← Κύπρος

Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΑΒΡΑΑΜ, Αρ. Αγωγής: 8065/04, 20.9.2010

Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΑΒΡΑΑΜ, Αρ. Αγωγής: 8065/04, 20.9.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A295 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8065/04 Μεταξύ: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων και ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΑΒΡΑΑΜ Εναγομένου Ημερομηνία: 20.9.2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κα Χρ. Κότσαπα για Άντη Τριανταφυλλίδη & Υιοί Για τον εναγόμενο: κ. Σ. Δράκος για Σωτήρη Δράκο Δ.ΕΠ.Ε Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή αυτή οι ενάγοντες διεκδικούν από τον εναγόμενο το ποσό των £35767 ως χρεωστικό υπόλοιπο δυνάμει γραπτής σύμβασης παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων ημερ. 2.3.99 και/ή χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού από παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων και τόκο 11,5% ετησίως επί του ποσού αυτού από 1.7.2004 κεφαλαιοποιούμενο την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου μέχρι εξοφλήσεως. Σύμφωνα με την ΄Εκθεση Απαίτησης οι ενάγοντες στις 2.3.1999 μετά από αίτηση του εναγόμενου με έγγραφη σύμβαση παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων ημερ. 2.3.1999 και δυνάμει επιστολής αποδοχής ημερ. 6.4.99 χορήγησαν σ΄αυτόν όριο πίστωσης μέχρι του ποσού των £30,000 και άνοιξαν τον τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 529/338148-2 με βάση το σχέδιο «Εθνοεπενδυτής» των εναγόντων για τον αποκλειστικό σκοπό της αγοράς και πώλησης Χρηματιστηριακών Αξιών. Στις 18.3.2004 οι ενάγοντες με επιστολή τους προς τον εναγόμενο τερμάτισαν την πιο πάνω αναφερόμενη πιστωτική διευκόλυνση όπως επίσης και την λειτουργία του αντίστοιχου λογαριασμού μεταφέροντας το υπόλοιπο του το οποίο ανέρχετο σε ΛΚ34606,25 στις καθυστερήσεις με νέο αριθμό λογαριασμού 529/399510-7 καλώντας τον να καταβάλει την πιο πάνω οφειλή του εντός επτά ημερών. Επιπλέον με την ίδια επιστολή τους οι ενάγοντες πληροφόρησαν τον εναγόμενο ότι το προαναφερόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο θα έφερε αυξημένο επιτόκιο 11,5% το χρόνο κεφαλαιοποιημένο την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνο εκτός εάν γνωστοποιηθεί διαφορετικά από την τράπεζα. Στην ΄Εκθεση Υπεράσπισης του ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες παρέβηκαν τα καθήκοντα τους που απορρέουν από το Νόμο ή τους Κανονισμούς αφού παρέλειψαν να εφαρμόσουν τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας, να κοινοποιήσουν στον εναγόμενο το περιεχόμενο τους και επέτρεπαν τη λειτουργία του λογαριασμού κατά παράβαση των εγκυκλίων και/ή ότι η συμφωνία ήταν παράνομη και αντίθετη με τη δημόσια πολιτική. Ισχυρίζεται επίσης ότι οι ενάγοντες παρέβηκαν το καθήκον τους προς τον εναγόμενο κατά τη διαχείριση του λογαριασμού με αποτέλεσμα να προκληθεί ζημιά σ΄αυτόν και ότι παρέλειψαν να εκποιήσουν έγκαιρα τις μετοχές του εναγόμενου. Επιπλέον υπάρχει ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες είχαν παραστήσει στον εναγόμενο ότι υπογραφή της συμφωνίας του παρείχε τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει κέρδη «η και εν πάση περιπτώσει ότι δεν θα υφίστατο ζημιές». Ο εναγόμενος με την ανταπαίτηση του διεκδικεί ΛΚ35767 με τόκο 11,5% από 1.7.04 και δήλωση ότι η συμφωνία ενεχυρίασης είναι άκυρη. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η Μ.Ε.1 Τούλια Θεμιστοκλέους εργάζεται στην Υπηρεσία Εθνοεπενδυτή από την 31.1.

  1. Μεταξύ των καθηκόντων της είναι η ετοιμασία συμφωνιών χρηματοδότησης πελατών και η παρακολούθηση και έλεγχος των ειδικών τρεχούμενων λογαριασμών. Διατηρεί στη φύλαξη της όλα τα σχετικά έγγραφα που είναι συνδεδεμένα με το λογαριασμό του εναγόμενου. Η Υπηρεσία παρέχει πιστωτικές διευκολύνσεις με το άνοιγμα ειδικού τρεχούμενου λογαριασμού σε πελάτες που επιθυμούν να πραγματοποιούν αγοραπωλησίες μετοχικών τίτλων και αξιών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ). Ο εναγόμενος υπέβαλε την αίτηση του για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων ύψους ΛΚ30.000 κατά ή περί την 2.3.99 με σκοπό να επενδύσει στο ΧΑΚ. Η Τράπεζα με επιστολή αποδοχής ημερομηνίας 6.4.1999, Τεκμήριο 2, την οποία υπέγραψε και ο ίδιος, έγκρινε την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων για το ποσό των ΛΚ30.000 με τους όρους που περιέχονται στην αίτηση η οποία και κατέστη η γραπτή συμφωνία μεταξύ των μερών, Τεκμήριο
  2. Στις 6.4.99 ο εναγόμενος υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόρισε ως χρηματιστηριακό γραφείο της επιλογής του και πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του να εκτελεί τις αγοραπωλησίες μετοχικών τίτλων και/ή αξιών για λογαριασμό του σε σχέση πάντοτε με τη συμφωνία που υπέγραψε με την ενάγουσα, τους κ.κ. Severis & Athienitis, ένα από τα χρηματιστηριακά γραφεία με τα οποία η ενάγουσα είχε συνεργασία, Τεκμήριο
  3. Στις 6.4.99 ο εναγόμενος υπέγραψε έγγραφο ενεχυρίασης τίτλων αξιών προς εξασφάλιση της ενάγουσας για την χορήγηση σ΄αυτόν της πιο πάνω πιστωτικής διευκόλυνσης, Τεκμήριο 4Α. Κατά την υπογραφή της πιο πάνω σύμβασης ο λογαριασμός του εναγόμενου ανοίχθηκε κατά ή περί την 30.6.99 και ο εναγόμενος ενεχυρίασε αρχικά 9.000 μετοχές της Ι. Γ. Κασουλίδης, 2.000 μετοχές της Salamis Tours και 2.000 μετοχές της F.W.Woolworth & Co (Cyprus) Ltd (Tεκμήριο 4(β), 4(γ) και 4(δ)). Όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούν το άνοιγμα και τη λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού αποστάληκαν στον εναγόμενο και γνωστοποιήθηκαν στο αρμόδιο χρηματιστηριακό γραφείο επιλογής του. Με το άνοιγμα του λογαριασμού ο εναγόμενος μπορούσε να τον χρησιμοποιήσει με το να προβαίνει στην πραγματοποίηση συναλλαγών στο ΧΑΚ για την αγοραπωλησία αξιών. Ο εναγόμενος έδινε εντολές στο χρηματιστηριακό του γραφείο για αγορά/πώληση μετοχών. Όταν πραγματοποιείτο η συναλλαγή το χρηματιστηριακό γραφείο έκδιδε και απόστελλε στην ενάγουσα τα πινακίδια συναλλαγής (contract notes), μαζί με την εξουσιοδότηση για την χρέωση ή πίστωση του λογαριασμού του εναγόμενου. Η ενάγουσα βασιζόμενη στα στοιχεία αυτά που της έδινε το χρηματιστηριακό γραφείο, πλήρωνε το συνολικό ποσό του κάθε πινακιδίου αγοράς το οποίο ποσό περιλαμβάνει το τίμημα αγοράς, την προμήθεια του χρηματιστή και το τέλος του ΧΑΚ με την ανάλογη χρέωση του λογαριασμού του εναγόμενου. Οι αγορασθείσες μετοχές/αξίες ενεχυριάζονταν προς όφελος της ενάγουσας. Σε περίπτωση πώλησης η ενάγουσα λάμβανε το καθαρό ποσό και πίστωνε το λογαριασμό του εναγόμενου. Για να ολοκληρωθεί η διαδικασία της πώλησης η ενάγουσα έπρεπε να αποδεσμεύσει τις σχετικές μετοχές/αξίες. Ο πελάτης είχε το δικαίωμα, όποτε επιθυμούσε, να αλλάξει χρηματιστηριακό γραφείο νοουμένου ότι ειδοποιούσε την ενάγουσα και προέβαινε στην υπογραφή νέου πληρεξουσίου εγγράφου και ακύρωση του παλιού. Η ενάγουσα δεν είχε καμιά σχέση ή και ανάμειξη στη λήψη αποφάσεων από μέρους του εναγόμενου για αγορά και πώληση αξιών όπως ούτε και καμιά συμβουλευτική ιδιότητα. Η ενάγουσα είναι χρηματοδοτικός οργανισμός και όχι χρηματιστηριακό γραφείο ή σύμβουλος επενδύσεων. Η λήψη αποφάσεων για αγορά ή πώληση αξιών είναι θέμα που αφορά αποκλειστικά τον πελάτη. Ο κάθε πελάτης ήταν ελεύθερος να προβεί σε όποια ξεχωριστή διευθέτηση ήθελε με το χρηματιστηριακό γραφείο στο οποίο παραχωρούσε το πληρεξούσιο έγγραφο όσον αφορά τον τρόπο εκτέλεσης των συναλλαγών. Στις 3.5.2001 ο εναγόμενος υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόρισε ως χρηματιστηριακό γραφείο της επιλογής του και πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τη National Securities Ltd, ζητώντας ακύρωση του παλιού πληρεξουσίου, Τεκμήριο 5(α) και 5(β). Το χρηματιστηριακό γραφείο αναλάμβάνε να ενημερώνει τον εναγόμενο και την ενάγουσα για τις συναλλαγές που διενεργούσε εκ μέρους του εναγόμενου. Οι αξίες που αγοράζονταν ενεγράφονταν στο όνομα του εναγόμενου και ενεχυριάζονταν προς όφελος της ενάγουσας με σκοπό την εξασφάλιση των υποχρεώσεων του εναγόμενου προς την ενάγουσα. Η ενάγουσα ενημερωνόταν εκ των υστέρων για τη διενέργεια οποιωνδήποτε συναλλαγών από το χρηματιστηριακό γραφείο. Η ενάγουσα είναι χρηματοδοτικός οργανισμός και σε καμία περίπτωση δεν είχε υποχρέωση διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του εναγόμενου. Ούτε και υποχρέωση να ελέγχει τις εντολές που έδινε ο εναγόμενος στο χρηματιστή του εφόσον υπήρχε το πληρεξούσιο. Ο εναγόμενος και το Χρηματιστηριακό γραφείο του γνώριζαν ποιο ήταν το επιτρεπόμενο όριο του λογαριασμού του και οι αγοραπωλησίες των αξιών θα έπρεπε να διενεργούντο μέσα σε εκείνο το όριο. Η Μ.Ε.1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 δέσμη με εξουσιοδοτήσεις των χρηματιστηριακών γραφείων που αφορούν τις αγοραπωλησίες του εναγόμενου. Σύμφωνα με τους όρους των συμφωνιών οι αποκτηθείσες μετοχές θα εγγράφονταν στο όνομα του εναγόμενου αλλά θα ενεχυριάζονταν προς όφελος της ενάγουσας για σκοπούς εξασφάλισης της. Αν οι τιμές των μετοχών ανέβαιναν σε σημείο που η συνολική εξασφάλιση ήταν περισσότερη από ότι ζητούσαν τότε ο πελάτης μπορούσε να αιτηθεί να του παραχωρηθεί το περίσσευμα του σε μετοχές που επέλεγε ο ίδιος με την αποδέσμευση τους ή και μετρητά. Σε αντίθετη περίπτωση, αν οι τιμές μειώνονταν τότε ο εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος να προβεί σε κάλυψη του περιθωρίου ασφάλειας του σύμφωνα με τα προβλεπόμενα είτε με την παραχώρηση προς την ενάγουσα νέων αξιών είτε με την καταβολή μετρητών. Όλες οι διευκολύνσεις επιβαρύνονταν με 8% τόκο το χρόνο πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα ή προς το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου. Οι μεταβολές του επιτοκίου με βάση τον περί ελευθεροποίησης του επιτοκίου Νόμο κοινοποιούνταν στον εναγόμενο με δημοσίευση στον τύπο (Τεκμήρια 7-14). Μετά τον τερματισμό με επιστολή της ενάγουσας ημερ. 18.3.04 προς τον εναγόμενο, Τεκμήριο 15, το χρεωστικό επιτόκιο αυξήθηκε σε 11.5%. Στις 6.2.2002 ο εναγόμενος σύμφωνα με απαίτηση του ΧΑΚ υπέγραψε πληρεξούσιο προς τους ενάγοντες μετά την αποϋλοποίηση των αξιών και τη σύσταση του κεντρικού μητρώου/αποθετηρίου στο ΧΑΚ (Τεκμήριο 16). Η ενάγουσα χρέωνε τον λογαριασμό του εναγόμενου δυνάμει του όρου 13 της μεταξύ τους συμφωνίας για την κάθε αγορά αξιών 1% επί του ποσού της αγοράς με ελάχιστη ετήσια χρέωση 2% επί του παραχωρηθέντος ορίου, όποιον ήταν μεγαλύτερο. Αυτές οι χρεώσεις γίνονταν μέχρι και την 31.12.
  4. Από 1.1.2001 και την εφαρμογή του περί ελευθεροποίησης του επιτοκίου νόμου η ενάγουσα χρέωνε μόνο το 1% επί των οποιωνδήποτε αγορών πραγματοποιούνταν στο λογαριασμό του εναγόμενου. Η χρέωση του ποσοστού αυτού είχε σκοπό να καλύπτει τα έξοδα της ενάγουσας που προέκυπταν από τον έλεγχο του λογαριασμού του εναγόμενου. Η ενάγουσα απέστελλε στον εναγόμενο μηνιαία ταχυδρομικώς, κατάσταση λογαριασμού. Ο εναγόμενος ουδέποτε επικοινώνησε με την ενάγουσα για να διαφωνήσει ή και να παραπονεθεί για τις συναλλαγές που περιέχοντο στις καταστάσεις που ελάμβανε ή με το υπόλοιπο του λογαριασμού του. Στις 24.6.99 ο εναγόμενος απέσυρε κέρδη ύψους ΛΚ500 και στις 30.7.99 απέσυρε κέρδη ύψους ΛΚ10.000 από τον πιο πάνω λογαριασμό του. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 18(α) και (β) και 19(α) και (β). Η ΜΕ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 20 πιστά αντίγραφα των μηνιαίων καταστάσεων του λογαριασμού του εναγόμενου από 30.6.99 μέχρι 18.3.2004 και πρωτότυπα των μηνιαίων καταστάσεων του λογαριασμού του εναγόμενου από 30.6.2004 μέχρι 30.6.
  5. Οι μηνιαίες καταστάσεις του λογαριασμού του εναγόμενου από την 30.6.99 μέχρι και τον τερματισμό του λογαριασμού αποστέλλοντο ανελλιπώς ταχυδρομικώς στον εναγόμενο και η ενάγουσα κρατούσε στα αρχεία της πιστά αντίγραφα των καταστάσεων αυτών. Επιπλέον κατέθεσε συγκεντρωτική κατάσταση λογαριασμού του εναγόμενου ως Τεκμήριο 21(α) και (β) από την ημερομηνία έναρξης του λογαριασμού μέχρι 30.6.08 την οποία επεξήγησε. Στις μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήριο 20, φαίνονται όλες οι χρεώσεις και οι πιστώσεις που γίνονταν καθημερινά στο λογαριασμό του εναγόμενου, ο υπολογισμός του τόκου και το σημερινό υπόλοιπο του εναγόμενου. Στις καταστάσεις αυτές φαίνεται επίσης το κλείσιμο του λογαριασμού του εναγόμενου και η μεταφορά του στις καθυστερήσεις με το νέο αριθμό 529/399510-
  6. Στην κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 18.3.2004 φαίνεται το υπόλοιπο του και μια εγγραφή πιστωτική ΛΚ34606,25 που γίνεται για εσωτερικούς σκοπούς της ενάγουσας κατά τον τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού του εναγόμενου και τη μεταφορά του οφειλόμενου υπολοίπου στις καθυστερήσεις. Ο λογαριασμός του εναγομένου άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα στην κίνηση του περί το Σεπτέμβριο 2000 γι΄ αυτό και η ενάγουσα άρχισε να του αποστέλλει σχετικές επιστολές. Η ΜΕ1 κατέθεσε επιστολές Τεκμήρια 22-34 με τις οποίες καλούσαν τον εναγόμενο να καταθέσει πρόσθετη εξασφάλιση λόγω της πτώσης της αξίας των μετοχών του και να συμμορφωθεί με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. Επιπλέον τον ενημέρωναν ότι ο λογαριασμός του βρίσκεται σε υπέρβαση του συμβατικού ορίου και θα έπρεπε να φροντίσει την επαναφορά του στο εγκεκριμένο πλαίσιο. Οι επιστολές από 3.4.01-10.4.02 συνοδεύονταν από κατάσταση λογαριασμού του εναγόμενου και του χαρτοφυλακίου του. Αφού ο εναγόμενος παρέλειψε να ανταποκριθεί παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας και κατόπιν επικοινωνίας τους η ενάγουσα απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 21.10.2003 με την οποία ζητούσε από τον εναγόμενο να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες του λογαριασμού του εντός 15 ημερών (Τεκμήριο 35). Ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε ούτε στην επιστολή αυτή, έτσι η ενάγουσα απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 18.3.2004 με την οποία τερμάτισε τη λειτουργία του λογαριασμού του εναγόμενου και μετέφερε το υπόλοιπο του το οποίο ανέρχετο σε ΛΚ34.606,25 στις καθυστερήσεις με νέο αριθμό 529/399510-
  7. Με την ίδια επιστολή η ενάγουσα ενημέρωσε τον εναγόμενο ότι ο λογαριασμός του θα φέρει από τότε επιτόκιο 11.5% το χρόνο κεφαλαιοποιημένο δύο φορές τον χρόνο την 30 Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνο (Τεκμήριο 15). Κατά τον τερματισμό της συμφωνίας η ενάγουσα είχε ενεχυριασμένες προς όφελος της τις αξίες των παραγράφων (Β) και (Γ) της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης όπως φαίνονται στη συγκεντρωτική κατάσταση του ΧΑΚ ημερ. 4.2.2006 (Τεκμήριο 36). Η ενάγουσα κατά την περίοδο 20.4.2006 μέχρι και την 26.4.2006 άσκησε το δικαίωμα που της παρείχαν οι όροι 5 και 7 της συμφωνίας ημερομηνίας 2.3.99 και προέβηκε σε πώληση των μετοχών και/ή αξιών του εναγόμενου. Η κατάσταση πωληθέντων αξιών περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο
  8. Οι μετοχές αυτές πωλήθηκαν στην τρέχουσα τιμή που διαπραγματεύονταν στο ΧΑΚ και το προϊόν πώλησης κατατέθηκε στο λογαριασμό του εναγόμενου. Το υπόλοιπο του λογαριασμού του εναγόμενου μετά την πώληση των πιο πάνω αξιών ήταν ΛΚ36.527,
  9. Ο εναγόμενος δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό μέχρι σήμερα. Το υπόλοιπο του ανέρχεται στο ποσό των €83.241,32 πλέον τόκο 11.5% από 1.7.08 μέχρι εξοφλήσεως κεφαλοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Ουδεμία άλλη σχέση υφίστατο μεταξύ των διαδίκων όπως σχέσεις καταπιστευματοδόχου, διαχειριστού χαρτοφυλακίου εκτός από τη σχέση δανειστού και χρεώστου. Η ενάγουσα ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε αγοραπωλησία μετοχών χωρίς τις ρητές και έγγραφες οδηγίες του εναγόμενου ή των δεόντως εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων του. Οι μετοχές που ανήκαν στο χαρτοφυλάκιο του εναγόμενου ήταν περιουσία του και αυτός θα υφίστατο ζημιά που θα προκαλείτο από τη πτώση των μετοχών με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως θα εκαρπούτο οποιαδήποτε τυχόν άνοδο στην αξία των μετοχών. Η ενάγουσα προέβη στο δάνειο προς τον εναγόμενο ως δανειοδοτούσα τράπεζα και όχι ως επενδυτής μαζί με τον εναγόμενο και δεν μπορεί να επηρεάζεται από οποιεσδήποτε διακυμάνσεις στην αξία των μετοχών του εναγόμενου ο οποίος παραμένει χρεώστης προς την τράπεζα για τα ποσά που δανείστηκε κατόπιν αιτήσεως του. Οι ενάγοντες ενημέρωναν σε τακτά διαστήματα τον εναγόμενο για το υπόλοιπο του λογαριασμού του όπως και για την υπέρβαση του συμβατικού ορίου του λογαριασμού του και για την μείωση των εξασφαλίσεων του, αλλά ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στις εκκλήσεις αυτές. Κατά την έγκριση της αίτησης του εναγόμενου οι ενάγοντες εξήγησαν σε αυτόν λεπτομερώς όλους τους όρους των επίδικων συμφωνιών όπως επίσης και τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του τους οποίους ο εναγόμενος αποδέχτηκε με την υπογραφή όλων των πιο πάνω αναφερόμενων εγγράφων και ουδέποτε παραπονέθηκε για το περιεχόμενο των συμφωνιών, το υπόλοιπο ή τη λειτουργία του λογαριασμού του. Συνοπτικά, κατά την αντεξέταση της η ΜΕ1 ανέφερε ότι με βάση τη συμφωνία, Τεκμήριο 1 (άρθρο 13) η ενάγουσα χρέωνε 1% επί του ποσού της αγοράς με ελάχιστη ετήσια χρέωση 2% επί του ορίου, όποιο ήταν μεγαλύτερο για την κάθε αγορά αξιών. Αυτό περιλαμβανόταν στο Τεκμήριο 37 το οποίο ήταν μέρος του σχεδίου και είχε δοθεί στον εναγόμενο κατά την υπογραφή των εγγράφων. Επίσης φαινόταν στις καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες έπαιρνε ο πελάτης και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε. Από 1.1.01 η ενάγουσα χρέωνε μόνο 1% στις αγορές στο λογαριασμό του εναγόμενου. Δεν υπήρξε ποτέ χρέωση 2%. Το ποσοστό αυτό δεν συνιστούσε αμοιβή για διαχείριση του χαρτοφυλακίου αλλά χρέωση για διατήρηση του λογαριασμού. Ο πελάτης γνώριζε τους όρους λειτουργίας του σχεδίου όπως φαίνεται από τα Τεκμήρια 17(α)-(η). Ο τόκος ήταν 8% σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, παράγραφος 4 σε συνάρτηση με τις αυξομειώσεις ενόψει των φιλελευροποιήσεων. Ο τόκος κοινοποιείτο στον πελάτη με την υπογραφή του συμβολαίου και μετέπειτα με δημοσίευση στον τύπο (Τεκμήρια 7-14). Η Τράπεζα ενημερωνόταν εκ των υστέρων για τις αγορές του εναγόμενου. Ο εναγόμενος έδινε εντολές στο χρηματιστηριακό γραφείο που εκτελούσε την πώληση και ενημέρωνε την Τράπεζα με βάση τις εξουσιοδοτήσεις. Ο δε πελάτης ενημερωνόταν από την Τράπεζα με τις καταστάσεις λογαριασμού. Με το Τεκμήριο 23 κλήθηκε για πρώτη φορά ο εναγόμενος να δώσει εξασφαλίσεις. Η τελευταία αγορά έγινε στις 8.3.02 ενώ η τράπεζα πώλησε τις μετοχές τον Απρίλιο του
  10. Οι μετοχές ήταν η μόνη εξασφάλιση της Τράπεζας και η πώληση των μετοχών δεν ήταν υποχρέωση αλλά δικαίωμα της Τράπεζας. Η ΜΕ1 κατέθεσε τα Τεκμήρια 45 και 48-51, ως της ζητήθηκε από το συνήγορο για την υπεράσπιση. Οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας τηρήθηκαν. Σε σχέση με το Τεκμήριο 38 ανέφερε ότι τηρήθηκε. Ο λογαριασμός ήταν υπερκαλυμμένος. Σε σχέση επίσης με το Τεκμήριο 41 ανέφερε ότι ο λογαριασμός του εναγόμενου ήταν υπερκαλυμμένος (401.81%) άρα η ενάγουσα δεν είχε να κάνει τίποτε άλλο. Η Κεντρική Τράπεζα έλεγξε πολλές φορές την ενάγουσα χωρίς να επιβάλει οποιοδήποτε πρόστιμο. Στο Τεκμήριο 20 φαίνεται πως πολλές φορές ο λογαριασμός περνά το όριο πριν την 1.9.00 αλλά μετά ακολουθούν πωλήσεις οι οποίες με βάση το σύστημα clearing του ΧΑΚ θα φαίνονταν στο λογαριασμό μέχρι και τρεις μέρες μετά την πράξη. Γι΄αυτό επέτρεπαν την υπέρβαση για να πιστωθεί το ποσό πωλήσεων που πραγματοποίησε. Η Τράπεζα έλεγχε και το ποσοστό εξασφάλισης. Όταν πλέον ο λογαριασμός δεν ήταν εξασφαλισμένος για 3 μήνες συνεχόμενους την 1.9.00 έστειλαν την επιστολή, Τεκμήριο
  11. Το Τεκμήριο 17Η αφορά επιστολή του εναγόμενου προς τον χρηματιστή του και όχι την ενάγουσα. Το πληρεξούσιο δεν ακυρώθηκε αφού με την επιστολή δεν σταμάτησε τη συνεργασία του με το χρηματιστηριακό γραφείο. Το πληρεξούσιο του αφορούσε το χρηματιστηριακό γραφείο. Η ΜΕ1 αρνήθηκε υποβολή ότι έκαναν κακή διαχείριση του χαρτοφυλακίου. Δεν έκαναν διαχείριση. Ο ίδιος όφειλε να χειριστεί σωστά το λογαριασμό του. Το καθήκον της Τράπεζας ήταν να ενημερώνει τον πελάτη για το υπόλοιπο του και την αξία του χαρτοφυλακίου. Η Τράπεζα κατέβαλε προσπάθειες για ομαλοποίηση του λογαριασμού, τόσο γραπτώς όσο και τηλεφωνικώς αλλά ο εναγόμενος παρέλειψε να ανταποκριθεί. Όφειλε να καλύψει την υποχώρηση των τιμών και μετοχών με την ίδια λογική που έπαιρνε κέρδη όταν ο λογαριασμός ήταν εξασφαλισμένος. Η ΜΕ1 αρνήθηκε υποβολή ότι η υπάλληλος της Τράπεζας στο υποκατάστημα στη Λάρνακα παρουσίασε στον εναγόμενο ότι το σχέδιο θα του απέφερε μόνο κέρδη, χωρίς ζημιά. Τα έγγραφα υπογράφονταν στη Λευκωσία και η εξήγηση των όρων γίνονταν μόνο από υπαλλήλους στη Λευκωσία. Επανεξεταζόμενη ανέφερε ότι ο εναγόμενος δεν μπορούσε, έχοντας υπόψη το Τεκμήριο 17Η να δώσει εντολή για αγορές ή πωλήσεις χωρίς χρηματιστηριακό γραφείο. O μοναδικός μάρτυρας για την Υπεράσπιση ήταν ο εναγόμενος, ΜΥ
  12. Κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Η συμμετοχή του στο Σχέδιο Εθνοεπενδυτής άρχισε αφού ο Ξενάκης Καλλίας χρηματιστής και οικογενειακός φίλος τον πλησίασε λέγοντας του ότι θέλει να τον βοηθήσει να αποκτήσει λεφτά μέσω του χρηματιστηρίου. Του ανέφερε ότι το χρηματιστηριακό γραφείο όπου εργαζόταν Severis & Athhienitis συνεργαζόταν με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) και βοηθούσαν πελάτες του χρηματιστηριακού γραφείου από κοινού. Του είπε ότι το μόνο που χρειαζόταν να κάνει ήταν να καταθέσει Λ.Κ.10.000 σε μετρητά ή σε μετοχές. Σε ερώτηση του ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει από αυτά ούτε έχει καθόλου χρόνο να ασχοληθεί καθώς είναι εργαζόμενος του καθησύχασε ότι αυτά είναι δική τους δουλειά και της Τράπεζας και να μην έχει καμία έγνοια. Συγκεκριμένα του είπε τα εξής: «έχεις κοτζάμου Athieniti και κοτζάμου Εθνική που πίσω σου και φοβάσαι;» Ο Καλλίας του έφερε κάτι φόρμες να υπογράψει λέγοντας του ότι θα τον συστήσει στην Τράπεζα το Χρηματιστηριακό Γραφείο Severis & Athienitis. Τα έγγραφα αυτά δεν θυμάται τι ήταν, δεν τα είχε ξαναδεί και δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο. Έδωσε τα χρήματα στον Ξενάκη Καλλία ο οποίος αγόρασε ανάλογης αξίας μετοχές οι οποίες κρατήθηκαν ως εξασφάλιση από την Τράπεζα και το Μάρτιο του 1999 εγκρίθηκε η συμμετοχή του στο Σχέδιο Εθνοεπενδυτής. Οι ενάγοντες τον κάλεσαν μόνο μια φορά στο υποκατάστημα τους στη Λάρνακα για να υπογράψει τη συμφωνία και τα άλλα έγγραφα του σχεδίου. Ο διευθυντής του υποκαταστήματος μαζί με άλλους λειτουργούς της Τράπεζας του είπε ότι δεν είχε να φοβηθεί τίποτε, ότι δεν θα έχανε τα χρήματα του και ότι εντός ολίγου χρονικού διαστήματος θα είχε εξασφαλισμένα κέρδη. Επίσης του τόνισε ότι το σχέδιο αυτό είναι αυτοεγγυούμενο χωρίς ζημιά και ότι την διαχείριση θα την κάνει η Τράπεζα. Δεν του διαβάστηκαν τα έγγραφα που υπέγραψε αλλά και ούτε του δόθηκαν αντίγραφα. Η εικόνα που απεκόμισε ήταν ότι η Τράπεζα και το Χρηματιστηριακό Γραφείο συνεργάζονταν αφού μέχρι εκείνη την ημέρα δεν είχε ούτε τραπεζικό λογαριασμό με την Εθνική Τράπεζα και ότι τη διαχείριση του λογαριασμού του θα την έκανε η Τράπεζα σε συνεργασία με το γραφείο Severis & Athienitis. Από τότε δεν είχε καμιά επικοινωνία με υπάλληλο της Τράπεζας. Αργότερα ενημερώθηκε από τον Χρηματιστή του ότι είχε κέρδη και του ζήτησε να του φέρει αρχικά ΛΚ500 και ακολούθως ΛΚ10.
  13. Όταν του έφερε την επιταγή του είπε επί λέξει «στην Τράπεζα δεν αρέσει να αποσύρεις λεφτά από τα κέρδη κάθε λίγο. Τα κέρδη θα μείνουν στο λογαριασμό και θα σου πούνε αυτοί πότε να τα αποσύρεις». Από τότε δεν ξαναζήτησε λεφτά με τη σκέψη ότι η Τράπεζα ήξερε καλά τη δουλειά της και δεν είχε τίποτε να φοβηθεί. Σε καμιά περίπτωση δεν ενημερώθηκε σχετικά με τα όρια εξασφάλισης ούτε για εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας ούτε είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με κανένα λειτουργό της Τράπεζας για το θέμα των ορίων εξασφάλισης. Κατά καιρούς ο Χρηματιστής του τον καθησύχαζε ότι όλα ήταν υπό έλεγχο. Αφού πήρε τις πρώτες επιστολές από την Τράπεζα που τον ενημέρωναν για όριο εξασφάλισης επικοινώνησε ξανά μαζί του και του είπε ότι θα επικοινωνούσε εκείνος με την Τράπεζα. Εξάλλου ο Χρηματιστής του τον διαβεβαίωσε ότι η Τράπεζα ανά πάσα στιγμή μπορούσε να πωλήσει τις μετοχές αν υπήρχε ανάγκη και ότι η Τράπεζα δεν έχει εξασφαλίσεις και δεν θα άφηνε να εξελιχθεί μία κατάσταση να προσπαθεί να ανακτήσει λεφτά χωρίς εξασφαλίσεις. Ενημερώθηκε κάποια στιγμή από τον Ξενάκη Καλλία ότι είχε εγκαταλείψει το χρηματιστηριακό γραφείο του και τους συμβούλεψε να επικοινωνήσουν με την Τράπεζα. Πήρε τηλέφωνο και τον συμβούλεψαν να υπογράψει πληρεξούσιο έγγραφο με το γραφείο National Securities Ltd το οποίο του υπέδειξαν. Κατόπιν τούτου συνέχισε να νοιώθει ασφάλεια. Οι επιστολές που λάμβανε δεν του προκαλούσαν ανησυχία «καθώς όπως π.χ. αναφέρεται στο Τεκμήριο 22 αναγράφεται ότι το όριο ήταν ΛΚ30.000 και σημερινό υπόλοιπο ΛΚ35.835,
  14. ΄Αρα λειτουργούσε με κέρδη». Μέχρι εκείνη τη μέρα είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στην Εθνική Τράπεζα ότι έκανε καλή διαχείριση της επένδυσης του και ότι δεν θα τον άφηνε να εκτεθεί σε οποιονδήποτε κίνδυνο αφού είναι μια από τις μεγαλύτερες Τράπεζες που λειτουργούν στην Ελλάδα και Κύπρο και ειδικά εξειδικευμένο προσωπικό, με ειδικούς και εμπειρογνώμονες σε τραπεζιτικά, χρηματοοικονομικά και χρηματιστηριακά θέματα και άριστη οργάνωση με τμήματα σε διάφορους τομείς μεταξύ των οποίων και τμήμα διαχείρισης κινδύνου. Πίστευε ότι θα έθεταν το δικό του συμφέρον ως πελάτη τους πιο πάνω από το δικό τους και ότι θα τηρούσαν τις υποσχέσεις που έγιναν στην αρχή ότι θα έβγαινε κερδισμένος, ή χωρίς καμία ζημιά στο χειρότερο σενάριο, όταν ο σκοπός τους ήταν να τον εντάξουν στο Σχέδιο Εθνοεπενδυτή για δικούς τους αλλότριους στόχους και να τον εκμεταλλευτούν. Αργότερα έμαθε από τις εφημερίδες ότι τα χρηματιστηριακά γραφεία των Τραπεζών χειραγωγούσαν τις τιμές των μετοχών και μάλιστα υπάρχει και πόρισμα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που καταδεικνύει το μέγεθος της απάτης. Αν γνώριζε ότι ήταν όλα μια καλοστημένη παγίδα με στόχο να τον εξοντώσουν οικονομικά δεν θα γινόταν ποτέ πελάτης τους. Εάν οι ενάγοντες ακολουθούσαν τις προφορικές διαβεβαιώσεις τους προς τον ίδιο, την δέσμευση τους στο Τεκμήριο 2 και κατά καιρούς οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας για τις οποίες δεν είχε ποτέ καμιά ενημέρωση και για τις οποίες έλαβε γνώση στο Δικαστήριο δεν θα βρισκόταν στη θέση αυτή αλλά «θα επωφελείτο από τα κέρδη που είχε». Επίσης αν οι ενάγοντες έδειχναν την αναγκαία προσοχή και επιμέλεια στην διαχείριση του λογαριασμού του δεν θα είχε υποστεί καμιά ζημιά. ΄Η εάν οι ενάγοντες ακολουθούσαν την υποχρέωση τους να μειώσουν την ζημιά τους θα έπρεπε να είχαν μεταχειριστεί διαφορετικά το λογαριασμό του όμως «φαίνεται είπαν ότι ζημιά προκύψει αυτή θα πληρωθεί από τον εναγόμενο». Οι ενάγοντες είχαν και το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να πωλήσουν έγκαιρα τις μετοχές του για να καλύψουν τις υποχρεώσεις του και σιγά να κλείσουν το λογαριασμό του χωρίς να υποστεί καμιά ζημιά. Από την όλη κατάσταση έχει επηρεαστεί σοβαρά η υγεία του. Από το άγχος που του δημιουργεί η οικονομική ανασφάλεια, έχει χάσει την ηρεμία του, έχει χάσει τον ύπνο του και γενικά η ψυχολογία του είναι χάλια. 'Εχει υποστεί ζημιά την οποία αξιώνει ανταπαιτητικώς ίση με το ποσό που απαιτεί η Τράπεζα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 ανέφερε ότι τα έγγραφα τα οποία ανέφερε στην κυρίως εξέταση του ότι δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο ήταν «κόλλες πρόχειρες», για προσωπική του χρήση, όπως του είπε ο χρηματιστής. Δεν ήταν το Τεκμήριο 1, δέχθηκε όμως ότι το υπέγραψε. Πήγε μόνο μια φορά στο υποκατάστημα στη Λάρνακα. Τα έγγραφα 2,3,4 Α-Δ φέρουν ημερομηνίες διαφορετικές. Πιθανόν τα έγγραφα να του τα έφερε ο χρηματιστής, Δεν θυμάται ποιος ήταν ο διευθυντής του υποκαταστήματος που του είχε πει πως δεν είχε τίποτε να φοβηθεί. «Εκείνο που αποτυπώθηκε ήταν οι διαβεβαιώσεις», είπε χαρακτηριστικά. Συνίσταντο στο ότι δεν θα πάθαινε ζημιά γιατί υπήρχε αρμονική συνεργασία της τράπεζας με το χρηματιστηριακό γραφείο. Ότι θα έκανε διαχείριση η Τράπεζα δεν του το είπε κάποιος. Βασίστηκε στην πιο πάνω συνεργασία. ΄Ηξεραν πολύ καλά τι έκαναν. Σε ερώτηση σε ποιο έγγραφο βασίζει τη θέση του ότι θα έκαναν διαχείριση απάντησε πως είχε τις προσωπικές τους διαβεβαιώσεις. Σε ερώτηση κατά πόσο παραπονέθηκε για το ότι υπήρχε διαφοροποίηση στο τι συμφωνήθηκε λόγω του ότι τα έγγραφα λένε άλλα απάντησε «δεν πήγε ο νους μου ότι θα συνέβαινε κάτι κακό». Σε ερώτηση ως προς τον ισχυρισμό του ότι δεν είχε επικοινωνία με την Τράπεζα σε σχέση με την ύπαρξη του Τεκμηρίου 17, επιστολών του, απάντησε ότι πιθανόν να τηλεφωνούσαν στο σπίτι του, να ενημέρωναν μέλος της οικογένειας του και ο ίδιος να υπέγραφε αυτό που έπρεπε. Τα τεκμήρια 17Β, Γ και Δ φέρουν την υπογραφή του. Σε ερώτηση αν όταν έλαβε την πρώτη επιστολή από την Τράπεζα, Τεκμήριο 22 δεν ανησύχησε απάντησε πως έδειξε εμπιστοσύνη αφού ο χρηματιστής τους διαβεβαίωνε ότι «ήταν ορισμένες επιστολές που έπρεπε να στείλει η Τράπεζα και όλα θα επανέλθουν στο ρυθμό τους. Σε ερώτηση αν από 1.9.00-7.3.03 που έπαιρνε τις επιστολές του έλεγαν να μην ανησυχεί απάντησε πως πίστευε πως δεν είχε τίποτε να φοβηθεί. Έμεινε στις διαβεβαιώσεις του Καλλία. Δεν πήρε τηλέφωνο να δει τι γίνεται. Δεν πίστευε πως θα έφταναν εκεί που έφτασαν. Σε ερώτηση αν αντιλήφθηκε πως θα έπρεπε να αποπληρώσει τα λεφτά που δανείστηκε απάντησε πως «δεν πήγε ο νους του πως δανείστηκε», ήταν ειδικό σχέδιο που αν μπορούσε να δώσει £10000 για να γίνει μέλος θα είχε κέρδος. Θα διαχειριζόταν τα λεφτά η τράπεζα. Αρνήθηκε υποβολή ότι ουδέποτε συμφώνησε κάτι τέτοιο. Στο Τεκμήριο 22 ερμήνευσε πως επρόκειτο για κέρδη ύψους £5835,
  15. Ο Ξένιος Καλλίας τον ξεγέλασε αλλά δεν είχε χρόνο να αλλάξει χρηματιστή. Ανταπαιτεί €35000 για να ξοφληθεί το χρέος του. Στο τέλος της υπόθεσης οι δύο συνήγοροι αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις θέσεις τους. Έχω θέσει ενώπιον μου όσα ανέφεραν και θα σταθώ σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και αφού εξέτασα τη μαρτυρία τους καταλήγω στα πιο κάτω: Η Μ.Ε.1 μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Η μαρτυρία της ήταν σαφής και ουδόλως κλονίστηκε παρά την πολύωρη και πιεστική αντεξέτασή της, ήταν δε στοιχειοθετημένη με αναφορά στα τεκμήρια. Απαντούσε τις ερωτήσεις που τις υποβάλλονταν με πειστικότητα και αμεσότητα οι δε απαντήσεις της ήταν πλήρως επεξηγηματικές σε σχέση με τη λειτουργία του Σχεδίου Εθνοεπενδυτής και το ρόλο της Τράπεζας, τον οποίο καθόρισε ως καθαρά τραπεζικό, τον καθορισμό των χρεώσεων και των τόκων, το περιεχόμενο των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας. Σημειώνω δε πως στο στάδιο της αντεξέτασης παρουσίασε περαιτέρω έγγραφα που επιβεβαίωσαν σε μεγάλο βαθμό τη θέση της. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της χωρίς κανένα ενδοιασμό. Ο εναγόμενος δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του ήταν ασαφής και συγκεχυμένη, σε πολλά δε σημεία στερείτο πειστικότητας και ήταν αντιφατική. Ενδεικτικό της αντιφατικότητας που χαρακτήριζε τη μαρτυρία του ήταν ότι ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ο διευθυντής του υποκαταστήματος της Τράπεζας του τόνισε ότι τη διαχείριση θα την κάνει η Τράπεζα κατά την αντεξέταση του το ανέτρεψε: Κανένας δεν του ανέφερε ότι η Τράπεζα θα έκανε διαχείριση. Προέκυψε πως ήταν δικό του συμπέρασμα: λόγω της καλής συνεργασίας της Τράπεζας και του χρηματιστηριακού γραφείου δεν θα πάθαινε ζημιά. Εκεί βάσισε το πιο πάνω συμπέρασμα, το οποίο κατά την άποψη μου ήταν κατά συνέπεια αυθαίρετο. Ενώ δε προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι ήταν αμέτοχος στα σχέδια και ότι δεν είχε καμιά επικοινωνία με την Τράπεζα εκτός από την πρώτη φορά τον διέψευσαν οι ίδιες οι υπογραφές του στα έγγραφα του Τεκμηρίου 17 τα οποία του υπεδείχθησαν κατά την αντεξέταση του. Είναι δε αξιοσημείωτη η θέση του ότι ερμήνευσε ότι το Τεκμήριο 22 τον ενημέρωνε για τα κέρδη του και δεν τον ανησύχησε. Η πιο πάνω ερμηνεία είναι αφύσικη και παράλογη και αντίκειται στο ξεκάθαρο λεκτικό του Τεκμηρίου 22, επιστολή η οποία ενημερώνει τον εναγόμενο ότι ο λογαριασμός του βρίσκεται σε υπέρβαση του συμβατικού του ορίου και η οποία τον παρακαλεί να φροντίσει «για την επαναφορά του λογαριασμού στο εγκεκριμένο πλαίσιο το συντομότερο». Στερείται δε παντελώς πειστικότητας και αντίκειται στη λογική η θέση του ότι παρά το ότι λάμβανε τις επιστολές Τεκμήρια 22-34, από 1.9.00 μέχρι 7.3.03 οι οποίες τον καλούσαν να φροντίσει για την συμπλήρωση των εξασφαλίσεων πίστευε πως δεν είχε τίποτε να φοβηθεί λόγω των διαβεβαιώσεων που χρηματιστή Καλλία. Εξωπραγματική πρέπει να θεωρηθεί και η θέση του περί ειδικού σχεδίου που θα είχε μόνο κέρδος. Θεωρώ ότι ουδεμία βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί στη θέση του μάρτυρα ότι τέτοιες ήταν οι διαβεβαιώσεις της Τράπεζας ή του χρηματιστή. ΄Εχω υπόψη μου το άρθρο 27

(1)του περί Αποδείξεως (Τροποποιητικού) Νόμου, Ν.32(Ι)/
  1. Ειδικότερα έχω υπόψη το γεγονός ότι τα άτομα τα οποία κατά το ΜΥ1 έκαναν τις δηλώσεις δεν προσήλθαν, για άγνωστο λόγο, να καταθέσουν, το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει, το ότι δεν είναι γνωστό το λεκτικό της αρχικής δήλωσης. Χωρίς κανένα ενδοιασμό απορρίπτω τη μαρτυρία του ΜΥ
  2. Έχοντας αποδεχθεί τη μαρτυρία της ΜΕ1 καταλήγω σε ανάλογα ευρήματα. Θα προχωρήσω σε εξέταση των επίδικων θεμάτων με βάση τα πιο πάνω. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΟΙ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΖΟΝΤΑΝ ΤΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΕΙΧΑΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΝΑ ΠΩΛΗΣΟΥΝ ΤΙΣ ΜΕΤΟΧΕΣ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΕΝΕΧΥΡΙΑΣΕΙ Η Υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι οι ενάγοντες διαχειρίζονταν τον επίδικο λογαριασμό και είναι υπεύθυνοι για το γεγονός ότι «ο λογαριασμός έχει ζημιά». Περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι για να μειώσουν τη ζημιά τους και του εναγόμενου θα έπρεπε να είχαν προχωρήσει στην πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών. Η κα Κότσαπα αντέκρουσε τεκμηριωμένα τα πιο πάνω στην αγόρευση της. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω εδώ την πλούσια επιχειρηματολογία της. Θα ήθελα καταρχή να αναφέρω ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία που να στηρίζει τις πιο πάνω θέσεις της Υπεράσπισης. Αντίθετα με βάση την ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία προκύπτει ότι ο ρόλος της Τράπεζας περιοριζόταν στην παροχή διευκολύνσεων για την αγοραπωλησία μετοχών και ότι η Τράπεζα δεν ενεργούσε ως χρηματιστηριακή εταιρεία. Η αγοραπωλησία μετοχών διεκπεραιωνόταν από τους πληρεξούσιους αντιπροσώπους του εναγόμενου. Το ότι η Τράπεζα δεν έκανε διαχείριση χαρτοφυλακίου ενώ ο ρόλος της περιοριζόταν στην παροχή διευκολύνσεων για την αγορά και πώληση μετοχών είναι πρόδηλο από τους όρους της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, Τεκμήριο
  3. Με βάση τον όρο 9 η βασική διαχείριση και διεκπεραίωση των αξιών θα γίνεται από το χρηματιστηριακό γραφείο το οποίο θα έχει την ευθύνη παρακολούθησης των αξιών που θα είναι ενεχυριασμένες υπέρ της τράπεζας περιλαμβανομένης και της υποχρέωσης για άσκηση οποιωνδήποτε δικαιωμάτων απορρέουν από αυτές. Περαιτέρω προνοείται ότι η τράπεζα απαλλάσσεται από οποιαδήποτε ευθύνη συνεπεία της άσκησης ή μη άσκησης τέτοιων δικαιωμάτων. Πρόσθετα ο όρος 11 προνοεί ότι η Τράπεζα θα δέχεται τις οδηγίες από το χρηματιστηριακό γραφείο στη διάρκεια της συμμετοχής του επενδυτή στο Σχέδιο το οποίο θα έχει την ευθύνη να ενεργεί για λογαριασμό του επενδυτή για την προσθήκη και/ή αφαίρεση, αγορά και/ή πώληση αξιών που είναι ενεχυριασμένες υπέρ της τράπεζας νοουμένου ότι οι σχετικές πράξεις θα γίνονται μέσω του λογαριασμού χρηματοδότησης του Σχεδίου καθώς και ότι η εξασφάλιση της τράπεζας θα παραμένει στα συμφωνηθέντα όρια. Προνοεί δε ότι σε κάθε περίπτωση η τράπεζα δεν θα έχει οποιαδήποτε ευθύνη οικονομική ή άλλη για αποζημίωση του επενδυτή και/ή του χρηματιστηριακού γραφείου. Κατά συνέπεια η Τράπεζα δεν είχε οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας σε σχέση με τη διαχείριση του λογαριασμού. Όσον αφορά τον ισχυρισμό για υποχρέωση της Τράπεζας για πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών αναφέρω ότι αυτός καταρρίπτεται με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 και 4(α). Με βάση τον όρο 3 του Τεκμηρίου 1 όλοι οι τίτλοι των χρηματιστηριακών αξιών θα αγοράζονταν από τον Επενδυτή, θα ενεχυριάζονταν υπέρ της Τράπεζας και τα σχετικά δικαιώματα θα εκχωρούνταν σε όφελος της ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Επενδυτή. Σύμφωνα με τον όρο 7 του Τεκμηρίου 1 η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να προβεί σε πώληση των μετοχών όταν ο λογαριασμός είναι εκτός περιθωρίου ασφάλειας: «
  4. Η ΤΡΑΠΕΖΑ έχει το δικαίωμα να προβεί σε πώληση των ΑΞΙΩΝ και κλείσιμο του λογαριασμού του ΕΠΕΝΔΥΤΗ όταν η ΑΓΟΡΑΙΑ ΑΞΙΑ του συνόλου των ενεχυριασμένων ΑΞΙΩΝ και της τυχόν κατάθεσης μετρητών είναι κατώτερη του 120% του ορίου ή του υπολοίπου των πιστωτικών διευκολύσεων του, εάν αυτό τύχει να είναι μεγαλύτερο (περιθώριο ασφάλειας/margin of safety)» Προσθέτω ότι με βάση το έγγραφο ενεχυρίασης, Τεκμήριο 4(α), άρθρο 10 η ενάγουσα δικαιούται να πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές σε περίπτωση που ο εναγόμενος παραλείψει να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό που οφείλει σε κεφάλαιο ή τόκους, δικαιώματα και έξοδα χωρίς ειδοποίηση στον εναγόμενο και με οποιοδήποτε τρόπο και σε οποιαδήποτε κατά την κρίση της τιμή, χωρίς να έχει οποιανδήποτε ευθύνη η τράπεζα για την πραγματική αξία των μετοχών σε σχέση προς εκείνη της εκποίησης. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο άρθρο 10 περιλαμβάνεται η πιο κάτω πρόνοια: «Τα πιο πάνω είναι εντελώς προαιρετικά και όχι υποχρεωτικά για την Τράπεζα, η οποία δικαιούται να απαιτήσει με οποιοδήποτε άλλο τρόπο απευθείας την πληρωμή κάθε οφειλόμενου ποσού». Είναι εμφανές από τα πιο πάνω ότι δεν προκύπτει η υποχρέωση της Τράπεζας που επικαλείται ο κος Δράκος. Αντίθετα προκύπτει απόλυτο δικαίωμα της να πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές, κατά την κρίση της και χωρίς καμιά ευθύνη έναντι του εναγόμενου ο οποίος με βάση το Τεκμήριο 1 είχε δικαίωμα να πουλήσει ο ίδιος τις μετοχές αλλά δεν το έπραξε. Προσθέτω ότι με βάση τις πρόνοιες του ΄Αρθρου 134
(1)του Κεφ. 149 σε περίπτωση υπερημερίας του ενεχυριαστή ο ενεχυροδανειστής δύναται να πωλήσει τα ενεχυριασθέντα αγαθά αφού δώσει προηγουμένως στον ενεχυριαστή εύλογη ειδοποίηση για την πώληση. Ο ενεχυροδανειστής με βάση το Νόμο σαφώς δεν έχει υποχρέωση αλλά δικαίωμα να εκποιήσει το ενέχυρο. Αποτελεί δε αρχή του κοινοδικαίου ότι ο πιστωτής δεν έχει υποχρέωση να πωλήσει τις υποθηκευμένες μετοχές. Σχετική είναι η υπόθεση China & South Sea Bank Ltd v. Τan Soon Gin
(1989)3 All E.R. 839 (P.C) η οποία υιοθετήθηκε στην Νίκος Ανδρέου v. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ.
  1. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα: «Στην υπόθεση αυτή, όταν ο οφειλέτης απέτυχε να εξοφλήσει το χρέος του, οι πιστωτές δεν προχώρησαν στην εκποίηση μετοχών, που είχαν υποθηκευτεί προς όφελός τους από εταιρεία, αλλά αργότερα και σε κάποιο στάδιο που οι μετοχές αυτές δεν είχαν πια αξία, απαίτησε το οφειλόμενο ποσό από τον εγγυητή. Η Δικαστική Επιτροπή του Ανακτοσυμβουλίου, επιτρέποντας την έφεση, αποφάσισε ότι οι πιστωτές δεν είχαν καθήκον να ασκήσουν το δικαίωμα εκποίησης των υποθηκευμένων μετοχών, αλλά μπορούσαν να αποφασίσουν αν θα πωλούσαν ή όχι και πότε. Η απόφαση αυτή υποστηρίζει τη θέση ότι οι εφεσίβλητοι δεν είχαν υποχρέωση να ασκήσουν το δικαίωμα συμψηφισμού, έστω και αν ήταν έγκυρη η δέσμευση. Παρατηρούμε επίσης πως βασικό θέμα που αποφασίστηκε ήταν ότι οι πιστωτές δεν είχαν υποχρέωση επιμέλειας προς τον εγγυητή να ασκήσουν το δικαίωμα εκποίησης των υποθηκευμένων από τρίτους μετοχών, ούτως ώστε να μην προκληθεί στον εγγυητή ζημιά». Το πιο πάνω θέμα έχει πραγματευτεί το Ανώτατο Δικαστήριο στην πρόσφατη απόφαση του στην υπόθεση Μαρία Συρίμη v. Παγκυπριακής Χρηματοδοτικής Δημόσια Εταιρεία Λτδ, πολ. έφεση αρ. 315/07, ημερ. 12.7.10, στην οποία τέθηκαν από το συνήγορο της εφεσείουσας τα ίδια με την παρούσα επιχειρήματα. Το σκεπτικό δε στη Συρίμη (πιο πάνω) υιοθετήθηκε στην υπόθεση Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, πολ. έφεση 21/08, 14.7.
  2. Στην υπόθεση Συρίμη στην οποία ο όρος 7 της συμφωνίας ήταν όμοιος με τον όρο 7 στη παρούσα λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 21-23: «Δεν συμμεριζόμαστε τις θέσεις και επιχειρήματα του δικηγόρου της Εφεσείουσας. Το λεκτικό του όρου 7 είναι σαφές. Το ίδιο ισχύει και για το δικαίωμα και όχι υποχρέωση που διατηρούσαν οι Εφεσίβλητοι ως ενεχυροδανειστές, δυνάμει του άρθρου 134 του Κεφ.
  3. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά κατά την άποψη μας παραλλήλισε την περίπτωση με το δικαίωμα ενυπόθηκου δανειστή να πωλήσει την περιουσία, το οποίο όμως δεν ισοδυναμεί με υποχρέωση (βλ. Cuckmere Brick Co Ltd v. Mutural Finance Ltd
(1971)2 All ER 633, AIB Finance Ltd v. Debtors
(1997)4 All ER 677 και Silven Properties Ltd and Another v. Royal Bank of Scotland plc and others
(2004)4 All ER 484). Oύτε ο όρος 11 του σχεδίου θα μπορούσε να μετατρέψει το δικαίωμα σε υποχρέωση. Όπως ορθά υποδεικνύεται στην πρωτόδικη απόφαση με αναφορά στην China and South Sea Bank v. Tan
(1989)3 All ER 839, οι εφεσίβλητοι ως δανειστές δεν μπορούσαν να καταστούν εμπιστευματοδόχοι των μετοχών που είχαν ενεχυριαστεί και ούτε μπορούσαν να θεωρηθούν υπεύθυνοι έναντι της εφεσίβλητης ως οφειλέτριας, σε περίπτωση που ασκούσαν το δικαίωμα πώλησης και ακολούθως η αξία των μετοχών μειωνόταν ή εκμηδενιζόταν. Η μόνη υποχρέωση του ενεχυριοδανειστή, όπως ήταν οι εφεσίβλητοι, σε περίπτωση που αποφασίσει να ασκήσει το δικαίωμα πώλησης, είναι να το πράξει επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια ώστε να εξασφαλίσει την τιμή της αγοράς, τη δεδομένη στιγμή..... ....... Ούτε συμφωνούμε ότι όσα διαπιστώθηκαν από το πρωτόδικο δικαστήριο, έρχονται σε αντίθεση με τον δικαστικό λόγο της αγγλικής απόφαση China and South Sea Bank v. Tan (ανωτέρω). Η πιο πάνω υπόθεση χρησιμοποιήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο ως ενισχύουσα τη θέση ότι ο δανειστής δεν καθίσταται και εμπιστευματοδόχος μετοχών που έχουν ενεχυριαστεί και ούτε έχει οποιαδήποτε ευθύνη προς τον οφειλέτη σε περίπτωση που δεν ασκήσει το δικαίωμα πώλησης που έχει και η αξία των μετοχών μειωθεί. Μπορεί η πιο πάνω αγγλική υπόθεση να έχει διαφορές με την υπό εκδίκαση, αλλά καμία διαφορά δεν διαπιστώνεται στην πιο πάνω διαπιστωθείσα αρχή του κοινοδικαίου, η οποία συνάδει με το δικό μας δίκαιο, όπως αυτό κωδικοποιείται στο Κεφ. 149. Επομένως, ούτε ο δέκατος λόγος έφεσης ευσταθεί. Κατά τα άλλα, το δικαίωμα πώλησης του δανειστή όπως και του ενυπόθηκου δανειστή, δεν μπορεί σύμφωνα με το γενικό δίκαιο να περιοριστεί, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφώνησαν διαφορετικά (βλ. άρθρο 110, Κεφ. 149). Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι η ίδια η εφεσείουσα είχε δικαίωμα να πωλήσει τις μετοχές και θα μπορούσε η ίδια να το πράξει όποτε ήθελε, σύμφωνα με τον όρο 3 του σχεδίου, για να εξοφλήσει το χρέος της ή για να μειώσει τη ζημιά της, αλλά δεν το έπραξε. Όπως ορθά διαπιστώνει ο ευπαίδευτος πρωτόδικος δικαστής, φαίνεται να πρυτάνευσε στο μυαλό της ίδιας και του συζύγου της που την συμβούλευε, η λογική της τότε εποχής και η ελπίδα για ανάκαμψη του ΧΑΚ. Δεν βλέπουμε οτιδήποτε το μεμπτό στην πιο πάνω διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου, η οποία τέθηκε για να εξηγήσει γιατί η εφεσείουσα δεν έδωσε οδηγίες για πώληση των μετοχών ή για τερματισμό της συνεργασίας της με τους εφεσίβλητους. Ως εκ τούτου, ούτε ο λόγος 9 ευσταθεί. Τέλος, η εφεσείουσα είχε το δικαίωμα να ακυρώσει τη σύμβαση αν θεωρούσε, είτε δυνάμει του άρθρου 111 του Κεφ. 149, είτε άλλως πως, ότι οι εφεσίβλητοι ενήργησαν κατά τρόπο ασυμβίβαστο με τη σύμβαση». Τα πιο πάνω καλύπτουν και τον ισχυρισμό ότι η Τράπεζα κατέστει εμπιστευματοδόχος του εναγόμενου. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ Η ΕΝΑΓΟΥΣΑ ΠΑΡΕΒΗΚΕ ΤΙΣ ΕΓΚΥΚΛΙΟΥΣ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ Ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες παραβίασαν τις εγκυκλίους αφού δεν έκλεισαν το λογαριασμό του εναγόμενου και δεν τον ενημέρωσαν για το περιεχόμενο των εγκυκλίων. Η ΜΕ1 εξήγησε με λεπτομέρεια με ποιο τρόπο τηρήθηκαν οι πρόνοιες των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας. Παρέμεινε αναντίλεκτη η μαρτυρία της ενώ δεν υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία ότι οι ενάγοντες δεν ενήργησαν με βάση τις εγκυκλίους. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω αναφέρω ότι το θέμα μη συμμόρφωσης σε τέτοιες εγκυκλίους πραγματεύτηκε ο αδελφός Π.Ε.Δ. κ.Τ.Οικονόμου στην αγωγή αρ. 2540/01, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, Λαϊκή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Γεώργιου Κυριάκου Χίνη, ημερ. 22.12.05). Παραθέτω σχετικό απόσπασμα το οποίο υιοθετώ πλήρως: «Η Κεντρική Τράπεζα είναι το πρωταρχικά αρμόδιο όργανο που έταξε η Πολιτεία για την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας, έχοντας ως κύριο εκ του νόμου σκοπό τη δημιουργία συνθηκών νομισματικής σταθερότητας, πιστωτικών συνθηκών και συνθηκών που αφορούν το ισοζύγιο πληρωμών που συντελούν στην αρμονική ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας (άρθρο 4 του Νόμου). Ο μεν νομοθέτης δεν έχει ρητώς ορίσει ότι παράβαση ή καταστρατήγηση των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας για θέματα πιστωτικής πολιτικής θα μπορούσε να απολήξει σε άρνηση δικαστικής θεραπείας, όπως κατ΄αρχήν θα αναμενόταν ως εκ της δραστικότητας του μέτρου (βλ. Διαχειριστικό Συμβούλιο Εμπορικής Σχολής Μιτσή Λεμύθου v. Πετράκη
(1998)1 C.L.R. 941). Η δε Κεντρική Τράπεζα, πρωταρχικός θεματοφύλακας της πιστωτικής πολιτικής, επέλεξε το προαναφερθέν μέτρο μέσα από ένα πολύ ισχυρότερο οπλοστάσιο. Βέβαια είναι τα Δικαστήρια που έχουν τον τελευταίο λόγο για να διαγνώσουν την ύπαρξη δημόσιας πολιτικής τέτοιας αναντίλεκτης σπουδαιότητας ώστε να είναι απαράδεκτη η παροχή θεραπείας στον παραβάτη...». Την ορθότητα του πιο πάνω αποσπάσματος υιοθέτησε πλήρως ο έντιμος Κ.Κληρίδης, Π.Ε.Δ. στην αγωγή 80/02 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ημερ. 31.1.08, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Ανδρέα Γεωργίου Θωμά. Στην υπόθεση Μαρία Συρίμη v. Παγκυπριακής (πιο πάνω) λέχθηκε ότι τυχόν παραβίαση εγκυκλίου δεν μπορεί να οδηγήσει αυτόματα σε ακύρωση οποιασδήποτε συμβατικής πράξης που προκύπτει ως αποτέλεσμα παράβασης της εγκυκλίου. Λέχθηκε ότι αν το περιεχόμενο εγκυκλίου σκοπούσε να θέσει ρητή απαγόρευση αυτό θα μπορούσε να συμβεί με νομοθετική ρύθμιση. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω υπόθεση πραγματεύτηκε και τον ισχυρισμό ότι η επίδικη σύμβαση έπρεπε να είχε κηρυχθεί παράνομη γιατί ήταν αντίθετη με τη δημόσια πολιτική. Λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 13-14: «Σύμφωνα με τη νομολογία, όπως ορθά την παραθέτει το πρωτόδικο δικαστήριο, το άρθρο 23 δεν ασχολείται με τους λόγους ή τα κίνητρα που υπαγορεύουν μια πράξη, αλλά με τους σκοπούς της πράξης. Σύμφωνα με τις αρχές της δημόσιας πολιτικής, ένας πολίτης δεν μπορεί να ενεργήσει με τρόπο που τείνει να είναι βλαβερός στο κοινό καλό ή το δημόσιο δίκαιο (βλ. Glamour Development v. Christodoulou Ltd
(1984)1 CLR 444). Όπως περαιτέρω εξηγείται στη Σολωμού v. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd, ανωτέρω, η δημόσια πολιτική σχετίζεται με πολιτικούς, οικονομικούς ή κοινωνικούς λόγους ένστασης. Ο ευπαίδευτος πρωτόδικος δικαστής, κατέληξε, ορθά κατά την άποψη μας, ότι στην προκειμένη περίπτωση, ο σκοπός της επίδικης σύμβασης ήταν η χρηματοδοτική επένδυση, πράγμα που δεν απαγορευόταν από το νόμο, αλλά αντίθετα επιτρεπόταν από τον όρο 7 της άδειας (Τεκμήριο 2), που χορήγησε η Κεντρική Τράπεζα στους Εφεσίβλητους για ρύθμιση των εργασιών τους. Από το Νόμο 66(Ι)/97 και τους όρους της άδειας, ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν εγείρεται θέμα δημόσιας πολιτικής». Συνεπώς το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αρνηθεί να αποδώσει θεραπεία ακόμη και αν υπήρχε παραβίαση των σχετικών εγκυκλίων. H ΘΕΣΗ ΟΤΙ Ο ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΣ ΔΕΝ ΕΔΙΝΕ ΟΔΗΓΙΕΣ ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ Η Μ.Ε.1 παρουσίασε τις εξουσιοδοτήσεις που αφορούν τις αγορές και τις πωλήσεις που έκανε ο εναγόμενος τις οποίες έλαβαν από τους Severis & Athienitis Securities και Νational Securities Ltd, Τεκμήρια 6(1-83). Αυτές οι συναλλαγές φαίνονται στη μηναία κατάσταση που λάμβανε ο εναγόμενος. Αυτές οι συναλλαγές δεν αμφισβητήθηκαν από τον εναγόμενο. Συνεπώς η εισήγηση απορρίπτεται. ΤΑ ΠΕΡΙ ΠΑΡΑΝΟΜΗΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Δεν έχει δικογραφηθεί τέτοιος ισχυρισμός. Κατά συνέπεια δεν δεσμεύομαι αν τον εξετάσω. Εν πάση όμως περιπτώσει ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν θα μπορούσε να εξεταστεί στην απουσία του αναγκαίου υπόβαθρου. Ο εναγόμενος δεν έχει προσκομίσει μαρτυρία που να υποδεικνύει σε τέτοια παρανομία. Αναφέρω περαιτέρω ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον μου ότι η ενάγουσα ανέλαβε το ρόλο του συμβούλου του εναγόμενου ώστε να δημιουργείται σχέση εμπιστοσύνης. Ούτε και έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε αμέλεια ή άλλη παράβαση καθήκοντος. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και ειδικότερα ότι η συμφωνία και η λειτουργία του επενδυτικού λογαριασμού είναι παραδεκτά, καθώς και το γεγονός ότι ούτε οι συναλλαγές ή το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού ή το οφειλόμενο υπόλοιπο του τεκμηρίου 20 έχουν αμφισβητηθεί εκδίδω απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €83.241,32 με τόκο 11,5% από 1.7.2008 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30 Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου μέχρι πλήρους εξόφλησης με έξοδα υπέρ της ενάγουσας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς διαταγή για έξοδα αφού τα θέματα που ηγέρθηκαν επιδικάστηκαν στα πλαίσια της αγωγής. (Υπ) ................... Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.