← Κύπρος

GKINIS PETROL STATION LIMITED κ.α. ν. Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ, Αρ. Αγωγής: 4487/10, 14 Σεπτεμβρίου, 2010

GKINIS PETROL STATION LIMITED κ.α. ν. Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ, Αρ. Αγωγής: 4487/10, 14 Σεπτεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A289 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4487/10 Μεταξύ:

  1. GKINIS PETROL STATION LIMITED,
  2. Παναγιώτη Γκίνη, Εναγόντων και Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ, Εναγομένης Αίτηση ημερ. 26.5.10 για προσωρινό διάταγμα ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 14 Σεπτεμβρίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: κος Κ. Ευσταθίου. Για Καθ΄ ης η Αίτηση: κoς Π. Πολυβίου μαζί με κα Στ. Πολυβίου. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με την γενική οπισθογράφηση του Κλητηρίου Εντάλματος οι Ενάγοντες-Αιτητές αξιούν εναντίον της Εναγομένης-Καθ΄ ης η Αίτηση εταιρείας τα ακόλουθα Διατάγματα και αποζημιώσεις: Α. Διάταγμα και/ή διαταγή του Δικαστηρίου διαγιγνώσκουσα ότι η εναγομένη αναιτίως και/ή αδικαιολογήτως και/ή υπαιτίως και/ή αυθαίρετα κατήγγειλε την συμφωνία ημερομηνίας 9.11.2009 με τους ενάγοντες και/ή ότι περαιτέρω η ως άνω καταγγελία είναι καταχρηστική και/ή παράτυπη και ουδέν έννομο αποτέλεσμα έχει και/ή ότι η εναγόμενη δεν ενομιμοποιείτο είτε στην καταγγελία αυτής είτε στην ανάληψη κατοχής της επιχείρησης πρατηρίου πώλησης πετρελαιοειδών, η οποία ασκείται επί της Λεωφόρου Λεμεσού αρ. 7 στην Λευκωσία με την επωνυμία ΕΚΟ. Β. Διάταγμα και/ή διαταγή διαγιγνώσκουσα ότι οι ενάγοντες δικαιούνται στην νόμιμη κατοχή του πρατηρίου και//ή στην διαχείριση και/ή εκμετάλλευση της επιχείρησης πρατηρίου πωλήσεως πετρελαιοειδών η οποία βρίσκεται επί της Λεωφ. Λεμεσού αρ. 7 στη Λευκωσία με την επωνυμία ΕΚΟ επί τη βάση της συμφωνίας ημερομηνίας 9.11.2009 και ότι περαιτέρω δικαιούνται στην απρόσκοπτη κατοχή και/ή άνετη κάρπωση και/ή χρήση και/ή εκμετάλλευση του ως άνω πρατηρίου συννόμως και/ή συμφώνως προς τις πρόνοιες και τους όρους της συμφωνίας με τίτλο «Συμφωνία Ανάθεσης Λειτουργίας Πρατηρίου Πετρελαιοειδών» και/ή της συμφωνίαs με τίτλο «Συμφωνία Διαχείρισης Καταστήματος» ως αυτές και/ή μία εκάστη εξ αυτών συνεπληρώθη με τη συμφωνία με τίτλο «Συμφωνία για Μελλοντική Παραχώρηση Διαχείρισης Πρατηρίου» που υπογράφηκε μεταξύ του ενάγοντος αρ. 2 και της εναγομένης. Γ. Διαταγή του Δικαστηρίου με την οποία να διαγιγνώσκεται ότι η εναγόμενη έχει παρανόμως επέμβει στον χώρο άσκησης και/ή λειτουργίας της επιχείρησης των εναγόντων και/ή ενός εκάστου εξ αυτών η οποία συνίσταται στην εκμετάλλευση και/ή διαχείριση των πρατηρίου πώλησης πετρελαιοειδών επί της Λεωφ. Λεμεσού αρ. 7 στη Λευκωσία και/ή ότι παρανόμως έχει παρέμβει στην υπό των εναγόντων άσκηση του δικαιώματος επιχείρησης και/ή εκμετάλλευσης αλλά και στην επιχείρηση και εκμετάλλευση του πρατηρίου πώλησης πετρελαιοειδών επί της Λεωφ. Λεμεσού αρ. 7 στη Λευκωσία. Δ. Διαταγή του Δικαστηρίου και/ή διάταγμα με το οποίο να διατάττεται η εναγόμενη όπως άρει και/ή τερματίσει την παράνομη επέμβαση και/ή παρέμβαση ως ανωτέρω και/ή όπως επαναφέρει τα πράγματα στην κατάσταση στην οποία αυτά ευρίσκοντο κατά ή περί την 23.5.2010, δηλαδή πριν από την παράνομη επέμβαση, και περαιτέρω όπως παρουσιάσει ενόρκως την πραγματική κατάσταση της επιχείρησης του πρατηρίου πώλησης πετρελαιοειδών επί της Λεωφ. Λεμεσού αρ. 7 στη Λευκωσία ως είχεν πριν την παράνομη επέμβαση και/ή παρέμβαση επί του χώρου και/ή της επιχείρησης των εναγόντων. Ε. Αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση επί του χώρου και/ή της επιχείρησης των εναγόντων επί της Λεωφ. Λεμεσού αρ. 7 στη Λευκωσία. ΣΤ. Περαιτέρω του αιτητικού Ε ανωτέρω, και κατ' επιλογή και προς ικανοποίηση των εναγόντων, κατάσταση λογαριασμού κερδοζημιών, εισπράξεων και δαπανών δια κάθε μέρα λειτουργίας του πρατηρίου υπό καθεστώς παράνομης επέμβασης, ως περιγράφεται ανωτέρω. Παράλληλα με την καταχώρηση της αγωγής οι Ενάγοντες με αίτηση άνευ κλήσης εξασφάλισαν την 27.5.10 προσωρινό ενδιάμεσο διάταγμα με το οποίο: α) απαγορεύεται στην Εναγόμενη και/ή τους εκπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες της από το να εισέρχονται και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο επεμβαίνουν στο πρατήριο πώλησης πετρελαιοειδών που διαχειρίζεται και κατέχει νομίμως η Ενάγουσα επί της Λεωφόρου Λεμεσού 7 στη Λευκωσία παράνομα και/ή αντισυμβατικά..... β) διατάττεται η Εναγόμενη και/ή εκπροσώποι και/ή οι υπαλλήλοι και/ή αντιπροσώποι και/ή υπηρέτες της να άρουν την παράνομη επέμβαση και/ή τις παράνομες πράξεις οι οποίες συνίστανται, μεταξύ άλλων, στην παράνομη κατοχή και/ή διαχείριση του πρατηρίου πετρελαιοειδών επί της Λεωφόρου Λεμεσού 7 στη Λευκωσία και στην παράνομη κατάσχεση και/ή χρήση των αντικειμένων των Εναγόντων που βρίσκονται εντός αυτού. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα 2, διευθυντή και μετόχου της Εναγομένης 1, η οποία υποστηρίζει την αίτηση, η Αιτήτρια 1 είναι διαχειρίστρια του Πρατηρίου πωλήσεως Πετρελαιοειδών επί της Λεωφόρου Λεμεσού 7, ιδιοκτησίας της Καθ΄ ης η Αίτηση. Η διαχείριση αυτή στηρίζεται σε έγγραφη συμφωνία ημερ. 9.11.
  4. Παράλληλα όμως προβάλλεται ότι λόγω γνωριμίας του με τον προηγούμενο ιδιοκτήτη του Πρατηρίου, κάποιο Πέτσα και με προτροπή και χρηματοδότηση από την Καθ΄ ης η Αίτηση αγόρασε το πρατήριο για £300.000 αντί £1.000.000 που ζητούσε ο πιο πάνω ιδιοκτήτης. Ως αποτέλεσμα ανέλαβε την επιχείρηση του πρατηρίου μαζί με την οικογένειά του από 1.5.07 ενώ η ιδιοκτησία του πρατηρίου ανήκει στην Καθ΄ ης η αίτηση. Περαιτέρω λόγω της άνω επιτυχίας του με τον προηγούμενο ιδιοκτήτη η Καθ΄ ης η Αίτηση συνεφώνησε να του έδιδε £50.000 ως φιλοδώρημα (bonus) και του υποσχέθη ότι σε περίπτωση επιτυχίας πώλησης 4.000.000 λίτρων καυσίμων τον τελευταίο χρόνο της πενταετούς παραμονής του ως διαχειριστή του πρατηρίου τότε το πρατήριο θα μεταβιβάζετο επ΄ ονόματί του ή την εταιρεία του έναντι του ποσού των £200.
  5. Έγγραφη συμφωνία Ανάθεσης Λειτουργίας Πρατηρίου Πετρελαιοειδών υπεγράφη μαζί με την Καθ΄ ης η Αίτηση την 1.5.07 με ισχύ ένα έτους. Εν συνεχεία υπεγράφησαν την 9.11.09 μεταξύ της Αιτήτριας 1 και της Καθ΄ ης η Αίτηση οι συμφωνίες «Ανάθεσης Λειτουργίας Πρατηρίου Πετρελαιοειδών» και «Διαχείρισης Καταστήματος». Περαιτέρω μεταξύ του ίδιου και της Καθ΄ ης η Αίτηση υπεγράφη «Συμφωνία για μελλοντική παραχώρηση Διαχείρισης Πρατηρίου». Ήταν ρητός όρος της τελευταίας συμφωνία ότι το πρατήριο θα παραχωρείτο στον ίδιον την 30.4.2012 νοουμένου ότι ο ίδιος και ή η εταιρεία του πετύχαιναν τον τελευταίο χρόνο της διαχείρισης του πρατηρίου πωλήσεις ύψους 5.000.000 λίτρων πετρελαιοειδών και πλήρωνε το ποσό των €380.
  6. Αναφορικά με τις εισπράξεις του πρατηρίου, ο Αιτητής 2 ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια 1 σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα διαχειρίζετο το πρατήριο και τις κατέθετε καθημερινώς στο ταμείο του τραπεζιτικού λογαριασμού της Εναγομένης αρχικά, ενώ αργότερα καθ΄ υπόδειξη της Καθ΄ ης η Αίτηση σε τραπεζικό λογαριασμό της RAM OIL CYPRUS. Παρόλα αυτά από την αρχή της συνεργασίας παρατηρήθησαν πολλά προβλήματα και διαφωνίες αναφορικά με τις καταστάσεις λογαριασμών που ετοίμαζε η Αιτήτρια 1 και Καθ΄ ης η αίτηση ζητούσε αυθαίρετα διάφορα ποσά. Επίσης η τελευταία παρότρυνε τακτικούς πελάτες του πρατηρίου να απευθύνονται σε άλλα πρατήρια παρέχοντας προσφορές με σκοπό την μείωση των πωλήσεων του επίδικου πρατηρίου ώστε να μην επιτευχθούν τα συμφωνηθέντα με την έγγραφο συμφωνία ημερ. 9.11.
  7. Ακολούθησε επιστολή του δικηγόρου της Αιτήτριας 1 ημερ. 10.2.10 προς την Καθ΄ ης η Αίτηση με την οποία την καλούσε να σταματήσει τις παράνομες ενέργειές της. Η τελευταία με επιστολή ημερ. 2.3.10 ζήτησε από την Αιτήτρια 1 το ποσό των €155.195,33 ως οφειλόμενο σ΄ αυτήν. Ακολούθησαν δύο επιστολές του δικηγόρου της Αιτήτριας 1 με ημερ. 15.3.10 και 30.4.10 με τις οποίες ζητήθηκαν επανειλημμένως από την Καθ΄ ης η αίτηση αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού. Με νέα επιστολή της Καθ΄ ης η Αίτηση ημερ. 11.5.10 απαιτήθηκε το ποσό των €212.569,26 ως οφειλόμενο συνοδευόμενη από μια τυπική κατάσταση λογαριασμού όπου αναφέροντο αυθαίρετα ποσά. Η Αιτήτρια με επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 14.5.10 αρνήθηκε τα πιο πάνω ως ανακριβή και αναπόδεικτα. Περαιτέρω ο Αιτητής με την Ένορκη Δήλωση του παρουσίασε τέσσερις καταστάσεις λογαριασμού μέχρι τον Απρίλιο 2010 που κατά την άποψή του τα ποσά έπρεπε να ήταν σταθερά ή μειωμένα ενώ σ΄ αυτές φαίνονται αυξημένα. Αυτό ανεφέρθη πολλές φορές σύμφωνα με τον ομνύοντα στην Καθ΄ ης η Αίτηση χωρίς όμως αποτέλεσμα. Οι Αιτητές δεν αρνούνται να πληρώσουν οιονδήποτε οφειλόμενο ποσό νοουμένου ότι αυτό θα προκύψει μετά από εξέταση των πραγματικά οφειλόμενων ποσών όπως οι ίδιοι επιζητούν. Η Καθ΄ ης η Αίτηση αντ΄ αυτού με επιστολή της ημερ. 22.5.10 τερμάτισε την μεταξύ των μερών συμφωνία ημερ. 9.11.09 λόγω δήθεν παραβάσεων όρων της. Περαιτέρω κάλεσε τους Αιτητές να εγκαταλείψουν το πρατήριο και παραλάβουν τα προσωπικά τους αντικείμενα. Προτού αυτοί προλάβουν να αντιδράσουν, την επομένη της επιστολής, στις 23.5.10 ημέρα Κυριακή αντιπρόσωποι και ή υπάλληλοι της Καθ΄ ης η Αίτηση κατέλαβαν παράνομα το πρατήριο και παραβιάζοντας τις κλειδαριές έλαβαν από το κατάστημα όλα τα αντικείμενα και έγγραφα που εβρίσκοντο σ΄ αυτό μεταξύ των οποίων και αποδείξεις ημερησίων καταθέσεων γενομένων προς όφελος της Καθ΄ ης η Αίτηση. Με τον τρόπο αυτό υπάρχει άμεσος κίνδυνος καταστροφής όλων των στοιχείων (αποδείξεων, τιμολογίων, πιστωτικών - χρεωστικών σημειώσεων και άλλων) με αποτέλεσμα σε περίπτωση απώλειάς των να είναι αδύνατη η υποστήριξη των ισχυρισμών των Αιτητών. Προσπάθειες του Αιτητή 2 και του πατέρα του να εισέλθουν στο πρατήριο την 23.5.10 προκειμένου να λάβουν τα άνω έγγραφα απέβησαν άκαρπες συνεπεία της αρνήσεως των αντιπροσώπων της Καθ΄ ης η Αίτηση. Είναι ο ισχυρισμός του Ομνύοντος ότι πέραν των όλων άλλων η Καθ΄ ης η αίτηση ενήργησε αυθαίρετα και παράνομα καθώς ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε στις 23.5.10 αποτελούσε μια πράξη αυτοδικίας. Περαιτέρω γίνεται αναφορά εις την επαπειλούμενη οικονομική καταστροφή των Αιτητών όπως και η αδυναμία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός και αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η Καθ΄ ης η Αίτηση κατεχώρησε ένσταση με την οποία προβάλλονται επτά λόγοι ένστασης που αφορούν την μη πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, μη νομιμοποίηση των Αιτητών στην έγερση της αγωγής υπό εξέταση, μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων, μη πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 9 του Κεφ. 6, την ανυπαρξία σοβαρών ή επαρκών λόγων που να δικαιολογούν την αίτηση, την μη ύπαρξη πιθανότητας να υποστεί η Αιτήτρια ανεπανόρθωτη ζημιά, την φερεγγυότητα της Καθ΄ ης η Αίτηση και τέλος ότι με την αίτηση επιζητείται υπό των Αιτητών η επίλυση των επίδικων θεμάτων της αγωγής. Την ένσταση συνοδεύει Ένορκη Δήλωση του κ. Άκη Πηγασίου, Διευθύνοντα Συμβούλου της Καθ΄ ης η αίτηση. Εις αυτήν γίνεται αναφορά στο ιστορικό της συνεργασίας των μερών και τις συμφωνίες που έχουν συνάψει όπως και την αλληλογραφία που αντηλάγη μεταξύ των διαδίκων αλλά και των δικηγόρων τους από την αρχή της συνεργασίας των μερών μέχρι και τερματισμό της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Ιδιαίτερα δίδεται έμφαση στη σχέση των μερών και τονίζεται ότι η ιδιοκτησία, κατοχή και έλεγχος του πρατηρίου ευρίσκοντο εις την Καθ΄ ης η Αίτηση, στις οικονομικές εκκρεμότητες των Αιτητών και ιδιαίτερα στις κατά καιρούς οφειλές τους με τελευταία οφειλή ύψους €212.569,24 μέχρι τον Μάϊο 2010 (11.5.10) και σε γεγονότα που κατά την γνώμη του δεν απεκαλύφθησαν και τα οποία ήταν ουσιώδη για την έκδοση ή μη των διαταγμάτων υπό εξέταση. Αναφέρονται συγκεκριμένα άνω των 18 τέτοιων περιπτώσεων η παράθεση ή επανάληψη των οποίων δεν εξυπηρετεί τίποτε στο παρόν στάδιο. Περαιτέρω γίνεται αναφορά δια μη ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος στους Ενάγοντες και ότι οι Αιτητές δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση μη συνέχισης των εκδοθέντων διαταγμάτων καθότι οιανδήποτε τυχόν ζημιά ή βλάβη των Αιτητών μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και πληρωθούν από την Καθ΄ ης η Αίτηση η οποία είναι φερέγγυα. Ο Αιτητής 2 στην περιορισμένη αντεξέτασή του ανέφερε ότι τα χρήματα (£300.000) που πληρώθησαν στον προηγούμενο πρατηριούχο ήτο της Καθ΄ ης η Αίτηση και ακόμη ότι σε πολλές συναντήσεις που είχε με εκπροσώπους της τελευταίας του παρέθεσαν τα οφειλόμενα ποσά. Παρουσιάστησαν δε στο Δικαστήριο τα Τεκμήρια 1 και 2 που είναι πιστοποίηση του Αιτητή 2 ότι η επιταγή των £300.000 που πληρώθηκε ο προηγούμενος πρατηριούχος (Πέτσας) ήταν της Καθ΄ ης η Αίτηση και ότι αυτός ενεργούσε κατ΄ εντολή και λογαριασμό της. Περαιτέρω δήλωσε στην πιστοποίηση αυτή ότι δεν διεκδικούσε οιονδήποτε δικαίωμα που προέκυπτε από την συναλλαγή. Το Τεκμήριο 2 είναι φωτοαντίγραφο της πιο πάνω επιταγής των £300.000 και βεβαίωση της Ελληνικής Τραπέζης ότι αυτή εξεδόθη από λογαριασμό της Καθ΄ ης η Αίτηση. Από την άλλη ο κ. Πηγασίου με τη σειρά του, στην περιορισμένη αντεξέτασή του αναφέρθηκε στις οφειλές των Αιτητών για τις οποίες προέβαιναν σε υποσχέσεις εξόφλησής τους προκειμένου να υπογραφεί η σύμβαση μεταξύ τους και ακόμη ότι οι Αιτητές δεν κατέθεταν καθημερινώς τις ημερήσιες εισπράξεις του πρατηρίου στο λογαριασμό της Καθ΄ ης η Αίτησης ως η μεταξύ τους συμφωνία. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι αμφότερες οι ένορκες δηλώσεις ως ανωτέρω συνοδεύονται από αριθμό τεκμηρίων προκειμένου να υποστηριχθούν οι αναφερόμενοι σ΄ αυτές ισχυρισμοί. Ο ευπαίδευτος συνήγορος δια τους Αιτητές κατά την αγόρευσή του αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στην ανυπαρξία παραπλάνησης υπό των Αιτητών του Δικαστηρίου, το ότι η οικονομική φερεγγυότητα της Καθ΄ ης η αίτηση δεν μπορεί να είναι εμπόδιο στην έκδοση και συνέχιση του διατάγματος εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις δια έκδοσή του, όπως συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση. Επίσης αναφέρθηκε στην οικονομική ζημιά των Αιτητών σε περίπτωση μη συνέχισης του προσωρινού διατάγματος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ΄ ης η Αίτησης με αναφορά σε αποφάσεις του Ανωτάτου αλλά και Επαρχιακού Δικαστηρίου τόνισε μεταξύ άλλων την επικαλούμενη από την Καθ΄ ης η Αίτηση μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων σχολιάζοντας αυτά. Επίσης αναφέρθηκε στη νομική σχέση που συνδέει τους διάδικους βάση της γραπτής συμφωνίας τους, τονίζοντας ότι η ιδιοκτησία, κατοχή και έλεγχος του πρατηρίου ευρίσκοντο καθ΄ όλους τους ουσιώδους χρόνους με την Καθ΄ ης η Αίτηση και οι Αιτητές δεν είχαν κανένα άλλο δικαίωμα πλην της προμήθειάς τους. Το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξετασθεί, κατά προτεραιότητα, είναι αυτό που αφορά την ισχυριζόμενη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Αυτό γίνεται λόγω της σπουδαιότητας του, αλλά και των συνεπειών που συνήθως επιφέρει τυχόν διαπίστωση ότι ο αιτητής σε μονομερή αίτηση παρέβη αυτό το καθήκο. Η πλήρης αποκάλυψη είναι μέρος του καθήκοντος του αιτητή να παρουσιάσει την αίτηση του άνευ κλήσεως, δίκαια (βλ. Memory Corporation v. Sidbu (No. 2)

(2000)1 W.L.R. 1443, Re S (A Child) (Family Division: Without Notice Orders)
(2001)1 All E.R. 362). To καθήκον αυτό αυξάνεται σε αίτηση διά διάταγμα τύπου mareva, όπως η υπό εξέταση αίτηση, και Anton Piller, τα οποία από τη φύση τους μπορούν να προκαλέσουν σημαντική βλάβη στον εναγόμενο ή άλλους. Ο Δικαστής Donaldson εις την Bank Mellat v. NikPour
(1985)F.S.R. 87, 92, έθεσε επιγραμματικά και πολύ εύστοχα το θέμα αυτό. Συγκεκριμένα είπε τα ακόλουθα: «Τhe rule requiring full disclosure seems to me to be one of the most fundamental importance, particularly in the context of the Draconian remedy of the Mareva Injunction. It is in effect, together with the Anton Piller order, one of the law´s two ´nuclear´ weapons. If access to such a weapon is obtained without the fullest and frankest disclosure, I have no doubt at all that it should be revoked.» To θέμα απασχόλησε ασφαλώς και τα Κυπριακά Δικαστήρια. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία βαρύνει τον αιτητή σε μονομερείς αιτήσεις η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων που είναι γνωστά εις αυτόν αλλά και εκείνα που θα μπορούσε να αποκαλύψει με εύλογη έρευνα ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. (ίδε Γενικός Εισαγγελέας (Νο.2) ν. Γεώργιου Σαββίδη
(1979)1 C.L.R 349.) Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248 λέχθηκε περαιτέρω ότι ο Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που παρελήφθηκε είναι ουσιαστικό, αν δεν ήταν γνωστό στον Αιτητή και δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό και αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης. Αυτά ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι παράγοντες. Τελικά το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια παρ' όλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στην μονομερή αίτηση, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους. Εις την Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α
(1996)1 Α.Α.Δ 597 λέχθηκε ότι «το στοιχείο εξαπάτησης (deceit) δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής» (ίδε επίσης Govelfret Ro-Ro Services N.V κ.α. ν. The Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 Α.Α.Δ 733. Εις την Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. - υπό εκκαθάριση κλπ ν. Daventree Resources Ltd κ.ά.,
(2008)1(Β) 801, 806, λέχθησαν τα ακόλουθα: «(α) Η μη αποκάλυψη των ουσιωδών στοιχείων. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι ένα πρόσωπο που εμφανίζεται ως διάδικος και επιζητεί την έκδοση ενός διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) το Δικαστήριο πρέπει να βρίσκεται σε θέση να αξιολογεί όλα τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης και μέσα σε αυτά τα πλαίσια δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασίζεται στο περιεχόμενο των δηλώσεων του δικηγόρου και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων (Attorney-General and another (No. 2) v. Savvides [1979]1 C.L.R. 349). Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Καλλή στην υπόθεση Cobelfret Ro-Ro Services κ.ά. ν. Τhe Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 A.A.Δ. 733, "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58, Abdu Ali ASltobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 C.L.R. 543, Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch"
(1987)1 C.L.R. 297, Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030 και Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597." Στην υπόθεση The King v. The General Commisioners fo the Purposes of the Income Tax Acts for the District of Kensington, Ex parte Princess Edmond De Polignac [1917] 1 K.B. 486) όπου το θέμα της μη αποκάλυψης όλων των ουσιωδών στοιχείων εξετάστηκε σε έκταση, το Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο ο Διευθυντής του Φόρου Εισοδήματος κλήθηκε να απαντήσει γιατί να μην εκδοθεί ένταλμα Prohibition το οποίο θα απαγόρευε τον καθορισμό καταβολής φόρου εισοδήματος που θα έπρεπε να καταβληθεί από την αιτήτρια (Πριγκίπισσα Edmond De Polignac). Η τελευταία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που περιέχονταν σε ένορκη δήλωση της, δεν ήταν Αγγλίδα υπήκοος, δεν ήταν κάτοικος Αγγλίας εκτός μόνο για προσωρινούς λόγους και δεν είχε συμπληρώσει ποτέ συνολική διαμονή έξι μηνών στην Αγγλία σε ένα οποιοδήποτε χρόνο. Αντίθετα η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ήταν Γαλλίδα υπήκοος και μόνιμη κάτοικος Γαλλίας. Από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση και της αιτήτριας ως απάντηση, διεφάνη ότι η αιτήτρια είχε πληρώσει για την ενοικίαση και επίπλωση ενός διαμερίσματος στην περιοχή Chelsea του Λονδίνου και ότι τα έξοδα συντήρησης του διαμερίσματος τα κατέβαλλε από κοινού μαζί με τον αδελφό της. Το Δικαστήριο ακύρωσε το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης, αφού η αιτήτρια απέκρυψε ή παρουσίασε ψευδώς γεγονότα, που ήταν ουσιώδη με την αίτηση που καταχώρισε. Όπως έθεσε τα θέμα ο Δικαστής Scrutton L.J., "It has been for many years the rule of the Court, and one which it is of the greatest importance to maintain, that when an applicant comes to the Court to obtain relief on an ex parte statement he should make a full and fair disclosure of all the material facts - facts, not law. He must not misstate the law if he can help it - the Court is supposed to know the law. But it knows nothing about the facts, and the penalty by which the Court enforces that obligation is that if it finds out that the facts have not been fully and fairly stated to it, the Court will set aside any action which it has taken on the faith of the imperfect statement." Σε μετάφραση, "Έχει καθιερωθεί για πολλά χρόνια ως κανόνας του Δικαστηρίου και ένας κανόνας μεγάλης σπουδαιότητας που θα πρέπει να διατηρηθεί, ότι όταν ένας αιτητής έρχεται στο δικαστήριο επιζητώντας ανακούφιση με μονομερή αίτηση θα πρέπει να προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων, όχι του νόμου Δεν πρέπει αν μπορεί να παραθέτει λανθασμένα το νόμο αφού το δικαστήριο θεωρείται ότι γνωρίζει το νόμο. Το Δικαστήριο όμως δεν γνωρίζει τίποτε για τα γεγονότα και ο αιτητής θα πρέπει να παραθέτει πλήρως και δικαίως τα γεγονότα, και η τιμωρία με την οποία το δικαστήριο εφαρμόζει αυτή την υποχρέωση, είναι ότι όταν διαπιστώνει ότι τα γεγονότα δεν έχουν παρουσιαστεί πλήρως και δικαίως, το δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει με βάση την ατελή έκθεση." H υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο εκείνα τα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά επεκτείνεται και σε εκείνα τα γεγονότα τα οποία ο αιτητής θα μπορούσε να αποκαλύψει με μια εύλογη έρευνα. (Βλ. Χριστοφόρου ν. Γρηγορίου
(1995)1 Α.Α.Δ 248). Αν ο αιτητής παραλείψει να συμμορφωθεί με την πιο πάνω υποχρέωση τότε το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να προβεί στην έκδοση του διατάγματος, ανεξάρτητα αν η παράλειψη ήταν αθώα ή σκόπιμη. (Βλ. Lloyds Bowmaker Ltd v. Britannia Arrow Holdings plc (Lavens, third party)
(1983)3 All E.R. 178). To θέμα της υποχρέωσης αποκάλυψης των γεγονότων εξετάστηκε στην αγγλική υπόθεση Brink´s - MAT Ltd v. Elcombe and others [1988]3 All E.R. 188) στην οποία τονίστηκαν τα ακόλουθα:
(1)Ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβαίνει σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων.
(2)Τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα τα οποία θα πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής όπως αυτά καθορίζονται από το Δικαστή και όχι από τους δικηγόρους των διαδίκων.
(3)Η υποχρέωση της αποκάλυψης δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με μια εύλογη έρευνα.
(4)Η έκταση της έρευνας που πρέπει να γίνει εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης που περιλαμβάνει τη (
  1. i)φύση της υπόθεσης και (
  2. ii)το επιζητούμενο διάταγμα και τα επακόλουθα της έκδοσης του για τον εναγόμενο.
(5)Το Δικαστήριο που διαπιστώνει τη μη αποκάλυψη θα πρέπει να αποστερήσει από τον αιτητή οποιοδήποτε πλεονέκτημα που έχει αποκομίσει.
(6)Η μη αποκάλυψη που οφείλεται σε αθώα συμπεριφορά ή σε μη ορθή εκτίμηση της σχετικότητας της είναι μια σημαντική πτυχή, αλλά όχι αποφασιστική στην εξέταση της μη αποκάλυψης, και
(7)Κάθε παράλειψη δεν εξυπακούει την άμεση ακύρωση του διατάγματος. Το θέμα της μη αποκάλυψης απασχόλησε την κυπριακή δικαιοσύνη στην υπόθεση Demstar Ltd ν. Ζim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, στην οποία οι ενάγοντες, στην ένορκη δήλωση που καταχώρισαν προς υποστήριξη του αιτήματος του για την παροχή άδειας για επίδοση της αγωγής στο εξωτερικό, παρέλειψαν να αναφέρουν ότι στη σχετική φορτωτική που είχε επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση, υπήρχε όρος για παραπομπή της διαφοράς σε αλλοδαπή δικαιοδοσία. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η μη αποκάλυψη της διαφοράς σε Δικαστήριο της αλλοδαπής αποτελούσε εκτροπή από την υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και προέβη στην ακύρωση του σχετικού διατάγματος. (Βλέπε επίσης Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168). Η ίδια γραμμή με τα ίδια ακριβώς γεγονότα ακολουθήθηκε στην υπόθεση Caspi Shipping Ltd κ.ά. ν. Πλοίου Saphire Seas (Aρ.2)
(1997)1 Α.Α.Δ. 833, στην οποία τονίστηκε ότι: "Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι ένας διάδικος που ζητά τη χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (ex parte), πρέπει να προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία μπορεί να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία. (Altobeiqui v. M/V Nada G. and Another
(1985)1 C.L.R. 543. Ειδικότερα στην υπόθεση Zachariades Ltd v. Economides
(1989)1 C.L.R. 437, τονίστηκε ότι η μη αποκάλυψη όρου με τον οποίο διαφορές μεταξύ των συμβαλλομένων παραπέμπονται σε διαιτησία στην αλλοδαπή συνιστά παραβίαση της υποχρέωσης για πλήρη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος." Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της FEDOSSOVA LARISSA (Aρ. 2) για διάταγμα Certiorari
(1997)1 A.A.Δ. 1333, η αιτήτρια ζητούσε την έκδοση εντάλματος Certiorari για την ακύρωση διατάγματος κατάσχεσης σε χέρια τρίτου επειδή υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος εκπροσώπησης της κατά παράβαση του άρθρου 30.3 του Συντάγματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αφού η αιτήτρια παρέλειψε να αποκαλύψει πρακτικό του Δικαστηρίου στο οποίο φαινόταν ότι το Δικαστήριο της είχε δώσει την ευκαιρία να εκπροσωπηθεί πριν από την έκδοση του επίδικου διατάγματος.» Στην υπό εξέταση υπόθεση παρατηρώ ότι είναι παραδεκτό από τους διαδίκους ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οι σχέσεις τους διέποντο από τις τρεις συμφωνίες ημερ. 9.11.2009 ήτοι «Συμφωνία Ανάθεσης Λειτουργίας Πρατηρίου Πετρελαιοειδών», «Συμφωνία Διαχείρισης Καταστήματος» και «Συμφωνία για Μελλοντική Παραχώρηση Διαχείρισης Πρατηρίου». Η αίτηση και ένορκος δήλωση που την συνοδεύουν αναφέρονται σε πρατήριο πώλησης πετρελαιοειδών. Η συμφωνία «Ανάθεσης Λειτουργίας Πρατηρίου Πετρελαιοειδών», Τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση του Αιτητή 2 και με συμβαλλόμενους την Αιτήτρια 1 και Καθ΄ ης η Αίτηση αναφέρει στο προοίμιο και παράγραφο 1 ότι το πρατήριο είναι ιδιοκτησία της Καθ΄ ης η Αίτηση στην οποία «...θα παραμείνει καθ΄ όλη την διάρκεια ισχύος της συμφωνίας η κατοχή και ο έλεγχός του ...». Επίσης στην ίδιαν άνω παράγραφο 1 αναφέρεται σε ανάθεση της λειτουργίας του πρατηρίου στον εργολάβο δηλαδή την Αιτήτρια. Στην παράγρ. 11 της Συμφωνίας αναφέρεται ότι απαγορεύεται στον εργολάβο δηλαδή την Αιτήτρια 1 να προβαίνει ή να επιτρέπει οποιαδήποτε πράξη που να επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο την κυριότητα ή κατοχή του πρατηρίου. Στην παράγρ. 17 αναφέρεται ότι τα αποθέματα καυσίμων καθώς και όλα τα λοιπά προϊόντα προς πώληση ανήκουν στην εταιρεία - Καθ΄ ης η Αίτηση. Περαιτέρω η εξασφάλιση της αναγκαίας αδείας λειτουργίας του πρατηρίου, κάθε φύσεως τέλη, φόροι ή δικαιώματα, πάσης φύσεως έξοδα λειτουργίας του πρατηρίου και γενικά η καλή διατήρηση του πρατηρίου σε καλή λειτουργήσιμη κατάσταση θα βαρύνει την εταιρεία-Καθ΄ ης η Αίτηση (βλ. παραγρ. 6, 7 και 18). Η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αποκαλύπτει και δεν αποτυπώνει αυτήν την κατάσταση πραγμάτων ως είχε υποχρέωση αλλά μια άλλη. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 3 της ενόρκου δηλώσεως αναφέρει ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση είναι ιδιοκτήτρια του πρατηρίου και η Καθ΄ ης η Αίτηση η διαχειρίστρια του δυνάμει της συμφωνίας ημερ. 9.11.
  1. Περαιτέρω στην παράγραφο 6 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο Αιτητής 2 αγόρασε «την επιχείρηση του πρατηρίου» από τον προηγούμενο πρατηριούχο δια £300.000, ποσό το οποίο εξασφάλισε από την Καθ΄ ης η Αίτηση. Όμως όπως ο ίδιος παραδέχθηκε στην αντεξέτασή του ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά επίσης φαίνεται και από τα Τεκμήρια 1 και 2 αυτός απλά παρέδωσε την επιταγή της Καθ΄ ης η Αίτηση ύψους £300.000 στον προηγούμενο πρατηριούχο «κατ΄ εντολή και λογαριασμό» της Καθ΄ ης η Αίτηση χωρίς να διεκδικεί οιονδήποτε δικαίωμα. Οι Ενάγοντες-Αιτητές προβάλλουν έντονα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι υπάρχουν σημαντικές οικονομικές διαφορές μεταξύ των διαδίκων και προκειμένου να λυθούν αυτές θα πρέπει η Καθ΄ ης η Αίτηση να παραδώσει σε αυτούς αναλυτική κατάσταση των χρεωπιστώσεων ώστε να διακριβωθεί η πραγματική κατάσταση. Παρόλο που έχουν ζητήσει αυτό επανειλημμένα από την Καθ΄ ης η Αίτηση η τελευταία δεν ανταποκρίνεται να τους προμηθεύσει με τέτοια κατάσταση. Όπως φαίνεται όμως από την αλληλογραφία των δικηγόρων και συγκεκριμένα στα Τεκμήρια 1Β και 1Γ η Καθ΄ ης η Αίτηση εφοδίασε την άλλη πλευρά με κατάσταση λογαριασμού περί την 11.5.
  2. Οι Αιτητές μέσω του δικηγόρου τους με επιστολή του ημερ. 14.5.2010 Τεκμήριο 1Γ απαντούν ως ακολούθως: «Δυστυχώς οι φόβοι των πελατών μου έχουν επαληθευθεί πλήρως ενόψει και της κατάστασης λογαριασμού την οποία έχετε επισυνάψει στην επιστολή σας και την οποία προφανώς έχουν ετοιμάσει οι πελάτες σας. Η συγκεκριμένη κατάσταση λογαριασμού βρίθει αναληθειών και βρίσκεται σε προφανή αντίθεση με επιμέρους καταστάσεις λογαριασμών, οι οποίες κατά καιρούς είχαν δοθεί στους πελάτες μου από τους πελάτες σας και μάλιστα σε ανύποπτο χρόνο. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι οι αλλαγές οι οποίες γίνεται προς τα ανωτέρω των δήθεν οφειλομένων, είναι πρωτοφανείς τόσο σε ύψος όσο και σε ευκολία τροποποίησης- προς τα πάνω πάντοτε- του οποιουδήποτε ποσού. ............................ ..... Παρακαλώ λάβετε σοβαρά υπόψη σας ότι οι πελάτες μου κατέχουν τα έγγραφα που κατά καιρούς οι πελάτες σας τους έχουν εφοδιάσει και τα οποία είναι πλήρως διαφοροποιημένα από την κατάσταση την οποία εμφανίζουν οι πελάτες σας ως κατάσταση οφειλών και αντίγραφο των οποίων έχουν αποστείλει οι πελάτες μου προς φύλαξη σε ανεξάρτητο Ελεγκτικό Οίκο.» Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 6 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση οι δικηγόροι της Καθ΄ ης η Αίτηση απέστειλαν κατάσταση λογαριασμού στον Αιτητή 2 και στις 22.9.
  3. Επίσης όπως δέχθηκε ο Αιτητής 2 κατά την αντεξέτασή του, στις κατά καιρούς συναντήσεις του με εκπροσώπους της Καθ΄ ης η Αίτηση του παρέθεσαν τα οφειλόμενα ποσά. Όλα τα πιο πάνω παρόλο που ήταν γνωστά στους Αιτητές δεν αποκαλύπτονται στην ένορκο δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης αλλά αντίθετα παρουσιάζεται μια άλλη κατάσταση πραγμάτων ότι δηλαδή οι Αιτητές δεν έχουν στοιχεία και ότι η άλλη πλευρά δεν επιδεικνύει προθυμία να τους προμηθεύσει με αυτά προκειμένου να ρυθμιστούν οι οικονομικές τους διαφορές. Αναφέρεται μόνον ότι επισυνήφθη εις την επιστολή των δικηγόρων της καθ΄ ης η Αίτηση ημερ. 11.5.2010 «μια τυπική κατάσταση λογαριασμού». Το μέρος όπου πρέπει να γίνεται η αποκάλυψη ωφελίμου ή δυσμενούς γεγονότος είναι η ένορκη δήλωση και όχι τα τεκμήρια (βλ. National Bank of Sharjah v. Dellborg
(1993)2 Bank L. R. 109 και Demstar (άνω)). Όλα τα πιο πάνω οι Αιτητές αν και τα γνώριζαν τα αποσιώπησαν και δεν τα αποκάλυψαν στο Δικαστήριο. Κατά την έκδοση προσωρινού διατάγματος που είναι θεραπεία της επιεικείας (equitable remedy) βαρύνει τον Αιτητή η υποχρέωση για πλήρη αποκάλυψη. Είναι ανεπιθύμητο, καθόλου ελκυστικό, και πάνω από όλα παράβαση του καθήκοντος δια πλήρη αποκάλυψη η μη αναφορά με καθαρότητα και πληρότητα των πιο πάνω θεμάτων που έχουν αναφερθεί, από τους Αιτητές στο Δικαστήριο κατά τον χρόνο που αυτό εξέταζε την αίτηση. Είμαι της γνώμης ότι οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν με πληρότητα και καθαρότητα όλα τα δεδομένα της υπόθεσης, ως είχαν υποχρέωση και ιδιαίτερα τα θέματα που αναφέρθησαν που είναι πιστεύω εξ΄ αντικειμένου ουσιώδεις σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του διατάγματος. Τα θέματα αυτά αφορούν την νομική και πραγματική σχέση των διαδίκων, το καθεστώς λειτουργίας του επίδικου πρατηρίου και της απραξίας των Αιτητών στις κλήσεις της Καθ΄ ης η Αίτηση δια διευθέτηση των ισχυριζόμενων οφειλών προβάλλοντας ως δικαιολογία την μη επαρκή γνώση των χρεωπιστώσεων ενώ φαίνεται, χωρίς ασφαλώς να αποφασίζω οτιδήποτε στο παρόν στάδιο, ότι έγκαιρα είχαν επαρκή γνώση. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι το προσωρινό διάταγμα ημερ. 27.5.2010 θα πρέπει να ακυρωθεί και ακυρούται. Παρενθετικά αναφέρεται ότι η αναφορά στην αίτηση στους Νόμους περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις και Περί Προστασίας του Ανταγωνισμού αλλά και στην Ευρωπαϊκή Νομοθεσία Περί Προστασίας του Ανταγωνισμού δεν έχει θέση στην υπό εξέταση αίτηση. Τα έξοδα να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της Αίτησης, να είναι εναντίον των Αιτητών και υπέρ της Καθ΄ ης η αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........................... Λ. Παρπαρίνος, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.