← Κύπρος

Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ ΛΤΔ, Αγωγή Αρ. 210/09, 30.9.2010

Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ ΛΤΔ, Αγωγή Αρ. 210/09, 30.9.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A310 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 210/09 Μεταξύ: Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας εκ μέρους του Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων Ενάγοντα - Και - ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ ΛΤΔ Εναγομένης Αίτηση εναγόμενης για αναστολή της διαδικασίας Ημερομηνία: 30.9.2010 Εμφανίσεις: Για εναγόμενη/αιτήτρια: κ. Μ. Βορκάς Για ενάγοντα/καθ΄ ου η αίτηση: κα Ι. Δημητρίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με νομικό έρεισμα το άρθρο 146

(3)και
(4)του Συντάγματος και τη Δ.33 θ.6 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, επιδιώκεται από την εναγόμενη (στο εξής η αιτήτρια) η αναστολή της διαδικασίας μέχρις ότου αποφασισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο η προσφυγή υπ΄ αρ. 1231/05 με την οποία προσβάλλεται απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων να της επιβάλει χρηματική επιβάρυνση ύψους Λ.Κ.362.546,00 (€619.444,90). Τα σχετικά με το αίτημα - το οποίο προσέκρουσε σε ένσταση του ενάγοντα (στο εξής ο καθ΄ ου η αίτηση) - γεγονότα έχουν σε συντομία ως ακολούθως:- Σύμφωνα με τη Συνθήκη Προσχώρησης (Ε.Ε.L.236, 23.9.2003, Κυρωτικός Νόμος 35(ΙΙΙ)/2003) η Κυπριακή Δημοκρατία ανέλαβε, μεταξύ άλλων, να καταστρέψει με δικά της έξοδα οποιοδήποτε απόθεμα ζάχαρης κυκλοφορούσε στο έδαφός της, το οποίο σύμφωνα με καθορισθέντα κριτήρια και τη διαδικασία που προβλέπεται στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (Ε.Κ.) 1260/01 θα καθοριζόταν ως πλεονάζουσα ποσότητα. Στις 31.5.05 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε τον Κανονισμό (Ε.Κ.) 832/2005 με τον οποίο καταλογίστηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία πλεονάζουσα ποσότητα ζάχαρης 40213 τόνων, η οποία και θα έπρεπε να καταστραφεί. Στη βάση λοιπόν των πιο πάνω, η Αρμόδια Αρχή - το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού (Ν.40
(1)/2003) - κάλεσε τους εισαγωγείς ζάχαρης, μεταξύ των οποίων και την αιτήτρια, να της προσκομίσουν στοιχεία προκειμένου η Κυπριακή Δημοκρατία να συμμορφωθεί προς την αναφερθείσα Κοινοτική υποχρέωση της. Πράγματι η αιτήτρια προσκόμισε διάφορα στοιχεία, αλλά η Αρμόδια Αρχή έκρινε ότι ήταν ελλιπή και ασκώντας δικαίωμα που της έδιδε ο Ν.40
(1)/05 ζήτησε από το Τμήμα Τελωνείων να προβεί σε έρευνα όσον αφορά τις πρωτότυπες διασαφήσεις εισαγωγής ζάχαρης από την αιτήτρια. Η έρευνα που διενήργησε το Τμήμα Τελωνείων κατέδειξε ότι η αιτήτρια είχε πλεόνασμα 1.127.975.000 κιλά ζάχαρη, ποσότητα που η Αρμόδια Αρχή καταλόγισε στην αιτήτρια και με επιστολή της ημερ. 2.8.05 της ζήτησε να απομακρύνει από την αγορά, κάτι που δεν έγινε. Αντ΄ αυτού η αιτήτρια πρόσβαλε με προσφυγή, την υπ΄ αρ. 1231/05, την σχετική απόφαση ως άκυρη, παράνομη και στερούμενης οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω το τμήμα Τελωνείων, ενεργώντας βάσει του άρθρου 5 του Ν.40
(1)/2005 και άρθρο 6 του Κανονισμού Ε.Ε. 60/2004, επέβαλε στην αιτήτρια πρόστιμο ύψους Λ.Κ.362.546,00, το οποίο κλήθηκε να πληρώσει με επιστολή 21.8.06. Όπως δε γίνεται αντιληπτό η αιτήτρια δεν συμμορφώθηκε στην εν λόγω επιστολή, εξού και η καταχώριση από τον καθ΄ ου η αίτηση της παρούσας αγωγής που έχει σαν αντικείμενο αξίωση για αντίστοιχο ποσό πλέον νόμιμο τόκο. Η αίτηση για αναστολή της διαδικασίας, προβάλλεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, καταχωρήθηκε καλόπιστα και σε καμιά περίπτωση δεν θα επηρεάσει την εκδίκαση της αγωγής, η οποία λόγω ης εκκρεμοδικίας της προσφυγής είναι καταχρηστική και καταπιεστική. Αντίθετα, στην περίπτωση που δεν διαταχθεί αναστολή, η αιτήτρια διατρέχει τον κίνδυνο να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά λόγω του ύψους του προστίμου που της επιβλήθηκε και το οποίο αν κληθεί με καταδικαστική απόφαση να πληρώσει θα αναγκασθεί να τερματίσει τις εργασίες της. Πέραν τούτων, για το ίδιο θέμα εκκρεμούν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου 50 περίπου προσφυγές και από άλλους εισαγωγείς ζάχαρης και λόγω της σοβαρότητας τους θα εκδικασθούν από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου και, αν δεν διαταχθεί αναστολή, τα ίδια θέματα θα εκδικάζονται ταυτόχρονα και παράλληλα τόσο από την Ολομέλεια όσο και από Επαρχιακό Δικαστήριο, κι΄ αυτό γιατί η υπεράσπιση που θα προβάλουν στην αγωγή βασίζεται ακριβώς στους ίδιους λόγους που προβάλλονται και με την προσφυγή. Η αιτήτρια, προβάλλεται στην ένσταση, δεν νομιμοποιείται σε έκδοση διατάγματος αναστολής και η αίτηση είναι κακόπιστη, καταχρηστική και στερείται νομικού και/ή ουσιαστικού υπόβαθρου. Όπως σχετικά διατυπώνεται στη συνοδευτική ένορκη δήλωση, η νομική βάση της αίτησης και οι λόγοι που επικαλείται η αιτήτρια δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, το οποίο μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και με την κατάδειξη ιδιαίτερων λόγων μπορεί να εκδοθεί. Επομένως η αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη και αποβλέπει να παρεμβάλει εμπόδια στην εκδίκαση της υπόθεσης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τα επιχειρήματα τους, υπέρ ή κατά της αποδοχής της αίτησης, με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Τις έχω διεξέλθει με προσοχή και ό,τι χρειάζεται στο παρόν στάδιο να σημειωθεί είναι ότι ουσιαστικά περιστρέφονται γύρω από δύο άξονες. Ο πρώτος, κατά πόσο το δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει αναστολή της διαδικασίας και, αν ναι, ποια κριτήρια πρέπει να συνεκτιμήσει για την άσκηση της σχετικής εξουσίας. Για το πρώτο θέμα δεν διαπιστώνεται διαφωνία και με τη νομολογία που επικαλέσθηκαν ναι μεν το δικαστήριο δεν στερείται της εξουσίας για αναστολή, αλλά η κρατούσα πρακτική είναι ότι οι αγωγές δεν πρέπει να αναστέλλονται εκτός αν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι πέραν από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή. Για το δεύτερο όμως θέμα διατυπώθηκαν διαμετρικά αντίθετες θέσεις, με τον κ. Βορκά να υποστηρίζει ότι υπό τα περιστατικά της υπόθεσης συντρέχουν λόγοι αναστολής και με την κ. Δημητρίου να υποστηρίζει ακριβώς την αντίθετη άποψη. Υιοθετώντας την κοινή, ουσιαστικά, θέση των ευπαιδεύτων συνηγόρων για το πρώτο θέμα είναι αρκετό να παραπέμψω σε δύο μόνο αυθεντίες, στις Municipality of Limassol v. Archbishop of Cyprus Chrystostomos and Another
(1981)1 C.L.R. 445 και MERK & CO INC κ.α. v. MEDOCHEMIE LTD
(1998)1 Α.Α.Δ. 2184, από τις οποίες παραθέτω αυτούσια τα ακόλουθα αποσπάσματα:- "There is no doubt, having regard to the authorities quoted, that the Court may, if it thinks it expedient for the interests of justice, postpone or adjourn the trial for such time, and upon such terms (if any) as it may think fit. (See our own rule 6 Order 33 of the Civil Procedure Rules). But I would reiterate that unlike the jurisdiction under the Rules of Court, the Court has also an inherent jurisdiction to stay or dismiss proceedings, but such jurisdiction should be sparingly exercised and only in very exceptional cases." --------------------------------------------------- "H εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ή της εκδίκασης εκκρεμούσας αγωγής εξασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδ. τόμος 47, σελ. 323. Η κρατούσα πρακτική είναι ότι οι αγωγές δεν πρέπει να αναστέλλονται εκτός αν συντρέχουν λόγοι ο οποίοι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή. Βλ. Municipality of Limassol v. Archbishop of Cyprus Chrystostomos and Another
(1981)1 C.L.R. 445 στη σελίδα 452». Με αναγνωρισμένη την δυνατότητα αναστολής, είναι φανερό ότι το δικαστήριο θα πρέπει να επικεντρωθεί στην εξέταση των λόγων που προβάλλει η αιτήτρια για άσκηση της σχετικής εξουσίας. Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προβάλλονται τέσσερις λόγοι, από τους οποίους οι τρεις έκδηλα δεν καθιστούν πέρα από κάθε λογική αμφιβολία αναγκαία την αναστολή. Αναλυτικά:- Είναι νομολογημένο (βλ. Κυριάκου ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2000)1 Α.Α.Δ. 589) ότι οι αποφάσεις των τελωνειακών αρχών για επιβολή δασμών - στην παρούσα περίπτωση χρηματικής επιβάρυνσης - ανάγονται στον τομέα του δημοσίου δικαίου και μπορούν να ελεγχθούν μόνο από το Ανώτατο Δικαστήριο με βάση τις αποκλειστικές εξουσίες που του παρέχει το άρθρο 146 του Συντάγματος. Έτσι, αν η χρηματική απαίτηση μιας αγωγής, όπως στην παρούσα περίπτωση, βασίζεται σε διοικητική απόφαση η εγκυρότητα της οποίας δεν έχει προσβληθεί, η οφειλή για το Επαρχιακό Δικαστήριο πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Κατ΄ ακολουθία τούτου ο λόγος που προβλήθηκε από την αιτήτρια ότι αν δεν διαταχθεί αναστολή τα ίδια θέματα θα εκδικάζονται ταυτόχρονα και παράλληλα από το Ανώτατο Δικαστήριο και από το Επαρχιακό δεν ευσταθεί. Κι αυτό γιατί το μεν Ανώτατο Δικαστήριο θα εξετάσει τη νομιμότητα της διοικητικής απόφασης κατ΄ ακολουθία της οποίας επεβλήθηκε στην αιτήτρια η χρηματική επιβάρυνση, το δε Επαρχιακό στερείται τέτοιας δικαιοδοσίας. Έπεται ότι ο σχετικός λόγος δεν μπορεί να προσμετρηθεί υπέρ της αναγκαιότητας για αναστολή της αγωγής, όπως δεν μπορεί να προσμετρηθεί και ο δεύτερος λόγος ότι για το ίδιο θέμα καταχωρήθηκαν από εισαγωγείς ζάχαρης 50 περίπου προσφυγές οι οποίες λόγω της σοβαρότητας τους θα εκδικασθούν από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τέλος, ανεπαρκής κρίνεται και ο λόγος ότι η αναστολή δεν θα επηρεάσει την εκδίκαση της αγωγής, η οποία λόγω της εκκρεμοδικίας της προσφυγής είναι καταχρηστική και καταπιεστική. Κι αυτό αφενός μεν γιατί με την έκδοση διατάγματος αναστολής κάθε διαδικασία στην αγωγή θα ανασταλεί μέχρι την έκδοση απόφασης επί της προσφυγής και, αφετέρου, η εκτελεστότητα μιας διοικητικής πράξης δεν αναστέλλεται με την προσβολή της νομιμότητας της και κατά συνέπεια η λήψη από τη διοίκηση δικαστικών μέτρων για είσπραξη του λαβείν της δεν μπορεί κατά την άποψη μου να κριθεί ως καταχρηστική και καταπιεστική ενέργεια. Στη βάση των πιο πάνω ο μόνος λόγος που ενδεχομένως θα ενεργοποιούσε την σχετική επί του θέματος εγγενή εξουσία του δικαστηρίου είναι η θέση της αιτήτριας ότι η αναστολή είναι αναγκαία γιατί «. το πρόστιμο είναι υπερβολικά ψηλό και τυχόν καταδικαστική απόφαση εναντίον τους θα επηρεάσει μοιραία και καταδικαστικά τον κύκλο εργασιών τους και θα τους αναγκάσει να τερματίσουν τις εργασίες τους». Σχετικά έγινε επίκληση της υπόθεσης SIGMA RADIO T.V. PUBLIC LTD v. AΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, Πολ. Έφεση 403/06 ημερ. 10.2.09, η οποία αφορούσε έφεση εναντίον συνοπτικής απόφασης που έκδωσε Επαρχιακό Δικαστήριο μετά που η εφεσείουσα (εναγόμενη) καταχώρισε υπεράσπιση. Ό,τι εδώ ενδιαφέρει είναι το ακόλουθο απόσπασμα:- «Έχει όμως έρεισμα η έφεση ως προς το ότι ο ευπαίδευτος δικαστής δεν εξέτασε όλη την υπεράσπιση που η εφεσείουσα είχε εγείρει για να αποφανθεί δεόντως κατά πόσο απεκαλύπτετο, για σκοπούς συνοπτικής απόφασης, καλή υπεράσπιση. Η Εφεσείουσα, η οποία είχε ήδη καταχωρίσει την υπεράσπιση της πριν καταχωρηθεί η αίτηση για συνοπτική απόφαση, ήγειρε ειδικά θέμα πρόωρου της αγωγής σε συνάρτηση με την προσβολή, δια της προσφυγής, της νομιμότητας της απόφασης βάσει της οποίας εζητείτο η είσπραξη του προστίμου. Η αίτηση δεν εξετάσθηκε με αναφορά σε αυτή την υπεράσπιση παρά μόνο με αναφορά στη διάσταση που αφορούσε την αμφισβήτηση της νομιμότητας της απόφασης στα πλαίσια της ίδιας της αγωγής. Το «καλό» δε αυτής της υπεράσπισης δεν επηρεάζετο από το ότι, όπως μας ελέχθη, έχει εν τω μεταξύ εκδοθεί απόφαση απορριπτική της προσφυγής, καθόσον το ζητούμενο συναρτάται προς το χρόνο καταχώρισης της αγωγής. Να σημειώσουμε μάλιστα και μια «πραγματιστική» διάσταση. Ανεξαρτήτως του ποια θα είναι τελικά η νομική κατάληξη επί του εγειρόμενου θέματος, λογικό και φρόνιμο είναι να μην καταχωρείται αγωγή προς είσπραξη τέτοιου προστίμου ως αστικού χρέους πριν, είτε παρέλθει η προθεσμία για καταχώριση προσφυγής χωρίς να καταχωρηθεί προσφυγή, είτε κριθεί τελεσιδίκως προσφυγή καταχωρηθείσα κατά της νομιμότητας της αποφάσεως με την οποία επεβλήθη το πρόστιμο. Ουδείς λόγος για σπουδή υφίσταται, απεναντίας δε, όπως δείχνει και η ενώπιον μας έφεση, η αναμονή, την οποία υπαγορεύει η κοινή λογική, προλαμβάνει καθυστέρηση και περιπλοκή των καταστάσεων οι οποίες στο τέλος μπορεί και να ανατραπούν, καθώς και αχρείαστες επιβαρύνεις εξόδων.» Έχω την άποψη ότι η πιο πάνω απόφαση δεν καθιερώνει νομολογιακά γενική αρχή ότι οποτεδήποτε προσβάλλεται μια διοικητική πράξη, με την οποία επιβάλλεται κάποιο πρόστιμο ή χρηματική επιβάρυνση, η διοίκηση εμποδίζεται να διεκδικήσει με αγωγή το πρόστιμο ή χρηματική επιβάρυνση πριν την εκδίκαση της προσφυγής. Αυτό που κατά την άποψή μου απορρέει από την πιο πάνω απόφαση είναι απλώς προτροπή προς τη διοίκηση να αναμένει μέχρι να κριθεί τελεσίδικα η προσφυγή για το λόγο ότι υπάρχει το ενδεχόμενο η κατάσταση που δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της διοικητικής πράξης να ανατραπεί. Περαιτέρω, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι η «προτροπή» αυτή έγινε παρεμπιπτόντως ως αποτέλεσμα της παράλειψης του δικαστηρίου να εξετάσει την αίτηση για συνοπτική απόφαση με αναφορά στην υπεράσπιση που ήδη είχε καταχωρήσει η εναγόμενη και στην οποία προβαλλόταν ότι η αγωγή ήταν πρόωρη. Έπεται ότι η εν λόγω απόφαση δεν υποχρεώνει τη διοίκηση να αναμένει την έκδοση τελεσίδικης απόφασης στην προσφυγή για να διεκδικήσει με αγωγή την είσπραξη προστίμου ή χρηματικής επιβάρυνσης ως αστικού χρέους, ούτε αποτελεί νομολογιακή αρχή ότι οποτεδήποτε καταχωρείται τέτοια αγωγή θα πρέπει να αναστέλλεται μέχρι να αποφασισθεί η προσφυγή. Κατ΄ ακολουθία τούτων κρίνω ότι ο υπό κρίση λόγος δεν καταδεικνύει πέραν από κάθε λογική αμφιβολία ότι είναι αναγκαία η αναστολή και οι προβαλλόμενες επιπτώσεις στον κύκλο εργασιών της αιτήτριας θα μπορούσαν να προωθηθούν με αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, με την οποία επεβλήθη η χρηματική επιβάρυνση, στο πλαίσιο της προσφυγής βάσει του Κανονισμού 13 των περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 1962, όπως ορθά επεσήμανε η ευπαίδευτη συνήγορος του καθ΄ ου η αίτηση. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της αιτήτριας, τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.