← Κύπρος

Μάρω Γεωργίου ν. Μίκη Ζαχαρίου κ.α., Αγωγή αρ: 3357/07, 13 Σεπτεμβρίου, 2010

Μάρω Γεωργίου ν. Μίκη Ζαχαρίου κ.α., Αγωγή αρ: 3357/07, 13 Σεπτεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A288 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ: 3357/07 Μεταξύ: Μάρω Γεωργίου Ενάγουσα και

  1. Μίκη Ζαχαρίου
  2. Δημήτρη Δημητρίου Εναγομένων -------------------------------- 13 Σεπτεμβρίου, 2010 Για τους εναγομένους αρ. 1 και 2 - αιτητές, εμφανίζεται η κα Ε. Δημητριάδου-Δημητρίου προσωπικώς και για την κα Β. Πέτρου-Πιερίδου. Για την ενάγουσα - καθ΄ ης η αίτηση, εμφανίζεται ο κ. Ρ. Σχίζας για κ.κ. Ρένος Σχίζας και Συνεργάτες Απόφαση για την αίτηση ημερ. 27.5.2010 (αίτημα για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη ενδιάμεσης αίτησης) -------------------------- Διά της αγωγής της η ενάγουσα - καθ΄ ης η αίτηση («η καθ΄ ης η αίτηση») διεκδικεί ποσόν ύψους Λ.Κ.25.500,00 ως το υπόλοιπο οφειλόμενο συμφωνηθείσας και/ή νόμιμης αμοιβής για τις υπηρεσίες αρχιτέκτονος που προσέφερε στους εναγομένους αρ. 1 και 2 - αιτητές («οι αιτητές» εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου). Ως νομικό θεμέλιο της επίδικης αξίωσης προβάλλεται και η αρχή του άδικου πλουτισμού. Όσον αφορά στην ιδιότητα της καθ΄ ης η αίτηση, στην παρά. 1 της έκθεσης απαίτησης αναφέρονται επί λέξει τα εξής: «
  3. Η ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν αδειούχος αρχιτέκτονας από το έτος 1975 μέχρι σήμερα, εγγεγραμμένη στο Μητρώο του Ε.Τ.Ε.Κ. (αρ. 33606Α) και απεσπασμένη στο Υπουργείο Παιδείας (Τεχνικές Υπηρεσίες)». Δια της υπεράσπισής τους οι αιτητές δηλώνουν ότι αρνούνται το περιεχόμενο της παρα. 1 της έκθεσης απαίτησης και παραθέτουν την εξής εκδοχή περί τα γεγονότα: «2... Η ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή δεν ήταν αδειούχος Αρχιτέκτονας αλλά διορισμένη Δημόσιος Υπάλληλος εις το Υπουργείο Παιδείας στην Μέση Εκπαίδευση και αποσπασμένη στις Τεχνικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας, η δε εγγραφή της εις το μητρώο του Ε.Τ.Ε.Κ έγινε κατά το 1975 προτού διορισθεί στην Δημόσια Υπηρεσία και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ανενεργή» (δείτε την παρά. 2 της υπεράσπισης). Εξ αφορμής τούτου εγείρεται, διά της υπεράσπισης, το εξής νομικό σημείο: Η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει. Η ενάγουσα στερείται αγώγιμου δικαιώματος και δεν δικαιούται πληρωμής εφ΄ όσον, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν δημόσια υπάλληλος. Δυνάμει του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου η ενάγουσα δεν εδικαιούτο να ασκεί άλλο επάγγελμα. Δεν κατεχωρίστηκε απάντηση. Με αίτηση που κατεχώρισαν στις 16.11.07 («η αίτηση ημερ. 16.11.07») οι αιτητές επιδιώκουν την προδικαστική εκδίκαση του νομικού αυτού σημείου. Η αίτηση αντιμετωπίζει την ένσταση της καθ΄ ης η αίτηση. Οι λόγοι της ένστασης συνοψίζονται ως εξής:

(1)Τα γεγονότα, ως αυτά εκτίθενται στις έγγραφες προτάσεις, δεν δίδουν πλήρη εικόνα και ούτε επαρκούν για να εκδικαστεί προδικαστικώς και να κριθεί το νομικό σημείο. Απαιτούνται διευκρινίσεις με παροχή μαρτυρίας.
(2)Το νομικό σημείο δεν βασίζεται σε γεγονότα αδιαμφισβήτητα ούτε σε γεγονότα παραδεκτά.
(3)Το νομικό σημείο δεν είναι αμιγώς νομικό.
(4)Το νομικό σημείο δεν είναι καθοριστικό για την ουσία της υπόθεσης.
(5)Η όλη υπόθεση δεν είναι εξαιρετικά απλή ούτε καθαρή. Η ακρόαση της αίτησης ημερ. 16.11.07 ακόμη εκκρεμεί. Στις 27.5.2010 κατεχωρίστηκε η υπό συζήτησιν αίτηση διά της οποίας επιδιώκεται η παρουσίαση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης ημερ. 16.11.
  1. Συγκεκριμένα, επιδιώκεται η παρουσίαση μαρτυρίας για να αποδειχθεί πως κατά τον ουσιώδη χρόνο η καθ΄ ης η αίτηση ήταν δημόσιος υπάλληλος, απεσπασμένη στις Τεχνικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και αυτή ουδέποτε ζήτησε και ουδέποτε έλαβε άδεια για να απασχοληθεί εκτός των υπηρεσιακών της καθηκόντων. Σχετικώς γίνεται επίκληση μίας επιστολής της δικηγόρου των αιτητών προς τις Τεχνικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού ημερ. 6.5.10 καθώς και μίας απαντητικής επιστολής ημερ. 19.5.
  2. Η καθ΄ ης η αίτηση ενίσταται και σε αυτήν την αίτηση ισχυριζομένη, μεταξύ άλλων, πώς ό,τι επιδιώκεται να παρουσιασθεί διά της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι αχρείαστο και/ή νομικώς και πραγματικώς αβάσιμο. Επίσης, η αίτηση στοχεύει στην εισαγωγή, παρανόμως και παρατύπως, μαρτυρίας. Διά της ένορκης δήλωσής της που υποστηρίζει την ένσταση, η καθ΄ ης η αίτηση ισχυρίζεται και τα εξής: «
  3. Οι αιτητές... απέφυγαν σκοπίμως να αναφέρθούν ή και να ρωτήσουν διά της επιστολής των ημερ. 19.5.2010 τον ... προϊστάμενο των τεχνικών υπηρεσιών .. αν ενώ είχα άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του αρχιτέκτονα με αριθμό εγγραφής στο μητρώο του Ε.Τ.Ε.Κ .. χρειαζόμουν οιανδήποτε άλλη περαιτέρω άδεια από τις τεχνικές υπηρεσίες που ήμουν όχι διορισμένη αλλά αποσπασμένη». Κατά την ακρόαση της υπό συζήτησιν αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Έχω μελετήσει τα ενώπιόν μου δεδομένα και παρατηρώ και καταλήγω στα εξής: Η καταχώριση και εκδίκαση μιας ενδιάμεσης αίτησης, ως η αίτηση ημερ. 16.11.2007, ρυθμίζεται από τη Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Ιδίως, όσον αφορά στην ακρόαση τέτοιας αίτησης, ο θ.4
(2)της Διαταγής ορίζει πως αυτή «διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Αναφερόμενος σε ένορκες δηλώσεις, ο θεσμός εννοεί αυτές που καταχωρούνται εξ αρχής μαζί με την ενδιάμεση αίτηση και την ένσταση καθώς και αυτές που καταχωρούνται στη συνέχεια ως συμπληρωματικές (επιπρόσθετες) των αρχικών , εφ΄ όσον δοθεί σχετική άδεια από το Δικαστήριο. Ο ίδιος θεσμός ορίζει πως «το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων». Από το γράμμα της Δ.48 θ.4
(2)προκύπτει πως η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής (επιπρόσθετης) ένορκης δήλωσης δεν είναι δεδομένη ούτε αυτόματη και ούτε ατέρμονη. «. το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του . Δικαστηρίου» (δείτε την απόφαση Ματθαίου κ.α.
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 510, 514). Για να ασκηθεί η διακριτική εξουσία υπέρ του αιτήματος για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα πρέπει ο διάδικος που υποβάλλει το αίτημα να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχει καλός λόγος για κάτι τέτοιο. Ο «καλός λόγος» είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με το είδος της ενδιάμεσης αίτησης καθώς και με τη φύση των θεραπειών που αυτή επιδιώκει. Ο «καλός λόγος» συνυφαίνεται με τη σημασία που έχει η προτεινόμενη επιπρόσθετη μαρτυρία για την εκδίκαση της εκάστοτε ενδιάμεσης αίτησης, με την ευχέρεια παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής διά των αρχικών ενόρκων δηλώσεων καθώς και με την ανάγκη αντίκρουσης μαρτυρίας του αντιδίκου. Βεβαίως, η αμφισβήτηση γεγονότων δεν θεμελιώνει, άνευ άλλου τίνος, «καλό λόγο» για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ώστε να απαντηθούν ισχυρισμοί του αντιδίκου ή να προσαχθεί πρόσθετη μαρτυρία. Εν προκειμένω, ό,τι επιδιώκεται διά της αίτησης ημερ. 16.11.07 είναι η προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου (Δ.27 θ.θ.1 και 2). Τέτοια προδικαστική εκδίκαση προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, ένα παραδεκτό ή αδιαμφισβήτητο πραγματικό υπόβαθρο καθώς και ένα ζήτημα αμιγώς νομικό και ξεκάθαρο. (Λανίτη Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, 229 Χ'Οικονόμου ν. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949, 956-7). Πηγή για την αναζήτηση του αναγκαίου παραδεκτού ή αδιαμφισβήτητου πραγματικού υποβάθρου αποτελούν μόνον οι έγγραφες προτάσεις, η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για την προδικαστική εκδίκαση καθώς και η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την τυχόν ένσταση. Αυτό επιβάλλει η λογική του ζητήματος. Κάθε περαιτέρω προσπάθεια διευκρίνισης ή επαναπροσδιορισμού του πραγματικού υποβάθρου, το οποίο σχετίζεται με το νομικό σημείο, και κάθε περαιτέρω προσπάθεια προσαγωγής μαρτυρίας για απόδειξη επίδικων ζητημάτων είναι ανεπιθύμητη. Τέτοιες προσπάθειες μάλλον αναιρούν την θέση πως ό,τι επιδιώκεται να εκδικασθεί προδικαστικώς είναι ένα σημείο αμιγώς νομικό. Τέτοιες προσπάθειες μάλλον παρουσιάζουν τα γεγονότα ασαφή και αμφισβητούμενα, την δε κατάσταση σύνθετη. Με άλλα λόγια, κάθε περαιτέρω προσπάθεια διευκρίνισης ή επαναπροσδιορισμού του κρίσιμου πραγματικού υποβάθρου και κάθε περαιτέρω προσπάθεια προσαγωγής μαρτυρίας δίδει έρεισμα στη θέση ότι η περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου και ότι απαιτείται η διεξαγωγή πλήρους ακρόασης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω πως, εν προκειμένω, δεν συντρέχει καλός λόγος για να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η αίτηση ημερ. 27.5.10 απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης ημερ. 27.5.10, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας - καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 - αιτητών. (Υπ)........................................ Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.