όχι μετά από σωματική κούραση. Επιπρόσθετα, θα αναγκασθεί να υποβληθεί εκ νέου σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης. Θα ταλαιπωρηθεί εκ νέου και θα εκθέσει τον εαυτό του σε κίνδυνο όταν θα υποβληθεί εκ νέου σε μία χειρουργική επέμβαση. Δέχομαι ότι κάποτε βαδίζει με ελαφρά χωλότητα. Στην απόφαση Polycarpou v Adamou 1 CLR
(1988)727, το Εφετείο επεξήγησε ότι ο σκοπός των γενικών αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του ενάγοντα εις ότι αφορά απώλειες που θα υποστεί σε σχέση με μελλοντικά του εισοδήματα, απώλειες σε σχέση με την απόλαυση της ζωής, και απώλειες οι προκύπτουν από τον πόνο και ταλαιπωρία που έχει υποστεί συνέπεια του δυστυχήματος. Το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του όλα τα σχετικά γεγονότα και δεδομένα για να επιδικάσει δίκαιη αποζημίωση στον ενάγοντα. Στην υπόθεση Συκοπετρίτης ν Χριστοδούλου 1 ΑΑΔ 218
(2004),ο ενάγοντας είχε υποστεί σοβαρό κάταγμα μηριαίου οστού. Το τραύμα του ενάγοντα ήταν πιο σοβαρό από τη δική μας περίπτωση διότι για αποκατάσταση του μηριαίου οστού χρειάσθηκε να γίνει επέμβαση για ολική αρθροπλαστική του δεξιού ισχίου και υπήρξε μόνιμη ζημιά συνέπεια του κατάγματος με αποτέλεσμα να αναγκασθεί ο τραυματίας ηλικίας 47 ετών να αλλάξει εργασία από αποθηκάριος σε κλητήρα. Υπήρξε κάποιος περιορισμός των κινήσεων. Το Δικαστήριο επιδίκασε το ποσό των ΛΚ35.000,00. Λήφθηκε υπόψη η μόνιμη ζημιά που άφησε το τραύμα και η απώλεια των μελλοντικών απολαβών. Στην υπόθεση Χριστόφορου ν Χαραλάμπους 1 ΑΑΔ 560
(1993), ο ενάγοντας υπέστη σοβαρό κάταγμα της άρθρωσης του δεξιού ισχίου και υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση για τη στερεοποίηση της δεξιάς μηριαίας άρθρωσης με την ένθεση οστιαίων ενώσεων. Έμεινε στο νοσοκομείο για έξη εβδομάδες, έμεινε εντελώς ανίκανος για εργασία και είχε σοβαρό περιορισμό των κινήσεων του δεξιού ποδιού. Θα χρειαζόταν μελλοντική αρθροπλαστική εγχείρηση για την αντιμετώπιση της αναμενόμενης επιδείνωσης του ποδιού. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε το ποσό των ΛΚ8.000,00 σε γενικές αποζημιώσεις πόσο που κρίθηκε ανεπαρκές και το Εφετείο αύξησε το ποσό στις ΛΚ12.000,00. Στην υπόθεση Χήρα ν Παπαιωάννου 1 ΑΑΔ 665
(1995), ο ενάγοντας υπέστη μόνο εξάρθρωμα του αριστερού ισχίου που χρειάσθηκε ανάταξη κάτω από γενική αναισθησία. Το ποσό των ΛΚ2.500,00 σε γενικές αποζημιώσεις κρίθηκε επαρκές. Η δική μας η περίπτωση είναι λιγότερο σοβαρή από τις δύο πρώτες περιπτώσεις αλλά πιο σοβαρή από την τρίτη περίπτωση διότι υπήρξε συντριπτικό κάταγμα του ισχίου με βράχυνση μεταξύ του γονάτου και του ισχίου με αλλαγή στην γωνία της άρθρωσης που προκαλεί τα προβλήματα κίνησης που περιγράφονται πιο πάνω. Δεν υπάρχει καθαρή εικόνα της μελλοντικής εξέλιξης του τραύματος, δηλαδή εάν θα υπάρχουν μετατραυματικές αλλοιώσεις στο σημείο του κατάγματος, αν και αυτό είναι πολύ πιθανό σύμφωνα με τον Δρ. Πηλαβάκη, όμως εκείνο που κρίνεται αναγκαίο είναι μελλοντική χειρουργική επέμβαση με όλα τα επακόλουθα μίας τέτοιας επέμβασης. Συνεπώς, το μόνο ποσό που δικαιολογείται για τη μελλοντική αποκατάσταση του ενάγοντα είναι το ποσό που θα χρειασθεί για τη νέα εγχείρηση. Αυτό το ποσό έχει υπολογισθεί στο ποσό των (ΛΚ1.000,00) 1710.00 ευρώ. Λαμβάνω υπόψη ότι ο ενάγοντας είναι σε ηλικία συνταξιοδότησης και δεν είναι γνωστό πότε θα υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση για να είναι γνωστό ότι θα απωλέσει μισθούς κατά το στάδιο ανάρρωσης από τυχόν χειρουργική επέμβαση. Επίσης πρέπει να ληφθεί υπόψη ο πόνος και ταλαιπωρία του ενάγοντα κατά την περίοδο της νοσηλείας του στο Γενικό Νοσοκομείο και κατά την περίοδο της ανάρρωσης του στο σπίτι. Λαμβάνω υπόψη μου τον περιορισμό των κινήσεων που παρατηρείται συνέπεια της βράχυνσης που προκάλεσε το κάταγμα μεταξύ του γονάτου και του ισχίου. Λαμβάνω υπόψη μου ότι ο περιορισμός των κινήσεων δεν έχει επηρεάσει την ποιότητα ζωής του ενάγοντα γενικά αλλά επιδεινώνεται μόνο μετά από έντονη χειρονακτική εργασία. Ούτε επηρεάζονται μελλοντικές απολαβές του ενάγοντα καθώς αυτός βρίσκεται σε ηλικία συνταξιοδότησης. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου ότι ο ενάγοντας εκτελεί την εργασία του για αρκετά χρόνια χωρίς να παραπονεθεί με αποτέλεσμα να καθυστερήσει πολλά χρόνια στην έγερση της αγωγής. Αυτό δεν αναιρεί την ιατρική μαρτυρία που έχω ακούσει σε σχέση με περιορισμό των κινήσεων του ενάγοντα αλλά αποδεικνύει ότι η σωματική κατάσταση του ενάγοντα δεν είναι τέτοια που να τον εμποδίζει να εκτελεί τα καθήκοντα ή να έχει φυσιολογική ζωή. Αφού έλαβα υπόψη μου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι το ποσό των 10000.00 ευρώ είναι ικανοποιητικό ως γενικές αποζημιώσεις σε πλήρη αποκατάσταση του ενάγοντα. Ο ενάγοντας καθυστέρησε να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Θεωρώ ότι συντρέχει ειδικός λόγος που να δικαιολογεί απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι θα πρέπει να λογισθεί νόμιμος τόκος επί του ποσού της αποζημίωσης από την ημερομηνία πρόκλησης του ατυχήματος. Ο νόμιμος τόκος επί των γενικών αποζημιώσεων θα λογίζεται από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Σε σχέση με τις ειδικές ζημιές, ήτοι το ποσό των 2692.00 ευρώ (ΛΚ150,00 ΛΚ25,00, 2560.00 ευρώ) εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 και ο τόκος λογίζεται από τις 17 Ιανουαρίου 2001. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των 10000.00 ευρώ (Γενικές Αποζημιώσεις) με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής και για το ποσό των 2692.00 ευρώ (Ειδικές Αποζημιώσεις) με νόμιμο τόκο από τις 17.1.2001. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο