ΑΝΤΡΗ ΑΡΓΥΡΟΥ κ.α. ν. ΤΡΟΟΔΙΑ ΗΛΙΑ ΜΙΤΑ κ.α., Αγ. Αρ. 823/10, 30 Σεπτεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A313 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Παρπαρίνου, Π.Ε.Δ. Αγ. Αρ. 823/10 ΜΕΤΑΞΥ:-
- ΑΝΤΡΗ ΑΡΓΥΡΟΥ
- ΝΙΚΟΣ ΑΡΓΥΡΟΥ
- ARGYROU AUTO-FINISH LIMITED ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ - και -
- ΤΡΟΟΔΙΑ ΗΛΙΑ ΜΙΤΑ
- MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED
- EMPORIKI BANK-CYPRUS LIMITED
- HELLENIC BANK LIMITED
- ALPHA BANK CYPRUS LTD ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ---------------------------- Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2010 Αιτήσεις ημερ. 4.2.10 και 8.2.10 Παρεμπίπτοντα Διατάγματα ημερ. 4.2.10 και 8.2.10 Για τους Αιτητές: κ. Σκορδής και κ. Αργυρού Για τους Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Πετρίδης ------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον της Εναγομένης 1 το ποσό των €3.243.000 υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων δια ζημιές που υπέστησαν συνεπεία πράξεων και/ή παραλείψεων της Εναγομένης και δι΄ αριθμό άλλων παράνομων πράξεων και/ή αστικών αδικημάτων. Επίσης, αξιώνουν διάταγμα βάσει του οποίου η εναγόμενη 1 παραδώσει σ' αυτούς διάφορα βιβλία και έγγραφα που αφορούν λογιστικά, ελεγκτικά, φορολογικά και άλλα θέματα τους όπως και γενικές αποζημιώσεις. Εναντίον των εναγομένων 2-5, που να σημειωθεί είναι τραπεζικοί οργανισμοί, αξιώνονται διάφορα διατάγματα ιχνηλάτησης, εντοπισμού των τραπεζικών λογαριασμών, εγγραφές και στοιχείων που αφορούν την εναγόμενη
- Παράλληλα με την καταχώριση της αγωγής κατεχώρισαν και δύο αιτήσεις άνευ κλήσεως (ημερ. 4.2.10 και 8.2.10) με τις οποίες εξασφάλισαν τα ακόλουθα διατάγματα: (α) Διάταγμα εμποδίζον την αποξένωση και/ή επιβάρυνση δύο διαμερισμάτων, ενός οικοπέδου και 1/3 μεριδίου οικοπέδου ιδιοκτησίας της εναγομένης 1, (β) Διάταγμα με το οποίο παγοποιήθησαν οι λογαριασμοί της εναγομένης 1 είτε στο όνομα της είτε στην εμπορική επωνυμία της σ΄ όλους τους τραπεζικούς οργανισμούς, Άλλες θεραπείες που αξιώνονταν με τις άνω αιτήσεις απερρίφθησαν και παρέμεινε δι΄ επίδοση αιτούμενη θεραπεία με την οποία να διατάσσετο η εναγόμενη 1 και/ή υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι της όπως παραδώσουν εντός 48 ωρών από της επίδοσης του Διατάγματος οιαδήποτε έγγραφα και/ή βιβλία και/ή έντυπα που αφορούν λογιστικά, ελεγκτικά, φορολογικά και τραπεζικά θέματα των εναγόντων όπως και οιαδήποτε τιμολόγια, αποδείξεις και άλλα έγγραφα που έχει στην κατοχή της. Αμφότερες οι αιτήσεις στηρίζονται σε ενόρκους δηλώσεις της Αιτήτριας-Εναγούσης 1 οι οποίες μέχρι την παράγρ. 42 είναι πανομοιότυπες. Ακριβώς, επειδή αμφότερες οι αιτήσεις και ενδιάμεσα διατάγματα αφορούν τα ίδια γεγονότα, συνεκδικάστηκαν. Η εκδοχή της αιτήτριας 1 όπως αυτή παρουσιάζεται στις δύο ενόρκους δηλώσεις της είναι η ακόλουθη: Ο αιτητής 2 είναι σύζυγος της και μοναδικός μέτοχος και διευθυντής της αιτήτριας
- Η εναγόμενη 1 καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους παρουσιάζετο ως λογίστρια/ελεγκτής, ενώ στο σχετικό μητρώο του Εφόρου Εταιρειών εμφανίζετο ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της εμπορικής επωνυμίας «Τροοδία Ηλία Ελεγκτικές και Συμβουλευτικές Υπηρεσίες». Η Αιτήτρια 1 γνώρισε το 2004, μέσω του πατέρα της, την Καθ΄ ης η αίτηση η οποία τη βοήθησε επαγγελματικά τόσο την ίδια όσο και το σύζυγο της. Ακολούθησε η σύναψη οικογενειακών σχέσεων και εν συνεχεία οι δύο τους έγιναν αχώριστες φίλες. Εν συνεχεία η καθ΄ ης η αίτηση πρότεινε στην αιτήτρια 1 όπως η τελευταία και ο σύζυγος της επενδύσουν τα χρήματα τους σε ακίνητη περιουσία. Ως αποτέλεσμα και λόγω των παραστάσεων της καθ΄ ης η αίτηση δια δήθεν γνωριμίες και φιλίες της με υψηλά ιστάμενα πρόσωπα και της προθυμίας της τελευταίας δια να «βοηθήσει» αλλά και της προταθείσας εγγύησης με επιταγές της καθ΄ ης η αίτηση, η αιτήτρια την εμπιστεύτηκε και άρχισε να εκδίδει επιταγές με διάφορα ποσά με δικαιούχο πάντοτε την καθ΄ ης η αίτηση. Η πρώτη επιταγή της αιτήτριας, εξεδόθη την 7.6.05 για ποσό £10.
- Μέχρι την 4.9.05 εξεδόθησαν επτά επιταγές δια το συνολικό ποσό των £68.
- Στις 23.9.05 με δύο επιταγές της η καθ΄ ης η αίτηση είχε επιστρέψει το ποσό των £7.100 ως κέρδη. Ακολούθως η αλληλουχία των πραγμάτων συνέχισε μέχρι την 17.8.06 που συνολικά η Αιτήτρια 1 εξέδωσε άλλες 10 επιταγές ανεβάζοντας το συνολικό ποσό που της έδωσε σε £212.029,74 ενώ η καθ΄ ης η αίτηση της επέστρεψε το ποσό των £38.
- Της έδωσε επίσης άλλες £45.210 υπό μορφή κέρδους από τις επενδύσεις. Αφού μεσολάβησε ένα διάστημα που δεν υπήρχε άλλη έκδοση επιταγών, οι δύο προέβησαν σε διακανονισμό των υποχρεώσεων τους και η καθ΄ ης η αίτηση απέδωσε στην αιτήτρια 1 ποσό £40.000 από το οποίο £15.000 αφορούσαν κέρδη. Στις 4.12.08 η αιτήρια 1 άρχισε εκ νέου να εκδίδει επιταγές προς όφελος της καθ΄ ης η αίτηση. Σε αυτό συνέτεινε η παρουσίαση υπό της καθ΄ ης η αίτηση, ότι οικοδομικό έργο εις Λεμεσό θα αποπερατούτο και θα εισέπρατταν κέρδη 19 εκατομμυρίων εκ των οποίων 3 θα ήταν κέρδος των αιτητών 1 και
- Από τις 4.12.08 οι αιτητές 1 και 2 εξέδωσαν ή παρέδωσαν πέντε επιταγές δια €181.815 ήτοι από την αρχή δόθηκαν συνολικά στην καθ΄ ης η αίτησης £431.
- Περί το Νοέμβριο του 2009 και κατόπιν πιέσεως η καθ΄ ης η αίτηση παρέδωσε στην αιτήτρια 1 δύο επιταγές άνευ ημερομηνίας δια τα ποσά των €393.000 και €2.850.000,00 που αφορούσαν κέρδη των επενδύσεων της τελευταίας. Προτού καταθέσει τις πιο πάνω επιταγές η αιτήτρια δι΄ είσπραξη προσπάθησε να εισπράξει τα ποσά που αναφέρονται σ' αυτές με άλλους τρόπους που εισηγήθηκε η καθ΄ ης η αίτηση όπως μεταφορά τους από Ελβετία εις Αγγλία αλλά φάνηκε ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει και αποτελούσαν, σύμφωνα με την αιτήτρια 1, κοροϊδίες και κόλπα της καθ΄ ης η αίτηση. Στις 15.12.09 οι δύο επιταγές κατατέθησαν σε τράπεζα πλην όμως επεστράφησαν με την ένδειξη "Stop payment". Η καθ΄ ης η αίτηση 1 κατήγγειλε την αιτήτρια στην αστυνομία ότι έκλεψε τις πιο πάνω επιταγές και τις συμπλήρωσε άνευ εξουσιοδότηση. Να σημειωθεί ότι ο λογαριασμός από τον οποίο εξεδόθησαν οι δύο πιο πάνω επιταγές ήταν κλειστός από τον Ιούλιο του 2009 ότε και δόθησαν οδηγίες προς την τράπεζα να μην πληρώσει μεταξύ άλλων επιταγών και τις δύο πιο πάνω αναφερόμενες. Αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω ήταν η αιτήτρια 1 και καθ΄ ης η αίτηση 1 να αλληλοκατηγορούνται για διάφορα ποινικά και αστικά αδικήματα. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι από την αρχή της σχέσης των άνω δόθησαν στην καθ΄ ης η αίτηση όλα τα λογιστικά/ελεγκτικά βιβλία της εναγούσης 3, αποδείξεις, τιμολόγια και άλλα έγγραφα δια τακτοποίηση των λογιστικών/φορολογικών της θεμάτων και αυτή τα κατακρατεί παρά τη θέληση της. Τέλος, αναφέρεται ότι η καθ΄ ης η αίτηση πλην των περιουσιακών στοιχείων που έχουν δεσμευτεί δεν έχει άλλα και αν δεν απαγορευθεί η αποξένωση της τότε θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγένεστερο στάδιο. Η εναγόμενη 1 κατεχώρισε ένσταση και στις δύο αιτήσεις όπου προβάλλεται αριθμός λόγων ένστασης. Μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων δια €3.243.000 στηρίζεται σε ποινικά αδικήματα που διεπράχθησαν από την αιτήτρια 1, οι ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις δύο αιτήσεις είναι αόριστες, ελλειπείς με αντιφάσεις και ψεύδη, δεν έγινε πλήρη αποκάλυψη των περιστατικών της υπόθεσης και οι αιτητές δεν προσήλθαν στον Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Περαιτέρω, ότι υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης και δεν δικαιολογείται το κατεπείγον, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος, τα δεσμευθέντα ακίνητα με το προσωρινό διάταγμα είναι ήδη υποθηκευμένα και τα στοιχεία των ακινήτων εξασφαλίσθησαν παράνομα. Όσον αφορά την αιτούμενη θεραπεία δια παράδοση βιβλίων/εγγράφων κ.λ.π δεν μπορεί να επιτύχει δεδομένου ότι οι αιτητές οφείλουν στο γραφείο της καθ΄ ης η αίτηση χρήματα δια λογιστικές υπηρεσίες. Εις τις ενόρκους δηλώσεις της καθ΄ ης η αίτηση 1 που συνοδεύουν τις δύο ενστάσεις και οι οποίες σε μεγάλο βαθμό είναι όμοιες, η εκδοχή η οποία προτάσσεται από την καθ΄ ης η αίτηση είναι ότι αναφορικά με τις δύο επιταγές δια το συνολικό ποσό των €3.243.000, αυτές ανεκλήθησαν από την 30.7.09 λόγω απωλείας του βιβλιαρίου επιταγών το οποίο υποψιάζεται ότι κλάπηκε από την αιτήτρια
- Οι δύο επιταγές κατά την ομνύουσα δεν υπεγράφησαν από την ιδία και δεν ανέγραψε το όνομα του δικαιούχου όπως ούτε και την ημερομηνία πληρωμής τους. Η ίδια ανέγραψε σ΄ αυτές μόνο το ποσό αριθμητικώς και ολογράφως μέσα στα πλαίσια εκπροσώπησης πελάτης της ο οποίος θα αγόραζε ακίνητο εις Λεμεσό. Τα υπόλοιπα γραφέντα είναι άνευ εξουσιοδότησης της και είναι πλαστογραφημένα. Όταν πληροφορήθηκε δε την κατάθεση τους σε τράπεζα δι' είσπραξη την 15.12.09 αμέσως κατήγγειλε το θέμα στην αστυνομία. Ότι οι υπογραφές των δύο επιταγών δεν είναι δικές της επιβεβαιώνονται από γραφολόγο ο οποίος κατόπιν εξέτασης απεφάνθη ότι «δεν είναι γνήσιες οι υπογραφές της καθ΄ ης η αίτηση αλλά έγιναν κατ΄ απομίμηση της γνήσιας υπογραφής της από άλλο πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσιο υπόδειγμα της υπογραφής της». Επισύναψε δε δια το σκοπό αυτό στην ένορκο δήλωση της, τις εκθέσεις του εμπειρογνώμονα-γραφολόγο. Όσον αφορά τους άλλους ισχυρισμούς της αιτήτριας 1, η καθ΄ ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι οι αιτητές 1 και 2 προέβαιναν σε τοκογλυφία σε συνεργασία με τον πατέρα της αιτήτριας
- Μέσα στα πλαίσια αυτά είναι που εξεδόθησαν οι επιταγές που αναφέρονται από την αιτήτρια
- Διάφοροι πελάτες της που αναζητούσαν διάφορα ποσά διά κάλυψη άμεσων αναγκών δανείζονταν από τους άνω αιτητές και πατέρα της αιτήτριας μέσω της με τόκο που έφτανε το 20% ανά μήνα. Επειδή όμως δεν τους εμπιστεύοντο μεσολαβούσε η ίδια και εξέδιδε δικές της επιταγές για να καλύψει το δανειζόμενο-πελάτη του γραφείου της. Παρουσίασε δε δέσμη 24 επιταγών για συνολικό ποσό €166.626 που όλες εξεδόθησαν προς τον Κόκο Αριστοτέλους, πάτερα της αιτήτριας και δέσμη 10 επιταγών για το συνολικό ποσό των €49.000 προς την Άντρη Αριστοτέλους-Αιτήτρια 1, για να καταδείξει, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, την τοκογλυφία. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της όλες οι επιταγές που δόθησαν προς την αιτήτρια από την ίδια πληρώθησαν, ενώ όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της αιτήτριας 1 σχετικά με επενδύσεις, επιστροφή επιταγών δια δήθεν κέρδη κ.λ.π., τους απορρίπτει ως αποκύημα της φαντασίας της αιτήτριας 1 η οποία επιχείρησε να στήσει πρωτοφανή κομπίνα εναντίον της. Όσον αφορά τις διαπροσωπικές σχέσεις τους δέχεται ότι ήταν φίλες, ταξίδεψαν μαζί στη Συρία, της είχε εμπιστοσύνη, αλλά αυτά μέχρι αρχές 2008 όταν η αιτήτρια 1 έγινε πολύ ασταθής στη συμπεριφορά της με ψυχολογικές μεταπτώσεις. Περαιτέρω, παρουσίασε βεβαίωση του Υπουργείου Οικονομικών με την οποία επιτρέπεται στην ίδια η άσκηση του επαγγέλματος του Λογιστή με ορισμένους όρους από 13ετίας. Όπως ισχυρίζεται διατηρεί γραφείο εις Λευκωσία με επτά υπαλλήλους. Τέλος, στην ένορκο δήλωση της γίνεται αναφορά σε καθυστέρηση υποβολής της αίτησης υπό των αιτητών, τις δυσκολίες που της προκάλεσε η έκδοση των διαταγμάτων υπό εξέταση και ότι η ενάγουσα 3 της οφείλει €6.037,50 για υπηρεσίες που της προσέφερε. Όταν πληρωθεί το ποσό αυτό όλα τα έγγραφα της αιτήτριας 3 μπορούν να επιστραφούν. Εν πάση περιπτώσει η τελευταία ουδέποτε ζήτησε την επιστροφή τους. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκε άλλη μαρτυρία και οι δικηγόροι με τις αγορεύσεις τους προσπάθησαν, ανάλογα με το διάδικο που εκπροσωπούν να υποστηρίξουν τις εκατέρωθεν θέσεις. Το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξετασθεί, κατά προτεραιότητα, είναι αυτό που αφορά την ισχυριζόμενη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Αυτό γίνεται λόγω της σπουδαιότητας του, αλλά και των συνεπειών που συνήθως επιφέρει τυχόν διαπίστωση ότι ο αιτητής σε μονομερή αίτηση παρέβη αυτό το καθήκο. Η πλήρης αποκάλυψη είναι μέρος του καθήκοντος του αιτητή να παρουσιάσει την αίτηση του άνευ κλήσεως, δίκαια (βλ. Memory Corporation v. Sidbu (No. 2)
(2000)1 W.L.R. 1443, Re S (A Child) (Family Division: Without Notice Orders)
(2001)1 All E.R. 362). To καθήκον αυτό αυξάνεται σε αίτηση διά διάταγμα τύπου mareva, όπως η υπό εξέταση αίτηση, και Anton Piller, τα οποία από τη φύση τους μπορούν να προκαλέσουν σημαντική βλάβη στον εναγόμενο ή άλλους. Ο Δικαστής Donaldson εις την Bank Mellat v. NikPour
(1985)F.S.R. 87, 92, έθεσε επιγραμματικά και πολύ εύστοχα το θέμα αυτό. Συγκεκριμένα είπε τα ακόλουθα: «Τhe rule requiring full disclosure seems to me to be one of the most fundamental importance, particularly in the context of the Draconian remedy of the Mareva Injunction. It is in effect, together with the Anton Piller order, one of the law´s two ´nuclear´ weapons. If access to such a weapon is obtained without the fullest and frankest disclosure, I have no doubt at all that it should be revoked.» To θέμα απασχόλησε ασφαλώς και τα Κυπριακά Δικαστήρια. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία βαρύνει τον αιτητή σε μονομερείς αιτήσεις η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων που είναι γνωστά εις αυτόν αλλά και εκείνα που θα μπορούσε να αποκαλύψει με εύλογη έρευνα ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. (ίδε Γενικός Εισαγγελέας (Νο.2) ν. Γεώργιου Σαββίδη
(1979)1 C.L.R 349.) Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248 λέχθηκε περαιτέρω ότι ο Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που παρελήφθηκε είναι ουσιαστικό, αν δεν ήταν γνωστό στον Αιτητή και δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό και αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης. Αυτά ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι παράγοντες. Τελικά το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια παρ' όλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στην μονομερή αίτηση, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους. Εις την Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α
(1996)1 Α.Α.Δ 597 λέχθηκε ότι «το στοιχείο εξαπάτησης (deceit) δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής» (ίδε επίσης Govelfret Ro-Ro Services N.V κ.α. ν. The Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 Α.Α.Δ 733. Εις την Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. - υπό εκκαθάριση κλπ ν. Daventree Resources Ltd κ.ά.,
(2008)1(Β) 801, 806, λέχθησαν τα ακόλουθα: «(α) Η μη αποκάλυψη των ουσιωδών στοιχείων. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι ένα πρόσωπο που εμφανίζεται ως διάδικος και επιζητεί την έκδοση ενός διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) το Δικαστήριο πρέπει να βρίσκεται σε θέση να αξιολογεί όλα τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης και μέσα σε αυτά τα πλαίσια δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασίζεται στο περιεχόμενο των δηλώσεων του δικηγόρου και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων (Attorney-General and another (No. 2) v. Savvides [1979]1 C.L.R. 349). Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Καλλή στην υπόθεση Cobelfret Ro-Ro Services κ.ά. ν. Τhe Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 A.A.Δ. 733, "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58, Abdu Ali ASltobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 C.L.R. 543, Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch"
(1987)1 C.L.R. 297, Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030 και Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597." Στην υπόθεση The King v. The General Commisioners fo the Purposes of the Income Tax Acts for the District of Kensington, Ex parte Princess Edmond De Polignac [1917] 1 K.B. 486) όπου το θέμα της μη αποκάλυψης όλων των ουσιωδών στοιχείων εξετάστηκε σε έκταση, το Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο ο Διευθυντής του Φόρου Εισοδήματος κλήθηκε να απαντήσει γιατί να μην εκδοθεί ένταλμα Prohibition το οποίο θα απαγόρευε τον καθορισμό καταβολής φόρου εισοδήματος που θα έπρεπε να καταβληθεί από την αιτήτρια (Πριγκίπισσα Edmond De Polignac). Η τελευταία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που περιέχονταν σε ένορκη δήλωση της, δεν ήταν Αγγλίδα υπήκοος, δεν ήταν κάτοικος Αγγλίας εκτός μόνο για προσωρινούς λόγους και δεν είχε συμπληρώσει ποτέ συνολική διαμονή έξι μηνών στην Αγγλία σε ένα οποιοδήποτε χρόνο. Αντίθετα η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ήταν Γαλλίδα υπήκοος και μόνιμη κάτοικος Γαλλίας. Από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση και της αιτήτριας ως απάντηση, διεφάνη ότι η αιτήτρια είχε πληρώσει για την ενοικίαση και επίπλωση ενός διαμερίσματος στην περιοχή Chelsea του Λονδίνου και ότι τα έξοδα συντήρησης του διαμερίσματος τα κατέβαλλε από κοινού μαζί με τον αδελφό της. Το Δικαστήριο ακύρωσε το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης, αφού η αιτήτρια απέκρυψε ή παρουσίασε ψευδώς γεγονότα, που ήταν ουσιώδη με την αίτηση που καταχώρισε. Όπως έθεσε τα θέμα ο Δικαστής Scrutton L.J., "It has been for many years the rule of the Court, and one which it is of the greatest importance to maintain, that when an applicant comes to the Court to obtain relief on an ex parte statement he should make a full and fair disclosure of all the material facts - facts, not law. He must not misstate the law if he can help it - the Court is supposed to know the law. But it knows nothing about the facts, and the penalty by which the Court enforces that obligation is that if it finds out that the facts have not been fully and fairly stated to it, the Court will set aside any action which it has taken on the faith of the imperfect statement." Σε μετάφραση, "Έχει καθιερωθεί για πολλά χρόνια ως κανόνας του Δικαστηρίου και ένας κανόνας μεγάλης σπουδαιότητας που θα πρέπει να διατηρηθεί, ότι όταν ένας αιτητής έρχεται στο δικαστήριο επιζητώντας ανακούφιση με μονομερή αίτηση θα πρέπει να προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων, όχι του νόμου Δεν πρέπει αν μπορεί να παραθέτει λανθασμένα το νόμο αφού το δικαστήριο θεωρείται ότι γνωρίζει το νόμο. Το Δικαστήριο όμως δεν γνωρίζει τίποτε για τα γεγονότα και ο αιτητής θα πρέπει να παραθέτει πλήρως και δικαίως τα γεγονότα, και η τιμωρία με την οποία το δικαστήριο εφαρμόζει αυτή την υποχρέωση, είναι ότι όταν διαπιστώνει ότι τα γεγονότα δεν έχουν παρουσιαστεί πλήρως και δικαίως, το δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει με βάση την ατελή έκθεση." H υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο εκείνα τα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά επεκτείνεται και σε εκείνα τα γεγονότα τα οποία ο αιτητής θα μπορούσε να αποκαλύψει με μια εύλογη έρευνα. (Βλ. Χριστοφόρου ν. Γρηγορίου
(1995)1 Α.Α.Δ 248). Αν ο αιτητής παραλείψει να συμμορφωθεί με την πιο πάνω υποχρέωση τότε το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να προβεί στην έκδοση του διατάγματος, ανεξάρτητα αν η παράλειψη ήταν αθώα ή σκόπιμη. (Βλ. Lloyds Bowmaker Ltd v. Britannia Arrow Holdings plc (Lavens, third party)
(1983)3 All E.R. 178). To θέμα της υποχρέωσης αποκάλυψης των γεγονότων εξετάστηκε στην αγγλική υπόθεση Brink´s - MAT Ltd v. Elcombe and others [1988]3 All E.R. 188) στην οποία τονίστηκαν τα ακόλουθα:
(1)Ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβαίνει σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων.
(2)Τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα τα οποία θα πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής όπως αυτά καθορίζονται από το Δικαστή και όχι από τους δικηγόρους των διαδίκων.
(3)Η υποχρέωση της αποκάλυψης δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με μια εύλογη έρευνα.
(4)Η έκταση της έρευνας που πρέπει να γίνει εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης που περιλαμβάνει τη (
- i)φύση της υπόθεσης και (
- ii)το επιζητούμενο διάταγμα και τα επακόλουθα της έκδοσης του για τον εναγόμενο.
(5)Το Δικαστήριο που διαπιστώνει τη μη αποκάλυψη θα πρέπει να αποστερήσει από τον αιτητή οποιοδήποτε πλεονέκτημα που έχει αποκομίσει.
(6)Η μη αποκάλυψη που οφείλεται σε αθώα συμπεριφορά ή σε μη ορθή εκτίμηση της σχετικότητας της είναι μια σημαντική πτυχή, αλλά όχι αποφασιστική στην εξέταση της μη αποκάλυψης, και
(7)Κάθε παράλειψη δεν εξυπακούει την άμεση ακύρωση του διατάγματος. Το θέμα της μη αποκάλυψης απασχόλησε την κυπριακή δικαιοσύνη στην υπόθεση Demstar Ltd ν. Ζim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, στην οποία οι ενάγοντες, στην ένορκη δήλωση που καταχώρισαν προς υποστήριξη του αιτήματος του για την παροχή άδειας για επίδοση της αγωγής στο εξωτερικό, παρέλειψαν να αναφέρουν ότι στη σχετική φορτωτική που είχε επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση, υπήρχε όρος για παραπομπή της διαφοράς σε αλλοδαπή δικαιοδοσία. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η μη αποκάλυψη της διαφοράς σε Δικαστήριο της αλλοδαπής αποτελούσε εκτροπή από την υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και προέβη στην ακύρωση του σχετικού διατάγματος. (Βλέπε επίσης Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168). Η ίδια γραμμή με τα ίδια ακριβώς γεγονότα ακολουθήθηκε στην υπόθεση Caspi Shipping Ltd κ.ά. ν. Πλοίου Saphire Seas (Aρ.2)
(1997)1 Α.Α.Δ. 833, στην οποία τονίστηκε ότι: "Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι ένας διάδικος που ζητά τη χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (ex parte), πρέπει να προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία μπορεί να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία. (Altobeiqui v. M/V Nada G. and Another
(1985)1 C.L.R. 543. Ειδικότερα στην υπόθεση Zachariades Ltd v. Economides
(1989)1 C.L.R. 437, τονίστηκε ότι η μη αποκάλυψη όρου με τον οποίο διαφορές μεταξύ των συμβαλλομένων παραπέμπονται σε διαιτησία στην αλλοδαπή συνιστά παραβίαση της υποχρέωσης για πλήρη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος." Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της FEDOSSOVA LARISSA (Aρ. 2) για διάταγμα Certiorari
(1997)1 A.A.Δ. 1333, η αιτήτρια ζητούσε την έκδοση εντάλματος Certiorari για την ακύρωση διατάγματος κατάσχεσης σε χέρια τρίτου επειδή υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος εκπροσώπησης της κατά παράβαση του άρθρου 30.3 του Συντάγματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αφού η αιτήτρια παρέλειψε να αποκαλύψει πρακτικό του Δικαστηρίου στο οποίο φαινόταν ότι το Δικαστήριο της είχε δώσει την ευκαιρία να εκπροσωπηθεί πριν από την έκδοση του επίδικου διατάγματος.» (βλ. επίσης Rybolavlev v. Rybolovleva Πολ. Εφ. 130/09, ημερ. 29.1.10) Στην υπό εξέταση υπόθεση η καθ΄ ης η αίτηση παρουσίασε αριθμό επιταγών προκειμένου να καταδείξει ότι η σχέση που την συνέδεε με την αιτήτρια 1 αλλά και πατέρα της τελευταίας ήταν αυτή της τοκογλυφίας. Τα όσα αφορούν τον πατέρα της αιτήτριας δεν διεφάνει από το υλικό που τέθηκε στο Δικαστήριο ότι η αιτήτρια τα γνώριζε ή θα μπορούσε ν΄ αποκαλύψει με μια εύλογη έρευνα [βλ. Χριστοφόρου (άνω)]. Η όποια γνώση της δια το άνω θέμα προέρχεται σύμφωνα με τη διαθέσιμη μαρτυρία από την πληροφόρηση που έτυχε από τον πατέρα της και συνεπώς οι παρουσιασθείσες επιταγές (τεκμ. 7 των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την ένσταση) δεν ήταν δυνατό να ευρίσκοντο στην γνώση της αιτήτριας αλλά ούτε μπορούσαν να περιέλθουν σε γνώση της ακόμα και μετά από εύλογο έρευνα. Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν κατεδείχθει κάτι τέτοιο. Αντίθετα δεν συμβαίνει το ίδιο και με τις 10 επιταγές που δόθησαν στην αιτήτρια 1 από την καθ΄ ης η αίτηση, τεκμ. 5, με συμποσούμενο ποσό €49.
- Αυτές ήταν εις γνώση της αιτήτριας 1 και το γεγονός αυτό δεν το αποκάλυψε. Ο συνήγορος της αιτήτριας 1 εις την αγόρευση του αναφορικά με τις άνω επιταγές πρόβαλε ότι αυτές «ρητώς αναφέρονται στην παράγρ. 25 των ενόρκων δηλώσεων της αιτήτριας 1 και αφορούν το ίδιο ποσό». Περαιτέρω ήταν η θέση του ότι η αιτήτρια 1 «εκ παραδρομής και/ή λόγω σύγχυσης αναφέρθηκε σε μία επιταγή των €25.000 για την περίοδο Αυγούστου του έτους 2008 (περίοδος που αναφέρεται στις επιταγές που δήθεν απεκρύβησαν)». Περαιτέρω πρόβαλε ότι και αν ακόμη θεωρηθεί ότι «απεκρύβησαν», το ποσό των €24.000 (ποσό των επιταγών) είναι μηδαμινό μπροστά στην όλη πλεκτάνη/απάτη της εναγομένης 1 και ποσά που απέσπασε από τους ενάγοντες. Η παράλειψη δε της αιτήτριας 1 να τις αναφέρει οφείλεται στη σύγχυση της αιτήτριας 1, κακή ψυχολογική κατάσταση αλλά και στο γεγονός ότι δεν τηρούσε επακριβής λογαριασμούς επιταγών-ποσών που έδιδε και έπαιρνε λόγω της εμπιστοσύνης που είχε προς την αιτήτρια
- Το Δικαστήριο εξέτασε τα πιο πάνω και δεν συμφωνεί με τις εισηγήσεις και θέσεις του συνηγόρου. Στην παράγρ. 25 αμφοτέρων των ενόρκων δηλώσεων της αιτήτριας 1 αναφέρεται ότι «..τον Αύγουστο του 2008 η Τροοδία μου έδωσε μια επιταγή ύψους €25.000 ..». Από αυτά φαίνεται ότι η αναφορά της αιτήτριας είναι σχετικά με μία επιταγή και όχι 10 επιταγές και για ποσό €25.000 και όχι €49.
- Επίσης στις παράγρ. 23 των ενόρκων δηλώσεων της αναφέρει ότι «έχει μαζέψει όλα τα σχετικά στοιχεία και έκαμε πιο ψύχραιμους υπολογισμούς» και περαιτέρω στην παράγρ. 43 ότι κατέφυγε στις τράπεζες και ζήτησε στοιχεία. Από τα πιο πάνω που η ίδια η αιτήτρια αναφέρει στις ενόρκους δηλώσεις της δεν μπορούν να υποστηριχθούν αλλά ούτε ευσταθούν τα όσα ανέφερε ο συνήγορος της. Επίσης, είναι λάθος ο συνήγορος της αιτήτριας 1 να αφαιρεί το ποσό των €25.000 της μιας επιταγής που έχει αναφέρει η αιτήτρια 1 από το συνολικό ποσό των €49.000 των 10 επιταγών δια να καταλήξει ότι το εναπομείναν ποσό των €24.000 είναι μηδαμινό μπροστά στην όλη πλεκτάνη/απάτη της εναγομένης
- Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποστηρίζει τον πιο πάνω συλλογισμό. Περαιτέρω το θέμα δεν τίθεται όπως τέθηκε από το συνήγορο, δηλ. ότι είναι μικρό ή μεγάλο το ποσό, αλλά εκείνο που εξετάζεται είναι κατά πόσο οι αρχές που έχουν αναφερθεί νωρίτερα περί αποκάλυψης παραβιάστηκαν. Όλες οι 10 επιταγές φέρουν ημερομηνίες από 1.8.08 μέχρι 20.8.08 και η τελευταία 13.12.08 (βλ. τεκμ. 5). Δια τις άνω περιόδους η αιτήτρια αναφέρει στην ένορκο δήλωση της ότι τον Αύγουστο του 2008 η εναγόμενη 1 της εξέδωσε μια επιταγή για €25.000 την οποία εξαργύρωσε. Επίσης ότι στις 12.12.08 εδόθη από τους αιτητές στην καθ΄ ης η αίτηση 1 μια επιταγή δια €29.877,
- Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι η αιτήτρια 1 τον Αύγουστο του 2008 εισέπραξε συνολικό ποσό €69.000 (βλ. παραγρ. 25 ενόρκων δηλώσεων αιτήτριας και τεκμ. 5 ενόρκων δηλώσεων ενστάσεως). Ενδεχομένως κάποιος να έλεγε αυτό που εισηγήθηκε και ο συνήγορος των αιτητών. Ότι δηλαδή το ποσό είναι μικρό σχετικά με το μέγεθος της απάτης που φαίνεται να διέπραξε η καθ΄ ης η αίτηση. Όμως επαναλαμβάνεται για ακόμα μια φορά ότι το θέμα δεν τίθεται κατ΄ αυτό τον τρόπο. Όλα τα πιο πάνω, κατά τη γνώμη μου και χωρίς να αποφασίζω οτιδήποτε στο παρόν στάδιο και ιδιαίτερα σε συνάρτηση με τη 10η επιταγή του τεκμ. 5, προδίδουν μια άλλη διάσταση στην εκδοχή των αιτητών. Η 10η επιταγή του τεκμ. 5 ως έχει αναφερθεί φέρει ημερ. 13.12.08 και είναι δια ποσό €4.
- Στην παράγρ. 28 των ενόρκων δηλώσεων της αιτήτριας 1, αναφέρεται ακριβώς ότι μια μέρα νωρίτερα δηλ. στις 12.12.08 δόθηκε από τους αιτητές δι΄ επένδυση επιταγή ύψους €29.877,
- Χωρίς να αποφασίζω οτιδήποτε, τονίζοντας μάλιστα ότι όλα τα επίδικα θέματα παραμένουν ανοικτά για εξέταση κατά τη δίκη είμαι της γνώμης ότι η ως άνω επιταγή (13.12.08) δεν συνάδει με τους ισχυρισμούς και προβαλλόμενη εκδοχή υπό των αιτητών. Τα μη αποκαλυφθέντα ως άνω ενώ, ήταν σε γνώση των αιτητών, αφορούν θέματα που ήταν εξ αντικειμένου ουσιώδης σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του διατάγματος. Τα θέματα αυτά αφορούν τη φύση της σχέσεως των διαδίκων κατά τον ουσιώδη χρόνο. Οι αιτητές είχαν καθήκον πλήρης αποκάλυψης με πληρότητα και καθαρότητα το οποίο δεν εξεπλήρωσαν. Δια τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι τα προσωρινά διατάγματα ημερ. 4.2.10 και 8.2.10 θα πρέπει να ακυρωθούν και ακυρώνονται και επίσης η αιτούμενη θεραπεία της παραγρ. (στ) της αίτησης ημερ. 4.2.10 δεν δύναται να επιτύχει. Τα έξοδα να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, να είναι εις βάρος των αιτητών όπως αυτά τα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής. (Υπ) Λ. Παρπαρίνος Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\parparinos 2010-11/interim decisions ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Παρπαρίνου, Π.Ε.Δ. Αγ. Αρ. 823/10 ΜΕΤΑΞΥ:-
- ΑΝΤΡΗ ΑΡΓΥΡΟΥ κ.α ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ - και -
- ΤΡΟΟΔΙΑ ΗΛΙΑ ΜΙΤΑ κ.α. ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ---------------------------- Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2010 ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗ Σημειώστε παρακαλώ ότι στην πιο πάνω αγωγή
- Επιφυλάχθηκε ενδιάμεση/τελική απόφαση
- Να επιστραφεί ο φάκελος για την ετοιμασία της απόφασης
- Δόθηκε ενδιάμεση/τελική απόφαση την 30.9.2010
- Να διαγραφεί από τον κατάλογο των επιφυλαχθεισών αποφάσεων
- Να κυκλοφορήσει η πιο πάνω απόφαση
- Να περαστεί η υπόθεση για σκοπούς στατιστικών
- Έχει διευθετηθεί μετά από μερική ακρόαση. (Υπ) Λ. Παρπαρίνος Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο