← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ, Αίτηση αρ. 171/10, 10.9.10

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ, Αίτηση αρ. 171/10, 10.9.10 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A286 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αίτηση αρ. 171/10 ΕΙΣ ΠΤΩΧΕΥΣΗ ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ, Σπετσών 4, 1037 Καϊμακλί, Λευκωσία Χρεώστης Αίτηση ημερ. 18.6.10 για αναστολή της εκδίκασης της αίτησης πτώχευσης Ημερομηνία: 10.9.10 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον αιτητή-χρεώστη: κ. Νεοκλέους Ε. Για τους καθ΄ων η αίτηση-πιστωτές: κ. Λιβέρας Γ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με αυτή την αίτηση ο αιτητής αιτείται διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να ανασταλεί η εκδίκαση της αίτησης πτώχευσης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο μέχρι την αποπεράτωση της εκδίκασης της έφεσης με αρ. 40/10 εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 9.2.10 στην ειδοποίηση πτώχευσης. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 1-3, 6

(3)
(4)
(6)
(7)και 9 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5, στους Κανονισμούς 1-26, 38-43 και 188 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών στη Δ.35 Θ.18, στη Δ.48 θ.θ.1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στη γενική πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται στην ένορκη δήλωση του αιτητή στην οποία αναφέρει, βασικά τα ακόλουθα: Στην αίτηση με αρ. 40/2010 για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης εκδόθηκε απόφαση από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 9.2.10 σύμφωνα με την οποία κατά την πιο πάνω ημερομηνία συντέλεσε πράξη πτώχευσης. Αντίγραφο της απόφασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α. Στις 16.2.10 η πρωτόδικη απόφαση εφεσιβλήθηκε (Τεκμήριο Β). Παρά το γεγονός ότι εκκρεμεί ενώπιον του Εφετείου η πιο πάνω έφεση, οι αιτητές προχώρησαν στην καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αιτήσεως πτωχεύσεως και ζητούν την έκδοση Διατάγματος Παραλαβής της περιουσίας του. Η αναστολή της διαδικασίας είναι αναγκαία διότι: i. Αν η έφεση επιτύχει, μετά από τυχόν απόρριψη της παρούσας αίτησης αναστολής η επιτυχία θα έχει ήδη καταστεί άνευ αντικειμένου, αφού θα έχει ήδη πτωχεύσει. ii. Αν ακόμη θεωρηθεί ότι, μετά την έκδοση Διατάγματος Παραλαβής της περιουσίας του, η εν λόγω έφεση θα δύναται να προχωρήσει, τότε θα δημιουργηθούν δυσβάστακτα για τον ίδιο δικαστικά έξοδα, τα οποία δεν θα είναι σε θέση να αντέξει. Συγκεκριμένα, ως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του θα πρέπει, για τη συνέχιση της διαδικασίας, να καταβληθεί εγγύηση στον διαχειριστή της περιουσίας του και να δοθεί άδεια από εκείνον για συνέχιση της διαδικασίας. Περαιτέρω θα πρέπει, αν η έφεση του επιτύχει, να ξεκινήσει διαδικασία ακύρωσης του διατάγματος παραλαβής με συνεπακόλουθο τη δημιουργία περαιτέρω εξόδων. ● Η εκκρεμούσα έφεση εγείρει σοβαρό θέμα παρατυπίας στην αίτηση για έκδοση Ειδοποίησης Πτωχεύσεως και εν πάση περιπτώσει έχει γίνει και καλή πίστη (bona fide), εξ όσων δε πληροφορείται από το δικηγόρο του, έχει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας. Συγκεκριμένα έχει εγερθεί το θέμα ότι υφίστατο διάσταση μεταξύ του ποσού της δικαστικής απόφασης και του ποσού το οποίο διεκδικείτο με την αίτηση για έκδοση Ειδοποίησης Πτωχεύσεως, χωρίς να γίνεται προσδιορισμός τούτου ή να δίδεται εξήγηση για την πιο πάνω διάσταση. Είχε, περαιτέρω, εγερθεί στο πρωτόδικο δικαστήριο ότι το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο προς το οποίο καλείτο να απευθυνθεί προς πληρωμή, δηλαδή ο δικηγόρος των αιτητών-εφεσιβλήτων, βρισκόταν εκτός της δικαιοδοσίας του πρωτόδικου δικαστηρίου, γεγονός το οποίο καθιστούσε την όλη διαδικασία άκυρη. Οι ενστάσεις του για την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης ήταν καλόπιστες αφού δεν γνώριζε το ακριβές ποσό της οφειλής για να το εξοφλήσει. Στην αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση η οποία βασίζεται στα άρθρα 1-6,8,9,87 και 88 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5, στους Κανονισμούς 1-26, 37-44,46,51
(1)
(2),59 και 188 των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35, Δ.40 θ.θ.7,11,Δ.41-42 και Δ.48 θ.θ.1-4,8,9 στο άρθρο 32 του Ν.14/60, Κεφ.6, άρθρα 9,14 και 82 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι στους οποίους βασίζεται η ένσταση είναι βασικά: Η αίτηση είναι λανθασμένη και/ή αντινομική και/ή βασίζεται επί των λανθασμένων άρθρων και κανονισμών. Η αίτηση είναι καταχρηστική της διαδικασίας του Δικαστηρίου, γιατί ο αιτητής ενεργεί κακόβουλα και/ή αδικαιολόγητα και/ή καταχωρηθείσα έφεση δεν έγινε με καλή πίστη (serious or bona fide) Με την έφεση του ο αιτητής δεν εγείρει σοβαρά νομικά θέματα και θέματα ουσίας προς εκδίκαση. Η έφεση του αιτητή δεν πληροί τις αρχές που διέπουν την αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης και δεν έχει οποιανδήποτε προοπτική επιτυχίας. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Αίγλης Συνγκελλίδου η οποία αναφέρει ουσιαστικά τα ακόλουθα: Εξ όσων καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει και τη συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους η καταχωρηθείσα έφεση του αιτητή αρ. 72/10 δεν εγείρει οιαδήποτε σοβαρά νομικά θέματα και θέματα ουσίας προς εκδίκαση. Ο μοναδικός λόγος έφεσης που προβάλλει ο αιτητής είναι «ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε δεόντως και/ή καθόλου την παρατυπία της αίτησης για έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης προς τον εφεσείοντα. Εάν το εξέταζε θα απέρριπτε την αίτηση ως παράτυπη και/ή εγγενώς άκυρη και αντινομική». Με τον αναφερόμενο λόγο έφεσης ο αιτητής απλά προβάλλει ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό στην προσπάθεια του να καθυστερήσει και να αποφύγει τις συνέπειες για την μη καταβολή του οφειλόμενου ποσού. Ο αιτητής τόσο στην αίτηση-ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 22.1.10 για παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης (Τεκμήριο Α), όσο και στην αιτιολογία που συνοδεύει τον λόγο έφεσης του προβάλλει γενικά και αόριστα ως μόνη παρατυπία τη διάσταση μεταξύ του ποσού με βάση την δικαστική απόφαση και του ποσού που αναγραφόταν στην Ειδοποίηση Πτώχευσης. Ο αιτητής στην ως άνω αναφερόμενη ένορκη του δήλωση ημερ. 22.1.10 δεν είχε εγείρει οποιανδήποτε γνήσια και πραγματική απαίτηση συμψηφισμού ή ανταπαίτηση σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία και νομοθεσία που να τον νομιμοποιεί στον παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης. Περαιτέρω κανένα γεγονός και κανένας βάσιμος λόγος δεν προβάλλεται από τον αιτητή που να αμφισβητεί την απόφαση του Δικαστηρίου. Εξ όσων καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει και εξ όσων τη συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους η καταχωρηθείσα έφεση του αιτητή αρ. 72/10 δεν πληροί τις αρχές που διέπουν την αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης και δεν έχει οποιανδήποτε προοπτική επιτυχίας. Απ΄όλα τα ανωτέρω προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο αιτητής καταχώρησε τόσο την έφεση του όσο και την παρούσα αίτηση καταχρηστικά και με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας έκδοσης διατάγματος παραλαβής. Έχω θέσει ενώπιον μου όσα οι συνήγοροι ανέφεραν στις αγορεύσεις τους και θα σταθώ σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Νομική βάση της αίτησης αποτελεί το άρθρο 6
(4)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5 το οποίο προνοεί: «
(4)Όταν η πράξη πτώχευσης στην οποία στηρίζεται η αίτηση είναι η μη συμμόρφωση προς ειδοποίηση πτώχευσης για πληρωμή, παροχή ασφάλειας ή συμβιβασμό του εξ αποφάσεως χρέους ή ποσού που διατάχθηκε να πληρωθεί, το Δικαστήριο δύναται, αν το θεωρεί ορθό, να αναστείλει ή απορρίψει την αίτηση με τη δικαιολογία ότι εκκρεμεί έφεση εναντίον της απόφασης ή του διατάγματος». Δεν έχω εντοπίσει νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σχετική με το πιο πάνω άρθρο. Ωστόσο καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την αγγλική νομολογία. Παρόμοια πρόνοια με την πιο πάνω περιέχεται στο άρθρο 5
(4)του Αγγλικού Bankruptcy Act 1914 το οποίο προνοούσε τα ακόλουθα: "S.5
(4)When the act of bankruptcy relied on is non compliance with a bankruptcy notice to pay, secure or compound for a judgment debt, or sum ordered to be paid, the court may, if it thinks fit, stay or dismiss the petition on the ground that an appeal is pending from the judgment or order". Στο σύγγραμμα Williams and Muir Hunter, The Law and Practice in Bankruptcy, 19th Ed., στη σελ. 66 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με την πιο πάνω πρόνοια: "Where the appeal is bona fide, the proper order is to stay the petition generally, with liberty to apply, and where it is evidently frivolous a receiving order should be made. A general power to stay is given by section 113, post". Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει ήταν διακριτική τόσο με βάση, το Νόμο του 1914 ο οποίος καταργήθηκε, όσο και με βάση το Ιnsolvency Act 1986 που τον διαδέχθηκε. Στην υπόθεση Re a Debtor (No 799 of 1994), ex parte Cobbs Property Services Ltd
(1995)3 ALL ER 723 αφού υιοθετήθηκαν τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Εx.p Yeatman
(1880)16Ch D283 αποφασίστηκε ότι όπου η αίτηση πτώχευσης βασίζεται σε εξ αποφάσεως χρέος το οποίο αποτελεί αντικείμενο έφεσης το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι η έφεση εγείρει σοβαρά θέματα ή έγινε καλόπιστα (the appeal was serious or bona fide) προτού αναστείλει την αίτηση. Πρέπει δηλαδή να εγείρεται νομικό ή άλλο θέμα ουσίας το οποίο ο χρεώστης λαμβάνει σοβαρά υπόψη. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω θεωρώ ότι αυτή η αίτηση δεν εμπίπτει στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 6
(4)του Κεφ.5 στο οποίο στηρίχτηκε αποκλειστικά ο κος Νεοκλέους στην αγόρευση του. Εδώ δεν εκκρεμεί έφεση κατά της απόφασης που δημιούργησε το χρέος αλλά κατά της απόφασης στην ειδοποίηση πτώχευσης. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι δεν θεωρώ ότι η έφεση που καταχωρήθηκε πληροί τα κριτήρια που θέτει η νομολογία. Θεωρώ ότι ο λόγος έφεσης όπως έχει διατυπωθεί δεν εγείρει οποιοδήποτε σοβαρό θέμα ουσίας ούτε και έχει συσχετισθεί με το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης. Ως αποτέλεσμα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ΄ων η αίτηση-πιστωτών και εναντίον του αιτητή-χρεώστη ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) ............... Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.