ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΚΑΒΟΣ ν. ΑΡΧΙΠΠΕΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΛΤΔ κ.α., Αγωγή αρ. 188/2006, 2 Αυγούστου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A273 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 188/2006 Μεταξύ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΚΑΒΟΣ Ενάγων και
- ΑΡΧΙΠΠΕΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΛΤΔ
- ΝΑΝΤΙΑΣ-ΘΑΛΕΙΑΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΟΥ Εναγομένων 2 Αυγούστου,
- Για τον ενάγοντα, εμφανίζεται η κα Α. Αγαθοκλέους για κ.κ. Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης, Ν. Πιριλίδης και Συνεργάτες. Για τους εναγομένους αρ. 1 και 2, εμφανίζεται η κα Ι. Κορφιώτου για κ.κ. Κούσιος και Κορφιώτης. Απόφαση To Φεβρουάριο του έτους 2000 και επειδή επιθυμούσε να επενδύσει σε κινητές αξίες στην Κύπρο, ο ενάγων, κάτοικος εξωτερικού, απέστειλε στους εναγομένους αρ. 1, μια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, χρήματα για να αγορασθούν, επ' ονόματι και για λογαριασμό του, μετοχές συγκεκριμένης εταιρείας. Χρόνια αργότερα διεκδικεί, από τους εναγομένους αρ. 1 καθώς και από την εναγομένη αρ. 2, την πλειοψηφούσα μέτοχο και μόνη διοικητική σύμβουλό των εναγομένων αρ. 1, το ποσόν των Λ.Κ.8.500, εντόκως. Διεκδικεί, επίσης, την απόδοση λογαριασμού εν σχέσει με τη διαχείριση του ποσού των Λ.Κ.8.500-. Στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο που κατεχώρισε, ο ενάγων προβάλλει ποικίλες, συντρέχουσες και διαζευκτικές, αιτίες αγωγής: παράβαση συμφωνίας, παράβαση ρητού και/ή εξυπακουόμενου καταπιστεύματος (express or implied trust), παράβαση προκύψαντος και/ή θεωρούμενου καταπιστεύματος (resulting or constructive trust), παράβαση συμβατικών και νόμιμων καθηκόντων, δόλο, ψευδείς και/ή αμελείς παραστάσεις, συνωμοσία προς εξαπάτηση, αδικαιολόγητο πλουτισμό, αμέλεια, οφειλή δυνάμει οιονεί σύμβασης και/ή οφειλή για ποσόν το οποίο πληρώθηκε για αντάλλαγμα που απέτυχε πλήρως. Με την έκθεση απαίτησης προσδιορίζονται γεγονότα που στοιχειοθετούν τις αξιώσεις του ενάγοντος και που παρουσιάζουν την εναγομένη αρ. 2 να εμπλέκεται προσωπικώς, να προβαίνει σε παραστάσεις που αφορούν στο πρόσωπό της και να αναλαμβάνει η ίδια υποχρεώσεις και δεσμεύσεις. Τα γεγονότα αυτά έχουν ως εξής: Περί τα μέσα Φεβρουαρίου του έτους 2000, ο ενάγων, Έλληνας υπήκοος, ο οποίος διαμένει μονίμως και εργάζεται στη Γερμανία, συνεβλήθηκε με τους εναγομένους αρ. 1 και 2 («οι εναγομένοι» εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) με σκοπό την αγορά μετοχών της δημόσιας κυπριακής εταιρείας «PSD Investments Limited» («η εταιρεία PSD») («η Συμφωνία του Φεβρουαρίου του έτους 2000»). Οι ενάγοντες αρ. 1, αποτελούν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολούνται επαγγελματικώς με την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών καθώς και υπηρεσιών διεκπεραίωσης επενδύσεων σε κινητές αξίες. Η εναγομένη αρ. 2 είναι η κύρια μέτοχος και μόνη διοικητική σύμβουλος των εναγομένων αρ.
- Ο ενάγων πείσθηκε να συμβληθεί με τους εναγομένους ως αποτέλεσμα διαφόρων παραστάσεων στις οποίες οι τελευταίοι προέβηκαν καθώς και ως αποτέλεσμα διαφόρων δεσμεύσεων και υποχρεώσεων τις οποίες αυτοί ανέλαβαν. Συγκεκριμένα, οι εναγομένοι παρουσιάσθηκαν στον ενάγοντα ως έμπειροι επαγγελματίες σύμβουλοι επενδύσεων σε κινητές αξίες, οι οποίοι θα μεριμνούσαν ώστε αυτός να επενδύσει σε τέτοιες αξίες με ασφάλεια και κατά τρόπον κερδοφόρο. Οι εναγομένοι θα είχαν έναντι του ενάγοντος καθήκον αφοσίωσης (duty of loyalty) και καθήκον εμπιστευτικότητας (fiduciary). Οι εναγόμενοι θα μεριμνούσαν ώστε οι αγοραπωλησίες κινητών αξιών, εξ ονόματος και για λογαριασμό του ενάγοντος, θα διεκπεραιώνονται μέσω της χρηματιστηριακής εταιρείας «CLR Securities and Financial Services Ltd» («η εταιρεία CLR»), όπου θα ανοιγόταν σχετικός αλληλόχρεος λογαριασμός επ΄ ονόματι του ενάγοντος. Για τη διαμεσολάβησή τους, οι εναγόμενοι θα αμοίβοντο από την εταιρεία CLR. Τέτοια ασφαλής και κερδοφόρα επένδυση θα ήταν και η αγορά 21.570 μετοχών της εταιρείας PSD, τις οποίες οι εναγομένοι θα εξασφάλιζαν σε χαμηλή και συμφέρουσα τιμή, πριν ξεκινήσει η διαπραγμάτευσή τους στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου («το Χ.Α.Κ.»). Στα πλαίσια της Συμφωνίας του Φεβρουαρίου του έτους 2000 ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στους ενάγοντες το ποσόν των Λ.Κ.8.500-. Πράγματι, στις 15.2.2000, ο ενάγων κατέβαλε στους εναγομένους αρ. 1 το ποσόν των Λ.Κ.8.500-. Οι όροι της Συμφωνίας του Φεβρουαρίου του έτους 2000 συνέχισαν να ισχύουν και επιβεβαιώθηκαν στις 2.6.
- Πλην όμως, κατά ή περί τον Ιανουάριο του έτους 2005, ο ενάγων ανεκάλυψε, μετά από απευθείας επικοινωνία με την εταιρεία CLR και επί τη βάσει επιστολής ημερ. 13.1.2005, πως, κατά παράβασιν των συμβατικών τους υποχρεώσεων, οι εναγόμενοι δεν αγόρασαν, επ΄ ονοματί του, μετοχές της εταιρείας PSD. Για να αποφύγει τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον της και εναντίον των εναγομένων αρ. 1, η εναγομένη αρ. 2 συνήψε με τον ενάγοντα, τον Ιανουάριο του έτους 2005 δεύτερη συμφωνία («η Συμφωνία του Ιανουαρίου του έτους 2005»). Στα πλαίσια αυτής, η εναγομένη αρ. 2 ανέλαβε, έναντι του ενάγοντος, την υποχρέωση να μεταβιβάσει αμέσως επ΄ ονόματί του μετοχές της εταιρείας PSD, τις οποίες κατείχε η ίδια, ισάριθμες αυτών που προβλέπονταν στη Συμφωνία του Φεβουαρίου του έτους
- Όμως, και πάλιν οι εναγόμενοι παρέλειψαν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους που πηγάζουν από τη Συμφωνία του Ιανουαρίου του έτους
- Ο ενάγων κάλεσε επανειλημμένως τους εναγομένους, προφορικώς και με επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 1.6.05, να του επιστρέψουν το ποσόν των Λ.Κ.8.500, εντόκως, όμως, αυτοί αρνήθηκαν. Με δεύτερη επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 20.12.05, ο ενάγων τερμάτισε τη Συμφωνία του Φεβρουαρίου του έτους 2000 καθώς και τη Συμφωνία του Ιανουαρίου του έτους 2005 και αξίωσε, εκ νέου, την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.8.500-. Έως και σήμερα οι εναγόμενοι παραλείπουν και/ή αρνούνται να συμμορφωθούν. Η δικογραφημένη υπεράσπιση των εναγομένων είναι η ακόλουθη: Οι εναγόμενοι αρ. 1 ασχολούντο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, με τη διαμεσολάβηση για τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων και αγοραπωλησιών μετοχών καθώς και με την αντιπροσώπευση χρηματιστών και χρηματιστηριακών γραφείων. Συνεργάτες και αντιπροσώποι τους στη Γερμανία ήσαν η οντότητα «ANIGMA Gmbh» («η ANIGMA») και/ή ο Βασίλειος Βούλγαρης. Περί το Φεβρουάριο του έτους 2000, ο ενάγων επεκοινώνησε με την «ANIGMA» και/ή τον Βασίλειο Βούλγαρη στη Γερμανία επιδεικνύοντας ενδιαφέρον να επενδύσει σε κινητές αξίες στην Κύπρο. Έτσι, μέσω της «ANIGMA» και/ή του Βασίλειου Βούλγαρη ο ενάγων επεκοινώνησε με τους εναγομένους αρ. 1 προκειμένου αυτοί να τον εκπροσωπούν κατά τις συναλλαγές του με χρηματιστή και/ή με την εταιρεία CLR Στις 7.2.2000 ο ενάγων υπέγραψε σχετικό πληρεξούσιο. Στις 21.2.2000 ο ενάγων, μέσω της «ANIGMA» και/ή του Βασίλειου Βούλγαρη, εξέφρασε επιθυμία να αγοράσει 21.750 μετοχές της εταιρείας PSD. Για το σκοπό αυτό, στις 21.2.2000, μετεφέρθηκε στον τραπεζικό λογαριασμό των εναγομένων αρ. 1 το ποσόν Λ.Κ.8.621,
- Επειδή δεν κατέστη δυνατή η παραχώρηση των μετοχών αυτών μέσω ιδιωτικής τοποθέτησης, ο ενάγων, με γραπτή αίτησή του, ζήτησε όπως διατεθούν σε αυτόν ισάριθμες μετοχές από άλλους μετόχους της εταιρείας PSD. Στις 15.6.2000, μετά από επιθυμία του ενάγοντος και/ή επειδή απέτυχε η διάθεση, σε αυτόν, των μετοχών που ζήτησε και/ή επειδή το σχετικό αίτημα του ενάγοντος απερρίφθηκε, οι εναγόμενοι αρ. 1 επέστρεψαν σε αυτόν και/ή φρόντισαν για την καταβολή σε αυτόν του ποσού των 29.330 Γερμανικών μάρκων, το οποίο τότε αντιστοιχούσε στο προαναφερθέν ποσόν των Λ.Κ.8.621,
- Η εναγομένη αρ. 2, ως, η μοναδική διοικητική σύμβουλος των εναγομένων αρ. 1, ενήργησε, εν προκειμένω, ως αντιπρόσωπος αυτών και ουδέποτε υπό την προσωπική της ιδιότητα. Στις 15.6.2000 ο ενάγων επιβεβαίωσε γραπτώς τη λήψη του ποσού των 29.330 Γερμανικών μάρκων. Εξ ου και οι εναγόμενοι ουδέν ποσόν οφείλουν στον ενάγοντα. Εν πάση περιπτώσει, οιαδήποτε συμφωνία και/ή συνεννόηση μεταξύ του ενάγοντος και των εναγομένων αρ. 1 είναι παράνομη γιατί, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο πρώτος δεν είχε τις απαιτούμενες άδειες για να αγοράσει μετοχές σε κυπριακή εταιρεία. Τέλος, οι εναγομένοι ισχυρίζονται πως η αγωγή ηγέρθηκε αντικανονικώς εφ' όσον η οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος είναι ειδική αντί γενική. Η υπεράσπιση της παρανομίας της οιασδήποτε συμφωνίας και/ή συνεννόησης μεταξύ του ενάγοντος και των εναγομένων αρ. 1 καθώς και ο ισχυρισμός περί αντικανονικότητας του κλητηρίου εντάλματος εγκαταλήφθηκαν εφ΄ όσον ουδεμία σχετική αναφορά γίνεται στην τελική αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγομένων. Εν πάση περιπτώσει, λαμβανομένων υπ΄ όψιν των επίδικων αγώγιμων δικαιωμάτων, η έναρξη της διαδικασίας διά κλητηρίου ειδικώς οπισθογραφημένου είναι σύμφωνη με τη Δ.2 θ.6 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Περαιτέρω, όπως θα φανεί στη συνέχεια, η ενδεχόμενη παρανομία και/ή ακυρότητα της οιασδήποτε σύμβασης και/ή συνεννόησης μεταξύ των διαδίκων είναι, εν προκειμένω, αδιάφορη. Άλλωστε, η παρανομία και/ή η ακυρότητα δεν αποκλείουν, άνευ άλλου τίνος, τη δυνατότητα ανάκτησης χρημάτων που κατεβλήθηκαν στα πλαίσια αυτής της σύμβασης και/ή συνεννόησης (Rover Internationa Ltd v. Cannon Films Ltd (No.3)
(1989)1 W.L.R. 912). Κατεχωρίστηκε απάντηση στην υπεράσπιση, δια της οποίας ο ενάγων αρνείται τα όσα αντίθετα, προς τη δική του εκδοχή, ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. Υπεβλήθηκε αίτημα παροχής περαιτέρω λεπτομερειών, όσον αφορά στην ημερομηνία, τον τόπο και τον τρόπο της, κατ΄ ισχυρισμόν, καταβολής, στον ενάγοντα, των 29.330 Γερμανικών μάρκων καθώς και όσον αφορά στην, κατ΄ ισχυρισμόν, επιβεβαίωση, εκ μέρους του ενάγοντος, της λήψης των χρημάτων αυτών. Τότε οι εναγόμενοι, δι΄ επιστολής των δικηγόρων τους ημερ. 3.5.2006, απήντησαν απλώς, και κατά τρόπον γενικόλογο, πως το ποσόν των 29.330 Γερμανικών μάρκων κατεβλήθηκε στις 15.6.2000 στη Γερμανία τοις μετρητοίς. Περαιτέρω, διά της επιστολής αυτής, οι εναγομένοι παρουσίασαν μια γραπτή βεβαίωση ημερ. 15.6.2000. Είναι χρήσιμο να σημειωθεί εξ αρχής πώς, επί τη βάσει των δικογράφων, προκύπτουν τα εξής ουσιώδη αδιαμφισβήτητα γεγονότα:
(1)Ο ενάγων είναι Έλληνας υπήκοος ο οποίος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, διέμενε μονίμως και εργαζόταν στην Γερμανία.
(2)Η εναγομένη αρ. 2 υπήρξε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η πλειοψηφούσα μέτοχος των εναγομένων αρ. 1 και η μοναδική διοικητική τους σύμβουλος.
(3)Οι εναγόμενοι αρ. 1 υπήρξαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εταιρεία ασχολούμενη με τη διαμεσολάβηση για την εκτέλεση χρηματιστηριακών πράξεων όσον αφορά σε αγοραπωλησίες κινητών αξιών καθώς και με την αντιπροσώπευση χρηματιστών.
(4)Περί τον Φεβρουάριο του έτους 2000 ο ενάγων επέδειξε ενδιαφέρον να επενδύσει σε κινητές αξίες στην Κύπρο.
(5)Ο ενάγων επεκοινώνησε με τους εναγομένους αρ. 1 προκειμένου αυτοί να προβαίνουν, εκ μέρους του και επ΄ ονόματί του, σε αγοραπωλησίες κινητών αξιών στο Χ.Α.Κ. μέσω και της χρηματιστηριακής εταιρείας CLR.
(6)Ο ενάγων εξέφρασε επιθυμία να αγοράσει 21.750 μετοχές της εταιρείας PSD, εξ ου και στις 21.2.2000 με δική του φροντίδα μεταφέρθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό των εναγομένων αρ. 1, χρηματικό ποσόν, ισόποσον των Λ.Κ.8.621,97.
(7)Η συμφωνηθείσα μεταβίβαση των 21.750 μετοχών της εταιρείας PSD επ΄ ονόματι του ενάγοντος δεν πραγματοποιήθηκε. Για να αποδείξει την υπόθεσή του κατέθεσε ο ίδιος ο ενάγων (Μ.Ε.1) και κάλεσε, ως δεύτερο μάρτυρα, το Θανάση Λιακατή (Μ.Ε.2). Για να υποστηριχθεί η υπεράσπιση κατέθεσε μόνον η εναγομένη αρ. 2 Νάντια - Θάλεια Φιλιππίδου (Μ.Υ.1). Επιπλέον της ένορκης μαρτυρίας που έδωσαν, τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και έγγραφη μαρτυρία. Κάποια από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύονται χρήσιμα για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Ως τεκμήρια κατετέθηκαν τα εξής: αντίγραφο επιστολής των εναγομένων αρ. 1 προς τον ενάγοντα, ημερ. 23.2.2000 (τεκμήριο 1), αντίγραφο επιστολής των εναγομένων αρ. 1 προς τον ενάγοντα, ημερ. 2.6.2000 (τεκμήριο 2), αντίγραφο επιστολής της εταιρείας CLR προς τον ενάγοντα, ημερ. 13.1.2005 (τεκμήριο 3), επιστολές των δικηγόρων του ενάγοντος προς τους εναγομένους, ημερ. 1.6.2005 (τεκμήριο 4) και ημερ. 10.12.2005 (τεκμήριο 5), γραπτή ένορκη δήλωση της μεταφράστριας Μελίνας Κωνσταντίνου, ημερ. 21.19.2009 με συνημμένα τραπεζικά έγγραφα στη Γερμανική γλώσσα και την μετάφρασή τους στην Ελληνική (τεκμήριο 6), αντίγραφο επιστολής των δικηγόρων του ενάγοντος προς τους δικηγόρους των εναγομένων, ημερ. 18.4.2006 (τεκμήριο 7), επιστολή των δικηγόρων των εναγομένων προς τους δικηγόρους του ενάγοντος, ημερ. 3.5.2006 (τεκμήριο 8), επιστολή των δικηγόρων του ενάγοντος προς τους δικηγόρους των εναγομένων, ημερ. 22.5.2006 (τεκμήριο 9), αντίγραφο επιστολής των δικηγόρων των εναγομένων προς τους δικηγόρους του ενάγοντος, ημερ. 31.5.2006 με συνημμένο ένα αντίγραφο βεβαίωσης, ημερ. 15.6.2000 (τεκμήριο 10), επιστολή των δικηγόρων του ενάγοντος, προς τους δικηγόρους των εναγομένων, ημερ. 7.7.2006 (τεκμήριο 11), εξουσιοδότηση για αντιπροσώπευση, υπογεγραμμένη από τον ενάγοντα ως εξουσιοδοτούντα (τεκμήριο 12), αντίγραφο βεβαίωσης, ημερ. 15.6.2000 (τεκμήριο 13), τραπεζικό έγγραφο το οποίο δηλώνει πώς στις 21.2.2000 μετεφέρθηκε, σε λογαριασμό των εναγομένων αρ. 1, το ποσόν των Λ.Κ.8.575,36 από τράπεζα της Γερμανίας και κατ΄ εντολήν του ενάγοντος (τεκμήριο 14), αντίγραφο εντολής του ενάγοντος προς τους εναγομένους αρ. 1, ημερ. 4.4.2000 (τεκμήριο 15) και έγγραφο με σημειώσεις σχετικώς με αγορές μετοχών (τεκμήριο 16). Εξ αρχής παρατηρώ πώς, με μοναδική εξαίρεση το τεκμήριο 13, όλα τα άλλα έγγραφα κατετέθηκαν χωρίς να αμφισβητηθεί η γνησιότητά τους. Το τεκμήριο 13, το οποίο παρουσιάζεται ως η γραπτή βεβαίωση του ενάγοντος για το γεγονός ότι, στις 15.6.00, εισέπραξε τοις μετρητοίς το ποσόν των 29.330 Γερμανικών μάρκων δεν αποτελεί πρωτότυπο. Φαίνεται να είναι μια τηλεομοιοτυπία (telefax) ή μια φωτοτυπία τηλεομοιοτυπίας. Η αμφισβήτηση της γνησιότητας του τεκμηρίου 13 επιβάλλει στην πλευρά των εναγομένων, η οποία το επικαλείται, το βάρος να την αποδείξει (Cypromix Concetrates Co. v. Vitafor N.V.
(2001)1 Α.Α.Δ. 676, 683). Ακολουθεί σκιαγράφηση και αξιολόγηση της εκατέρωθεν παρουσιασθείσας μαρτυρίας: Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ενάγων δήλωσε τα εξής: Περί τις αρχές του έτους 2000, ευρισκόμενος στη Γερμανία, όπου διαμένει μονίμως και εργάζεται τα τελευταία 20 χρόνια, και επειδή ενδιαφερόταν να επενδύσει σε κινητές αξίες στο Χ.Α.Κ. επεκοινώνησε τηλεφωνικώς με την εναγομένη αρ. 2, διευθύντρια των εναγομένων αρ.
- Τον αριθμό του τηλεφώνου της του το έδωσε κάποιος κύριος ονόματι Βούλγαρης («ο Βούλγαρης»), ο οποίος ήδη συνεργαζόταν με τους εναγομένους αρ.
- Στα πλαίσια αυτής της τηλεφωνικής επικοινωνίας εξεδήλωσε το ενδιαφέρον του να αγοράσει μετοχές της εταιρείας PSD. Η εναγομένη αρ. 2 εξεφράσθηκε θετικά για την επένδυση αυτή. Περί τα μέσα Φεβρουαρίου του έτους 2000 τηλεφώνησε εκ νέου στους εναγομένους αρ. 1, οπότε αυτοί, μέσω της εναγομένης αρ. 2, του ανέφεραν πως ήσαν μια εταιρεία που παρείχε υπηρεσίες συμβουλευτικές καθώς και υπηρεσίες διεκπεραίωσης όσον αφορά σε αγοραπωλησίες κινητών αξιών. Περαιτέρω, η εναγομένη αρ. 2 του ανέφερε πως η ίδια, η οποία ήταν η πλειοψηφούσα και η μοναδική διοικητική σύμβουλος των εναγομένων αρ. 1, καθώς και οι ίδιοι οι εναγομένοι αρ. 1 ήσαν έμπειροι επαγγελματίες και πως θα μπορούσαν να τον συμβουλεύσουν για να πραγματοποιεί ασφαλείς και επικερδείς αγοραπωλησίες μετοχών στο Χ.Α.Κ. Εάν δε τους κατέβαλλε το ποσόν των Λ.Κ.8.500 αυτοί θα εξασφάλιζαν, εξ ονόματος και για λογαριασμό του, 21.570 μετοχές της εταιρείας PSD μέσω της χρηματιστηριακής εταιρείας CLR. Οι μετοχές αυτές θα εξασφαλίζοντο σε συμφέρουσα τιμή και πριν ξεκινήσει η διαπραγμάτευσή τους στο Χ.Α.Κ. Η εναγομένη αρ. 2 του ανέφερε, περαιτέρω, πώς η ίδια και οι εναγόμενοι αρ. 1 θα είχαν έναντί του καθήκον αφοσίωσης (duty of loyalty) και εμπιστευτικότητας (fiduciary) και πως θα ελάμβαναν τη σχετική αμοιβή τους από την εταιρεία CLR. Αφού πείσθηκε για την αλήθεια των παραστάσεων αυτών συνήψε με τους εναγομένους συμφωνία με όρους όσα προαναφέρονται («η Συμφωνία του Φεβρουαρίου του έτους 2000»). Στις 15.2.2000 κατέθεσε σε λογαριασμό των εναγομένων αρ. 1 το ποσόν των Λ.Κ.8.500, ισόποσον των 29.404 Γερμανικών μάρκων. Με επιστολή ημερ. 23.2.2000 (τεκμήριο 1) πληροφορήθηκε από τους εναγομένους αρ. 1 πως ανοίχθηκε, επ΄ ονοματί του, αλληλόχρεος χρηματιστηριακός λογαριασμός στην εταιρεία CLR και ο ίδιος είχε τον κωδικό KAKDE
- Με επιστολή των εναγομένων αρ. 1, υπογεγραμμένη από την εναγομένη αρ. 2, ημερ. 2.6.2000 (τεκμήριο 2) πληροφορήθηκε ότι θα μετεβιβάζοντο, από το χαρτοφυλάκιο των εναγομένων αρ. 1 και επ΄ ονόματί του, 21.570 μετοχές της εταιρείας PSD. Την περίοδο των διακοπών των Χριστουγέννων του έτους 2004, ευρισκόμενος στην Ελλάδα, συζήτησε με τον φίλο του Θανάση Λιακατή για την επίδικη επένδυσή του. Επειδή δεν είχε οιανδήποτε σχετική ενημέρωση από τους εναγομένους και επειδή η συζήτηση με τον φίλο του τον ανησύχησε απεφάσισε να επικοινωνήσει με την εναγομένη αρ.
- Όταν το πέτυχε αυτή του ανέφερε πως, εξ αιτίας δικού της λάθους, δεν έγινε η μεταβίβαση επ΄ ονοματί του των μετοχών της PSD. Ο ίδιος αντέδρασε έντονα και τότε η εναγομένη αρ. 2 υπεσχέθηκε να του μεταβιβάσει μετοχές της εταιρείας PSD, τις οποίες κατείχε η ίδια προσωπικώς, ισάριθμες με τις μετοχές που αφορούσε η Συμφωνία του Φεβρουαρίου του έτους
- Ως αντάλλαγμα, ο ίδιος δεν θα ελάμβανε δικαστικά μέτρα εναντίον των εναγομένων. Συνήφθηκε έτσι, μεταξύ του ιδίου και των εναγομένων, δεύτερη συμφωνία («η Συμφωνά του Ιανουαρίου του έτους 2005»). Αυτά λέχθηκαν στην παρουσία του Θανάση Λιακατή (Μ.Ε.2). Τις ημέρες εκείνες επεκοινώνησε και με την εταιρεία CLR η οποία, διά της επιστολής ημερ. 13.1.2005 (τεκμήριο 3), τον πληροφόρησε πως, σύμφωνα με το μητρώο μετόχων της εταιρείας PSD, ο ίδιος ουδέποτε υπήρξε μέτοχό της. Οι ημέρες περνούσαν χωρίς η εναγομένη αρ. 2 να εκπληρώσει όσα ανέλαβε επί τη βάσει της Συμφωνίας του Ιανουαρίου του έτους
- Επεκοινώνησε εκ νέου μαζί της. Αρχικώς αυτή το διαβεβαίωσε πως θα τηρούσε όσα υπεσχέθηκε. Στη συνέχεια, όμως, αυτή δεν απαντούσε στις κλήσεις του. Στο τελευταίο τηλεφώνημα αυτή απήντησε εξαγριωμένη και υπαναχώρησε από τις υποσχέσεις της. Με αυτή τους τη συμπεριφορά οι εναγομένοι παραβίασαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, οι οποίες προκύπτουν τόσον από τη Συμφωνία του Φεβρουαρίου του έτους 2000 όσον και από τη Συμφωνία του Ιανουαρίου του έτους
- Οικειοποιήθηκαν δε και κατακρατούν το ποσόν των Λ.Κ.8.500, το οποίο ο ίδιος κατέθεσε σε λογαριασμό των εναγομένων αρ. 1 εκπληρώνοντας τη δική του υποχρέωση δυνάμει της Συμφωνίας του Φεβρουαρίου του έτους
- Ως εκ τούτου οι εναγομένοι πλουτίζουν αδίκως εις βάρος του. Επιστολή των δικηγόρων του προς τους εναγομένους ημερ. 13.6.20005 (τεκμήριο 4) για επιστροφή, εντόκως, του ποσού των Λ.Κ.8.500 παρέμεινε αναπάντητη. Ομοίως, αναπάντητη παρέμεινε και δεύτερη επιστολή των δικηγόρων του προς τους εναγομένους ημερ. 21.12.2005 (τεκμήριο 5) διά της οποίας τερμάτισε τη Συμφωνία του Φεβρουαρίου του έτους 2000 και τη Συμφωνία του Ιανουαρίου του έτους 2005 και αξιώνει, και πάλιν, την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.8.
- Τέλος, κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ενάγων αρνήθηκε ότι έλαβε, οποτεδήποτε, το ποσόν των 29.330 Γερμανικών μάρκων και αρνήθηκε ότι στις 15.6.2000 επιβεβαίωσε γραπτώς ένα τέτοιο γεγονός. Κατά την αντεξέτασή του, ο ενάγων αρνήθηκε ότι η πρώτη του επικοινωνία με την εναγομένη αρ. 2 πραγματοποιήθηκε το έτος
- Επανέλαβε πως για την επίδικη δοσοληψία είχε επαφή απευθείας με την εναγομένη αρ. 2, η οποία παρουσιαζόταν ως εκπρόσωπος των εναγομένων αρ. 1 και ως προσωπικώς υπεύθυνη. Επανέλαβε, επίσης, πως, στη συνέχεια, η εναγομένη αρ. 2 του υπεσχέθηκε να μεταβιβάσει, επ΄ ονόματί του, δικές της μετοχές της εταιρείας PSD για να διορθώσει το λάθος της. Επίσης κατά την αντεξέτασή του, ο ενάγων δικαιολόγησε το γεγονός πως ενδιαφέρθηκε για τις μετοχές της εταιρείας PSD μόλις κατά τον Ιανουάριο του 2005 αναφέροντας πως όταν έλαβε την επιστολή των εναγομένων ημερ. 2.6.2000 (τεκμήριο 2) έμεινε ήσυχος. Στη συνέχεια, ο Βούλγαρης τον πληροφόρησε πως το Χ.Α.Κ. είχε πτώση όπως όλα τα χρηματιστήρια και έτσι ανέμενε την άνοδό του. Ακόμα, το διάστημα που ακολούθησε την 2.6.2000, είχε κάποια προβλήματα και, έτσι, δεν έδωσε σημασία στα θέματα των επενδύσεών του. Αντεξετασθείς, επίμονα, για το πότε και πώς έμαθε πως δεν είχαν εγγραφεί, επ΄ ονόματί του, μετοχές της εταιρείας PSD, ο ενάγων απήντησε πώς το έμαθε: «Ή από την κα Φιλιππίδου ή από τη CLR». Τέλος, αντεξετασθείς, επίμονα, επί του εγγράφου που παρουσιάζεται ως η γραπτή βεβαίωσή του για το γεγονός πώς στις 15.6.2000 έλαβε, τοις μετρητοίς, το ποσόν των 29.330 Γερμανικών μάρκων (τεκμήριο 13), ο ενάγων έτυχε να απηντήσει: «Μοιάζει η υπογραφή σαν τη δική μου, όμως δεν θυμάμαι να υπέγραψα ποτέ βεβαίωση». Και πρόσθεσε πώς όταν επεκοινώνησε με τον Βούλγαρη, ο οποίος παρουσιάζεται να υπογράφει το τεκμήριο 13 ως μάρτυρας, αυτός αρνήθηκε ότι το υπέγραψε. Μάλιστα ο Βούλγαρης εξεφράσθηκε υποτιμητικά για την εναγομένη αρ.
- Η κυρίως εξέταση του ενάγοντος έγινε, σχεδόν εξ ολοκλήρου, με την κατάθεση γραπτής δήλωσης (έγγραφο αρ. 1), ως επιτρέπει το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9, όπως αυτό τροποποιήθηκε). Όπως δηλώθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του ενάγοντος, στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, η δήλωση αυτή ετοιμάσθηκε από την ίδια για να εξοικονομηθεί χρόνος εφ΄ όσον ο ενάγων, ο οποίος διαμένει στη Γερμανία, ήρθε στη Δημοκρατία και παρέμεινε για λίγες μόνον ημέρες αποκλειστικώς για την ακρόαση της υπόθεσής του. Είναι γεγονός πως εκτός από τις αναφορές σε γεγονότα, η δήλωση αυτή περιέχει και νομικούς χαρακτηρισμούς καταστάσεων καθώς και νομικούς όρους. Είναι δε διατυπωμένη σε ύφος και με λεξιλόγιο που διαφέρουν από τον τρόπο έκφρασης του ενάγοντος. Είναι, περαιτέρω, γεγονός πως, κληθείς να αναγνώσει τη δήλωση αυτή, ο ενάγων δεν το έπραττε πάντοτε με άνεση και κληθείς να ερμηνεύσει τους νομικούς όρους «καθήκον αφοσιώσεως (duty of loyalty) και εμπιστευτικότητας (fiduciary»), πού απαντούν στην παρά. 8(ζ) της δήλωσής του (έγγραφο αρ. 1), αυτός αδυνατούσε. Αυτά έδωσαν αφορμή στην ευπαίδευτη συνήγορο των εναγομένων να υποστηρίξει πώς όσα ο ενάγων κετέθεσε κατά την κυρίως εξέτασή του, διαβάζοντας τη γραπτή δήλωσή του (έγγραφο αρ. 1), τα αγνοούσε ή δεν τα αντιλαμβανόταν. Διαφωνώ με την θέση αυτή. Το γεγονός ότι η γραπτή δήλωση (έγγραφο αρ. 1) του ενάγοντος ετοιμάστηκε από τη συνήγορό του και σε αυτήν οι διάφορες πραγματικές καταστάσεις περιγράφονται και με εκφράσεις και λεξιλόγιο που δεν χαρακτηρίζουν το λόγο του ενάγοντος (όπως αυτός διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο στο στάδιο της αντεξέτασής του) δεν μειώνει, αφ΄ εαυτού, την αποδεικτική της δύναμη. Ούτε το γεγονός ότι στη δήλωση αυτή αναφέρονται κάποιοι νομικοί όροι, τους οποίους, εν τέλει, ο ενάγων αγνοεί, καθιστούν τον ενάγοντα μάρτυρα αναξιόπιστο. Ούτε, η κάποια δυσχέρεια του ενάγοντος, κατά την ανάγνωση του γραπτού κειμένου είναι, αφ΄ εαυτής, μοιραία. Κρίσιμο παραμένει το γεγονός πώς, ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ενάγων, ένας άνδρας ώριμης ηλικίας και με αντίληψη, εμφανίσθηκε συγκροτημένος και σταθερός στις απαντήσεις του επί όλων των κρίσιμων ζητημάτων. Παρά την κάποια δυσχέρεια του ενάγοντος να αναγνώσει τη γραπτή δήλωσή του, η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρος δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία πώς τα όσα αυτός διάβαζε περιέγραφαν την πραγματικότητα όπως ο ίδιος την εβίωσε και αποτελούσαν τη δική του εκδοχή περί τα ουσιώδη γεγονότα. Ήταν δε εμφανής και ειλικρινής η έκπληξη, η ενόχληση και η αμηχανία που αυτός αισθάνθηκε όταν αντελήφθηκε, στο στάδιο της αντεξέτασης, ότι αμφισβητείται η ειλικρίνεια και η αξιοπιστία του. Σχετικώς σημειώνω πώς σε πρόσφατη απόφασή του το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε πώς: «Το άρθρο 25 του νόμου (εννοείται του Κεφ. 9) δεν θέτει όρους ή περιορισμούς που αφορούν στην παρουσίαση της κατάθεσης ή δήλωσης μάρτυρα ώστε αυτή να θεωρείται ότι αποτελεί την κυρίως εξέταση του μάρτυρα» (απόφαση στην Έφεση Αρ. 15/2009 Μάριος Πιέρου ν. Δέσποινας Ηλία, ημερ. 16.6.10). Στις περιπτώσεις όπου η κυρίως εξέταση μάρτυρα γίνεται με την κατάθεση γραπτής δήλωσης, αυτό που είναι σημαντικό να καταδειχθεί, προς ικανοποίησιν του Δικαστηρίου, είναι ότι ο μάρτυρας, αναγιγνώσκοντας τη γραπτή δήλωσή του, θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα εβίωσε και ειλικρινώς και εντίμως τα θεωρεί ως αληθή. Αυτό πράγματι συνέβηκε εν προκειμένω. Παρακολουθώντας τον ενάγοντα να καταθέτει και αναλογιζόμενη τις απαντήσεις του δεν έχω αμφιβολία ότι πρόκειται για πρόσωπο το οποίο προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Η αξιοπιστία του ενάγοντος δεν πλήττεται από το γεγονός πώς αυτός δεν ήταν, εν τέλει, σε θέση να πει ποιός ακριβώς τον πληροφόρησε, για πρώτη φορά, για το γεγονός πώς δεν είχαν μεταβιβαστεί επ΄ ονόματί του οι μετοχές της εταιρείας PSD. Πρόκειται για επουσιώδη πτυχή της υπόθεσης. Η δε διαφοροποίηση μεταξύ αφ΄ ενός των όσων σχετικών δικογραφούνται και κατετέθησαν από τον ενάγοντα κατά την κυρίως εξέτασή του και αφ΄ ετέρου των όσων αυτός κατέθεσε κατά την αντεξέτασή του δηλώνουν, μάλλον, την απουσία προσχεδιασμού. Ούτε η φράση του ενάγοντος, κατά την αντεξέτασή του: «Μοιάζει η υπογραφή σαν τη δική μου, όμως, δεν θυμάμαι να υπέγραψα ποτέ βεβαίωση» δηλώνει υπαναχώρηση του όσον αφορά στην γνησιότητα του τεκμηρίου
- Ανατρέχοντας σε όλα όσα αυτός ανέφερε σχετικώς προκύπτει, με ασφάλεια, η θέση που πώς το τεκμήριο 13 είναι πλαστό. Άλλωστε, όσα καταθέτει ένας μάρτυρας αξιολογούνται στην ολότητά τους και όχι κατ΄ απομόνωσιν ορισμένων στοιχείων (Παπαδοπούλου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 173, 179 και Κυπριανού ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 816). Ο Αθανάσιος Λιακατής (Μ.Ε.2) δήλωσε ενόρκως τα εξής: Είναι Έλληνας υπήκοος, κάτοικος Αθηνών, φίλος του ενάγοντος και διαχειριστής του χαρτοφυλακίου με κινητές αξίες που αυτός διαθέτει. Την περίοδο των διακοπών των Χριστουγέννων του έτους 2004, όταν ο ενάγων τον επεσκέφθηκε στην Αθήνα, του ανέφερε για τη συνεργασία του με τους εναγομένους και για την εντολή που τους έδωσε να αγοράσουν, εξ ονόματος και για λογαριασμό του, μετοχές της εταιρείας PSD. Επειδή το μόνο σχετικό αποδεικτικό που είχε ο ενάγων, ήταν η επιστολή των εναγομένων αρ. 1 ημερ. 23.2.2000 (τεκμήριο 2) και επειδή ο ίδιος δεν ικανοποιήθηκε ότι η επιστολή αυτή αποτελούσε επαρκή απόδειξη για την αγορά και την μεταβίβαση, επ΄ ονόματι του ενάγοντος, των μετοχών της εταιρείας PSD, απεφάσισαν, από κοινού, να επικοινωνήσουν με την εναγομένη αρ.
- Πράγματι, ο ενάγων της τηλεφώνησε και συνομίλησε μαζί της σε ανοικτή ακρόαση. Ο ίδιος ήταν παρών και άκουσε όλα όσα λέθχηκαν μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης αρ.
- Αρχικώς, η εναγομένη αρ. 2 εξεπλάγηκε από το τηλεφώνημα που δέχθηκε. Στη συνέχεια η εναγόμενη αρ. 2 απεκάλυψε στον ενάγοντα ότι, εξ αιτίας δικού της λάθους, δεν αγόρασε τις μετοχές που αυτός της ζήτησε. Υπεσχέθηκε, όμως, να του μεταβιβάσει αμέσως μετοχές της εταιρείας PSD τις οποίες κατείχε η ίδια. Όμως, η εναγόμενη αρ. 2 δεν ανταποκρίθηκε. Μάλιστα, όταν ο ενάγων, μεταγενέστερα, της υπενθύμισε την υπόσχεσή που του έδωσε, η εναγομένη αρ. 2 θύμωσε πολύ και κατέστησε σαφές πως δεν επρόκειτο να εκπληρώσει τη δέσμευση που ανέλαβε. Τέλος, ο Θανάσης Λιακατής εξέφρασε την πεποίθησή του πώς ο ενάγων, τον οποίον γνωρίζει εδώ και πολλά χρόνια, είναι έντιμος, λέει την αλήθεια και ουδέποτε θα διεκδικούσε χρήματα τα οποία δεν του ανήκουν. Εξ ου και ο ίδιος ταξίδεψε, από την Ελλάδα στην Κύπρο, με αποκλειστικό σκοπό να καταθέσει υπέρ του. Την εντύπωση προσώπου ειλικρινούς και φιλαλήθους μου δημιούργησε και ο Θανάσης Λιακατής. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπήρξε ήρεμος, άμεσος και σταθερός. Το γεγονός πώς υπήρξε και εξακολουθεί να είναι φίλος του εναγόντος δεν μειώνει την αξιοπιστία των όσων ανέφερε. Άλλωστε, ο ίδιος, με ευθύτητα και ως άνθρωπος που δεν φοβάται την αλήθεια, απεκάλυψε τη σχέση αυτή. Η εναγομένη αρ. 2 (Μ.Υ.1) δήλωσε ενόρκως, κατά την κυρίως εξέτασή της, τα εξής: Οι εναγομένοι αρ. 1, ασχολούμενοι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, με τη διαμεσολάβηση για τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων και την εξασφάλιση ιδιωτικών τοποθετήσεων, συνεργάζονταν, για το σκοπό αυτό, με την Γερμανική εταιρεία «ANIGMA» και την ελληνική εταιρεία «Πασίων». Εκ των διευθυντών της «ANIGMA» ήταν ο Βούλγαρης και εκ των διευθυντών της «Πασίων» ήταν κάποιος κύριος ονόματι Κωστόπουλος («ο Κωστόπουλος»). Οι δύο αυτές αλλοδαπές εταιρείες διεβίβαζαν προς τους εναγομένους αρ. 1 τις αιτήσεις πελατών τους που ενδιαφερόντουσαν να αγοράσουν κινητές αξίες στην Κύπρο και τους απέστελλαν τα ανάλογα χρήματα. Κατά το Φεβρουάριο του έτους 2000 ο Βούλγαρης την ενημέρωσε για το ενδιαφέρον του ενάγοντος να αποκτήσει 21.570 μετοχές της εταιρείας PSD με ιδιωτική τοποθέτηση. Για το σκοπό αυτό ο ενάγων υπέγραψε σχετική εξουσιοδότηση (τεκμήριο 12) και μετέφερε, στις 21.2.2000, το ποσόν των €14.996,16 (ισόποσο των Λ.Κ.8.621,97) σε τραπεζικό λογαριασμό των εναγομένων αρ. 1 (τεκμήριο 14). Επειδή δεν κατέστη δυνατή η εξασφάλιση των μετοχών με ιδιωτική τοποθέτηση, στις 4.4.2000 ο ενάγων ζήτησε γραπτώς, μέσω του Βούλγαρη, να εξασφαλίσει μετοχές της εταιρείας PSD από άλλους μετόχους (τεκμήριο 15), Στις 2.6.2000 οι εναγόμενοι αρ. 1 διαβεβαίωσαν γραπτώς τον ενάγοντα ότι θα μεταβιβαστούν, επ΄ ονόματί του και από το δικό τους χαρτοφυλάκιο, 21.570 μετοχές της εταιρείας PSD (τεκμήριο 2). Όμως, στη συνέχεια ο Βούλγαρης την ενημέρωσε προφορικώς πως ο ενάγων δεν επιθυμούσε πλέον την αγορά των μετοχών αυτών. Η ίδια ενημέρωσε σχετικώς τον Κωστόπουλο και τότε συμφώνησαν οι τρεις, δηλαδή ο Κωστόπουλος, ο Βούλγαρης και η ίδια, να πάρει τις 21.570 μετοχές της εταιρείας PSD ο Κωστόπουλος και να καταβάλει αυτός στον ενάγοντα, μέσω του Βούλγαρη, ποσόν ύψους 29.330 Γερμανικών μάρκων, ως το ισόποσον των χρημάτων που κατέβαλε ο ενάγων στους εναγομένους αρ.
- Στις 15.6.2000 ο ενάγων επιβεβαίωσε γραπτώς τη λήψη των 29.330 Γερμανικών μάρκων, παρουσία του Βούλγαρη (τεκμήριο 13). Ο Βούλγαρης της απέστειλε τη γραπτή αυτή βεβαίωση (τεκμήριο 13) με τηλεομοιοτυπία. Ακολούθως, πραγματοποιήθηκε η παραχώρηση των μετοχών στον Κωστόπουλο. Περαιτέρω, η εναγομένη αρ. 2 ισχυρίζεται πως ουδέποτε οι εναγομένοι αρ. 1 ή η ίδια επεκοινώνησαν απευθείας με τον ενάγοντα εν σχέσει με την επιθυμία του να επενδύσει σε μετοχές της εταιρείας PSD. Και ούτε προέβηκαν σε οιεσδήποτε παραστάσεις προς αυτόν. Η ίδια μίλησε για πρώτη φορά με τον ενάγοντα τον Ιανουάριο του έτους 2005 όταν αυτός της τηλεφώνησε για να μάθει την τύχη των μετοχών του της εταιρείας PSD. Του εξήγησε πως έχουν τα πράγματα και ουδόλως του υπεσχέθηκε να μεταβιβάσει, επ΄ ονόματί του, δικές της μετοχές της εταιρείας PSD. Η αντέξεταση της εναγομένης αρ. 2 υπήρξε χρήσιμη, αποκαλυπτική του χαρακτήρα και των προθέσεών της και καθοριστική για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της: Κατ΄ αρχάς, η εναγομένη αρ. 2 χαρακτήρισε τους εναγομένους αρ. 1 ως «δική (της) εταιρεία» και απεκάλυψε πως όλες οι αποφάσεις της εταιρείας αυτής λαμβάνονταν από την ίδια και πως όλες οι δραστηριότητες της «περνούσαν από το χέρι (της)». Επειδή η εναγόμενη αρ. 2 επέμεινε πως έλαβε τη γραπτή βεβαίωση του ενάγοντος ημερ. 15.6.2000 αυθημερόν, κλήθηκε να εξηγήσει γιατί το σχετικό τεκμήριο (τεκμήριο 13) φέρει, ως ημερομηνία αποστολής της τηλεομοιοτυπίας, την 30.1.
- Η μάρτυρας απήντησε πως αναζητούσε το έγγραφο αυτό, δεν το βρήκε και έτσι της το έστειλε ο Βούλγαρης για να το έχει στο αρχείο της. Επίσης, επειδή η εναγόμενη αρ.2 επέμεινε πώς ο ενάγων ήταν πελάτης του Βούλγαρη και όχι των εναγομένων, κλήθηκε να σχολιάσει τις επιστολές των εναγομένων αρ. 1 προς τον ενάγοντα ημερ. 23.2.2000 και 2.6.2000 (τεκμήρια 1 και 2, αντιστοίχως), τις οποίες υπογράφει η ίδια, την εξουσιοδότηση του ενάγοντος προς τους εναγομένους αρ. 1 (τεκμήριο 12) καθώς και τις γραπτές εντολές του ενάγοντος προς τους εναγομένους αρ. 1, ημερ. 4.4.2000 (τεκμήριο 15). Η μάρτυρας απήντησε πώς οι επιστολές (τεκμήρια 1 και 2) στάλησαν στον ενάγοντα μέσω του Βούλγαρη, πως οι γραπτές εντολές ημερ. 4.4.2000 (τεκμήριο 15) δόθηκαν μέσω του Βούλγαρη και πως η εξουσιοδότηση του ενάγοντος (τεκμήριο 12) είναι εξουσιότητση προς την «ANIGMA» και, κατ΄ επέκτασιν, προς στον Βούλγαρη και όχι εξουσιοδότηση προς τους εναγομένους αρ. 1 και την ίδια. Μάλιστα, παρέπεμψε στη σφραγίδα της «ANIGMA» που υπάρχει επί του εγγράφου αυτού (τεκμήριο 12). Περαιτέρω, η εναγομένη αρ. 2 διευκρίνισε πώς εκτός από το τεκμήριο 16 δεν υπάρχει άλλο έγγραφο το οποίο να καταγράφει τις εντολές του Βούλαγρη προς τους εναγομένους εκ μέρους των πελατών του. Και προσέθεσε πως ο Βούλγαρης της έδιδε τις εντολές αυτές μόνον τηλεφωνικώς. Τέλος, όταν ερωτήθηκε γιατί δέχθηκε προφορική απόσυρση του ενδιαφέροντος του εναγόντος για τις μετοχές της εταιρείας PSD ενώ όσα σχετικά προηγήθηκαν ήσαν γραπτά, η εναγομένη αρ. 2 απήντησε πως εμπιστευόταν τον Βούλγαρη. Ερωτηθείσα για την επικοινωνία του ενάγοντος μαζί της τον Ιανουάριο του έτους 2005 η εναγομένη αρ. 2 απήντησε διάφορα και σε κάποια στιγμή, κατά τρόπον αψυχολόγητο, και τα εξής: «Μόλις μου είπε ότι «είμαι ο Κάκαβος» έπρεπε να του κλείσω το τηλέφωνο». Κληθείσα να εξηγήσει πώς ο ενάγων γνώριζε, το έτος 2005, τον αριθμό του τηλεφώνου της αφού, όπως η ίδια ανέφερε, οι εναγομένοι αρ. 1 ανέστειλαν τις εργασίες τους από το έτος 2002, απήντησε πώς αυτός πληροφορήθηκε τον αριθμό του τηλεφώνου της από την εταιρεία CLR. Και όταν ερωτήθηκε πώς η ίδια γνωρίζει κάτι τέτοιο, η εναγομένη αρ. 2 απώλεσε τελείως την ψυχραιμία της και φώναξε: «Το υπολογίζω. Έλεος πια». Τέλος, η εναγόμενη αρ. 2 ανέφερε, ότι πριν δραστηριοποιηθεί επαγγελματικώς στην Κύπρο μέσω των εναγομένων αρ. 1, εργάστηκε για χρόνια στην Ελλάδα, στην εταιρεία «Πασίων» και υπήρξε ιδιαιτέρα γραμματεύς του Κωστόπουλου. Εκτός από την επαγγελματική τους σχέση, τον Κωστόπουλο και την ιδία συνέδεε φιλία και αλληλοεκτίμηση. Κληθείσα να αποδείξει τον ισχυρισμό της πώς οι μετοχές της εταιρείας PSD μεταβιβάστηκαν, εν τέλει, στον Κωστόπουλο, η εναγομένη αρ. 2 απήντησε πως η μεταβίβαση αυτή δεν έγινε γραπτώς και δεν υπάρχει οιονδήποτε έγγραφο το οποίο να την αποδεικνύει. Είπε, μεταξύ άλλων, «Απλώς η «Αρχιππέα» έδωσε από το χαρτοφυλάκιό της μετοχές της PSD στον Κωστόπουλο». Όταν, της υπεβλήθηκε πως ο Κωστόπουλος είναι πρόσωπο ανύπαρκτο και πώς εάν, πράγματι το πρόσωπο αυτό υπήρχε θα ανέμενε κανείς από αυτή να τον καλέσει ως μάρτυρα, η εναγομένη αρ. 2 απήντησε πως δεν το έπραξε γιατί τα τελευταία έξι
(6)χρόνια δεν μίλησε μαζί του. Όπως προανέφερα, η παρουσία της εναγομένης αρ. 2 στο εδώλιο του μάρτυρας υπήρξε διαφωτιστική και καθοριστική για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της: Καθ΄ όλη τη διάρκεια της αντεξέτασής της, η εναγομένη αρ. 2 υπήρξε ανήσυχη, γεμάτη ένταση, υπερκινητική και συχνά αγενής. Ύψωνε τον τόνο της φωνής της, ήταν ερειστική και απέφευγε να απαντήσει επί της ουσίας. Η έντονη δυσαρέσκειά της για το γεγονός ότι βρισκόταν ενώπιον του Δικαστηρίου και κατέθετε για τα περιστατικά που αφορούσαν στον ενάγοντα ήταν εμφανής. Η εναγομένη αρ. 2 δεν δίστασε να αυτοσχεδιάσει και να προσφύγει στο ψεύδος για να απαλλαγεί από τις ευθύνες της. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από λογικά κενά και εγγενείς αδυναμίες. Σημειώνω ενδεικτικώς τα κάτωθι: Πρώτον, τα περί της ελληνικής εταιρίας «Πασίων» και τα περί της ανάμειξης του Κωστόπουλου αποτελούν μια εκδοχή γεγονότων έξω από τα όρια της λογικής και χωρίς την παραμικρή σχετική γραπτή απόδειξη. Ούτε καν στο τεκμήριο 13¸το οποίο παρουσιάζεται από τους εναγομένους ως η κορωνίδα της υπεράσπισής τους, αναφέρεται το όνομα «Κωστόπουλος». Επιπλέον, αυτή η εκδοχή γεγονότων είναι καινοφανής. Όχι απλώς δεν αναφέρεται στην υπεράσπιση αλλά και δεν αποκαλύπτεται στην επιστολή των δικηγόρων των εναγομένων ημερ. 3.5.2006, η οποία ακολούθησε το αίτημα για παροχή λεπτομερειών. Υπενθυμίζω, πως δια της επιστολής τους ημερ. 3.6.2006 οι συνήγοροι των εναγομένων πληροφορούν, πως «Η καταβολή του ποσού των Γερμανικών μάρων 29.330 έγινε την 15.6.2000, σε μετρητά, στην Γερμανία». Έτσι, όλα τα ενδεχόμενα παρέμειναν ανοικτά και δόθηκε η ευκαιρία στην εναγομένη αρ. 2, όταν αυτή κλήθηκε να μαρτυρήσει, να αυτοσχεδιάσει. Δεύτερον, εάν, πράγματι, ο Κωστόπουλος αναμείθχηκε στην υπόθεση και εάν, πράγματι, αυτός κατέβαλε στον ενάγοντα, μέσω του Βούλγαρη, τις 29.330 Γερμανικά μάρκα θα ανέμενε κάποιος εύλογα από την εναγομένη αρ. 2 να τον καλέσει ως μάρτυρα, λαμβανομένων, μάλιστα, υπ΄ όψιν των μακροχρόνιων στενών επαγγελματικών και φιλικών σχέσεών τους. Τρίτον, το λεκτικό των τεκμηρίων 1, 2 και 15 είναι σαφές και δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία για το γεγονός πώς ο ενάγων είχε απευθείας σχέση και επικοινωνία με τους εναγομένους. Στα τεκμήρια αυτά δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στο όνομα «Βούλγαρης» ή στο όνομα «ANIGMA» και ούτε φαίνεται αυτά να έχουν κοινοποιηθεί ή έστω σταλεί σε αυτούς. Συνεπώς, η προσπάθεια της εναγομένης αρ. 2 να αποδεσμεύσει τον εαυτό της και τους εναγομένους αρ. 1 από τα όσα τα τεκμήρια αυτά διαλαμβάνουν, αποδεικνύει την συνεχή προσπάθειά της να αποφύγει την αλήθεια. Παρόμοια ισχύουν και για το τεκμήριο
- Στην περίπτωση αυτή, η εναγομένη αρ. 2 επιχειρεί να ανατρέψει το σαφές περιεχόμενο μιας γραπτής εξουσιοδότησης, επικαλούμενη μια σφραγίδα στο τέλος της. Τέταρτον, ο ισχυρισμός της εναγομένης αρ. 2 πως δέχθηκε την προφορική ανάκληση του ενδιαφέροντος του ενάγοντος για τις μετοχές της εταιρείας PSD είναι, επίσης, εκτός της λογικής των πραγμάτων. Πώς είναι δυνατόν να πιστέψει κάποιος ως αληθή τον ισχυρισμό πως η σειρά των γραπτών εντολών του ενάγοντος προς τους εναγομένους (τεκμήρια 12 και 15), για την εξ ονόματός του αγορά μετοχών διεκόπηκε ξαφνικά και ο ενάγων επέλεξε να ανακαλέσει το ενδιαφέρον του για μετοχές προφορικώς; Αυτοί οι παραλογισμοί σε συνδυασμό με τη στάση της εναγομένης αρ. 2 στο εδώλιο του μάρτυρα, ως αυτή περιεγράφηκε πιο πάνω, την καθιστούν πρόσωπο αναξιόπιστο. Δεδομένων των διαπιστώσεών μου περί της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεδομένων των αδιαμφισβήτητων γεγονότων καταλήγω πώς τα ουσιώδη εξελίχθηκαν ως εξής: Περί τις αρχές του έτους 2000, ευρισκόμενος στη Γερμανία, όπου διαμένει μονίμως και εργάζεται τα τελευταία 20 χρόνια, και επειδή ενδιαφερόταν να επενδύσει σε κινητές αξίες στο Χ.Α.Κ. ο ενάγων επεκοινώνησε τηλεφωνικώς με την εναγομένη αρ.
- Στα πλαίσια αυτής της τηλεφωνικής επικοινωνίας εξεδήλωσε το ενδιαφέρον του να αγοράσει μετοχές της εταιρείας PSD. Η εναγομένη αρ. 2 εξεφράσθηκε θετικά για την επένδυση αυτή. Περί τα μέσα Φεβρουαρίου του έτους 2000 τηλεφώνησε εκ νέου στους εναγομένους αρ. 1, οπότε αυτοί, μέσω της εναγομένης αρ. 2, του ανέφεραν πως ήσαν μια εταιρεία που παρείχε υπηρεσίες συμβουλευτικές καθώς και υπηρεσίες διεκπεραίωσης όσον αφορά σε αγοραπωλησίες κινητών αξιών. Περαιτέρω, η εναγομένη αρ. 2 του ανέφερε πως η ίδια, η οποία ήταν η πλειοψηφούσα μέτοχος και η μοναδική διοικητική σύμβουλος των εναγομένων αρ. 1, καθώς και οι εναγομένοι αρ. 1 ήσαν έμπειροι επαγγελματίες και πως θα μπορούσαν να τον συμβουλεύσουν για να πραγματοποιεί ασφαλείς και επικερδείς αγοραπωλησίες μετοχών στο Χ.Α.Κ. Εάν δε τους κατέβαλλε το ποσόν των Λ.Κ.8.500, αυτοί θα εξασφάλιζαν, εξ ονόματος και για λογαριασμό του, 21.570 μετοχές της εταιρείας PSD μέσω της χρηματιστηριακής εταιρείας CLR. Οι μετοχές αυτές θα εξασφαλίζονταν σε συμφέρουσα τιμή και πριν ξεκινήσει η διαπραγμάτευσή τους στο Χ.Α.Κ. Η εναγομένη αρ. 2 του ανέφερε, περαιτέρω, πώς η ίδια και οι εναγόμενοι αρ. 1 θα είχαν έναντί του καθήκον αφοσίωσης και εμπιστευτικότητας και πως θα ελάμβαναν τη σχετική αμοιβή τους από την εταιρεία CLR. Αφού πείσθηκε για την αλήθεια των παραστάσεων αυτών, ο ενάγων απέστειλε, σε λογαριασμό των εναγομένων αρ. 1, το ποσόν των Λ.Κ.8.621,
- Το ποσόν αυτό κατέληξε στον λογαριασμό των εναγομένων αρ. 1 στις 21.2.
- Με επιστολή των εναγομένων αρ. 1, υπογεγραμμένη από την εναγομένη αρ. 2, ημερ. 2.6.2000 (τεκμήριο 2) ο ενάγων πληροφορήθηκε ότι θα μετεβιβάζοντο, από το χαρτοφυλάκιο των εναγομένων αρ. 1 και επ΄ ονόματί του, 21.570 μετοχές της εταιρείας PSD. Την περίοδο των διακοπών των Χριστουγέννων του έτους 2004, ευρισκόμενος στην Ελλάδα, ο ενάγων συζήτησε με τον φίλο του Θανάση Λιακατή για την επίδικη επένδυσή του. Επειδή δεν είχε οιανδήποτε σχετική ενημέρωση από τους εναγομένους και επειδή η συζήτηση με τον φίλο του τον ανησύχησε απεφάσισε να επικοινωνήσει με την εναγομένη αρ.
- Όταν το πέτυχε, αυτή του ανέφερε πως, εξ αιτίας δικού της λάθους, δεν έγινε η μεταβίβαση επ΄ ονοματί του των μετοχών της εταιρείας PSD. Ο ίδιος αντέδρασε έντονα και τότε η εναγομένη αρ. 2 υπεσχέθηκε να του μεταβιβάσει μετοχές της εταιρείας PSD, τις οποίες κατείχε η ίδια προσωπικώς, ισάριθμες με τις μετοχές που αφορούσε η αρχική, μεταξύ τους, συνεννόηση. Ως αντάλλαγμα, ο ίδιος δεν θα ελάμβανε δικαστικά μέτρα εναντίον των εναγομένων. Τις ημέρες εκείνες ο ενάγων επεκοινώνησε και με την εταιρεία CLR η οποία, διά της επιστολής ημερ. 13.1.2005 (τεκμήριο 3), τον πληροφόρησε πως, σύμφωνα με το μητρώο μετόχων της εταιρείας PSD, ο ίδιος ουδέποτε υπήρξε μέτοχό της. Οι ημέρες περνούσαν χωρίς η εναγομένη αρ. 2 να εκπληρώσει όσα ανέλαβε. Στο τελευταίο τηλεφώνημα του ενάγοντος προς την εναγομένη αρ. 2 αυτή απήντησε εξαγριωμένη και υπαναχώρησε από τις δεσμεύσεις και υποσχέσεις της. Με αυτή τους τη συμπεριφορά οι εναγομένοι οικειοποιήθηκαν χωρίς δικαίωμα και κατακρατούν, από τις 21.2.2000, το ποσόν των Λ.Κ.8.621,
- Επιστολή των δικηγόρων του ενάγοντος προς τους εναγομένους ημερ. 13.6.20005 (τεκμήριο 4) για επιστροφή, εντόκως, του ποσού των Λ.Κ.8.500 παρέμεινε αναπάντητη. Ομοίως, αναπάντητη παρέμεινε και δεύτερη σχετική επιστολή των δικηγόρων του προς τους εναγομένους ημερ. 21.12.2005 (τεκμήριο 5). Ο ενάγων ουδέποτε έλαβε το ποσόν των 29.330 Γερμανικών μάρκων και ουδέποτε επιβεβαίωσε γραπτώς ένα τέτοιο γεγονός. Τα ουσιώδη γεγονότα, ως αυτά έχουν διαπιστωθεί, αποδεικνύουν πως στις 21.2.2000 κατετέθηκε από τον ενάγοντα, σε λογαριασμό των εναγομένων αρ. 1, το ποσόν των Λ.Κ.8.651,
- Η κατάθεση αυτή δεν έγινε για λόγους χαριστικούς. Η κατάθεση αυτή υπήρξε το αποτέλεσμα διαφόρων παραστάσεων, στις οποίες προέβηκαν οι εναγομένοι αρ. 1 και 2 προς τον ενάγοντα, καθώς και το αντάλλαγμα για τις διάφορες δεσμεύσεις και υποχρεώσεις, τις οποίες οι εναγομένοι αρ. 1 και 2 ανέλαβαν έναντι του ενάγοντος. Εν τέλει, οι παραστάσεις αυτές απεδείχθηκαν αναληθείς, οι δε δεσμεύσεις και υποχρεώσεις τις οποίες ανέλαβαν οι εναγομένοι, δεν εκπληρώθηκαν. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και καθ΄ όλην τη διάρκεια της επικοινωνίας, της συνεννόησης και της συνεργασίας της με τον ενάγοντα, η εναγομένη αρ. 2 ενεργούσε τόσον ως εκπρόσωπος των εναγομένων αρ. 1, ενός νομικού προσώπου, όσον και υπό την προσωπική της ιδιότητα. Το ποσόν των Λ.Κ.8.621,97 ουδέποτε επεστράφηκε στον ενάγοντα. Από δε τις 21.2.2000, οπότε έγινε η κατάθεση στο λογαριασμό των εναγομένων αρ. 1, αυτοί επωφελούνται του ποσού των Λ.Κ.8.621,97 αδίκως. Ομοίως, επωφελείται του ποσού αυτού αδίκως και η εναγομένη αρ. 2 εφ΄ όσον, ως η ίδια εδήλωσε, οι εναγομένοι αρ. 1 αποτελούν «δική (της)» εταιρεία. Με αυτά ως δεδομένα, καταλήγω πως ο ενάγων δικαιούται να ανακτήσει εντόκως το ποσόν, το οποίον απαιτεί διά των δικογράφων του, επί τη βάσει των αρχών της αποκατάστασης (restitution) και του άδικου πλουτισμού (unjust enrichment). Δικαιούται, δηλαδή, να ανακτήσει το ποσόν των Λ.Κ.8.500 εντόκως από τις 21.2.
- Υπενθυμίζω πως, διά του αρχικού του δικογράφου, ο ενάγων στηρίζει την απαίτησή του και στον άδικο πλουτισμό (unjust enrichment). Παρά το ότι ο άδικος πλουτισμός δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής, εντούτοις, ως έννοια, βρίσκεται στον πυρήνα της αξίωσης για αποκατάσταση (restitution) την οποία και υποστηλώνει (Minerva Finance and Investment Limited v. Γεωργιάδη
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 2173, 2180 επ.). Η αρχή της αποκατάστασης και του άδικου πλουτισμού εφαρμόζονται, επί τη βάσει του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας, και θεραπεύουν την αδικία στις περιπτώσεις προσπορισμού οφέλους χωρίς χαριστική αιτία (Chitty on Contracts (General Principles), 27th edition, παρα.29-007 επ.). Στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν οι νομοθετημένες και νομολογημένες προϋποθέσεις για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο ενάγων και η οποία οδήγησε στον άδικο πλουτισμό των εναγομένων αρ. 1 και 2: (α) Οι εναγομένοι αρ. 1 και 2 απέκτησαν, στις 21.2.2000, το ποσόν των Λ.Κ.8.621,97 το οποίο έκτοτε κατακρατούν. (β) Ο ενάγων κατέθεσε το ποσόν αυτό υπέρ των εναγομένων αρ. 1 και 2 για λόγους άλλους και όχι χαριστικούς. (γ) Οι συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η κατάθεση υπέρ των εναγομένων αρ. 1 και 2 καθιστούν άδικη την υπέρ τους διατήρηση του οφέλους αυτού (HjiLoizi and another v. Iona
(1963)2 C.L.R. Minerva Finance Investment Ltd v. Γεωργιάδη (ανωτέρω), Α.Ι. Καρπασίτης και Υιοί Λτδ κ.α. ν. Καραφωκά κ.α.
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980 και Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1077). Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων αρ. 1 και 2, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για το ποσόν των €14.523,11 (ισόποσον των Λ.Κ.8.500). Το ποσόν αυτό θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 21.2.
- Τα έξοδα της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων αρ. 1 και
- (Υπ.)............. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο