DAIRY KING LTD ν. ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ, Αγ. Αρ. 5066/04, 28.7.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A269 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Eνώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγ. Αρ. 5066/04 Μεταξύ: DAIRY KING LTD Ενάγουσας - και - ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ Εναγόμενου ---------------------------- Ημερομηνία: 28.7.2010 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Λ. Λουκαϊδης Για τον Εναγόμενο: κ. Χ"Ιωάννου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο εναγόμενος οργανισμός (στο εξής ο Οργανισμός) είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, το οποίο ιδρύθηκε το 1969 (Ν.4/1969)με κύρια αποστολή την οργάνωση της εγχώριας γαλακτοκομικής βιομηχανίας προς όφελος των παραγωγών και των καταναλωτών γάλατος. Η ενάγουσα προμηθευόταν γάλα από τον Οργανισμό και, όπως ισχυρίζεται, βάσει των μεταξύ τους συμφωνιών ο Οργανισμός είχε υποχρέωση να την προμηθεύει εβδομαδιαίως 100-150.000 λίτρα γάλα, ποσότητα απαραίτητη για τις ανάγκες της επιχείρησης της. Όμως, κατά ή περί τον Ιούλιο του 1991 ο Οργανισμός χωρίς να της δώσει τη λογική και/ή νόμιμη προειδοποίηση των δύο χρόνων και πέντε μηνών, «.παράνομα και/ή αδικαιολόγητα και/ή κατά παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων και/ή εκμεταλλευόμενος τη δεσπόζουσα θέση στην αγορά γάλατος κατά παράβαση του άρθρου 6 του περί Ανταγωνισμού Νόμου του 1989..» σταμάτησε να την προμηθεύει με τη συμφωνηθείσα ποσότητα γάλατος και/ή με οποιαδήποτε ποσότητα, με αποτέλεσμα να την αναγκάσει, περί τον Ιούλιο του 1992, σε άρση των εργασιών της και να της προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά. Στη βάση αυτή αξιώνει εναντίον του Οργανισμού Γενικές και Τιμωρητικές αποζημιώσεις, καθώς επίσης και ειδικές ύψους Λ.Κ. 277.750 τις οποίες προσδιορίζει ως ακολούθως:
- Λ.Κ.18.000, ως έξοδα συντήρησης και καταβολή μισθών προς τους υπαλλήλους της για ένα χρόνο.
- Λ.Κ.30.000, αξία 15 τόνων χαλλουμιών τα οποία παρέμειναν αδιάθετα.
- Λ.Κ.107.250, ποσό που θα είσπραττε αν ήταν σε θέση να εκπληρώσει τις συμφωνίες ημερ. 2.1 και 15.7.91 που είχε συνάψει με την εταιρεία PANTARTIS.
- Λ.Κ.72.500, ποσό που αντιπροσωπεύει διαφυγόν κέρδος για περίοδο 2 χρόνων και 5 μηνών και
- Λ.Κ.50.000, αξία μηχανημάτων της επιχείρησης της τα οποία παρά τις προσπάθειες της δεν κατόρθωσε να πωλήσει. Ο Οργανισμός αρνείται τις απαιτήσεις της ενάγουσας και όσα επικαλείται για στήριξη τους. Πανομοιότυπη απαίτηση, διατείνεται, προβλήθηκε από την ενάγουσα υπό μορφή ανταπαίτησης στο πλαίσιο της αγωγής 1011/92, την οποία καταχώρισε εναντίον της ο Οργανισμός και στην οποία εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στις 13.3.1998 προς όφελος του Οργανισμού με ταυτόχρονη απόσυρση και απόρριψη της ανταπαίτησης. Επομένως, για τα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα διαδικασία υπάρχει δεδικασμένο και η αγωγή πρέπει να απορριφθεί. Εν πάση περιπτώσει, η ενάγουσα άρχισε να προμηθεύεται γάλα από τον Οργανισμό τον Απρίλιο του 1983 και η μεταξύ τους συνεργασία υπήρξε προβληματική λόγω του ότι η ενάγουσα δεν ήταν συνεπής στις οικονομικές της υποχρεώσεις, με αποτέλεσμα στις 31.12.1991 το χρεωστικό της υπόλοιπο να ανέλθει μαζί με τους τόκους στις Λ.Κ. 58.462,07 που ήταν και η αξίωση του Οργανισμού στην αγωγή 1011/
- Παρόλ' αυτά, ο Οργανισμός δεν της διέκοψε την παροχή γάλατος και συνέχισε να της χορηγεί γάλα στη βάση των μεταξύ τους συμφωνιών, κατάσταση που διήρκησε μέχρι το Μάιο του 1993 οπόταν η ενάγουσα χωρίς να τακτοποιήσει την οφειλή της σταμάτησε να παραλαμβάνει γάλα. Κατά συνέπεια η αγωγή είναι αβάσιμη και κατ΄ επίκληση των πιο πάνω ζητά με ανταπαίτηση δύο δηλωτικές αποφάσεις, τις οποίες βεβαίως η ενάγουσα απορρίπτει. Η πρώτη, ότι η ενάγουσα εξακολουθεί να οφείλει στον Οργανισμό ό,τι εκ συμφώνου του επιδικάστηκε στην αγωγή 1011/92 και, η δεύτερη, ότι κατά την περίοδο 1985-1991 νόμιμα ο Οργανισμός χρέωσε το λογαριασμό της με τόκους ύψους Λ.Κ. 43.983,
- Με τη σκιαγράφηση των εκατέρωθεν δικογραφημένων θέσεων είναι πρόδηλο ότι έχουν προσδιορισθεί και τα τέσσερα επίδικα θέματα που προβάλλουν προς εξέταση - δεδικασμένο, οι αποδιδόμενες στον Οργανισμό παραβάσεις, οι αξιούμενες αποζημιώσεις και το βάσιμο της Ανταπαίτησης - αλλά προτού συνοψισθεί η μαρτυρία των τριών μαρτύρων που κατέθεσαν για την ενάγουσα και των τεσσάρων που κατέθεσαν για τον Οργανισμό, θα ΄ταν χρήσιμη η αναδρομή στο ιστορικό της διαφοράς και η καταγραφή ως ευρημάτων του Δικαστηρίου όλων εκείνων των γεγονότων που από την εξέταση των δικογράφων και της προσαχθείσας μαρτυρίας είναι παραδεκτά ή δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Έχουν ως ακολούθως: Η ενάγουσα γράφτηκε στον Έφορο Εταιρειών με την επωνυμία Techodairy Industries Ltd, την οποία στη συνέχεια άλλαξε σε Dairy King Ltd και υπό την διεύθυνση του Μ. Κωνσταντινίδη (ΜΕ.1) εξασφάλισε τις απαραίτητες άδειες και πιστοποιητικά (Τεκμ. 1-6, 43 και 44) και άρχισε να προμηθεύεται γάλα από τον Οργανισμό το
- Την τότε περίοδο υπήρξε πλεόνασμα αγελαδινού γάλατος (τεκμ.14), για αξιοποίηση του οποίου ο Οργανισμός ζήτησε τη συνδρομή των εγχώριων γαλακτοκομικών βιομηχανιών. Μεταξύ αυτών και τη συνδρομή του ΜΕ. 1, από τον οποίο ζητούσε απόψεις για προώθηση σχεδίων κατασκευής κόκκινου τυριού τύπου EDAM (τεκμ.7). Διευκρινίζεται επί του προκειμένου ότι η μνεία της πρόσκλησης αυτής γίνεται γιατί την επικαλέσθηκε ο ΜΕ. 1 για προώθηση της θέσης αφενός μεν ότι ο Οργανισμός εκτιμούσε τα προσόντα και τις γνώσεις του και, αφετέρου, ότι τότε η συνεργασία τους δεν παρουσίαζε οποιοδήποτε πρόβλημα. Ωστόσο υπήρχαν προβλήματα μεταξύ Οργανισμού και των γαλακτοκομικών βιομηχανιών λόγω του ότι οι βιομηχανίες δεν ήταν συνεπείς προς τις οικονομικές τους υποχρεώσεις. Για τον λόγο αυτό ο Οργανισμός αποφάσισε την επιβολή από 1.2.85 τόκου 9% ετησίως σε κάθε μεταγενέστερο μηνιαίο χρεωστικό υπόλοιπο και προς τούτο τους απέστειλε σχετική επιστολή ημερ. 16.1.85 (τεκμ.13). Μεταξύ αυτών και προς την ενάγουσα, το χρεωστικό υπόλοιπο της οποίας κατά την 31.12.1984 είχε ανέλθει στο ποσό των Λ.Κ. 45.579,47 και κατά την 31.12.1985 εκτοξεύτηκε στις Λ.Κ.104.285,51 και για το οποίο υπογράφηκαν δύο συμφωνίες ημερ. 18.2.1986 (τεκμ. 8 και 9), με τις οποίες δεσμεύτηκε η ποσότητα χαλουμιών που είχε η ενάγουσα σε ψυκτικούς θαλάμους στα Λατσιά και η οποία μπορούσε να πωληθεί με την έγκριση του Οργανισμού και όποιο ποσό θα εισπραττόταν θα καταβαλλόταν έναντι του χρέους της. Παρά την πιο πάνω συμφωνία και παρά το γεγονός ότι ο Οργανισμός συμφώνησε στις 19.3.1988 (τεκμ. 11) να αγοράσει από την ενάγουσα 20 μετρικούς τόνους χαλούμι, το χρέος εξακολουθούσε να είναι σε ψηλά επίπεδα και στις 25.5.88 ο Οργανισμός αποφάσισε να της διακόψει την παροχή γάλατος, εκτός και αν ήταν διατεθειμένη να πληρώνει τοις μετρητοίς την αξία του γάλατος που θα έπαιρνε και, περαιτέρω, να καταβάλει στον Οργανισμό κάποιο ποσό έναντι του χρέους της και να εισηγηθεί χρονοδιάγραμμα πληρωμής του υπολοίπου. Η πιο πάνω απόφαση κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα με επιστολή ημερ. 28.5.88 (τεκμ. 12) και μετά από διαβουλεύσεις - με την παρέμβαση και του τότε Υπουργού Εμπορίου και Βιομηχανίας - συμφωνήθηκε όπως ο Οργανισμός συνεχίσει να της χορηγεί γάλα νοουμένου ότι θα πλήρωνε τοις μετρητοίς την αξία του γάλατος που θα παραλάμβανε και επιπλέον θα κατέβαλλε και 25% της εν λόγω αξίας έναντι του χρέους της. Ωστόσο, ούτε αυτή η συμφωνία λειτούργησε ικανοποιητικά και για αποπληρωμή μέρους του χρέους ο Οργανισμός συμφώνησε στις 9.7.88 (τεκμ.15) να αγοράσει από την ενάγουσα ακόμη 12 μετρικούς τόνους χαλούμι. Περαιτέρω, στις 26.8.1988 (τεκμ. 30), η ενάγουσα δεσμεύτηκε να καταβάλει στον Οργανισμό έναντι του χρέους της Λ.Κ. 20.000 με τόκο 9% ετησίως με μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ. 500 η κάθε μία, της πρώτης πληρωτέας την 10.9.1988 και ακολούθως την 10η ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι την εξόφληση και ως ασφάλεια δέχτηκε να επιβαρύνει προς όφελος του Οργανισμού μηχανήματα και σκεύη εκτιμημένης αξίας Λ.Κ. 32.
- Όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία, η συμφωνία που έγινε με την παρέμβαση του Υπουργού Εμπορίου και Βιομηχανίας δεν επέφερε και την οριστική λύση των προβλημάτων στη συνεργασία ενάγουσας και Οργανισμού. Έτσι στις 3.10.1988 ο Οργανισμός, αντί του 25% της επιπλέον αξίας που θα έπρεπε να καταβάλει η ενάγουσα για παραλαβή γάλατος, απαίτησε και τελικά κράτησε 35%, θέμα για το οποίο η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε αυθημερόν στον Υπουργό (τεκμ. 16). Παρόμοια διαμαρτυρία διατύπωσε στις 8.11.88 (τεκμ.17) στον Πρόεδρο του Συμβουλίου του Οργανισμού, με την οποία κατάγγελλε το διευθυντή του Οργανισμού, τον Α. Μαραγκό (ΜΥ.2), ότι για συνέχιση της παροχής γάλατος στη βιομηχανία του απαιτούσε να του αποκόπτει 50% αντί του 35% που, όπως ισχυριζόταν, αποκοπτόταν μέχρι τότε. Τις πιο πάνω καταγγελίες διαδέχθηκε πρόταση της ενάγουσας ημερ. 16.12.88 (τεκμ. 52), με την οποία εκδήλωνε ενδιαφέρον να προμηθεύσει τον Οργανισμό χαλούμια για τις ανάγκες της Εθνικής Φρουράς. Η πρόταση έγινε αποδεκτή και στις 30.6.90 και 31.8.90 (τεκμ. 54 και 55) υπογράφτηκαν σχετικές συμφωνίες με αποτέλεσμα το χρέος να μειωθεί σημαντικά. Παρά τη σημαντική μείωση του χρέους, τα προβλήματα στη συνεργασία μεταξύ των διαδίκων δεν εξέλειπαν και στις 26.6.1991 (τεκμ. 20) η ενάγουσα πρότεινε στον Οργανισμό να του πωλήσει κτήμα για εξόφληση των χρεών της, πρόταση που ο Οργανισμός δεν αποδέχθηκε. Ακολούθησαν επιστολές ημερ. 9.8 και 13.8.91 των τότε δικηγόρων της Ενάγουσας (τεκμ. 35 και 37), με τις οποίες η ενάγουσα επεχείρησε να εμβάσει στον Οργανισμό ποσό Λ.Κ.4.611,21 για εξόφληση - όπως ισχυριζόταν - γάλατος που παρέλαβε μέσα στον Ιούλιο του
- Ο Οργανισμός δεν αποδέχτηκε το έμβασμα με το αιτιολογικό ότι από τις αρχές του 1991 μέχρι 31.7.91 η ενάγουσα δεν παρέλαβε γάλα και το γάλα στο οποίο γινόταν αναφορά στα τεκμ. 35 και 37 παραδόθηκε στην εταιρεία PANTARTIS, η οποία λειτουργούσε στα υποστατικά της ενάγουσας. Μάλιστα στις σχετικές του επιστολές ημερ. 14 και 19.8.91 (τεκμ. 36 και 38) επεσύναπτε και δήλωση του Μ. Κωνσταντινίδη (ΜΕ.1) ημερ. 2.8.91 (τεκμ. 34), με την οποία βεβαίωνε ότι το γάλα που παρέλαβε εκείνη την ημέρα ήταν για δική του χρήση, «.και δεν σχετίζεται με προηγούμενες παραλαβές όπου παραλάμβανα γάλα για λογαριασμό της PANTARTIS DAIRY INDUSTRIES LTD μέχρι 31.7.91». Ακολούθησε η ανταλλαγή και άλλων επιστολών (τεκμ. 21-26), με τον Οργανισμό να ζητά την αποπληρωμή του χρέους και με την ενάγουσα να ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει κανένα ποσό και ότι καθιστά τον Οργανισμό υπεύθυνο για τις ζημιές που υπέστη. Όπως και καταγγελία της ενάγουσας στον Επίτροπο Διοικήσεως ημερ. 30.1.92 ότι ο Οργανισμός του στέρησε την παροχή γάλατος (τεκμ.27), καταγγελία που δεν εξετάσθηκε (τεκμ.28) λόγω του ότι ο Οργανισμός είχε καταχωρήσει στο μεταξύ την αγωγή 1011/
- Με την αγωγή 1011/92 ο Οργανισμός αξίωνε Λ.Κ.58.462,07 ως υπόλοιπο λογαριασμού συμπεριλαμβανομένων των τόκων μέχρι 31.12.1991, ενώ η ενάγουσα πέραν της απόρριψης της αξίωσης του Οργανισμού πρόβαλε ανταπαίτηση για Λ.Κ.30.000 για ισχυριζόμενες ζημιές «..λόγω παροχής γάλατος μειωμένης λιπαρότητας και/ή ελαττωματικής ποιότητας και/ή μη ανταποκρινομένων στις προδιαγραφές των περί Κυπριακών Πρότυπων και Ελέγχου Ποιότητας Νόμων 1975 έως 1983 και/ή δυνάμει των εν λόγω Νόμων Κανονισμών». (Τεκμ. 29, 32 και 42). Ό,τι εδώ χρειάζεται να καταγραφεί είναι ότι με την παρ. 8 της Έκθεσης Υπεράσπισης, η ενάγουσα πρόβαλλε τον ισχυρισμό ότι ο Οργανισμός αρνήθηκε τον Ιούλιο του 1991 να την προμηθεύσει γάλα με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιές για τις οποίες επιφυλάσσει τα δικαιώματα της. Σημειώνεται επίσης ότι μετά την έγερση της αγωγής 1011/92 οι προσπάθειες ομαλοποίησης των σχέσεων των διαδίκων δεν εγκαταλείφθηκαν. Έτσι στις 11.3.92 Επιτροπή του Οργανισμού συναντήθηκε με το διευθυντή της ενάγουσας ΜΕ.1, αλλά το μόνο θετικό αποτέλεσμα ήταν η λήψη απόφασης ημερ. 18.3.92 από τον Οργανισμό ότι θα συνέχιζε να προμηθεύει την ενάγουσα γάλα νοουμένου ότι θα γινόταν προπληρωμή της αξίας του (τεκμ.45 και 46). Στο πλαίσιο της πιο πάνω αγωγής συμφωνήθηκε ο διορισμός του Ι. Κόκκινου (ΜΕ.3) ως διαιτητή, με εντολή να ελέγξει το λογαριασμό που τηρούσε ο Οργανισμός για την ενάγουσα την περίοδο 1983-
- Κατέληξε ότι ο εν λόγω λογαριασμός ήταν ορθός και - χωρίς να υπολογισθούν οι τόκοι - η ενάγουσα όφειλε στον Οργανισμό κατά την 31.12.91 Λ.Κ.14.478,30 (τεκμ.10). Διευκρινίζεται στο σημείο αυτό ότι ο διαιτητής για να καταλήξει στο αναφερθέν ποσό δέχτηκε και χρεώσεις του Οργανισμού που αφορούσαν επιστροφή από την Εθνική Φρουρά κάποιας ποσότητας χαλουμιών που κατασκεύασε η ενάγουσα (τεκμ. 53 και 56). Ενόψει των πιο πάνω οι διαφορές των διαδίκων στην αγωγή 1011/92 περιορίσθηκαν σε δύο, στην αξίωση της ενάγουσας για τόκους ύψους Λ.Κ.43.983,72 και στην ανταπαίτηση της ενάγουσας. Τελικά, όμως, ο Οργανισμός παραιτήθηκε της αξίωσης του για τόκους (τεκμ.50) και στις 13.3.98 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση προς όφελος του και εναντίον της ενάγουσας για Λ.Κ.14.748,00 με τόκο 8% ετησίως από 13.3.98 πλέον Λ.Κ.1.513,75 έξοδα, η δε ανταπαίτηση απορρίφθηκε ως αποσυρθείσα (τεκμ.33). Η έκδοση της πιο πάνω απόφασης δεν σηματοδότησε και το τέλος κάθε αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων. Έξι χρόνια μετά, στις 2.6.04, η ενάγουσα επανήλθε με την παρούσα αγωγή και το πρώτο θέμα που απασχόλησε το Δικαστήριο - όχι το παρόν - ήταν το θέμα του δεδικασμένου. Σχετική είναι η ενδιάμεση απόφαση ημερ. 6.9.06, με την οποία κρίθηκε ότι «. η παρούσα αιτία αγωγής είναι εντελώς διαφορετική από την παλαιότερη που είχε προβληθεί με την ανταπαίτηση στην αγωγή 1011/
- Πέραν δε του γεγονότος ότι φαίνεται να πηγάζουν και οι δύο από τις ίδιες συμφωνίες, ουδεμία άλλη σχέση έχουν μεταξύ τους.» και στη βάση αυτή απέρριψε την εισήγηση του Οργανισμού για ύπαρξη δεδικασμένου. Η καταγραφή του ιστορικού της διαφοράς και των παραδεκτών ή μη επιδεχόμενων αμφισβήτησης γεγονότων που την συνθέτουν, δίδει κατά την άποψή μου επαρκή βάση για εξέταση τόσο του θέματος του δεδικασμένου όσο και του βάσιμου της ανταπαίτησης του Οργανισμού. Το πρώτο, όπως έχει σημειωθεί, αποφασίσθηκε από άλλο Δικαστήριο στις 6.9.2006 και κατά την άποψή μου η αναθεώρηση της απόφασης αυτής ανάγεται σε άλλο επίπεδο δικαιοδοσίας. Έπεται ότι η εισήγηση για επανεξέταση θέματος δεδικασμένου δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Όσον δε αφορά το βάσιμο της ανταπαίτησης του Οργανισμού παρατηρώ τα ακόλουθα: Είναι παραδεκτό ότι ναι μεν η ενάγουσα δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους της, αλλά το να ζητείται με ανταπαίτηση δηλωτική απόφαση ότι εξακολουθεί να οφείλει το χρέος αυτό δεν είναι κατά την άποψή μου κατανοητό. Όπως δεν είναι κατανοητή και η ανάγκη αναγνώρισης της ισχύος μιας δικαστικής απόφασης με άλλη, τη στιγμή που η ισχύς κάθε δικαστική απόφασης είναι δεδομένη άνευ ετέρου. Αν λοιπόν ο Οργανισμός δεν πήρε στα χρόνια που μεσολάβησαν μέτρα εκτέλεσης της απόφασης είναι θέμα που αφορά τον ίδιο, αλλά δεν τον νομιμοποιεί να ζητά και επαναβεβαίωση της ισχύος της απόφασης. Έπεται ότι το σχετικό σκέλος της ανταπαίτησης είναι καταδικασμένο σε απόρριψη. Όπως καταδικασμένο είναι και το δεύτερο σκέλος που αφορά το θέμα των τόκων ενόψει του ότι το θέμα αυτό αποφασίσθηκε τελεσίδικα με την εκ συμφώνου απόφαση ημερ. 13.3.
- Κατά συνέπεια ό,τι επιδιώκεται με την ανταπαίτηση είναι επανεξέταση του θέματος των τόκων, κάτι που προσκρούει στο δόγμα του δεδικασμένου. Ένα τρίτο θέμα που μπορεί να αποφασισθεί στο παρόν στάδιο είναι και η θέση του Οργανισμού ότι, στην περίπτωση που κριθεί ότι η διακοπή της παροχής γάλατος προς την ενάγουσα έγινε μετά από απόφαση του Οργανισμού, τέτοια απόφαση θα ήταν εκτελεστή διοικητική πράξη που μόνο με προσφυγή θα μπορούσε να προσβληθεί. Πρόκειται, κατά την άποψη μου, για θέση που παραβλέπει ότι «. η λειτουργία της δημόσιας αρχής - όπως είναι και ο Οργανισμός - μπορεί να επεκτείνεται τόσο στον τομέα του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού δικαίου. (Και ότι) Κριτήριο για το διαχωρισμό των δύο αποτελεί η ουσία, ο σκοπός για τον οποίον λαμβάνεται η απόφαση ή πράξη και όχι ο τύπος.» (Κολοκάσης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2008)3 Α.Α.Δ. 373). Υπό τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης είναι φανερό ότι η φύση και ο χαρακτήρας της συνεργασίας των διαδίκων ενέπιπτε στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου και στην περίπτωση που ο Οργανισμός σταματούσε να χορηγεί γάλα προς την ενάγουσα το δικαιολογημένο ή όχι τέτοιας απόφασης θα εξεταζόταν στη βάση της συμβατικής σχέσης των διαδίκων και επομένως θα ενέπιπτε στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου. Επομένως η θέση του Οργανισμού επί του θέματος δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω είναι πρόδηλο ότι τα μόνα επίδικα θέματα που προβάλλουν προς εξέταση είναι οι αποδιδόμενες στον Οργανισμό παραβάσεις και οι αξιούμενες από την Ενάγουσα αποζημιώσεις. Η ενάγουσα - ουσιαστικά - προώθησε την υπόθεση της μέσω του διευθυντή της Μ. Κωνσταντινίδη (ΜΕ.1), η μαρτυρία του οποίου συνοψίζεται ως ακολούθως: Η ενάγουσα βάσει της αρχικής συμφωνίας που συνήψε με τον Οργανισμό όφειλε να αγοράζει γάλα μόνο από τον Οργανισμό, ο οποίος με τη σειρά του ανάλαβε τέσσερις υποχρεώσεις:- Να της χορηγεί 100-150.000 λίτρα γάλα τη βδομάδα, να τηρεί λογαριασμό στον οποίον θα χρέωνε την αξία του γάλατος που θα της πωλούσε και να την πίστωνε με τα ποσά που θα του κατέβαλλε, να της δίδει παρατάσεις χρόνου για αποπληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου που θα παρουσίαζε ο λογαριασμός και, τέταρτο, να αγόραζε από την ενάγουσα γαλακτοκομικά προϊόντα για τις ανάγκες είτε της Εθνικής Φρουράς είτε άλλων. Βάσει λοιπόν της πιο πάνω συμφωνίας η ενάγουσα άρχισε να προμηθεύεται γάλα από το 1983, με αποτέλεσμα ο λογαριασμός που τηρούσε ο Οργανισμός να παρουσιάσει κατά την 31.12.85 χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της Λ.Κ.104.285,15, για διευθέτηση του οποίου έγιναν οι συμφωνίες ημερ. 18.2.1986 (τεκμ. 8 και 9) τις οποίες η ενάγουσα τήρησε. Όμως ο Οργανισμός, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, αρνήθηκε να αποδεσμεύσει 15 τόνους χαλούμι που είχε η ενάγουσα σε ψυκτικούς θαλάμους, με αποτέλεσμα τα χαλούμια αυτά να καταστούν ακατάλληλα και η ενάγουσα να υποστεί ζημία ύψους Λ.Κ.30.
- Η ενάγουσα ήθελε πραγματικά να είναι συνεπής στις οικονομικές της υποχρεώσεις, κάτι που απέδειξε έμπρακτα με τη σύναψη της συμφωνίας ημερ. 19.3.88 (τεκμ. 11) την οποία επίσης τήρησε στο ακέραιο. Ωστόσο ο Οργανισμός, παρά τη μείωση του χρέους, διέκοψε στις 28.5.88 (τεκμ.12) την παροχή γάλατος και αυτό διότι ο στόχος του ήταν να «κλείσει» την ενάγουσα για να ευνοήσει άλλες ανταγωνιστικές γαλακτοβιομηχανίες. Όμως η ενάγουσα δεν σταμάτησε τις προσπάθειες της να κρατηθεί σε λειτουργία και να αποπληρώσει το χρέος της και είναι γι΄ αυτό το λόγο που συνήψε με τον Οργανισμό τη συμφωνία ημερ. 9.7.88 (τεκμ.15). Ο Οργανισμός όμως, κατά παράβαση και πάλιν των συμφωνηθέντων, συνέχισε να μην της χορηγεί επαρκή ποσότητα γάλατος, με αποτέλεσμα να ζητήσει την παρέμβαση του τότε Υπουργού Εμπορίου και Βιομηχανίας και να συναφθεί η συμφωνία ημερ. 26.8.88 (τεκμ.30), την οποία και πάλιν ο Οργανισμός παραβίασε και για τις παραβιάσεις αυτές έκαμε σχετικές καταγγελίες στις 3.10 και 8.11.88 (τεκμ. 16 και 17) και συνέχισε:- Η πιο πάνω στάση του Οργανισμού αποκαλύπτει ότι ο σκοπός του δεν ήταν μόνο η είσπραξη του λαβείν του αλλά και το κλείσιμο της ενάγουσας, κάτι που του λέχθηκε και από τον τότε Πρόεδρο του Συμβουλίου του Οργανισμού. Περαιτέρω, ο επιλήψιμος αυτός σκοπός του Οργανισμού αποκαλύπτεται και από το γεγονός ότι απέρριψε και την πρόταση του να αγοράσει το κτήμα που του πρότεινε στις 26.6.91 (τεκμ.20), την οποία αν αποδεχόταν θα εξοφλείτο στο ακέραιο ολόκληρο το χρέος της ενάγουσας και κατέληξε: Μέσα στον Ιούλιο του 1991 ο Οργανισμός κατά παράβαση των συμφωνηθέντων αδικαιολόγητα και παράνομα σταμάτησε να χορηγεί γάλα στην ενάγουσα, με αποτέλεσμα να την οδηγήσει σε παγοποίηση των εργασιών της και τελικά, ένα χρόνο μετά, στο κλείσιμο της επιχείρησης της. Της προξένησε, επομένως, ανεπανόρθωτες ζημίες ως η απαίτηση της. Δηλαδή, πέραν της ζημίας των Λ.Κ.30.000 που υπέστη από τη μη διάθεση των 15 τόνων χαλουμιών που είχε σε ψυκτικούς θαλάμους και τους οποίους αδικαιολόγητα δεν αποδέσμευσε ο Οργανισμός, υπέστη επιπρόσθετη ζημία ύψους Λ.Κ.247.500 ως ακολούθως:-
- Λ.Κ.18.000, ποσό που δαπάνησε για συντήρηση των μηχανημάτων της και για μισθούς των τριών υπαλλήλων της για ένα χρόνο.
- Λ.Κ.50.000, που αποτελούσε την αξία των μηχανημάτων που απώλεσε και για τεκμηρίωση του κονδυλίου αυτού παρέπεμψε στην εκτίμηση ημερ. 16.8.80 (τεκμ.30), με την οποία η αξία του εξοπλισμού που περιγράφεται σ΄ αυτή εκτιμήθηκε από τον Οργανισμό στις Λ.Κ.32.
- Λ.Κ.107.250, ποσό που θα είσπραττε αν ο Οργανισμός της χορηγούσε γάλα για να εκτελέσει τις δύο συμφωνίες ημερ. 2.1 και 15.7.91 που συνήψε με την εταιρεία PANTARTIS (τεκμ.18 και 19). Η πρώτη απ΄ αυτές τις συμφωνίες (τεκμ.18) αναγράφει ότι η ενάγουσα θα κατασκεύαζε για την αναφερθείσα εταιρεία 5.000 κιλά χαλούμι προς Λ.Κ.1,65 το κιλό και η δεύτερη (τεκμ.19) ότι θα συνέχιζε να της κατασκευάζει χαλούμια στην ίδια τιμή για ένα χρόνο και
- Λ.Κ.72.250, ποσό που αντιπροσωπεύει το κέρδος που θα είχε για δύο χρόνια και πέντε μήνες. Σχετικά επικαλέστηκε βεβαίωση του Ι. Κόκκινου ημερ. 19.2.01 (τεκμ.31) σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα είχε Λ.Κ.30.000 περίπου κέρδος το χρόνο και ισχυρίσθηκε ότι η απόφαση του Κόκκινου (ΜΕ.3) ότι κατά την 31.12.91 η ενάγουσα χρωστούσε στον Οργανισμό μόνο Λ.Κ.14.478,30 τεκμηριώνει τη θέση του ότι ο Οργανισμός δεν είχε λαμβάνειν το ποσό των Λ.Κ.58.462,07 που αξίωνε με την αγωγή 1011/92 και δεν δικαιούταν να τον χρεώνει τόκο. Η αντεξέταση του ΜΕ.1 υπήρξε μακρά και κάλυψε κάθε πτυχή της μαρτυρίας του, στοχεύοντας κυρίως στην κατάρριψη των ισχυρισμών του ότι ο Οργανισμός παραβίασε τις μεταξύ τους συμφωνίες ή ότι η ενάγουσα υπέστη τις ισχυριζόμενες ζημίες. Προωθήθηκε σχετικά ότι η μόνη υποχρέωση που είχε αναλάβει ο Οργανισμός έναντι της ενάγουσας - όπως και έναντι όλων των άλλων γαλακτοβιομηχανιών - ήταν να την προμηθεύει όχι με συγκεκριμένη ποσότητα γάλατος, αλλά με όση ποσότητα ζητούσε και νοουμένου ότι υπήρχαν τα σχετικά αποθέματα. Όπως προωθήθηκε και η θέση ότι η ενάγουσα όφειλε να εξοφλεί μέσα σε ένα μήνα τα (μηνιαία) τιμολόγια που της έκδιδε ο Οργανισμός, ο οποίος δεν είχε καμιά υποχρέωση να αγοράζει γαλακτοκομικά προϊόντα από την ενάγουσα και οι αγορές που έκαμε για τις ανάγκες της Εθνικής Φρουράς απέβλεπαν αφενός μεν στη στήριξη της και αφετέρου στη μείωση του χρέους της. Ο μάρτυρας όμως επέμενε στις θέσεις του, όπως επέμενε και στο ότι η ενάγουσα τήρησε στο ακέραιο όλες τις συμφωνίες διακανονισμού που είχε συνάψει με τον Οργανισμό και οι οποίες παραβιάστηκαν από τον Οργανισμό γιατί ο σκοπός του ήταν να «κλείσει» την επιχείρηση της. Του υποβλήθηκε σχετικά ότι παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν τήρησε καμία συμφωνία εντούτοις ο Οργανισμός συνέχιζε να της χορηγεί γάλα, υποβολή που απέρριψε. Συμφώνησε όμως, ότι μέχρι το Μάιο του 1993 ο Οργανισμός χορήγησε σε κάποιες περιπτώσεις γάλα στην ενάγουσα αλλά, πρόσθεσε, η ενάγουσα ζήτησε και άλλες ποσότητες τις οποίες ο Οργανισμός αρνήθηκε να της χορηγήσει. Διαφοροποιώντας επί του προκειμένου τη δικογραφική του θέση - την οποία υποστήριξε και κατά την κυρίως εξέταση - πρόβαλε ότι το 1991 προμηθευόταν γάλα από τον Οργανισμό και αρνήθηκε υποβολή ότι μέσα στο 1991 ζήτησε μόνο δύο φορές γάλα - μέσα στον Αύγουστο - το οποίο και του χορηγήθηκε. Του επιδείχθηκαν σχετικά τόσο η έκθεση του Κόκκινου τεκμ. 10, που επιβεβαιώνει ότι μέσα στο 1991 μόνο αυτές τις δύο φορές πήρε γάλα, όσο και η δήλωση του ημερ. 2.8.91 (τεκμ.34) με την οποία βεβαίωνε ότι οι προηγούμενες ποσότητες γάλατος που παρέλαβε ήταν για λογαριασμό της εταιρείας PANTARTIS και του ζητήθηκαν εξηγήσεις. Απάντησε ότι ναι μεν δέχεται την έκθεση τεκμ. 10, αλλά για την ετοιμασία της ο Οργανισμός απέκρυψε στοιχεία και ισχυρίσθηκε ότι το 1991 προμηθεύτηκε και άλλες φορές γάλα γιατί τότε έκαμνε εξαγωγές και δεν ήταν δυνατό να είχε προμηθευτεί γάλα μόνο δύο φορές. Σ΄ ότι δε αφορά τη δήλωση του τεκμ. 34, ισχυρίσθηκε ότι αυτή την υπέγραψε κατόπιν πίεσης που του άσκησε ο Οργανισμός και αρνήθηκε υποβολή ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο όσες φορές ζήτησε γάλα και πλήρωνε την αξία του ο Οργανισμός πάντα του έδιδε. Τέλος, αρνήθηκε ότι είναι η ενάγουσα που σταμάτησε το 1993 να προμηθεύεται γάλα και αντέτεινε ότι τότε αναγκάστηκε να κλείσει το εργοστάσιο του γιατί ο Οργανισμός δεν του χορηγούσε τις ποσότητες γάλατος που ζητούσε. Σ΄ ότι αφορά το θέμα των ζημιών, ισχυρίσθηκε ότι ο Οργανισμός είχε πάρει τα κλειδιά των ψυκτικών θαλάμων μέσα στους οποίους είχε τους 15 τόνους χαλούμι, με αποτέλεσμα τα χαλούμια να καταστούν ακατάλληλα και η ενάγουσα να υποστεί ζημία ύψους Λ.Κ.30.
- Του υποβλήθηκε ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε και ότι ποτέ ο Οργανισμός δεν αρνήθηκε να εγκρίνει πωλήσεις απ΄ αυτά τα χαλούμια για τον απλό λόγο ότι θα είσπραττε το τίμημα της πώλησης. Απάντησε ότι η πώληση των χαλουμιών αυτών δεν ήταν αποκλειστική υποχρέωση της ενάγουσας αλλά και υποχρέωση του Οργανισμού ο οποίος όφειλε να τη βοηθήσει να τα πωλήσει και την οποία δεν τήρησε. Σ΄ ότι δε αφορά την αξία του εξοπλισμού/μηχανημάτων της ενάγουσας, ισχυρίσθηκε ότι τον αγόρασε το 1983 και μέσα στο 1984 ή 85 αγόρασε και μηχανή για Λ.Κ.15.400 την οποία έχει ακόμη. Αγόρασε επίσης και ένα καζάνι για Λ.Κ.12 ή 13.000 το οποίο πώλησε στην τιμή των Λ.Κ.4.000, ενώ ο υπόλοιπος εξοπλισμός αχρηστεύθηκε. Του υποβλήθηκε ότι σύμφωνα με την εκτίμηση (τεκμ.30) η αξία του εξοπλισμού/μηχανημάτων δεν υπερέβαινε τις Λ.Κ.32.500 και λόγω απόσβεσης καμιά ζημιά δεν υπέστη. Απάντησε ότι υπέστη, αλλά συμφωνεί ότι πρέπει να υπολογισθεί και απόσβεση 5% ετησίως, όχι όμως μεγαλύτερη. Αμφισβήτησης έτυχαν και τα άλλα τρία κονδύλια και σε σχέση με αυτά ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα:- Μέχρι το 1993 η ενάγουσα εργοδοτούσε τρεις υπαλλήλους και στον καθένα απ΄ αυτούς πλήρωνε Λ.Κ.200 το μήνα και για ό,τι τους κατέβαλε δικαιούται να αποζημιωθεί. Όπως δικαιούται και το ποσό των Λ.Κ.107.250, το οποίο θα είσπραττε αν εκτελούσε τις δύο συμφωνίες που είχε με την εταιρεία PANTARTIS και αρνήθηκε ότι η εν λόγω εταιρεία ήταν κάλυψη για να παίρνει γάλα από τον Οργανισμό με πίστωση. Τέλος, σ΄ ότι αφορά το κονδύλι των Λ.Κ.72.250, ισχυρίσθηκε ότι η ενάγουσα ήταν κερδοφόρα επιχείρηση και τα σχετικά στοιχεία που τεκμηριώνουν τη θέση του θα τα παρουσίαζε λογιστής και αρνήθηκε ότι το τεκμ. 31 που ετοίμασε ο Κόκκινος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Πράγματι η ενάγουσα για τεκμηρίωση των δύο τελευταίων κονδυλίων κάλεσε ως μάρτυρες τους Χρ. Χριστοφίδου (ΜΕ.2), λογιστή στον ελεγκτικό οίκο KPMG, και Ι. Κόκκινο (ΜΕ.3). Ωστόσο η μαρτυρία τους δεν ήταν καθόλου βοηθητική για την υπόθεση της. Κι΄ αυτό γιατί η μεν ΜΕ.2 απλώς ανέφερε ότι μέχρι το 1993 η ενάγουσα ήταν πελάτισσα του οίκου στον οποίο εργάζεται αλλά δεν έχει στοιχεία να παρουσιάσει, ο δε ΜΕ.3 ανέφερε ότι το τεκμ. 31 το ετοίμασε γιατί του το ζήτησε ο ΜΕ.1 και ο ίδιος δεν είναι σε θέση να βεβαιώσει την αλήθεια του περιεχομένου του. Πρόσθεσε επίσης ότι για την ετοιμασία της έκθεσης του (τεκμ. 10), μόνο ο Οργανισμός του έδωσε στοιχεία και στη βάση των όσων εξέτασε μέσα στο 1991 η ενάγουσα εφοδιάσθηκε από τον Οργανισμό γάλα μόνο δύο φορές τον Αύγουστο. Περαιτέρω, επιβεβαίωσε τη θέση του Οργανισμού ότι η ενάγουσα προμηθεύτηκε από τον Οργανισμό γάλα το 1992 και 1993 ως τα σχετικά τιμολόγια, αποδείξεις και καταστάσεις του Οργανισμού στα οποία και παρέπεμψε (τεκμ. 39(α) - 39(στ), 40(α) - 40(θ) και 41(α) - 41(ε) αντίστοιχα). Για τον Οργανισμό κατέθεσαν 4 μάρτυρες, οι Α. Τζιωρτζής (ΜΥ.1), Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, Α. Μαραγκός (ΜΥ.2), διευθυντής του Οργανισμού από την 1.6.1988 και Μ. Κωνσταντίνου (ΜΥ.3) και Ε. Λιασή (ΜΥ.4), υπάλληλοι στο Λογιστήριο του Οργανισμού. Απ΄ αυτούς ο ΜΥ.1 απλώς παρουσίασε το φάκελο της αγωγής 1011/92 (τεκμ.42) και όπως γίνεται αντιληπτό πρωταρχικής σημασίας για τον Οργανισμό είναι η μαρτυρία του ΜΥ.2, η ουσία της οποίας έχει ως ακολούθως:- Ο Οργανισμός καμιά ειδική συμφωνία δεν συνήψε με την ενάγουσα το 1983 και η μόνη συμφωνία που έγινε τότε με όλες της γαλακτοβιομηχανίας προνοούσε απλώς ότι ο Οργανισμός θα τους χορηγούσε γάλα στην τιμή που θα καθόριζε με την έγκριση του Υπουργού Εμπορίου και Βιομηχανίας και τα σχετικά τιμολόγια θα έπρεπε να εξοφλούνταν μέσα σε 15 ημέρες. Αυτή και μόνο ήταν η βάση της συνεργασίας του Οργανισμού με όλες τις γαλακτοβιομηχανίες και ό,τι άλλο ισχυρίσθηκε ο ΜΕ.1 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Δυστυχώς όμως, τόσο η ενάγουσα όσο και άλλες γαλακτοβιομηχανίες δεν ήταν συνεπείς στις οικονομικές τους υποχρεώσεις και είναι γι αυτό το λόγο που αναγκάστηκε ο Οργανισμός να τους κοινοποιήσει στις 16.1.85 την απόφαση για επιβολή τόκου στα μεταγενέστερα τιμολόγια (τεκμ.13). Μεταξύ των γαλακτοβιομηχανιών προς τις οποίες απεστάλη το τεκμ. 13 ήταν και η ενάγουσα, το χρέος της οποίας ήταν πολύ υψηλό και από 1984 το θέμα αυτό απασχολούσε συνεχώς το Συμβούλιο του Οργανισμού και για επίλυση του προβλήματος έγιναν οι συμφωνίες στις οποίες αναφέρθηκε και ο ΜΕ.
- Ωστόσο, παρά τη βοήθεια που παράσχε στην ενάγουσα ο Οργανισμός, το χρέος εξακολουθούσε να ΄ναι σε ψηλά επίπεδα και είναι γι αυτό το λόγο που αναγκάστηκε ο Οργανισμός να αποφασίσει στις 25.5.88 την αναστολή της χορήγησης γάλατος ως η επιστολή του ημερ. 28.5.88 (τεκμ.12). Η απόφαση όμως δεν υλοποιήθηκε και μετά από διαβουλεύσεις συμφωνήθηκε όπως στο εξής η ενάγουσα θα προπλήρωνε την αξία του γάλατος που θα παραλάμβανε και επιπλέον θα πλήρωνε έναντι του χρέους της 25% της εν λόγω αξίας. Δυστυχώς όμως η ενάγουσα έπειθε τους μεταφορείς να της παραδίδουν περισσότερο γάλα απ΄ αυτό που επίσημα παράγγελλε και έτσι το χρέος αντί να μειώνεται αυξανόταν. Είναι γι αυτό το λόγο, εξήγησε, που μέσα στο 1988 ο Οργανισμός για ένα μήνα μόνο απέκοπτε 35% της αναφερθείσας αξίας αντί 25%, κατάσταση που δεν συνεχίστηκε λόγω και της παρέμβασης του Υπουργού Εμπορίου και Βιομηχανίας. Παρολ΄ αυτά τέλος του 1988 το χρέος παρέμενε περίπου το ίδιο και είναι τότε που επεχείρησε να του αποκόψει 50%, αλλά τελικά ποτέ δεν του αποκόπηκε πέραν του 25%. Και συνέχισε:- Το 1989 ο Οργανισμός εξασφάλισε συμβόλαιο για προμήθεια χαλουμιών στην Εθνική Φρουρά και προκειμένου να βοηθήσει την ενάγουσα και να εξασφαλίσει το λαβείν του υπογράφηκαν οι συμφωνίες για αγορά χαλουμιών με αποτέλεσμα το χρέος της ενάγουσας για τα έτη 1989 και 1990 να μειωθεί σημαντικά. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι κάποιες ποσότητες χαλουμιών επεστράφηκαν ως ακατάλληλες, θέμα που αποφασίσθηκε και με το πόρισμα του διαιτητή (τεκμ.10) το οποίο αποδέχτηκε και η ενάγουσα. Τέλος όμως του 1990 το συμβόλαιο με την Εθνική Φρουρά έληξε και μέχρι τις 2.8.91 η ενάγουσα δεν ζήτησε από τον Οργανισμό γάλα. Αντ΄ αυτού, μέχρι τότε, ο ΜΕ.1 παρελάμβανε γάλα για λογαριασμό της εταιρείας PANTARTIS, η οποία παρουσιαζόταν να λειτουργεί στις εγκαταστάσεις της ενάγουσας και η σχετική έρευνα που έκαμε ο Οργανισμός έδειξε ότι οι παραγγελίες της εν λόγω εταιρείας ήταν εικονικές και ότι το γάλα το χρησιμοποιούσε η ενάγουσα, η οποία με τον τρόπο αυτό απέφευγε να προπληρώνει την αξία του και της αποκόπτεται και το συμφωνηθέν 25%. Παρά ταύτα, τόνισε, όταν στις 2.8.91 ο ΜΕ.1 ζήτησε γάλα για την ενάγουσα του χορηγήθηκε, αφού πλήρωσε μόνο την αξία του χωρίς οποιαδήποτε αποκοπή και αφού υπόγραψε τη δήλωση τεκμ.
- Το ίδιο επαναλήφθηκε στις 18.8.91 και έτσι μέσα στον Αύγουστο του 1991 χορηγήθηκε στην ενάγουσα γάλα αξίας Λ.Κ.2.418,50 και η ενάγουσα πλήρωσε μόνο Λ.Κ.2.000, ενώ ο Οργανισμός την πίστωσε τότε και με την επιδότηση εξαγωγών και κατέληξε:- Για πρώτη φορά η ενάγουσα αμφισβήτησε το χρέος της μέσα στον Αύγουστο του 1991, με αποτέλεσμα ο Οργανισμός να ανταλλάξει με τους δικηγόρους της τις επιστολές που έχουν αναφερθεί. Ακολούθησε η συνάντηση Επιτροπής του Οργανισμού με τον ΜΕ.1 ημερ. 11.3.92 (τεκμ. 43), στην οποία συμμετείχε και ο ίδιος και έκτοτε μετά από απόφαση του Συμβουλίου ημερ. 18.3.92 (τεκμ.44) η ενάγουσα μπορούσε να προμηθεύεται γάλα χωρίς οποιαδήποτε περικοπή, νοουμένου βεβαίως ότι θα προπλήρωνε την αξία του. Πράγματι αυτό έγινε και από το Μάρτιο του 1992 μέχρι το Μάιο του 1993 ο Οργανισμός της χορήγησε γάλα συνολικής αξίας Λ.Κ.31.682,03 και η ενάγουσα για το γάλα αυτό πλήρωσε συνολικά Λ.Κ.31.619,
- Επί του προκειμένου παρουσίασε αντίγραφα του λογαριασμού για τα αντίστοιχα χρόνια (τεκμ. 47), αναλυτικό πίνακα όπου καταγράφονται οι χρεοπιστώσεις της ενάγουσας για την αναφερθείσα περίοδο (τεκμ.48) ως και κατάσταση που δείχνει τους τόκους που χρεώθηκε η ενάγουσα για τα έτη 1985-1991 (εκμ.49), για να προσθέσει ότι το Μάιο του 1993 η ενάγουσα σταμάτησε να ζητά από τον Οργανισμό γάλα, το οποίο αν ζητούσε θα έπαιρνε. Κατά την αντεξέταση υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι η ενάγουσα έτυχε τέτοιας εχθρικής μεταχείρισης από τον Οργανισμό που τελικά δεν άντεξε και έκλεισε την επιχείρηση της. Απέρριψε την υποβολή, τονίζοντας ότι η μεταχείριση που έτυχε ήταν πιο ευνοϊκή απ΄ ότι άλλες γαλακτοβιομηχανίες και αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι ο Οργανισμός της ανέθεσε να εκτελέσει το συμβόλαιο που εξασφάλισε από την Εθνική Φρουρά. Του υποβλήθηκε επίσης ότι μέσα στον Αύγουστο του 1991 ο Οργανισμός απέκοψε και πάλιν 25% από την ενάγουσα και ο ισχυρισμός του ότι το εν λόγω ποσοστό δεν απεκόπη δεν είναι αλήθεια. Σχετικά του υποδείχθηκε απόδειξη είσπραξης του Οργανισμού ημερ. 12.8.91 (τεκμ.51) στην οποία καταγράφεται «μείον 25% έναντι παλαιού χρέους», αλλά ο μάρτυρας διαφώνησε και ισχυρίσθηκε ότι ναι μεν ο υπάλληλος του Οργανισμού προέβη στην εν λόγω καταγραφή αλλά τελικά δεν έγινε οποιαδήποτε αποκοπή. Τέλος, αρνήθηκε υποβολή ότι ο Οργανισμός αυθαίρετα διέκοψε μέσα στο 1993 την παροχή γάλατος προς την ενάγουσα, αυθαιρεσία που οδήγησε τον ΜΕ.1 να δει «μαινόμενος» το Συμβούλιο. Τέλος, οι ΜΥ.3 και 4 αναφέρθηκαν στο λογαριασμό που τηρούσε ο Οργανισμός για την ενάγουσα και κατέθεσαν από τα λογιστικά βιβλία ως τεκμ. 57 και 58 τα πρωτότυπα των καταχωρίσεων στις οποίες προέβησαν για τα έτη 1992 και 1993 και στα οποία αποτυπώνονται οι δοσοληψίες των διαδίκων για τα έτη αυτά. Στο στάδιο των αγορεύσεων ο κ. Χατζηιωάννου εισηγήθηκε ότι στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας δεν έχουν τεκμηριωθεί οι αποδιδόμενες στον Οργανισμό παραβάσεις και επομένως η ενάγουσα δεν δικαιούται οποιασδήποτε αποζημίωσης. Εν πάση όμως περιπτώσει η ενάγουσα δεν απέδειξε τις ισχυριζόμενες ζημίες και η αγωγή της θα πρέπει να απορριφθεί. Αντίθετες είναι οι εισηγήσεις του κ. Λουκαϊδη. Η μαρτυρία του ΜΥ.2, εισηγήθηκε, είναι αναξιόπιστη και στη βάση της αξιόπιστης μαρτυρίας του ΜΕ.1 έχουν τεκμηριωθεί οι παραβάσεις που επικαλείται η ενάγουσα στην αγωγή της. Επομένως δικαιούται σε αποζημιώσεις και ναι μεν όλα τα κονδύλια των ειδικών ζημιών δεν έχουν αποδειχθεί τέλεια, αλλά το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει στην ενάγουσα γενικές αποζημιώσεις λόγω του ότι οι αυθαιρεσίες του Οργανισμού την οδήγησαν σε τελική καταστροφή. Έχω διεξέλθει με προσοχή την προσαχθείσα μαρτυρία, έχοντας συνεχώς υπόψη τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των διαδίκων και όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τους προώθησαν με τις αγορεύσεις τους. Κρίνω ότι η αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας και η κατάληξη σε αντίστοιχα ευρήματα ή συμπεράσματα δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία και, αρχίζοντας από το θέμα των αποδιδόμενων στον Οργανισμό παραβάσεων, παρατηρώ ότι η μαρτυρία επί του θέματος του ΜΕ.1 παρουσιάζει έκδηλες αδυναμίες σε βαθμό που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Συγκεκριμένα, ο ισχυρισμός του ότι:-
- Ο Οργανισμός ανέλαβε βάσει της αρχικής συμφωνίας τις υποχρεώσεις που ανέφερε δεν βρίσκει έρεισμα στην προσαχθείσα μαρτυρία ή στο Νόμο που ίδρυσε τον Οργανισμό και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι αποτελεί προϊόν μιας παρεξηγημένης αντίληψης που διαμόρφωσε ο ΜΕ.1 ως αποτέλεσμα των συμφωνιών διακανονισμού, με τις οποίες πράγματι ο Οργανισμός έδωσε στην ενάγουσα παρατάσεις χρόνου για αποπληρωμή του χρέους και περαιτέρω αγόρασε απ΄ αυτή σε κάποιες περιπτώσεις χαλούμια. Όμως, όπως και να προσεγγισθεί το θέμα, από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας δεν προκύπτει ότι ο Οργανισμός δεσμεύτηκε να χορηγεί στην ενάγουσα εσαεί γάλα επί πιστώσει, ούτε προκύπτει ότι δεσμεύθηκε να αγοράζει απ΄ αυτή γαλακτοκομικά προϊόντα. Αντίθετα, όσες αγορές έκαμε ο Οργανισμός, αντικειμενικά κρινόμενες, απέβλεπαν στη μείωση του χρέους της ενάγουσας και ταυτόχρονα αποτελούσαν και στήριξη της επιχείρησης της και ο ισχυρισμός του ΜΕ.1 ότι ο σκοπός του Οργανισμού ήταν να «την κλείσουν» κρίνεται εντελώς αβάσιμος και απορρίπτεται. Βρίσκω, επομένως, ότι η μόνη συμφωνία που έγινε μεταξύ του Οργανισμού και της ενάγουσας - όπως και με τις άλλες γαλακτοκομικές βιομηχανίες - ήταν να της χορηγείται γάλα με την αυτονόητη προϋπόθεση ότι θα ήταν συνεπής στις οικονομικές της υποχρεώσεις, όπως είναι και η σχετική μαρτυρία του ΜΥ.2 την οποία και αποδέχομαι.
- Ο Οργανισμός κατά παράβαση των συμφωνιών ημερ. 18.2.86 (τεκμ. 8 και 9) αρνήθηκε να αποδεσμεύσει 15 τόνους χαλούμι που είχε η ενάγουσα σε ψυκτικούς θαλάμους δεν αντέχει ποσώς τον έλεγχο της απλής κοινής λογικής, κι αυτό για τον απλό λόγο ότι το τίμημα της πώλησης των χαλουμιών αυτών θα το είσπραττε ο Οργανισμός. Επισημαίνεται επί του προκειμένου ότι κατά την αντεξέταση ο ΜΕ.1 αντιλήφθηκε ότι ο ισχυρισμός που πρόβαλε επί του θέματος δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός και διαφοροποίησε τη θέση του, προβάλλοντας ότι ο Οργανισμός είχε υποχρέωση να τον βοηθήσει να πωλήσει τα χαλούμια αυτά. Στη βάση ποιας συμφωνίας είχε τέτοια υποχρέωση ο Οργανισμός δεν εξήγησε και αν - όπως αντιλήφθηκε το Δικαστήριο - είχε υπόψη του ότι ο Οργανισμός είχε υποχρέωση είτε να αγοράσει τα χαλούμια αυτά είτε να βοηθήσει την ενάγουσα στην εξεύρεση άλλου αγοραστή, τέτοια υποχρέωση ασφαλώς και δεν είχε βάσει των αναφερθέντων συμφωνιών ή και του Νόμου που τον ίδρυσε.
- Η ενάγουσα τήρησε πιστά όλες τις συμφωνίες διακανονισμού του χρέους της ενώ ο Οργανισμός τις παραβίασε επίσης δεν βρίσκει έρεισμα στην προσαχθείσα μαρτυρία. Είναι αρκετό επί του προκειμένου να επισημανθεί ότι, παρά τις συμφωνίες διακανονισμού, το χρέος της ενάγουσας εξακολουθούσε να είναι σε ψηλά επίπεδα μέχρι και το 1988 και μειώθηκε τα επόμενα δύο χρόνια ως αποτέλεσμα των αγορών χαλουμιών που έκαμε ο Οργανισμός από την ενάγουσα για τις ανάγκες της Εθνικής Φρουράς. Εν πάση περιπτώσει, ό,τι τελικά έχει σημασία για την υπόθεση είναι η τελευταία συμφωνία που συνήψαν οι διάδικοι μετά την παρέμβαση του Υπουργού Εμπορίου και Βιομηχανίας μέσα στο
- Πρόβλεπε ότι ο Οργανισμός θα συνέχιζε να χορηγεί στην ενάγουσα γάλα, νοουμένου ότι η ενάγουσα θα προπλήρωνε την αξία του και περαιτέρω θα κατέβαλλε κάθε φορά και 25% της εν λόγω αξίας έναντι του χρέους της. Είναι αυτή η συμφωνία που ήταν σε ισχύ το 1991 κι αυτή και μόνο θα πρέπει να έχει υπόψη του το Δικαστήριο κατά την εξέταση της θέσης της ενάγουσας ότι τότε ο Οργανισμός, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, της διέκοψε την παροχή γάλατος. Επομένως οι οποιεσδήποτε προγενέστερες συμφωνίες είναι σε τελευταία ανάλυση χωρίς σημασία και η προσοχή του Δικαστηρίου θα πρέπει να επικεντρωθεί στην παράβαση ή όχι από τον Οργανισμό αυτής και μόνο της συμφωνίας.
- Ο Οργανισμός κατά παράβαση της πιο πάνω συμφωνίας σταμάτησε περί τον Ιούλιο του 1991 να χορηγεί γάλα στην ενάγουσα έκδηλα δεν ευσταθεί. Παρατηρούνται συναφώς τα ακόλουθα:- Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τέλος του 1990 το συμβόλαιο που είχε ο Οργανισμός με την Εθνική Φρουρά, και το οποίο ανάθεσε στην ενάγουσα να το εκτελέσει, έληξε. Με τη λήξη του συμβολαίου ο ΜΕ.1 σταμάτησε να ζητά για την ενάγουσα γάλα και μέχρι 31.7.91 - όπως ο ίδιος βεβαιώνει στη δήλωση του ημερ. 2.8.91 (τεκμ. 34) - ό,τι γάλα παρέλαβε ήταν για λογαριασμό της εταιρείας PANTARTIS που λειτουργούσε στα υποστατικά της ενάγουσας. Επί του προκειμένου ο ΜΕ.1 ισχυρίσθηκε ότι δεν ήταν δυνατό να έγινε κάτι τέτοιο γιατί τότε η εταιρεία του έκαμνε εξαγωγές χαλουμιών. Δεν παρουσίασε όμως κανένα στοιχείο ότι από 1.
- μέχρι 31.7.91 εφοδιάσθηκε από τον Οργανισμό έστω και μια φορά γάλα και το ερώτημα που εγείρεται είναι πού έβρισκε η ενάγουσα το γάλα για να κατασκευάζει τότε χαλούμια. Η απάντηση κατά την άποψη μου είναι απλή: Είτε με τη λήξη του συμβολαίου της Εθνικής Φρουράς η ενάγουσα ανέστειλε τις εργασίες της και δεν ήταν σε θέση να κάμνει εξαγωγές, είτε το γάλα που προμηθευόταν ο ΜΕ.1 για λογαριασμό της PANTARTIS το χρησιμοποιούσε η ενάγουσα, κάτι που μπορεί να εξαχθεί και από την απόπειρα της να εμβάσει στον Οργανισμό το ποσό των Λ.Κ.4.611,21 για αγορές που έκαμε μέσα στον Ιούλιο (τεκμ. 34-38). Όμως, όποιο από τα δύο κι αν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα παραμένει ως γεγονός ότι μέσα στο 1991 η ενάγουσα ζήτησε από τον Οργανισμό γάλα δύο μόνο φορές, στις 2 και 18.8, το οποίο και της χορηγήθηκε και μάλιστα - τουλάχιστο στη μία περίπτωση - χωρίς να γίνει αποκοπή του 25%. Επισημαίνεται συναφώς ότι η κατάσταση αυτή δεν επιβεβαιώνεται μόνο από τη μαρτυρία των μαρτύρων του Οργανισμού, την οποία ανεπιφύλακτα αποδέχομαι, αλλά και από τη μαρτυρία του Κόκκινου (ΜΕ.3) και την έκθεση του τεκμ. 10, η οποία έγινε εκατέρωθεν αποδεκτή και στη βάση της οποίας εκδόθηκε η εκ συμφώνου απόφαση ημερ. 13.3.98 (τεκμ.33). Έπεται ότι καθόλο το 1991 ο ΜΕ.1 μόνο δύο φορές ζήτησε γάλα για την ενάγουσα - το οποίο και του χορηγήθηκε - κατάληξη που εκθεμελιώνει τον ισχυρισμό του ότι τότε ο Οργανισμός κατά παράβαση των συμφωνηθέντων ή του Νόμου περί Ανταγωνισμού σταμάτησε να χορηγεί στην εταιρεία του γάλα. Όπως εκθεμελιώνεται και ο εξωδικογραφημένος ισχυρισμός του ότι, τελικά, η διακοπή της παροχής γάλατος έγινε το Μάιο του
- Τέτοια διακοπή δεν έγινε και δεν χωρεί καμιά αμφιβολία ότι η διαφοροποίηση της μαρτυρίας του ΜΕ.1 επί του θέματος ήταν αποτέλεσμα και του γεγονότος ότι τα σχετικά τιμολόγια (τεκμ.39α-39στ) φέρουν την υπογραφή του και μάλιστα για τα έτη αυτά ο Οργανισμός δεν απόκοπτε και το συμφωνηθέν 25% και, τέλος Γενικά η μαρτυρία του ΜΕ.1 επί του θέματος χαρακτηρίζεται από αοριστία και σ΄ αυτή δεν εντοπίζεται ίχνος μαρτυρίας πότε συγκεκριμένα, είτε μέσα στο 1991 είτε στα επόμενα χρόνια, ζήτησε να του χορηγηθεί γάλα και ο Οργανισμός αρνήθηκε. Για όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΕ.1 σε σχέση με τις αποδιδόμενες στον Οργανισμό παραβάσεις δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Αντ΄ αυτής γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία του Κόκκινου και των μαρτύρων που κατέθεσαν για τον Οργανισμό και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κατάληξη που προδιαγράφει και την τύχη της αγωγής που δεν είναι άλλη παρά η απόρριψή της. Παρά την πιο πάνω κατάληξη κρίνω σκόπιμο να εξετάσω σε συντομία και το θέμα των αποζημιώσεων. Είναι γνωστό ότι ο διάδικος που επιχειρεί να ανακτήσει ζημία πρέπει να την αποδεικνύει με αυστηρότητα (βλ. Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Ηρακλέους ν. Του ταχύπλοου σκάφους «Νίκη» κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 510 και Κούνουνα ν. Κ. Κυπριανού & Υιοί Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 2126). Στην παρούσα περίπτωση η ενάγουσα, έκδηλα κατά την άποψή μου, απέτυχε να αποδείξει οποιοδήποτε από τα πέντε αξιούμενα κονδύλια και προς τούτο είναι αρκετό να παρατηρηθεί ότι στη μαρτυρία του ΜΕ.1 δεν εντοπίζεται ίχνος μαρτυρίας που να τεκμηριώνει έστω και ένα κονδύλι. Η μαρτυρία του, επομένως, πάσχει από αοριστία, κάτι που ανάγκασε και τον ευπαίδευτο συνήγορο του να παραδεχθεί ότι οι ειδικές ζημίες δεν αποδείχθηκαν «τέλεια». Κατά συνέπεια, στην περίπτωση που το Δικαστήριο κατέληγε ότι ο Οργανισμός αδικαιολόγητα διέκοψε στην ενάγουσα τη χορήγηση γάλατος ότι θα δικαιούταν θα ήταν γενικές αποζημιώσεις που υπό τα περιστατικά της υπόθεσης θα καθόριζα στα €30.000. Για όλα τα πιο πάνω τόσο η αγωγή όσο και η ανταπαίτηση απορρίπτονται. Η μεν αγωγή με έξοδα εναντίον της ενάγουσας η δε ανταπαίτηση με έξοδα εναντίον του Οργανισμού. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν ενώπιον του δικαστηρίου για έγκριση. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο