← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ευγενίας Παπαχριστοφόρου κ.α., Αγωγή Αρ. 3080/06, 24.9.2010

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ευγενίας Παπαχριστοφόρου κ.α., Αγωγή Αρ. 3080/06, 24.9.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A300 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 3080/06 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας - και -

  1. Ευγενίας Παπαχριστοφόρου
  2. Δώρας Παπαχριστοφόρου
  3. Λουκή Παπαχριστοφόρου Εναγομένων Ημερομηνία: 24.9.2010 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα: κ. Κόκκινου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Για εναγόμενους 2 και 3: κ. Σ. Δράκος Α Π Ο Φ Α Σ Η Δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 19.11.91 (τεκμ.1 στο εξής η Συμφωνία) η ενάγουσα (στο εξής η Τράπεζα) συμφώνησε να παρέχει ή συνεχίσει να παρέχει δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό προς την νυν υπό εκκαθάριση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (στο εξής η Εταιρεία), η οποία ήταν πελάτισσα της από το
  4. Τις υποχρεώσεις της Εταιρείας ως πρωτοφειλέτριας εγγυήθηκε αυθημερόν η εναγόμενη 1 - η οποία με τις αποσύρσεις των εκατέρωθεν απαιτήσεων έπαυσε να είναι διάδικος - και για περαιτέρω εξασφάλιση της Τράπεζας υποθηκεύτηκε και το κτήμα του εναγόμενου 3 υπ΄ αρ. εγγραφής D1793, Φ/Σχ. XXI/53.W./1, τεμάχιο 1706 στην Έγκωμη (Υ9048/01, τεκμ.3). Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω η Τράπεζα άνοιξε επ΄ ονόματι της Εταιρείας τρεχούμενο λογαριασμό με όριο Λ.Κ.75.000 (τεκμ.10) - ή ακριβέστερα, συνέχισε τη λειτουργία του ήδη υπάρχοντα τρεχούμενου - το οποίο αυξήθηκε στη συνέχεια στις Λ.Κ.100.000 (τεκμ. 9 & 11) αφού οι εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν στις 9.2.93 επιπρόσθετη συμφωνία εγγύησης (τεκμ.2) δυνάμει της οποίας εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της Εταιρείας, παρούσες και μελλοντικές, οι οποίες σχετίζονταν με τον επίδικο λογαριασμό (στο εξής ο Λογαριασμός). Ο Λογαριασμός παρέμεινε σε ισχύ μέχρι 22.8.97 (τεκμ.6α, β και γ) οπόταν τερματίσθηκε από την Τράπεζα, η οποία στη συνέχεια προχώρησε δικαστικώς με 4 αγωγές - τις υπ΄ αρ. 1625/98, 1626/98, 86/98 και 85/98 - τόσο εναντίον της Εταιρείας όσο και εναντίον των εναγομένων. Ό,τι εδώ ενδιαφέρει είναι ότι στις τρεις πρώτες αγωγές, οι οποίες αφορούσαν άλλες απ΄ ότι η παρούσα τραπεζικές συναλλαγές, εκδόθηκαν μέχρι 4.7.02 αποφάσεις προς όφελος της Τράπεζας και η μόνη αγωγή που παρέμεινε να εκκρεμεί ήταν η 85/98 που αφορούσε το Λογαριασμό. Συμφωνήθηκε, τότε, ότι αν οι εναγόμενοι πλήρωναν συγκεκριμένο ποσό στις ημερομηνίες που καθορίσθηκαν όλες οι αγωγές, συμπεριλαμβανομένης και της αγωγής 85/98, θα θεωρούνταν εξοφλημένες και στη βάση της συμφωνίας αυτής η αγωγή 85/98 απεσύρθη στις 5.7.02 κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου (τεκμ.7). Επειδή όμως δεν τηρήθηκαν τα συμφωνηθέντα η Τράπεζα επανήλθε με την παρούσα αγωγή (βλ. ενδιάμεση απόφαση που εκδόθηκε από το παρόν δικαστήριο ημερ. 6.3.09) με την οποία αξιώνει εναντίον των εναγομένων 2 και 3 - η αγωγή όπως σημειώθηκε εναντίον της εναγόμενης 1 απορρίφθηκε ως αποσυρθείσα - ως εγγυητών της Εταιρείας το υπόλοιπο που παρουσίαζε ο Λογαριασμός κατά την 6.2.06 ως και πώληση του αναφερθέντος ενυπόθηκου κτήματος του εναγόμενου 3, δηλαδή:- Λ.Κ.353.278,63 πλέον τόκους προς 9% ετησίως επί ποσού Λ.Κ.350.040,75 από 6.2.06, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο στις 30.6 και 31.12 και Διάταγμα του ενυπόθηκου κτήματος του εναγομένου
  5. Οι εναγόμενοι 2 και 3 (στο εξής οι εναγόμενοι) καταχώρισαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση για Λ.Κ.378.759,61, αλλά αναφορά στο τι σχετικά προβάλλουν στο δικόγραφό τους δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό. Κι αυτό ενόψει της δήλωσης του συνηγόρου των εναγομένων, η οποία έγινε ενώ κατέθετε ο εναγόμενος 3 (ΜΥ.1), ότι οι πελάτες του εκτός από τις παράνομες χρεώσεις εξόδων και τόκων το μόνο που αμφισβητούν είναι το δικαίωμα της Τράπεζας να καταλογίζει πληρωμές της Εταιρείας πρώτα έναντι των τόκων και μόνο αν υπήρχε υπόλοιπο να το καταλογίζει έναντι του κεφαλαίου. Έχοντας προσδιορίσει το μόνο, ουσιαστικά, επίδικο θέμα που παρέμεινε προς εξέταση θα ΄ταν χρήσιμο στο παρόν στάδιο να σημειωθεί ότι πέραν του θέματος των τόκων οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν τις διάφορες χρεοπιστώσεις του Λογαριασμού. Αντίθετα, στηρίζονται σ΄ αυτές για τεκμηρίωση της θέσης τους, αφενός μεν ότι η Τράπεζα δεν είχε το αναφερθέν δικαίωμα και αφετέρου αν οι εν λόγω πληρωμές, αφαιρουμένων των παράνομων χρεώσεων, καταλογίζονταν πρώτα έναντι του κεφαλαίου, το χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της Εταιρείας κατά το τέλος του 1997 θα ανερχόταν μόνο στο ποσό των Λ.Κ.21.496,79, ως η λογιστική κατάσταση που ετοίμασε ο λογιστής Παπαλλής (τεκμ.8). Για προώθηση των θέσεων της Τράπεζας κατέθεσαν τρεις λειτουργοί της - οι Α. Βανέζης (ΜΕ.1), Γ. Πελεταίος (ΜΕ.2) και Μ. Χατζηκαλλής (ΜΕ.3) - ενώ για τους εναγόμενους ο εναγόμενος 3 (ΜΥ.1) και ο πτυχιούχος λογιστής Λ. Παπαλλής (ΜΥ.2). Ο ΜΕ.1 παρουσίασε στο δικαστήριο τα έγγραφα τεκμ. 1, 2, 3, 6 και 7 και έδωσε εξηγήσεις για τον τρόπο λειτουργίας και διαχείρισης του Λογαριασμού από την Τράπεζα, τον οποίο και παρουσίασε (τεκμ. 4). Εξήγησε ότι ο υπολογισμός των τόκων γινόταν ηλεκτρονικώς κάθε τρεις μήνες και οι σχετικές καταστάσεις αποστέλλονταν ανελλιπώς προς την Εταιρεία, η οποία ουδέποτε τις αμφισβήτησε. Δυνάμει του όρου 2α της Συμφωνίας, συνέχισε, ο συμφωνηθείς τόκος 9% ετησίως επί ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων θα υπολογιζόταν και θα έπρεπε να πληρώνεται την 30.6 και 30.12 κάθε έτους και όταν η Εταιρεία διενεργούσε πληρωμές, αυτές καταλογίζονταν πρώτα έναντι των τόκων. Επί του προκειμένου διαφώνησε με υποβολή ότι σύμφωνα με τον εν λόγω όρο οι πληρωμές θα έπρεπε να καταλογίζονται έναντι του κεφαλαίου και η Τράπεζα όφειλε να τηρεί ξεχωριστή κατάσταση για τους τόκους, όπως είναι η κατάσταση τεκμ. 8 που ετοίμασε ο ΜΥ.2 και κατέληξε:- Ο Λογαριασμός περιέχει κεφαλαιοποίηση τόκων και ανατοκισμό και ενόψει τούτου η Τράπεζα ετοίμασε ανασκευασμένη κατάσταση (τεκμ.5) σύμφωνα με την οποία, χωρίς κεφαλαιοποίηση τόκων και ανατοκισμό, το υπόλοιπο του χρέους της Εταιρείας κατά την 14.12.09 μειώθηκε στο ποσό των €346.909,03 πλέον τόκο 9% από 15.12.09 επί ποσού €163.299,
  6. Του υποβλήθηκε ότι και αυτή η κατάσταση παραβιάζει τον όρο 2α της Συμφωνίας για τον ίδιο λόγο που τον παραβιάζει και ο Λογαριασμός, υποβολή με την οποία δεν συμφώνησε. Στις 10.8.06, ανάφερε ο ΜΕ.2, η Εταιρεία απέστειλε στην Τράπεζα επιστολή (τεκμ. 13) με την οποία αμφισβητούσε αξιώσεις της Τράπεζας σε σχέση με τις αγωγές 1625/98, 1626/98, 84/98 και 86/98, αμφισβητήσεις που απέρριψε η Τράπεζα με επιστολή προς τον εναγόμενο 3 ημερ. 18.2.06 (τεκμ.12). Σ΄ ότι δε αφορά τον Λογαριασμό και την ανασκευασμένη κατάσταση (τεκμ.5) που παρουσίασε ο ΜΕ.1 διευκρίνισε τα ακόλουθα:- Με βάση τον όρο 2γ της Συμφωνίας η Τράπεζα είχε δικαίωμα να κεφαλαιοποιεί τον τόκο δύο φορές το χρόνο, αλλά κατόπιν διεξοδικής μελέτης του Λογαριασμού διαπίστωσε ότι η Τράπεζα υπολόγιζε τους τόκους κάθε τρεις μήνες και τους χρέωνε μια φορά στο τέλος του χρόνου, οπόταν προέβαινε και σε κεφαλαιοποίηση. Η ανακατασκευασμένη κατάσταση (τεκμ. 5) δεν περιλαμβάνει κεφαλαιοποιήσεις τόκων και κατά συνέπεια ανατοκισμό. Όμως, λανθασμένα παρουσιάζει το υπόλοιπο σε Ευρώ αντί σε Λ.Κ., λάθος για το οποίο ευθύνεται το σύστημα της Τράπεζας λόγω του ότι δεν έγινε μετατροπή από Λ.Κ. σε Ευρώ και το οποίο εκ παραδρομής δεν είχαν εντοπίσει όταν εκτυπώθηκε η ανασκευασμένη κατάσταση. Το ορθό επομένως υπόλοιπο σε Ευρώ είναι 592.729,26 και ο ίδιος, προκειμένου να αρθούν οι οποιεσδήποτε αμφισβητήσεις ή λάθη, ετοίμασε άλλη κατάσταση η οποία χωρίς κεφαλαιοποίηση και ανατοκισμό ή άλλες χρεώσεις τόκων πέραν του 9% ετησίως επιβεβαιώνει ότι στην καλύτερη για την Εταιρεία περίπτωση το χρέος της κατά την 6.2.06 ανερχόταν στις €522.337,23 πλέον τόκο 9% ετησίως από την εν λόγω ημερομηνία μέχρι εξοφλήσεως. Συγκεκριμένα, ενώ το ποσό που αξιώνει η Τράπεζα με την αγωγή της είναι Λ.Κ.353.278,63 (€603.612,38) αφαιρεί από το ποσό αυτό €36.953,49 για χρεώσεις τόκων πέραν του 9% από το 1976 -2005, καθώς επίσης και €44.321,66 για χρεώσεις εξόδων συμπεριλαμβανομένων και των τόκων αυτών των χρεώσεων από το 1976 μέχρι το 2005 με αποτέλεσμα το χρέος της Εταιρείας να μειώνεται ανάλογα. Κατά την αντεξέταση διευκρίνισε ότι η διαφορά μεταξύ του ανασκευασμένου λογαριασμού (τεκμ.5) με τη δική του κατάσταση (τεκμ.14) έγκειται στο ότι με το τεκμ. 14 αφαιρούνται όλες οι χρεώσεις τόκου πέραν του 9% από το 1976 και αρνήθηκε υποβολή ότι και οι τρεις καταστάσεις που παρουσίασε η Τράπεζα - δηλαδή τα τεκμ.4, 5 και 14 - είναι εσφαλμένες και εκτός των όρων της Συμφωνίας. Ο Λογαριασμός, αντέτεινε, είναι ορθός σύμφωνα με τον όρο 2γ της Συμφωνίας, αλλά παραβίαζε την τότε ισχύουσα Νομοθεσία σε σχέση με τον τόκο και η παραβίαση αυτή έχει αρθεί με τον ανασκευασμένο λογαριασμό και στη συνέχεια με τη δική του κατάσταση. Του υποβλήθηκε, τέλος, ότι αν η Τράπεζα εφάρμοζε τους όρους της Συμφωνίας θα έπρεπε να τηρεί λογαριασμό όπως αυτός που ετοίμασε ο λογιστής Παπαλλής (τεκμ.8), υποβολή με την οποία διαφώνησε. Μαρτυρία για την Τράπεζα έδωσε και ο ΜΕ.3, διευθυντής της υπηρεσίας ανάκτησης καθυστερημένων χρεών και με πανεπιστημιακό δίπλωμα τόσο στα λογιστικά όσο και στα τραπεζιτικά λογιστικά. Η γνώση του για την υπόθεση, ανάφερε, πηγάζει από τα σχετικά έγγραφα που τηρεί η Τράπεζα, τα οποία μελέτησε μαζί με τον ΜΕ.2 και η κεφαλαιοποίηση των τόκων στο Λογαριασμό γινόταν μια φορά το χρόνο και εξοφλείτο με τις αμέσως επόμενες πληρωμές. Όσον δε αφορά την κατάσταση (τεκμ.8) που ετοίμασε ο λογιστής Παπαλλής διαφωνεί πλήρως, γιατί με αυτή ουσιαστικά απαλλάσσεται η Εταιρεία της υποχρέωσης πληρωμής πρώτα των τόκων και μετά του κεφαλαίου και τόνισε ότι στους τρεχούμενους λογαριασμούς το υπόλοιπο μεταβάλλεται συνεχώς και είναι γι αυτό το λόγο που ο τόκος υπολογίζεται ημερησίως. Του υποβλήθηκε κι αυτού ότι ο Λογαριασμός παραβιάζει τους όρους της Συμφωνίας τους οποίους αν η Τράπεζα εφάρμοζε θα τηρούσε Λογαριασμό όπως αυτό του λογιστή Παπαλλή, υποβολή που απέρριψε χαρακτηρίζοντας την κατάσταση του Παπαλλή λανθασμένη. Ο Λογαριασμός, ανάφερε ο εναγόμενος 3 (ΜΥ.1), ανοίχθηκε το 1976 και λανθασμένα παρουσιάζεται να αρχίζει το
  7. Όπως δε έχει παραδεχθεί η Τράπεζα, καθ΄ όλη τη διάρκεια από το 1976 μέχρι το 1993 γίνονταν χρεώσεις τόκων πέραν του 9% και ενόψει τούτου λανθασμένος είναι και ανασκευασμένος λογαριασμός (τεκμ.5) γιατί αρχίζει με το υπόλοιπο που παρουσίαζε ο Λογαριασμός αρχές του
  8. Τελείως λανθασμένη είναι και η κατάσταση του ΜΕ.2 γιατί δεν έχει ούτε αριθμητική ούτε λογιστική βάση. Η ορθή εικόνα, κατέληξε, αποδίδεται από την αναλυτική και συνοπτική κατάσταση που ετοίμασε ο λογιστής Παπαλλής και η Εταιρεία οφείλει στην Τράπεζα μόνο Λ.Κ.21.496,79 (€36.729,40) και ο τόκος που μπορεί η Τράπεζα να αξιώσει δεν μπορεί να υπερβεί το εν λόγω ποσό. Κατά την αντεξέταση παραδέχθηκε ότι η Τράπεζα απέστελλε ανελλιπώς στην Εταιρεία καταστάσεις του Λογαριασμού, αλλά μέχρι το 1998 δεν μπορούσε να φαντασθεί ότι η Τράπεζα προέβαινε σε ανατοκισμό και απέρριψε υποβολή ότι η κατάσταση του λογιστή του είναι λανθασμένη λόγω του ότι ουσιαστικά απαλλάσσει την Εταιρεία από την υποχρέωση πληρωμής πρώτα των τόκων. Η κατάσταση που ετοίμασε ο λογιστής Παπαλλής - οι αριθμητικές πράξεις της οποίας δεν αμφισβητήθηκαν, όπως δεν αμφισβητήθηκαν και οι αριθμητικές πράξεις των λογαριασμών που παρουσίασαν οι μάρτυρες της Τράπεζας - περιλαμβάνει όλες τις χρεοπιστώσεις στις οποίες προέβηκε η Τράπεζα από τότε που ανοίχθηκε ο Λογαριασμός μέχρι τον τερματισμό του, δηλαδή από το 1976 μέχρι το Σεπτέμβριο του
  9. Όπως ήδη έχει σημειωθεί στο επίκεντρο της διαφοράς είναι το δικαίωμα της Τράπεζας να καταλογίζει πληρωμές της εταιρείας πρώτα έναντι των τόκων, δικαίωμα που ο μάρτυρας αμφισβήτησε. Η Συμφωνία, υποστήριξε, δεν παρέχει στην Τράπεζα τέτοιο δικαίωμα και η Τράπεζα όφειλε να καταλογίζει τις πληρωμές έναντι του κεφαλαίου. Στη βάση αυτή αποτύπωσε σε ξεχωριστή στήλη το ποσό του δανείου που απολάμβανε η Εταιρεία κατ΄ έτος (σύνολο για όλα τα έτη Λ.Κ.6.772.482,44), σε άλλη στήλη τις αντίστοιχες πληρωμές (σύνολο Λ.Κ.6.779.753,43) και σε τρίτη στήλη τον τόκο κάθε χρόνου από το 1976 μέχρι το 1997 (σύνολο τόκων Λ.Κ.28.767,78) για να καταλήξει ότι τον Σεπτέμβριο του 1997 η Εταιρεία όφειλε στην Τράπεζα μόνο τόκους ύψους Λ.Κ.21.496,
  10. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο τρόπος καταλογισμού των πληρωμών που υιοθέτησε ο μάρτυρας απετέλεσε το επίκεντρο της αμφισβήτησης της κατάστασης του. Του υποβλήθηκε σχετικά ότι ο τρόπος που υιοθέτησε απαλλάσσει την Εταιρεία από την πληρωμή τόκων και η κατάσταση του είναι λανθασμένη. Απάντησε ότι η κατάσταση του είναι ορθή γιατί η Συμφωνία δεν προβλέπει ότι οι πληρωμές της Εταιρείας θα καταλογίζονταν πρώτα έναντι των τόκων. Την ορθότητα της κατάστασης του λογιστή Παπαλλή υποστήριξε στην αγόρευση του και ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων. Ο κανόνας της υπόθεση Clayton, πρόβαλε, δεν εφαρμόζεται στα περιστατικά της υπόθεσης και ο Δικαστήριο δεν θα πρέπει να κάμει αποδεκτό κανέναν από τους λογαριασμούς που παρουσίασαν οι μάρτυρες της Τράπεζας. Αφενός μεν γιατί οι λογαριασμοί τεκμ. 4 και 5 περιέχουν κεφαλαιοποίηση τόκων και υπερχρεώσεις και αφετέρου η κατάσταση (τεκμ.14) του ΜΕ.2 είναι ελλιπής. Η μόνη πλήρης και ορθή κατάσταση, κατέληξε, που έχει παρουσιασθεί στο δικαστήριο είναι η κατάσταση του Παπαλλή και αυτή θα πρέπει να υιοθετήσει το Δικαστήριο απορρίπτοντας τις αξιώσεις της Τράπεζας. Αντίθετες είναι οι εισηγήσεις της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Τράπεζας. Με τον αναδομημένο λογαριασμό, υποστήριξε, αφαιρέθηκαν οι χρεώσεις λόγω κεφαλαιοποίησης των τόκων και ανατοκισμού και με την κατάσταση τεκμ. 14 οποιαδήποτε άλλη υπερχρέωση. Επομένως, έχει αποκρυσταλλωθεί το χρέος της Εταιρείας χωρίς ανατοκισμό και άλλες υπερχρεώσεις και ο τρόπος καταλογισμού των πληρωμών που υιοθετεί ο λογιστής Παπαλλής απαλλάσσει στην ουσία την Εταιρεία της υποχρέωσης καταβολής τόκων και ενόψει τούτου δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή. Έχω εξετάσει με προσοχή τη μαρτυρία που έχει προσκομισθεί - γραπτή και προφορική - καθώς επίσης και τις θέσεις και επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων στο στάδιο των αγορεύσεων. O σχετικός με το θέμα του τόκου και του τρόπου πληρωμής του όρος της Συμφωνίας έχει ως ακολούθως:- «
  11. Τα ρηθέντα δάνεια και/ή πιστώσεις και/ή άλλαι Τραπεζικαί ή πιστωτικαί διευκολύνσεις θα χρεώνωνται καθ΄ εκάστην εξαμηνίαν ενός εκάστου έτους:- (α) Με τόκον προς 9% ετησίως επί ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων του τοιούτου τόκου υπολογιζομένου και καταβαλλομένου την 30ην Ιουνίου και/ή την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Προς υπολογισμόν του τόκου, θα λογίζωνται οι μήνες προς όσας έκαστος τούτων έχει ημέρας αλλά προς εύρεσιν του τόκου θα λαμβάνηται ως διαιρέτης το εκ 360 ημερών εμπορικόν έτος. Νοείται ότι τυχόν χρεωστικά υπόλοιπα πέραν των υπό της Τραπέζης εκάστοτε καθοριζομένων ορίων πιστώσεων και/ή άλλων Τραπεζικών ή πιστωτικών διευκολύνσεων θα βαρύνονται με τόκον υπολογιζόμενον προς ποσοστόν επιτοκίου ίσον προς το εκάστοτε υπό του Νόμου επιτρεπόμενον μέγιστον ποσοστόν επιτοκίου. (β) Με προμήθειαν προς ... % εκάστην εξαμηνίαν υπολογιζομένην επί του μεγαλυτέρου χρεωστικού υπολοίπου το οποίον ήθελε παρουσιάσει το δάνειον και/ή η πίστωσις και/ή άλλη Τραπεζική ή πιστωτική διευκόλυνσις κατά την σχετικήν εξάμηνον περίοδον. (γ) Τραπεζικά δικαιώματα (Ledger Fees) προς ... ετησίως. Και όλαι οι τοιταύται χρεώσεις θα κεφαλαιοποιούνται εκάστοτε κατά την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους, νοουμένου ότι η τοιαύτη κεφαλαιοποίησις δεν θα αντίκειται προς την εκάστοτε ισχύουσαν νομοθεσίαν.» Είναι γνωστές οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία ενός εγγράφου, βασικός οδηγός της οποίας αποτελεί το κείμενο των όρων του και για εξεύρεση του νοήματος τους η σύμβαση θα πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και με συμμετρικότητα μη τυχόν δημιουργηθεί δυσαρμονία στην εξήγηση του, η οποία δεν θα φανερώνει την αντικειμενικοποιημένη πρόθεση των μερών (βλ. Λαζούρα ν. Σκυλλουριώτου

(1992)1 Α.Α.Δ.168, Αλεξάνδρου Λτδ ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας
(1999)1 Α.Α.Δ.630, Γεωργική Εταιρεία Δ.Γ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος
(1993)1 Α.Α.Δ.168). Στην προκειμένη περίπτωση το νόημα του πιο πάνω όρου είναι σαφές. Όπως συμφωνήθηκε, τα δάνεια ή πιστώσεις που θα παραχωρούσε η Τράπεζα στην Εταιρεία θα χρεώνονταν με τόκο προς 9% ετησίως επί ημερησίων υπολοίπων - λόγω και της φύσεως του Λογαριασμού ο οποίος ήταν τρεχούμενος - και ο τόκος θα υπολογιζόταν και θα πληρωνόταν μία ή δύο φορές το χρόνο. Επομένως οι πρώτες πληρωμές της Εταιρείας μετά τις 30 Ιουνίου ή 31.12. κάθε χρόνου θα καταλογίζονταν έναντι των συσσωρευθέντων μέχρι τότε τόκων και όπως γίνεται αντιληπτό δεν είναι ορθή η θέση του λογιστή Παπαλλή ότι η Συμφωνία δεν προέβλεπε ότι οι πληρωμές θα καταλογίζονταν πρώτα έναντι των τόκων. Κάτι τέτοιο θα καταστρατηγούσε τον σχετικό όρο της Συμφωνίας και ουσιαστικά, όπως επισημάνθηκε και από τον ΜΕ.3, θα απάλλασε την Εταιρεία από την υποχρέωση πληρωμής τόκου καθόλη τη διάρκεια λειτουργίας του Λογαριασμού και τέτοια αξίωση εκ μέρους της Τράπεζας μόνο μετά το κλείσιμο του Λογαριασμού θα μπορούσε να εγερθεί. Έπεται ότι το βάθρο της κατάστασης του λογιστή Παπαλλή προσκρούει σε ρητό όρο της Συμφωνίας και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αλλά ακόμη και αν η Συμφωνία δεν προέβλεπε την πληρωμή πρώτα των τόκων, η Τράπεζα διατηρούσε το δικαίωμα να καταλογίζει τις πληρωμές πρώτα έναντι των τόκων και προς τούτο είναι αρκετό να παραθέσω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2005)1 Α.Α.Δ. 38 - όπου οι ίδιοι (ουσιαστικά) εναγόμενοι ήγειραν ανεπιτυχώς ακριβώς το ίδιο ζήτημα τόσο πρωτόδικα όσο και κατ΄ έφεση - το οποίο εφαρμόζεται πλήρως και στην παρούσα υπόθεση. «Τα άρθρα 59-61 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 ενσωματώνουν το αγγλικό κοινοδίκαιο που αφορά στον καταλογισμό των πληρωμών (appropriation of payments) περιλαμβανομένου και του κανόνα Clayton. Η αρχή, είναι ότι ένας χρεώστης ο οποίος οφείλει διάφορα χρέη στον ίδιο πιστωτή έχει δικαίωμα να καθορίσει κατά το χρόνο που πληρώνει για ποιο από τα χρέη του θέλει να πιστωθεί η πληρωμή. Και εφόσον συμφωνεί και ο πιστωτής, η πληρωμή καταλογίζεται έναντι ή προς εξόφληση του συγκεκριμένου χρέους. Αν όμως ο χρεώστης δεν καθορίσει το χρέος έναντι του οποίου επιθυμεί να πιστωθεί το ποσό της πληρωμής τότε ο πιστωτής δύναται να χρησιμοποιήσει την πληρωμή έναντι ή δια την εξόφληση οποιασδήποτε προς αυτόν οφειλής του ιδίου χρεώστη. Όταν όμως κανένας από αυτούς δεν προβεί σε καταλογισμό της συγκεκριμένης πληρωμής τότε εφαρμόζεται ο κανόνας της υπόθεσης Clayton σύμφωνα με τον οποίο τεκμαίρεται από το νόμο ότι, (α) το πρώτο ποσό που έχει πληρωθεί είναι το πρώτο που θα αποσυρθεί (first in, first out) ή (β) η πληρωμή προορίζεται στο πρώτο χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού ούτως ώστε αυτό το χρεωστικό υπόλοιπο εξοφλείται είτε πλήρως είτε μερικώς. Στην κρινόμενη υπόθεση δεν τίθεται θέμα διαφόρων συγκεκριμένων χρεών των εφεσειόντων προς την Τράπεζα έτσι ώστε να προκύπτει ζήτημα καταλογισμού πληρωμών για το ένα ή το άλλο χρέος. Εδώ το θέμα προς εξέταση είναι κατά πόσο η Τράπεζα είχε δικαίωμα να καταλογίζει πληρωμές των εφεσειόντων που αφορούσαν ένα συγκεκριμένο δάνειο, πρώτα έναντι των τόκων του δανείου και αν υπήρχε υπόλοιπο, να καταλογίζει τούτο έναντι του κεφαλαίου. Το δικαστήριο, αντλώντας καθοδήγηση από νομικά συγγράμματα και τη νομολογία, κατέληξε στο ορθό συμπέρασμα ότι η Τράπεζα, στην απουσία άλλης συμφωνίας μεταξύ αυτής και των εφεσειόντων, είχε δικαίωμα να υπολογίζει τους τόκους μέχρι την ημερομηνία που γινόταν μια πληρωμή έναντι συγκεκριμένου χρέους και να εξοφλεί πρώτα τους τόκους και μετά το κεφάλαιο. Το εν λόγω συμπέρασμα, ερείδεται στη μαρτυρία του υπαλλήλου της Τράπεζας κ. Λ. Χ¨Σάββα η οποία δεν έχει αντικρουστεί. Ο κ. Λ. Παπαλλής χωρίς να είχε λάβει υπόψη τις συμφωνίες των διαδίκων πάνω στις οποίες λειτουργούσαν οι λογαριασμοί, θεώρησε όλες τις πληρωμές ως γενόμενες έναντι του κεφαλαίου. Προφανώς δεν είχε υπόψη ότι η Τράπεζα, στην απουσία άλλης συμφωνίας περί του αντιθέτου, διατηρούσε νόμιμο δικαίωμα καταλογισμού των πληρωμών με τον τρόπο που αυτή καταλόγιζε τις συγκεκριμένες πληρωμές.» Έχοντας απορρίψει την κατάσταση του λογιστή Παπαλλή ό,τι απέμεινε είναι η εξακρίβωση του νόμιμου και συμβατικού υπολοίπου του Λογαριασμού κατά το χρόνο τερματισμού του, δηλαδή κατά το τέλος Αυγούστου
  1. Ο Λογαριασμός, όπως παραδέχτηκαν οι μάρτυρες που κατέθεσαν για την Τράπεζα, περιέχει κεφαλαιοποίηση τόκων και ανατοκισμό κατά παράβαση του τότε ισχύοντα περί Τόκου Νόμου του 1977 (Ν.2/77), χρεώσεις τόκων πέραν του 9% και χρεώσεις εξόδων ως και τόκους επί των εξόδων οι οποίες θα πρέπει να αφαιρεθούν (ΜΕ.2). Είναι γι΄ αυτό εξάλλου το σκοπό που η Τράπεζα κατασκεύασε τον αναδομημένο λογαριασμό - ο οποίος μπορεί να ετοιμασθεί και μετά από οδηγίες του ίδιου του Δικαστηρίου στο στάδιο της προδικασίας για υποβοήθηση της ακροαματικής διαδικασίας (βλ. Καλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, Πολ. Εφ. 21/2008 ημερ. 14.7.2010 - και στη συνέχεια πρόσφερε τη μαρτυρία του ΜΕ.2 με την οποία εξαλείφονται όλες οι υπερχρεώσεις. Εξέτασα τη σχετική με τις δύο καταστάσεις (τεκμ.5 και 14) μαρτυρία και η πρώτη επισήμανση που κρίνω ότι πρέπει να γίνει είναι ότι στη βάση της μαρτυρίας του ΜΕ.2 ο αναδομημένος λογαριασμός που ετοίμασε ο ΜΕ.1 περιέχει αντισυμβατικές και παράνομες χρεώσεις, τις οποίες και προσδιόρισε. Με τις εξηγήσεις δε που και οι δύο μάρτυρες έδωσαν το έργο του δικαστηρίου για διακρίβωση του ορθού υπολοίπου του Λογαριασμού κατά το χρόνο τερματισμού του έχει διευκολυνθεί τα μέγιστα, κι αυτό γιατί πέραν από την εξάλειψη της κεφαλαιοποίησης των τόκων που γίνεται με τον αναδομημένο λογαριασμό θα πρέπει να γίνουν και οι αφαιρέσεις των υπερχρεώσεων που προσδιόρισε ο ΜΕ.
  2. Λαμβανομένου λοιπόν υπόψη ότι κατά το χρόνο τερματισμού του Λογαριασμού το υπόλοιπο που παρουσίαζε με τις υπερχρεώσεις ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.162.697,45, είναι πρόδηλο ότι για εξεύρεση του ορθού υπόλοιπου είναι αρκετό να αφαιρεθούν απ΄ αυτό οι υπερχρεώσεις που υπέδειξε ο ΜΕ.2 και οι οποίες αποτυπώνονται στο τεκμ.
  3. Υπέδειξε σχετικά ότι από το 1976 μέχρι το 1997 - καθόλη δηλαδή τη διάρκεια λειτουργίας του Λογαριασμού - η Τράπεζα προέβη στις ακόλουθες υπερχρεώσεις:- (α) Τόκοι πέραν του 9% Λ.Κ. 1.591,68 (β) Έξοδα (charges) Λ.Κ.11.000 και (γ) Τόκος επί των εξόδων (Λ.Κ.11.000 προς 9% για 17 χρόνια, από το 1976 μέχρι το 1997) Λ.Κ.16.830 ___________ Σύνολο Λ.Κ.29.421,68 Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, κατά το χρόνο τερματισμού του Λογαριασμού το υπόλοιπο χωρίς υπερχρεώσεις ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.162.697,45 - Λ.Κ.29.421,68 = Λ.Κ.133.575,77 πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί του ποσού αυτού μέχρι εξοφλήσεως. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι κατά το χρόνο του τερματισμού ίσχυε ο περί Τόκου Νόμος του 1977 (Ν.2/77), η Τράπεζα δεν δικαιούται σε ανάκτηση καθυστερημένου τόκου που να υπερβαίνει το ποσό του αρχικού χρέους (άρθρο 6) και επομένως ό,τι δικαιούται είναι σε ανάλογη απόφαση, καθώς επίσης και σε διάταγμα για πώληση του ενυπόθηκου κτήματος του εναγόμενου
  4. Για όλα τα πιο πάνω εκδίδεται προς όφελος της Τράπεζας:- Α. Απόφαση εναντίον των εναγομένων, μαζί και χωριστά, για το ποσό των €228.227,75 (Λ.Κ.133.575,77) πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί του ποσού αυτού από 3.9.97 μέχρι εξοφλήσεως, τηρουμένων βεβαίως των προνοιών του άρθρου 6 του περί Τόκου Νόμου του 1977 και Β. Διάταγμα πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος (Υ9048/01) του εναγόμενου 3 το οποίο περιγράφεται στην αρχή της παρούσας. Όπως δε είναι αυτονόητο το προϊόν που θα προέλθει από την πώληση να διατεθεί έναντι και/ή προς εξόφληση του χρέους και στην περίπτωση που υπάρχει πλεόνασμα να καταβληθεί στον εναγόμενο 3, αμφοτέρων των εναγομένων ευθυνομένων μαζί και χωριστά για τυχόν έλλειμμα. Επιδικάζονται επίσης προς όφελος της Τράπεζας και εναντίον των εναγομένων δικηγορικά έξοδα στην αντίστοιχη με την απόφαση κλίμακα, τα οποία να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για έγκριση. Η ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ Με την ανταπαίτηση τους οι εναγόμενοι αποβλέπουν σε πέντε θεραπείες, με βασική την αξίωση για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.378.759,61 για παράνομες χρεώσεις. Η αξίωση αυτή, όπως είναι φανερό από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Όπως καταδικασμένες σε απόρριψη είναι και οι άλλες ανταξιώσεις, αφενός μεν λόγω του περιορισμού των επιδίκων θεμάτων με τη δήλωση στην οποία προέβη ο κ. Δράκος κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του εναγόμενου 3 και αφετέρου λόγω της μη προώθησης τους με οποιοδήποτε τρόπο. Επί του προκειμένου είναι αρκετό να επισημανθεί ότι οι δύο από τις ανταξιώσεις αποβλέπουν σε έκδοση δηλωτικών αποφάσεων ότι οι εγγυήσεις που υπέγραψαν οι εναγόμενοι 2 και 3 πριν το 1983 ως και τα ομόλογα που συνεστήθηκαν το 1980 και 1986 είναι άκυρα και οι άλλες δύο σε ακύρωση της υποθήκης και για παραδειγματικές αποζημιώσεις εναντίον της Τράπεζας λόγω παρανομιών και καταπίεσης, θέματα για τα οποία όχι μόνο δεν προσκομίσθηκε ίχνος μαρτυρίας αλλά ούτε καν λόγος έγινε. Έπεται ότι η Ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των εναγομένων, τα οποία να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για έγκριση. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.