Νεοπτόλεμου Γεωργίου Λεφτή ν. Μακάριου Δρουσιώτη κ.α., Αρ. Αγωγής 11197/07, 3 Αυγούστου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A275 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 11197/07 Μεταξύ: Νεοπτόλεμου Γεωργίου Λεφτή Ενάγοντας και
- Μακάριου Δρουσιώτη
- Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ Εναγόμενοι ----------------------- Αίτηση ημερ. 29.1.2010 για διαγραφών δικογράφων 3 Αυγούστου,
- Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές: κ. Κ. Αγαθοκλέους. Για τον Ενάγοντα- Καθ' ου η αίτηση: κ Μ. Αδαμίδης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή που καταχωρήθηκε με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 21.12.2007 και εξειδικεύτηκε με Έκθεση Απαίτησης ημερ. 4.2.2009, ο ενάγων (εφεξής ο καθ' ου η αίτηση) διεκδικεί αποζημιώσεις μέχρι ποσού €100.000 για άρθρο του εναγόμενου 1 που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "ΠΟΛΙΤΗΣ", ιδιοκτησία της εναγόμενης 2, την 1.4.2007 και το οποίο κατά τους δικογραφημένους του ισχυρισμούς, αποτελεί λιβελογράφημα. Συγκεκριμένα είναι η θέση του καθ' ου η αίτηση ότι στο εν λόγω άρθρο, ψευδώς, δόλια και κακόβουλα ο καθ' ου η αίτηση παρουσιάζεται να συμμετείχε στη δολοφονία κάποιου Βρετανού ονόματι Πήτερ Γκρεϊ που διαπράχθηκε το 1961 στην Κερύνεια. Οι εναγόμενοι (εφεξής οι αιτητές) καταχώρησαν Υπεράσπιση στις 7.7.2009 απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του καθ' ου η αίτηση και ο τελευταίος επανήλθε καταχωρώντας Απάντηση στις 25.9.
- Με την παρούσα Αίτηση τους ημερ. 29.1.2010 που στηρίζεται κατά κύριο λόγο στη Διαταγή 19 Θ.26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι αιτητές, αφενός ζητούν τη διαγραφή των λέξεων "ψευδώς" και "δολίως" και τα παράγωγα των λέξεων αυτών, όπου παρουσιάζονται στην Έκθεση Απαιτήσεως και την Απάντηση και αφετέρου ζητούν τη διαγραφή ολόκληρης τις παραγράφου 6 της Απάντησης. Η παράγραφος αυτή απαντά στην παράγραφο 5 της Υπεράσπισης[1] η οποία αναφέρεται απλώς στην ιδιότητα εκάστου των αιτητών. Η υπό επίθεση παράγραφος 6 της Απάντησης έχει ως ακολούθως: "
- Ο Ενάγων συμφωνεί μερικώς με τους ισχυρισμούς της 5ης παρ. της Ε/Υ, αρνείται και απορρίπτει τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των Εναγομένων και περαιτέρω αναφέρει: (A) Ότι ο Εναγόμενος 1 Μακάριος Δρουσιώτης είναι ο μεγαλύτερος λιβελλογράφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ανεπαρκής και φαντασιόπληκτος «ιστορικός» που συγχύζει τον ψίθυρο με τα ακριβή και αληθή γεγονότα και τις κακόβουλες μαρτυρίες με την ιστορική αλήθεια. Είναι περαιτέρω ο μοναδικός δημοσιογράφος που έχει πρόσβαση στα μυστικά έγγραφα και στις παράνομες παρακολουθήσεις ιδιωτικών τηλεφωνημάτων του ισχυρού παρακράτους που κυριαρχούσε την περίοδο 1960-
- Επίσης έχει τις περισσότερες καταδίκες με πληρωμή χρηματικών αποζημιώσεων για πολλά δυσφημιστικά δημοσιεύματα π.χ. τον Δικηγόρο Άρην Χ'Παναγιώτου τον αποκαλεί Άρη Χ"Γεωργίου «Οκταήμερον Υπουργόν Εμπορίου», σε ιδιωτικήν ποινική του Βουλευτή Σωτήρη Σαμψών, εζήτησε την βοήθεια της Γεν. Εισαγγελίας για την αναστολή δίωξης του και αποφυγή ποινικής καταδίκης. (Β) Ο Εναγόμενος 1 αυτοαποκαλείται ως «ιστορικός αναλυτής» και τα βιβλία του είναι γεμάτα από δυσφημιστικά κείμενα εναντίον αξιόλογων προσώπων της εποχής μας που τους ετίμησε η Πατρίδα «ως Άξια Τέκνα της», αποκαλεί τον Π. Γιωρκάτζη σε βιβλίο του ως προδότη στηριζόμενος σε μη έγκυρες πηγές και στηρίζεται σε αναξιόπιστες πηγές ως είναι το βιβλίον του Θεοφάνη Δημητρίου, ή ενός αποβιώσαντα καφετζή και/ή ενός ιδιοκτήτη αλόγων και τούτου αποβιώσαντος και/ή της «ερωμένης» του Συνταγματάρχη που κατά την φαντασίαν του Εναγομένου 1 εδολοφόνησε τον Π. Γιωρκάτζη. (Γ) Ο 2ος Εναγόμενος, ιδιοκτήτης εκδότης της εφημερίδας «Πολίτης» ουδεμίαν σχέση έχοντα με τη δημοσιογραφία, έχει το θλιβερό πρωτείο ως εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ» να έχει πληρώνει τα μεγαλύτερα ποσά αποζημιώσεων για δυσφημιστικά δημοσιεύματα εναντίον αξιωματούχων της Πολιτείας, Ανωτέρων Λειτουργών, Εισαγγελέων της Δημοκρατίας, πολλών Δικηγόρων, μουσικοσυνθετών τους οποίους αποκαλεί «παιδεραστές». Αρχιμανδριτών και Μητροπολιτών τα συνολικά ποσά πιθανώς να υπερβαίνουν το €1.000.000 μέχρι σήμερα,
(2009)με μοναδικό κίνητρο τη μεγαλύτερη κυκλοφορία της ιδιόκτητης εφημερίδας του." Η θέση των αιτητών είναι ότι τα πιο πάνω μέρη των δικογράφων του καθ' ου η αίτηση είναι σκανδαλώδη και/ή προσβλητικά και/ή μη αναγκαία και/ή τείνουν να προκαταβάλουν και/ή περιπλέξουν και/ή καθυστερήσουν την όλη εκδίκαση της αγωγής. Ο καθ΄ου η αίτηση αντέδρασε στην Αίτηση καταχωρώντας την 1.3.2010 Ειδοποίηση Περί Προθέσεως Ενστάσεως (εφεξής η Ένσταση). Η 'Ένσταση στηρίζεται κατά κύριο λόγο στη Δ.26 Θ.2-10 και εξειδικεύει επτά συγκεκριμένους λόγους ένστασης. Από πλευράς γεγονότων συνοδεύεται, αντί με ένορκη δήλωση του ίδιου του καθ' ου η αίτηση, με ένορκη δήλωση συνταξιούχου δικηγόρου-νομικού συμβούλου του καθ' ου η αίτηση. Η ακρόαση της υπό εξέταση Αίτησης περιορίστηκε στην εκατέρωθεν υιοθέτηση και κατάθεση γραπτών αγορεύσεων από μέρους των ευπαιδεύτων συνηγόρων των μερών. Αναφορά σε θέσεις και επιχειρήματα των συνηγόρων, θα γίνει σε κατοπινό στάδιο στο βαθμό και έκταση που τούτο θα κριθεί αναγκαίο για επίλυση της ανακύπτουσας διαφοράς. Πρώτα όμως αξίζει να γίνει αναφορά στις εφαρμοστέες νομικές αρχές. Το ουσιαστικό και κύριο νομικό υπόβαθρο αιτήσεων αυτής της φύσης είναι η Διαταγή 19, Θ.26 (και όχι η Διαταγή 27, Θ.3) η οποία προβλέπει τα εξής: Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί καθ' οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οιουδήποτε ζητήματος σε οιανδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που θα τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής. Οι πρόνοιες της Δ.19, Θ.26 είναι πανομοιότυπες με τις πρόνοιες της Δ.
- Θ.27 των αντίστοιχα Αγγλικών Θεσμών που ίσχυαν πριν το
- Συνεπώς η Αγγλική Νομολογία, τόσο η παλαιότερη όσο και η πιο πρόσφατη (αφού οι πρόνοιες δεν έχουν αλλάξει ουσιωδώς) είναι σχετική. Το σίγουρο είναι ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την διαγραφή δικογράφων θα πρέπει να ασκείται με φειδώ, καθ' ότι τα δικόγραφα αποτελούν το κύριο δικονομικό μέσο που χρησιμοποιείται από τους διαδίκους για την έγγραφη προβολή των θέσεων τους. Τα δικόγραφα εξάλλου αποτελούν το υπόβαθρο της δίκης που έπεται. Στην Knowles v. Roberts 38 Ch. D.P. 270, o Δικαστής Bowen L.J έθεσε το όλο θέμα ως εξής: "The rule that the court is not to dictate to the parties how they should frame their case, is one that ought always to be preserved sacred. But this rule is of course, subject to this modification and limitation, that the parties must not offend against the rules of pleading which have been laid down by the law. If a party introduces a pleading which is unnecessary, and it tends to prejudice, embarrass and delay the trial of the action, it then becomes a pleading which is beyond his right." H διαγραφή δικογράφων θα πρέπει να περιορίζεται στις εμφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις παράβασης των κανόνων σύνταξης δικογράφων (βλ. Carl - Zeiss - Stiftung v. Rayner & Another [1969] 3 All E.R 697, Fasili v. Sun Boat
(1984)1 C.L.R 679 και Λοϊζος Λουκά v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε
(1999)2 Α.Α.Δ. 1316. Στην Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1852 αναφέρονται στις σελ.1854-1855 τα εξής: "Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την διαγραφή δικογράφου δυνάμει των πιο πάνω θεσμών (Δ.19,θ.26 και Δ.27, θ.3) η διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο". Το κατά πόσο ένα δικόγραφο ή μέρος του είναι αχρείαστο (unneccesary) ή σκανδαλώδες (scandalous) ή τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να δυσχεραίνει ή να καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Ένα σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο το αμφισβητούμενο θέμα είναι σχετικό. Το θέμα της σχετικότητας είναι ταυτόσημο με τη δεκτότητα που χρησιμοποιείται για τη μαρτυρία. Εάν ένα θέμα είναι σχετικό τότε θα επιτραπεί να προσκομισθεί και μαρτυρία για απόδειξη του και αντιστρόφως. Για το πότε ένα δικόγραφο προκαλεί σύγχυση, σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacobs Precedents and Pleadings (12η έκδοση), " Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matters and so raises irrelevant issues which may involve expenses, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations." Το γεγονός ότι ένας ισχυρισμός είναι αχρείαστος δεν εξυπακούει ταυτόχρονα και λόγο για διαγραφή. Ούτε και ένα δικόγραφο θεωρείται ικανό να δυσχεραίνει τη διαδικασία απλά και μόνο επειδή περιέχει ισχυρισμούς οι οποίοι είναι αντίθετοι ή διατυπώνεται διαζευκτικά. Ομοίως η πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Στην Athina Leathergoods Ltd v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 787 λέχθηκε ότι οι φράσεις "tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial" της Διαταγής 19 Θ.26 έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια ούτως ώστε να μην περιορίζεται το δικαίωμα του διαδίκου να διαμορφώνει ελεύθερα τα δικόγραφα του. Ωστόσο η πολυλογία και η περιττολογία δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να ενθαρρύνονται. Στην Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών ν. Σοφοκλή Σαββίδη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 685, τονίστηκε ότι η παρουσίαση της υπόθεσης στα δικόγραφα πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Παράδειγμα ισχυρισμών που διαγράφηκαν ως σκανδαλώδεις συναντούμε στην Brooking v. Maudslay [1886] 55 LT 343. Σε εκείνη την υπόθεση ο Ενάγοντας στο δικόγραφο του καταλόγιζε στον Εναγόμενο ανειλικρινή και ανέντιμη διαγωγή, αλλά στη συνέχεια διευκρίνιζε ότι δεν επιζητούσε οποιαδήποτε θεραπεία σε σχέση με αυτή. Οι κατηγορίες αυτές διαγράφηκαν ως σκανδαλώδεις και προσβλητικές. Με αυτές τις αρχές κατά νου επιστρέφω στα γεγονότα της παρούσας Αίτησης. Σε ό.τι αφορά το αίτημα για διαγραφή των λέξεων "ψευδώς" και "δολίως" και τα παράγωγα αυτών, η πρώτη μου παρατήρηση και συμφωνώ επ' αυτού με την πλευρά των αιτητών, είναι, ότι, ο "δόλος" και το "ψεύδος" πράγματι δεν είναι συστατικά στοιχεία της δυσφήμισης ως αυτά διαγράφονται στο άρθρο 17
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148. Συνεπώς εφόσον η βάση αγωγής είναι αποκλειστικά η δυσφήμιση, οι αναφορές είναι πράγματι υπό αυτή την έννοια, αχρείαστες. Αυτού λεχθέντος δεν είναι ασυνήθες σε αγωγές λιβέλου που αφορούν δημοσιεύματα σε εφημερίδες όπου πολύ συχνά προβάλλονται οι υπερασπίσεις της αλήθειας και/ή του ευλόγου σχολίου επί θέματος δημοσίου συμφέροντος και/ή του προνομίου υπό επιφύλαξη, να γίνεται αναφορά από τον ενάγοντα σε ορολογίες όπως "δολίως" και "ψευδώς" είτε εκ των προτέρων και προληπτικά στην Έκθεση Απαίτησης (αχρείαστα βέβαια) είτε εκ των υστέρων και κατασταλτικά στην Απάντηση. Για απόδειξη της υπεράσπισης της αλήθειας (ως είναι αυτονόητο), θα πρέπει να αποδειχθεί το αληθές του περιεχομένου του άρθρου. Για απόδειξη της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη, θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να αποδειχθεί ότι το σχόλιο είναι έντιμο ή εύλογο επί γεγονότων ορθώς διατυπωμένων. Τέλος για απόδειξη της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι το δημοσίευμα έγινε καλή τη πίστει. Ένα δημοσίευμα δεν μπορεί να έγινε καλή τη πίστει αν είναι αναληθές και ο συντάχτης του δεν πίστευε στο αληθές του περιεχομένου. Συνεπώς έστω και αν ο "δόλος" και το "ψεύδος" δεν χρειάζονται για απόδειξη αυτού καθαυτού του αστικού αδικήματος, φαίνεται πως διαδραματίζουν κάποιο ρόλο, ειδικά το "ψεύδος", ευρύτερα σε αγωγές λιβέλου. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι η αποτυχία της υπεράσπισης της αλήθειας και η μεμπτή συμπεριφορά του εναγόμενου, λαμβάνονται υπόψη και κατά τον καθορισμό των αποζημιώσεων. Συνεπώς το "ψεύδος" και ενδεχομένως και ο "δόλος" πιθανώς να έχουν κάποιο ρόλο να διαδραματίσουν κι σ' αυτό το πλαίσιο. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω δεν θεωρώ ορθό να προχωρήσω στη διαγραφή των εν λόγω αναφορών, όπου κι αν αυτές εμφανίζονται στα δικόγραφα του καθ' ου η αίτηση. Έτσι κι αλλιώς και αχρείαστες και άτοπες να είναι, δεν νομίζω να δημιουργούν αμηχανία ή να είναι σκανδαλώδεις υπό την έννοια που περίγραψε προηγουμένως. Ούτε δύναται να περιπλέξουν ή να καθυστερήσουν την εκδίκαση της υπόθεσης. Δεν ισχύουν τα ίδια σε σχέση με την παράγραφο 6 της Απάντησης. Η παράγραφος αυτή στην ολότητα της, αποτελεί κλασσικό παράδειγμα σκανδαλώδους δικογράφου που πρέπει οπωσδήποτε να διαγραφεί. Σε νομικά έγγραφα όπως είναι οι έγγραφες προτάσεις δεν χωρούν οι προσωπικές επιθέσεις, οι κατηγορίες και οι προσβλητικοί χαρακτηρισμοί. Τέτοιες αναφορές ξενίζουν ιδιαιτέρως όταν προβάλλονται από ενάγοντα σε αγωγή λιβέλου. Αναμένεται πως αυτοί που αισθάνονται θιγμένοι και προσβεβλημένοι από τα λεγόμενα ή τα γραφόμενα άλλου, θα επιδεικνύουν αυτοσυγκράτηση και σεβασμό προς τη διαδικασία και τους υπόλοιπους παράγοντες της δίκης και όχι να εκτοξεύουν κατηγορίες του τύπου "ο Εναγόμενος 1 Μακάριος Δρουσιώτης είναι ο μεγαλύτερος λιβελλογράφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ανεπαρκής και φαντασιόπληκτος..." και "ο 2ος Εναγόμενος, ιδιοκτήτης εκδότης της εφημερίδας «Πολίτης» ουδεμίαν σχέση έχοντα με τη δημοσιογραφία, έχει το θλιβερό πρωτείο ως εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ» να έχει πληρώνει τα μεγαλύτερα ποσά αποζημιώσεων για δυσφημιστικά δημοσιεύματα....." Πέραν της απρέπειας που είναι διάχυτη στις αναφορές της παραγράφου 6 της Απάντησης, ένας άλλος παράγοντας που επιβάλλει τη διαγραφή τους είναι ο εκτροχιασμός της δίκης που θα προκαλέσουν. Αυτός ο εκτροχιασμός θα καταστήσει δύσκολη έως αδύνατη την επικέντρωση στα επίδικα θέματα και την ορθή απονομή δικαιοσύνης. Αυτό τον εκτροχιασμό τον προαναγγείλει βασικά και ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση, αφού δικαιολογώντας την συμπερίληψη των αναφορών, δηλώνει στη γραπτή του αγόρευση πως σκοπεύει να καλέσει "έγκυρους ιστορικούς" για να αποδείξει την "πληθώρα λιβέλων" από μέρους του αιτητή 1 και να προσκομίσει μαρτυρία για να αποδείξει "τις αμέτρητες καταδίκες της εν λόγω εφημερίδας για λιβελογραφήματα". Σκοπός της παρούσας διαδικασίας είναι η εξέταση του επίδικου δημοσιεύματος και κατά πόσο είναι δυσφημιστικό ή όχι για το πρόσωπο του καθ' ου η αίτηση. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Δεν ενδιαφέρουν ούτε "οι προηγούμενες καταδίκες για λιβελογραφήματα" ούτε και ο εν γένει τρόπος με τον οποίο αναλύουν ιστορικά γεγονότα και προσεγγίζουν τη δημοσιογραφία οι αιτητές. Τέλος σε ό,τι αφορά τον παράγοντα "καθυστέρηση" που εγείρει η πλευρά του καθ' ου η αίτηση, να επισημάνω πως τέτοιες αιτήσεις θα πρέπει όντως να καταχωρούνται το συντομότερο δυνατό μετά την παραλαβή του δικογράφου που θα υποστεί την επίθεση (βλ. Williams and Glyns Bank Ltd v. The Ship "Maria"
(1984)1 CLR 821), Στην προκειμένη περίπτωση πέρασαν τέσσερις μήνες από την καταχώρηση της Απάντησης μέχρι την υποβολή της Αίτησης για διαγραφή. Η πλευρά των αιτητών θα μπορούσε ενδεχομένως να ενεργούσε με περισσότερη σπουδή και να καταχωρούσαν την Αίτηση λίγο νωρίτερα. Ωστόσο δεν θεωρώ ότι η συντελεσθείσα καθυστέρηση είναι τόση και τέτοια που θα πρέπει αφ' εαυτού να οδηγήσει στην απόρριψη της Αίτησης, ιδιαίτερα εν όψει της καταφανούς και ουσιώδους παράβασης των κανόνων ορθής δικογράφισης που υπήρξε στη σύνταξη της παραγράφου 6 της Απάντησης. Εν όψει λοιπόν των πιο πάνω η Αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Εκδίδεται διάταγμα διαγραφής ολόκληρης της παραγράφου 6 της Απάντησης. Τα έξοδα της Αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας, μειωμένα όμως κατά το ½ λόγω της μερικής μόνο επιτυχίας της Αίτησης, επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ' ου η αίτηση. (Υπ.) ......... Στ. Ν. Σταύρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Εκ του περιεχομένου της παραγράφου 2 της ΄Εκθεσης Απαίτησης, οι Εναγόμενοι παραδέχονται τα όσα ο Ενάγων ισχυρίζεται σε σχέση με τον Εναγόμενο 1. Εκ του υπολοίπου περιεχομένου της παραγράφου 2 της ΄Εκθεσης Απαίτησης, οι Εναγόμενοι 2 παραδέχονται μόνο ότι αυτοί είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ιδιοκτήτες της Εφημερίδας «Πολίτης» που είναι καθημερινή, πρωινή εφημερίδα παγκύπριας κυκλοφορίας. Οι Εναγόμενοι αρνούνται και απορρίπτουν τους υπόλοιπους ισχυρισμούς που περιέχονται στην παράγραφο 2 της ΄Εκθεσης Απαίτησης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο