Ιωάννας Αντωνάκη Αγρότου ν. Βασιλικής Αντωνάκη Αγρότου κ.α., Αρ. Αγωγής: 8955/03, 30 Σεπτεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A314 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8955/03 Μεταξύ: Ιωάννας Αντωνάκη Αγρότου Ενάγουσας και
- Βασιλικής Αντωνάκη Αγρότου
- Ξένιας Αντωνάκη Αγρότου Εναγομένων -------------- 30 Σεπτεμβρίου
- Για την ενάγουσα: κ. Αλ. Μαρκίδης μαζί με κ. Ε. Ευθυμίου και κα Μ. Ζήρα Για τις εναγόμενες 1, 2: κ. Χρ. Μελίδης μαζί με κα Π. Κυριακίδου για Α. Νεοκλέους & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΑΔΙΑΜΦΙΣΒΗΤΗΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ. Ο Αντωνάκης Αναστασίου Αγρότης (ο οποίος θα αναφέρεται στη συνέχεια ως ο Αντωνάκης), γεννήθηκε στις 26.12.1915 και απεβίωσε στις 20.3.
- Στο διάβα της ζωής του έγινε γνωστός στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο λόγω των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων, και, ιδίως, της λειτουργίας, από το 1948, της Κοσμικής Ταβέρνας «Αντωνάκης Bar», στην οδό Β. Βουλγαροκτόνου 15 στη Λευκωσία. Κληρονόμησε δε από τους γονείς του σημαντική ακίνητη περιουσία, την οποία και επαύξανε με την αγορά επιπρόσθετης γης. Συνάμα, ευτύχησε να νυμφευθεί και να αποκτήσει δύο παιδιά. Φευ, μηδένα προ του τέλους μακάριζε. Λίγο πριν ολοκληρωθεί ο βιολογικός του κύκλος, σύννεφα άρχισαν να σκεπάζουν τον ουρανό της οικογενειακής ευτυχίας του. Η καταιγίδα ξέσπασε μετά το θάνατό του. Έλαβε τη μορφή δικαστικής διαμάχης και έχει ως επίκεντρο την ακίνητη περιουσία του. Ας τεθούν όμως σφαιρικά τα γεγονότα, όπως αυτά προβάλλουν αδιαμφισβήτητα μέσα από τις δικογραφημένες θέσεις των μερών. Η ενάγουσα, 45 ετών σήμερα, και η εναγόμενη 2, 48 ετών, είναι τα δύο παιδιά του Αντωνάκη. Η δε εναγόμενη 1, η σύζυγος. Κατά ή περί την 28.8.1985 ο Αντωνάκης μεταβίβασε στην ενάγουσα και ενέγραψε επ΄ ονόματί της μεγάλο αριθμό ακινήτων, συμπεριλαμβανομένου του ενός δευτέρου μεριδίου του ακινήτου επί της οδού Β. Βουλγαροκτόνου 15, το οποίο αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο, μεσοπάτωμα και δύο ορόφους. Στον πρώτο όροφο βρίσκονται τα διαμερίσματα υπ΄ αρ. 11 και 12 και στο δεύτερο τα διαμερίσματα 21, 22 και
- Την 1.8.2002 ο Αντωνάκης, χρησιμοποιώντας γενικό πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμ. 1, το οποίο του είχε παραχωρήσει στις 25.6.1985 η ενάγουσα, προχώρησε στη μεταβίβαση, δυνάμει δωρεάς, στη σύζυγό του, εναγόμενη 1, μέρους της ακίνητης περιουσίας, την οποία είχε μεταβιβάσει κατά ή περί την 28.8.1985 στην ενάγουσα, συμπεριλαμβανομένου του ενός δευτέρου μεριδίου του ακινήτου της οδού Βουλγαροκτόνου. Ήτοι τα ακόλουθα ακίνητα: Α/Α Αριθμός Τεμάχιο Φ/Σχέδιο Μερίδιο Είδος Ακίνητης Τοποθεσία Εγγραφής Περιουσίας 111 1 2 3 Φφ G47 Ε801 Ε1749 47 763 1525 Ffd 21/40W2 21/47Ε2 55Ε1 21/55Ε1 11 1 1/6 1/6 1/6 χχ Χωράφι Χωράφι Οικόπεδο Βούρνες (Καϊμακλί) Αλμυρίδια (Παλ/σα) Αλμυρίδια 4 Ε 1755 1531 21/55Ε1 1/2 Οικόπεδο Αλμυρίδια (Παλ/σσα) 5 Ε 1757 1533 21/55Ε1 1/2 Οικόπεδο Αλμυρίδια (Παλ/σσα) 6 Ε 1775 1551 21/55Ε1 1/6 Οικόπεδο Αλμυρίδια (Παλ/σσα) 7 Ε 1822 1598 21/55Ε1 1/2 Οικόπεδο Αλμυρίδια (Παλ/σσα) 8 Β217 218 21/47.4.ΙΙ 1/2 Οικία Παλλουριώτισσα 9 444 193 21/46.5.IV 1/2 Διώροφο Κτίριο και υπόγειο Οδός Γερμανού Πατρών και Βασιλείου Βουλγαροκτόνου Λίγες μέρες αργότερα, στις 30.8.2002 και 4.9.2002, η εναγόμενη 1 μεταβίβασε, επίσης δυνάμει δωρεάς, ολόκληρη την πιο πάνω περιουσία (η οποία θα αναφέρεται στη συνέχεια ως τα επίδικα ακίνητα), στην κόρη της, εναγόμενη
- Έκτοτε, η εναγόμενη 2, ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια, κατέχει τα επίδικα ακίνητα. Β. Η ΑΞΙΩΣΗ. Θέτει η ενάγουσα στην έκθεση απαίτησής της ότι περί τις αρχές του 2002 δημιούργησε κάποια προσωπική σχέση και δεσμό με αλλοδαπό άνδρα, Αργεντινό, ο οποίος ήταν μέλος της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο. Την επιλογή της αυτή δεν ενέκριναν οι εναγόμενες, φοβούμενες ότι ο εν λόγω αλλοδαπός επιβουλευόταν την περιουσία της. Επειδή δε, πάντα σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις της ενάγουσας, ο πατέρας της δεν αναμειγνύετο στην προσωπική της αυτή σχέση, οι εναγόμενες τον πίεζαν και ή τον εκβίαζαν να τη συμβουλεύσει. Παρά τις προσπάθειές τους όμως, απέτυχαν να τον στρέψουν εναντίον της ή να την μεταπείσουν. Υπό αυτές τις συνθήκες, και εκμεταλλευόμενες οι εναγόμενες το γήρας και τη σοβαρή κατάσταση υγείας του Αντωνάκη, τον παρότρυναν και/ή τον πίεσαν και/ή τον παρέσυραν να προβεί στην προαναφερθείσα μεταβίβαση των επίδικων κτημάτων επ΄ ονόματι της εναγόμενης 1, χρησιμοποιώντας το γενικό πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 25.6.
- Είναι βασική θέση της ενάγουσας ότι οι πράξεις μεταβίβασης έγιναν χωρίς τη συγκατάθεσή της και ότι οι όλες ενέργειες των εναγομένων συνιστούσαν ένα καλά οργανωμένο σχέδιο καταδολίευσής της, το οποίο οργανώθηκε εν αγνοία της, και κατόπιν μεταξύ των εναγομένων συμπαιγνίας και συνομωσίας, με δόλιο τρόπο και μέσα. Με αυτά ως νομική στήριξη η ενάγουσα αξιώνει απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνονται και/ή να θεωρούνται εξ υπαρχής άκυρες όλες οι μεταβιβάσεις των επίδικων κτημάτων και/ή να διατάσσει την εναγόμενη 2 να επαναμεταβιβάσει και επανεγγράψει επ΄ ονόματί της τα κτήματα αυτά. Αξιώνει διαζευκτικά αποζημιώσεις εναντίον και των δύο εναγομένων για το ποσό της αξίας του μεριδίου της επί των επίδικων κτημάτων και περαιτέρω γενικές, τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Παρεμβάλλω ότι το τελευταίο αυτό μέρος της αξίωσης για αποζημιώσεις εγκαταλείφθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της ενάγουσας κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Ορθά, δεδομένου ότι δεν προσφέρθηκε μαρτυρία ικανή να το θεμελιώσει. Γ. Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ. Οι εναγόμενες αρνούνται ως αβάσιμους και/ή ανυπόστατους και/ή αναληθείς τους ισχυρισμούς της ενάγουσας περί ανικανότητας του Αντωνάκη, λόγω γήρατος και/ή ιατρικών προβλημάτων, να διαχειριστεί τα περιουσιακά του στοιχεία και/ή να έχει πλήρη αντίληψη των γεγονότων. Ισχυρίζονται ότι αυτός μέχρι τα βαθειά του γεράματα, συγκεκριμένα ένα μήνα πριν από το θάνατό του, οπόταν και υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, ήταν σωματικά και πνευματικά ακμαίος. Παραδεχόμενες ότι δεν ενέκριναν τη σχέση την ενάγουσας με τον Αργεντινό, θέτουν ότι και ο ίδιος ο Αντωνάκης επανειλημμένα διαφώνησε με την ενάγουσα για την επιλογή της αυτή και δήλωνε απογοητευμένος από τη συμπεριφορά της. Προσπάθησε δε να τη συμβουλεύσει και να προστατεύσει την οικογενειακή περιουσία. Την προειδοποίησε μάλιστα αρκετές φορές πως αν δεν διέκοπτε τη σχέση της αυτή, έπρεπε να μεταβιβάσει την περιουσία της στην εναγόμενη 1 μητέρα της και/ή στην εναγόμενη 2 αδελφή της. Είναι η βασική προσέγγιση των εναγομένων ότι η ενάγουσα αγνόησε τις παραινέσεις του πατέρα της, αλλά συμφώνησε όπως μέσω του, ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου της, μεταβιβάσει τα επίδικα κτήματα στην εναγόμενη μητέρα της. Υπό τις συνθήκες αυτές ο πατέρας της, αφού πληροφόρησε προηγουμένως την ενάγουσα σχετικά, και αυτή συμφώνησε, προχώρησε στις πράξεις μεταβίβασης των επίδικων κτημάτων δυνάμει δωρεάς στην εναγόμενη
- Δ. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ. Προς στήριξη της απαίτησης κατέθεσε η ίδια η ενάγουσα και τέσσερις ακόμη μάρτυρες. Για την Υπεράσπιση κατέθεσε η εναγόμενη 2 και άλλοι τρεις μάρτυρες. Ιδιαίτερης βεβαίως σημασίας, δεδομένης της φύσης της διαφοράς, είναι η μαρτυρία των διαδίκων. Η ενάγουσα αναφέρθηκε εκτεταμένα στις οικογενειακές σχέσεις, όπως αυτές διαμορφώθηκαν στο πέρασμα του χρόνου και όπως τις στιγμάτισαν τα γεγονότα που μεσολάβησαν. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, τόσο η ίδια, όσο και η εναγόμενη 2, αδελφή της, είναι ανύπαντρες. Διέμεναν μαζί με τους γονείς τους σε διαμέρισμα του ακινήτου της οδού Β. Βουλγαροκτόνου
- Οι σχέσεις τους ήταν αρμονικές μέχρις ότου η μάρτυρας δημιούργησε δεσμό με τον Αργεντινό. Η αντίδραση των εναγομένων στη σχέση αυτή ήταν εξ υπαρχής έντονη. Εκδηλωνόταν με απειλές και βρισιές. Σε αντίθεση με αυτές, ο Αντωνάκης δεν έλεγε οτιδήποτε και δεν επενέβαινε, γενικότερα, στην προσωπική ζωή της ενάγουσας. Άλλωστε, πάντα σύμφωνα με τη μαρτυρία της ενάγουσας, τα τελευταία χρόνια προ του θανάτου του, λόγω γήρατος, αλλά και πολλών ιατρικών προβλημάτων, δεν ήταν σε θέση να διαχειρίζεται τα περιουσιακά του στοιχεία, ούτε και να φροντίζει, χωρίς βοήθεια, τον εαυτό του. Ιδιαίτερα το έτος 2002 βρισκόταν σε άθλια κατάσταση, παρουσίαζε ακράτεια ούρων και είχε απόλυτη ανάγκη από φροντίδα, συμπαράσταση και στοργή. Οι εναγόμενες, προκειμένου να πείσουν την ενάγουσα να τερματίσει το δεσμό της, και εκμεταλλευόμενες την όλη κατάσταση του Αντωνάκη, άρχισαν να τον πιέζουν για να αντιδράσει στην πιο πάνω σχέση, απειλώντας τον ότι θα σταματήσουν να τον φροντίζουν και ότι θα τον στείλουν σε γηροκομείο. Τον παρέσυραν έτσι να προβεί, την 1.8.2002, στη μεταβίβαση των επίδικων κτημάτων, δυνάμει δωρεάς, στην εναγόμενη
- Ως προς το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 25.6.1985, το οποίο χρησιμοποίησε για τις πιο πάνω μεταβιβάσεις, ήταν ισχυρισμός της ενάγουσας ότι το έγγραφο αυτό το έδωσε την εποχή εκείνη προκειμένου να διευκολύνεται ο πατέρας της στις μεταβιβάσεις κτημάτων στις οποίες προέβαινε επ΄ ονόματί της και για να μην χρειάζεται να μεταβαίνει η ίδια στο Κτηματολόγιο. Ήταν απόλυτη στη θέση της ότι η ίδια ούτε γνώριζε, ούτε συγκατένευσε στις επίδικες πράξεις, αποτέλεσμα των οποίων ήταν η αποξένωση της περιουσίας της. Για πρώτη φορά πληροφορήθηκε τα γεγονότα αυτά περί τα μέσα Απριλίου του 2003, όταν επισκέφθηκε το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Σκοπός της επίσκεψής της ήταν να εξακριβώσει την επ΄ ονόματί της ακίνητη περιουσία, να εξασφαλίσει τίτλους ιδιοκτησίας που δεν είχε και να πληροφορηθεί κατά πόσο ο αποβιώσας πατέρας της είχε επ΄ ονόματί του περιουσία στην οποία η ίδια δικαιούτο κληρονομικού μεριδίου. Πληροφορήθηκε τότε, για πρώτη φορά, ότι μέρος της ακίνητής της περιουσίας, τα επίδικα δηλαδή κτήματα, μεταβιβάστηκαν στην εναγόμενη 1 και αργότερα κατέληξαν στην εναγόμενη
- Η μαρτυρία του ΜΕ2, εκτιμητή ακινήτων, προσφέρθηκε προκειμένου να τεκμηριωθεί η αγοραία αξία των επίδικων κτημάτων. Στην πορεία της κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι, κατ΄ ακολουθία του Τεκμ. 10, «Η συνολική αγοραία αξία των επίδικων κτημάτων, σύμφωνα με τα μερίδια, είναι £2,035,000 - €3,477,
- Η αγοραία αξία των επίδικων μεριδίων της Αννίτας Αγρότου είναι £1,017,500 - €1,738,500.» Τα όσα κατέθεσαν οι ΜΕ3 και 4, πρόσωπα τα οποία σχετίζονταν με την οικογένεια Αγρότη, παρουσιάστηκαν με σκοπό να επιβεβαιώσουν τις θέσεις της ενάγουσας γύρω από την αντίδραση των εναγομένων στη σχέση της με τον αλλοδαπό και σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι πληροφορήθηκε για πρώτη φορά την αποξένωση των επίδικων ακίνητων τον Απρίλιο του
- Σε όση έκταση κρίνεται απαραίτητο τα ανάλογα στοιχεία της μαρτυρίας τους θα τεθούν κατά το στάδιο της αξιολόγησης. Ο ΜΕ5, τώρα συνταξιούχος, ήταν καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους Επαρχιακός Λειτουργός στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας.. Βασικός πυρήνας της μαρτυρίας του ήταν οι αναφορές του σχετικά με επίσκεψη της ενάγουσας στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας στις 17.4.
- Ανάφερε συγκεκριμένα ότι μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του για εποπτεία και επίβλεψη του προσωπικού, συνάντησε σε ένα τμήμα του γραφείου του την ενάγουσα, την οποία αντιλήφθηκε αναστατωμένη. Ζήτησε διευκρινίσεις και πληροφορήθηκε ως λόγο της αναστάτωσής της τη διαπίστωσή της ότι σημαντικό μέρος της περιουσίας της μεταβιβάστηκε, εν αγνοία της, σε τρίτα πρόσωπα. Διέταξε σχετική έρευνα και προέκυψε ότι η μεταβίβαση έγινε μέσω πληρεξουσίου το οποίο χρησιμοποίησε ο Αντωνάκης. Η εναγόμενη 2, καταθέτοντας, έδωσε μία εντελώς διαφορετική εικόνα σχετικά με την όλη κατάσταση υγείας του πατέρα της. Ήταν η θέση της ότι παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε ήταν πνευματικά ακμαιότατος και σωματικά ικανός να φροντίζει τον εαυτό του. Μόλις ένα μήνα πριν από το θάνατό του, στις 17.3.2003, και λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου που υπέστη, κατέστη πλέον ανίκανος. Ως προς την αντιμετώπιση της σχέσης της ενάγουσας με τον Αργεντινό, τόσο εκ μέρους της όσο και της εναγόμενης 1, επίσης έδωσε αντίθετη εκδοχή. Έθεσε πως ο πατέρας τους αντιδρούσε έντονα και δεν ενέκρινε αυτή τη σχέση. Ούτε η ίδια και η μητέρα της συμφωνούσαν, αλλά ουδέποτε αναμείχθηκαν στις προσωπικές επιλογές της ενάγουσας. Δεν την πίεζαν, ούτε την εκβίαζαν με οποιοδήποτε τρόπο, παρά μόνο τη συμβούλευαν με καλή πρόθεση. Αρνήθηκε - και αυτή ήταν η βασική της προσέγγιση - ότι η ίδια ή η μητέρα της κατέστρωσαν σχέδιο αρπαγής της περιουσίας της ενάγουσας ή συνωμότησαν στη βάση αυτή. Ισχυρισμός της ήταν ότι ο πατέρας τους, μετά από συνεχείς συγκρούσεις και διαπληκτισμούς με την ενάγουσα, και αφού απέτυχε να την πείσει να διακόψει τις σχέσεις της με τον αλλοδαπό, της ανέφερε ότι υπό τις συνθήκες θα έπρεπε να μεταβιβάσει την περιουσία της στη μητέρα ή στην αδελφή της. Υπό το πρίσμα αυτών των εξελίξεων, η ενάγουσα, όπως πληροφόρησε τη μάρτυρα ο πατέρας της, προτίμησε και συμφώνησε να μεταβιβάσει, μέσω του ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου της, την επίδικη περιουσία. Η πράξη μεταβίβασης έγινε την 1.8.2002 και στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας μετέφερε τον πατέρα της η μάρτυρας, προκειμένου να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες. Οι τρεις επόμενοι μάρτυρες για την Υπεράσπιση, ο κουρέας και Κοινοτάρχης της ενορίας Ταπάκ Χανέ όπου ζούσε ο Αντωνάκης και δύο φιλικά πρόσωπα της οικογένειας, κατέθεσαν ότι λόγω των σχέσεών τους με την οικογένεια είχαν την ευκαιρία να τον βλέπουν μέχρι λίγο πριν το θάνατό του. Ήταν κοινή τους θέση ότι ουδέποτε τους δημιουργήθηκε η εντύπωση πως το πρόσωπο αυτό αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα αντίληψης ή σωστής έκφρασης. Τους μιλούσε λογικά, αστειευόταν μ΄ αυτούς και συζητούσαν διάφορα περιστατικά και τρέχοντα θέματα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Ε. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ. Συνοπτική και μόνο αναφορά στις ουσιαστικές θέσεις που προώθησαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι είναι αρκετή για να καλύψει το κεφάλαιο αυτό της απόφασης. Στην πορεία της κρίσης του Δικαστηρίου, και όπου αυτό είναι απαραίτητο, θα παρατεθούν με περαιτέρω λεπτομέρεια και θα αναλυθούν οι εκατέρωθεν προσεγγίσεις. Ο κ. Μαρκίδης εισηγήθηκε ότι οι ισχυρισμοί της ενάγουσας δεν κλονίστηκαν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο από την αντεξέταση ή τη μαρτυρία που προσφέρθηκε από την αντίδικη πλευρά. Για το λόγο αυτό, προέκτεινε, η μαρτυρία της θα πρέπει να γίνει αποδεκτή στο σύνολό της. Ήταν ουσιαστική θέση του ευπαίδευτου συνήγορου πως στην υπό κρίση υπόθεση η μόνη επιτρεπτή μαρτυρία που υπάρχει ως προς το ζήτημα της γνώσης και έγκρισης της ενάγουσας για τη μεταβίβαση των επίδικων κτημάτων, είναι η μαρτυρία της ίδιας της ενάγουσας, σύμφωνα με την οποία ούτε γνώριζε, ούτε ενέκρινε τις μεταβιβάσεις αυτές. Με αυτό ως δεδομένο, και αναλύοντας τη νομική διάσταση των επίδικων θεμάτων, ήταν η προέκταση των θέσεων του κ. Μαρκίδη ότι κατάληξη σε ανάλογο εύρημα είναι αρκετή προκειμένου να οδηγήσει σε απόφαση υπέρ της ενάγουσας. Εκ διαμέτρου αντίθετη, ως ήταν αναμενόμενο, ήταν η προσέγγιση του κ. Μελίδη, τόσο σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, όσο και σε αναφορά με τη νομική πλευρά. Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων ότι η ενάγουσα δεν κατέθεσε την αλήθεια, αλλά σκόπιμα παραποίησε τα γεγονότα προκειμένου να στηρίξει την απαίτησή της. Επεκτείνοντας ανάφερε ότι όχι μόνο δεν στοιχειοθετήθηκε πνευματική αδυναμία ή ανικανότητα του Αντωνάκη, αλλά η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, την οποία και ανέλυσε, επιμαρτυρεί ότι αυτός ήταν μέχρι και τον τελευταίο μήνα προ του θανάτου του πνευματικά υγιής και καθ΄ όλα ικανός να διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία της οικογένειας. Περαιτέρω, αναφερόμενος σε έκταση στη νομική διάσταση της έννοιας της ψυχικής πίεσης, εισηγήθηκε ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καμία απολύτως θετική ή ικανοποιητική μαρτυρία η οποία και να στοιχειοθετεί ύπαρξη τέτοιας πίεσης ή εκβιασμού ή εξαναγκασμού. Προσθέτοντας, τέλος, ότι ο αποβιώσας πατέρας, μέσω βεβαίως διαχειριστή της περιουσίας, θα έπρεπε να προστεθεί ως αναγκαίος διάδικος, κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και αστήρικτη. ΣΤ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ. Πέραν των παραδεκτών στοιχείων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα συμπληρώσει το όλο φάσμα των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Η εξέλιξη των γεγονότων, αλλά και η ίδια η λογική των πραγμάτων, οδηγεί στην αποδοχή ως αξιόπιστης της μαρτυρίας της ενάγουσας, η οποία περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα της συγκατάθεσης και γνώσης της για τη μεταβίβαση των επίδικων κτημάτων, μέσω του πατέρα της, ως πληρεξούσιου αντιπροσώπου της. Αιτιολογώ την κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου: Αποτελεί κοινό έδαφος ότι ο δεσμός της ενάγουσας με τον Αργεντινό προκάλεσε τριγμούς στην οικογένεια Αγρότη και οδήγησε σε αντιπαραθέσεις. Χωρίς να εξετάζεται σε αυτό το στάδιο η έκταση και ο βαθμός των μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών αντεγκλήσεων και το κατά πόσο εμπλεκόταν σε αυτές και ο Αντωνάκης, ό,τι συνιστά αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι ο φόβος των εναγομένων πως μέρος της οικογενειακής περιουσίας, το οποίο είχε ήδη μεταβιβαστεί στην ενάγουσα, κινδύνευε να αφανιστεί. Συνεπώς, επιτακτική ήταν για τις εναγόμενες η ανάγκη να «προστατεύσουν» τα περιουσιακά αυτά στοιχεία. Και μόνος δυνατός, υπό τις συνθήκες, τρόπος, ήταν η αποξένωσή τους από την κυριότητα της ενάγουσας. Η μη συγκατάθεση της τελευταίας και η άγνοιά της ως προς τις μεταβιβάσεις των επίδικων κτημάτων, οι οποίες έλαβαν χώρα τον Αύγουστο του 2002, επιβεβαιώνεται μέσα από την πορεία των γεγονότων, όπως αυτά παρέμειναν χωρίς αμφισβήτηση. Αν ήταν βάσιμη η θέση των εναγομένων ότι γνώριζε η ενάγουσα και συγκατατέθηκε στην απαίτηση του Αντωνάκη για μεταβίβαση της περιουσίας της αφού δεν διέκοπτε το δεσμό της με την Αργεντινό, δεν εξηγείται λογικά γιατί να μην μεταβεί η ίδια στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο προς διενέργεια των σχετικών πράξεων μεταβίβασης και αντί αυτής να το πράξει ο υπερήλικας πατέρας με όλα τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε. Ούτε συνάδει με τη λογική η χρησιμοποίηση ενός πληρεξουσίου το οποίο δόθηκε προ δεκαεπτά περίπου ετών. Πολύ περισσότερο, αφού δεν έγινε αρχικά δεκτό το πληρεξούσιο χωρίς τη συνοδεία ένορκης δήλωσης, να χρειάζεται ο ηλικιωμένος και ταλαιπωρημένος αυτός άνθρωπος να μεταβαίνει στο Δικαστήριο προκειμένου να υπογράψει τέτοια ένορκο δήλωση, Τεκμ.
- Αν σε όλα τα πιο πάνω προστεθεί και η χωρίς αμφισβήτηση θέση της ενάγουσας ότι ούτως ή άλλως τον Αύγουστο του 2002 είχε μεταβεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, για άλλο λόγο, εύκολα εντοπίζεται το άτοπο της εξεταζόμενης θέσης της υπεράσπισης. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας - ισχυρισμός που συναρτάται άμεσα με το εξεταζόμενο ζήτημα της γνώσης και συγκατάθεσής της - ότι για πρώτη φορά πληροφορήθηκε για τις μεταβιβάσεις των επίδικων κτημάτων στις 17.4.2003, όταν επισκέφθηκε, για τους λόγους που ανάφερε, το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, επιβεβαιώνεται και επαληθεύεται μέσα από τη μαρτυρία του ΜΕ5, τότε Επαρχιακού Λειτουργού στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Μάρτυρα ανεξάρτητου και καθόλα αξιόπιστου, ο οποίος περίγραψε τον τρόπο αντίδρασης της ενάγουσας μόλις πληροφορήθηκε τα γεγονότα. Είναι το κατάλληλο στάδιο να σημειωθεί ότι κατά την αντεξέτασή του δεν αμφισβητήθηκε ότι έλαβε χώρα το γεγονός που περίγραψε. Αντίθετα, του υπεβλήθη: «Ε: Σας υποβάλλω ότι δεν θυμάστε καλά ότι συζητούσαν χαμηλόφωνα, αλλά υπήρχε ένταση. Αυτός ήταν ο λόγος που σας οδήγησε να πάτε εκεί. Α: Επιμένω σε όσα είχα αναφέρει προηγουμένως.» Η μαρτυρία του ΜΕ5 δίνει επίσης επίρρωση στις θέσεις της ενάγουσας ότι πληροφόρησε τις ΜΕ3 και 4 για τις μεταβιβάσεις μόλις διαπίστωσε το γεγονός αυτό και επιβεβαιώνει, περαιτέρω, τη σχετική αναφορά των μαρτύρων αυτών. Ένα επιπρόσθετο γεγονός υποστηρίζει αφενός την άγνοια της ενάγουσας για την προηγηθείσα μεταβίβαση των επίδικων κτημάτων και φανερώνει, αφετέρου, τον τρόπο με τον οποίο η εναγόμενη 2 ενήργησε και την προσπάθειά της να συσκοτίσει τα γεγονότα. Ισχυρίστηκε, καταθέτοντας στο Δικαστήριο, ότι έδινε μηνιαίως διάφορα ποσά ως χρηματική βοήθεια στην ενάγουσα για να καλύπτει προσωπικές της ανάγκες. Αντεξεταζόμενη δε δέχθηκε πως μέχρι τη μεταβίβαση των επίδικων κτημάτων, Αύγουστο του 2002 δηλαδή, η ενάγουσα έπαιρνε μερίδιο από το ενοίκιό τους, τότε Λ.Κ.
- Η αντίθετη θέση της ενάγουσας ήταν ότι τα ποσά που ισχυριζόταν η εναγόμενη 2 ότι της έδιδε ως βοήθεια, αντικατόπτριζαν πάντα το μερίδιο ενοικίων που της αναλογούσε ως συνιδιοκτήτριας των ακινήτων. Εντοπίζεται από το Τεκμ. 27, τα αντίγραφα των σχετικών επιταγών, ότι αυτές αντιστοιχούσαν με μηνιαίο ποσό Λ.Κ.500 και κάλυπταν την περίοδο Αυγούστου 2002 - Αυγούστου
- Τα Τεκμήρια αυτά επιβεβαιώνουν τη θέση της ενάγουσας ότι αφορούσαν ενοίκια τα οποία εξακολουθούσε να παίρνει, ακόμη και μετά τη μεταβίβαση των επίδικων κτημάτων επ΄ ονόματι της μητέρας της τον Αύγουστο του
- Το ερώτημα είναι για ποιο λόγο ψευδόταν η εναγόμενη 2 ως προς τη φύση αυτών των ποσών και γιατί συνέχιζε να δίδει μερίδιο ενοικίου στην αδελφή της για ένα ακόμη χρόνο και παρά το ότι η ενάγουσα έπαυσε να είναι συνιδιοκτήτρια από τον Αύγουστο του 2002, αφού, κατά την εναγόμενη 2, είχε τότε μεταβιβάσει με τη θέλησή της τα επίδικα κτήματα. Η μόνη λογική εξήγηση δίδεται από τα γεγονότα που επακολούθησαν, τα οποία και οδηγούν στο μόνο συμπέρασμα ότι η όλη ενέργεια της εναγόμενης 2 σκοπό είχε να αποπροσανατολίσει την ενάγουσα. Καθότι, εάν ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση, εν αγνοία της ενάγουσας, των επίδικων κτημάτων σταματούσε και η παροχή μεριδίου ενοικίων, τα οποία προηγουμένως λάμβανε η ενάγουσα, λογικό θα ήταν να της δημιουργηθούν υποψίες ως προς το λόγο που αυτό γινόταν. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι η παροχή ενοικίων διακόπηκε ακριβώς στο χρονικό διάστημα που οι εναγόμενες πληροφορήθηκαν ότι η ενάγουσα γνώριζε τα γεγονότα που περιέβαλλαν τη μεταβίβαση των επίδικων κτημάτων. Η αποδοχή της μαρτυρίας που παρουσίασε η πλευρά της ενάγουσας ιχνηλατεί και το ανάλογο εύρημα του Δικαστηρίου. Ορθό όμως είναι, προτού το εύρημα αυτό καταγραφεί, να παρεμβάλω τα εξής: Προκειμένου να αντικρουστούν οι προαναφερθείσες θέσεις της ενάγουσας, οι εναγόμενες προέβαλαν, ως μόνη σχετική μαρτυρία, δηλώσεις τις οποίες κατ΄ ισχυρισμό της εναγομένης 2 έκαμε ο αποβιώσας Αντωνάκης προς αυτή και κατά τις οποίες η ενάγουσα συμφώνησε στη μεταβίβαση των επίδικων κτημάτων. Παρά το ότι η αποδοχή, ως συνάδουσας με την αλήθεια της μαρτυρίας της ενάγουσας καθιστά άνευ αντικειμένου το όλο ζήτημα, ορθό είναι να αναφερθεί ότι αναφύονται δύο ερωτήματα: Αληθεύει ο ισχυρισμός της εναγόμενης 2; Έγιναν δηλαδή αυτές οι δηλώσεις από τον πατέρα της; Και αν αληθεύει, ποια η νομική τους διάσταση; Ως προς το πρώτο, είναι χωρίς κανένα δισταγμό η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι εξεταζόμενες αναφορές της εναγόμενης 2 είναι ψευδείς και συνιστούν εκ των υστέρων επινοήματα για να προωθήσει τη γραμμή υπεράσπισής της. Καθότι, αν έτσι είχαν τα πράγματα, δεν θα είχε λόγο να αποκρύπτει από την ενάγουσα τις μεταβιβάσεις και να επιχειρεί να συσκοτίσει τα γεγονότα. Έστω όμως κι αν γίνονταν πιστευτοί οι εξεταζόμενοι ισχυρισμοί της εναγόμενης 2, το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί και να λάβει υπόψη τη συγκεκριμένη μαρτυρία της. Το ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Muskita Aluminium Industries Ltd κ.ά. v. Alsaco Aluminium Ltd κ.ά., Πολιτική Έφεση 381/2006, ημερ. 23.11.2009, διαφωτίζει σχετικά: «Εξετάσαμε τους λόγους για τους οποίους το πρωτόδικο δικαστήριο δεν επέτρεψε την κατάθεση του εν λόγω χειρόγραφου σημειώματος και για τους λόγους που εξηγούμε στη συνέχεια κρίνουμε ότι η απόφαση του είναι ορθή. Έκρινε δηλαδή ότι η περίπτωση δεν καλυπτόταν από τον περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ. 9 όπως αυτός τροποποιήθηκε με το Ν. 32
(1)/04 που επέτρεψε την αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας, για το λόγο ότι ο Νόμος αυτός δεν καλύπτει δηλώσεις από πρόσωπα που στο μεταξύ έχουν αποβιώσει. Έκρινε επίσης το δικαστήριο ότι δεν εμπίπτει η περίπτωση στις εξαιρέσεις που μπορεί να γίνει αποδεκτή η δήλωση ως επιθανάτια. Από τις πρόνοιες του άρθρου 26 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 32
(1)/04, καθίσταται σαφές ότι η εξ ακοής μαρτυρία που θα παρουσιαστεί υπό μορφή δήλωσης προϋποθέτει και την ύπαρξη του προσώπου που είχε προβεί στη δήλωση, ούτως ώστε να είναι δυνατή η κλήτευση του για αντεξέταση, αν η άλλη πλευρά επιθυμεί τούτο. Επομένως ορθά έκρινε το πρωτόδικο δικαστήριο ότι η χειρόγραφη σημείωση που αποδιδόταν στον αποβιώσαντα Γεώργιο Μουσκή δεν μπορούσε να παρουσιαστεί ως μαρτυρία για το αληθές του περιεχομένου της. Το άρθρο 4 του Κεφ. 9, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίηση με το Ν.32
(1)/04, που επέτρεπε την παρουσίαση εγγράφων χωρίς την ανάγκη να κληθεί το πρόσωπο που το σύνταξε όταν αυτό ήταν εκτός της Δημοκρατίας ή αποβιώσας, καταργήθηκε με το Ν. 32
(1)/
- Επομένως ορθά το δικαστήριο δεν επέτρεψε την εν λόγω μαρτυρία.» Η αξιολόγηση της ανάλογης με το θέμα της γνώσης και έγκρισης από την ενάγουσα των επίδικων μεταβιβάσεων μαρτυρίας και η αποδοχή των θέσεων της πλευράς αυτής, οδηγεί στην κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν όπως η ενάγουσα έθεσε. Καταγράφεται, λοιπόν, ως βασικό εύρημα, ότι η ενάγουσα ούτε γνώριζε, ούτε αποδέχθηκε, αλλά ούτε και συναίνεσε, σε οποιοδήποτε χρόνο, στη μεταβίβαση, την 1.8.2002, των επίδικων κτημάτων, από τον πατέρα της, ως πληρεξούσιου αντιπροσώπου της, στο όνομα της μητέρας της, εναγόμενης 1, ούτε και επικύρωσε εκ των υστέρων τις επίδικες αυτές πράξεις. Για πρώτη δε φορά πληροφορήθηκε τα επίδικα γεγονότα των μεταβιβάσεων στις 17.4.2003, κατά την επίσκεψή της στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Περαιτέρω μέρος της μαρτυρίας των δύο πλευρών περιστράφηκε γύρω από το κατά πόσο ο Αντωνάκης επενέβαινε στην προσωπική ζωή της ενάγουσας και, ιδίως, σε ό,τι αφορούσε τη σχέση της με τον Αργεντινό. Η μαρτυρία της ενάγουσας, σύμφωνα με την οποία ο πατέρας της δεν επενέβαινε και ότι αυτό προκαλούσε την αντίδραση των εναγομένων στο πρόσωπό του, επίσης γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Επεξηγώ: Το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας οδηγεί στην κοινή συνισταμένη ότι ο Αντωνάκης ήταν ένας ήπιος άνθρωπος, ευγενικός, χαμηλών τόνων, πρόσωπο που ουδέποτε δημιουργούσε οποιεσδήποτε εντάσεις. Παρέμεινε επίσης χωρίς αντίκρουση το μέρος της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά με το πρόσωπο της εναγομένης 1, συζύγου του. Συγκλίνει η μαρτυρία αυτή στο ότι είχε τον πρώτο λόγο στην οικογένεια. Στα πιο πάνω θα πρέπει να προστεθεί και το αναντίλεκτο επίσης γεγονός ότι ο Αντωνάκης τα τελευταία χρόνια της ζωής του αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, τα οποία και τον ταλαιπωρούσαν σωματικά, και, φυσιολογικά, τον καθιστούσαν πιο ευάλωτο σε πιέσεις, αφού σε κάποιο, τουλάχιστον, βαθμό, η συντήρησή του στηριζόταν στις εναγόμενες. Αντικριζόμενη λοιπόν η εξεταζόμενη μαρτυρία της ενάγουσας υπό το πρίσμα των πιο πάνω δεδομένων, και λαμβανομένης υπόψη της παραδεκτής αντίδρασης των εναγομένων στη σχέση της με τον Αργεντινό, εύκολα μπορεί να εντοπιστεί ότι τα όσα η ενάγουσα κατέθεσε αντικατοπτρίζουν τη φυσιολογική πορεία των πραγμάτων και συνάδουν με τη λογική. Επιβεβαιώνεται δε και από την εξέλιξη των γεγονότων, τόσο η κοινή δράση των εναγομένων στη βάση ενός οργανωμένου σχεδίου, με σκοπό την απόσπαση της περιουσίας της ενάγουσας, όσο και ο δόλιος τρόπος με τον οποίο ενήργησαν. Οι εναγόμενες, εάν δεν κάλυπτε ο,τιδήποτε μεμπτό τη συμπεριφορά τους, αναμενόμενο και φυσιολογικό θα ήταν να ενημέρωναν την ενάγουσα, κόρη και αδελφή αντίστοιχα, για την σκοπούμενη μεταβίβαση της περιουσίας της στο όνομα της εναγόμενης 1 ή, κατ΄ ελάχιστο, το σημαντικό αυτό θέμα θα συνιστούσε αντικείμενο συζήτησης μεταξύ της μητέρας-εναγόμενης 1 και της κόρης-ενάγουσας. Αντί αυτού, η εναγόμενη 2, εν αγνοία της ενάγουσας, μετέφερε τον Αντωνάκη στο Κτηματολόγιο προς διεκπεραίωση της πράξης μεταβίβασης. Στη συνέχεια δε, ένα μήνα πιο ύστερα, η εναγόμενη 1 μεταβίβασε τα επίδικα κτήματα - και πάλι εν αγνοία της ενάγουσας και χωρίς κανένα αντάλλαγμα - στην εναγόμενη
- Η όλη συμπεριφορά τους και η απόκρυψη του γεγονότος μεταβίβασης από την ενάγουσα για ένα περίπου χρόνο, επιμαρτυρεί το συνωμοτικό τρόπο λειτουργίας τους και τις κοινές, δόλιες, ενέργειές τους. Ήταν, κατά τον επίδικο χρόνο, ο Αντωνάκης νοητικά ικανός σε σημείο που να αντιλαμβάνεται τις συνέπειες των υπό κρίση πράξεων; Η προσπάθεια της πλευράς της ενάγουσας να αποδείξει ότι ήταν ανίκανος απέτυχε. Όχι μόνο δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε σχετική, ικανοποιητική, μαρτυρία, αλλά αντιθέτως, το σύνολο του ενώπιον του Δικαστηρίου αναντίλεκτου μαρτυρικού υλικού οδηγεί στο εύρημα ότι η νοητική κατάσταση του συγκεκριμένου προσώπου δεν ήταν επηρεασμένη, σε βαθμό τουλάχιστον που να μην του επιτρέπει να αντιλαμβάνεται τις συνέπειες των πράξεών του. Η μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης - η οποία, πέραν της εναγόμενης 2, προερχόταν από πρόσωπα που δεν είχαν κανένα συμφέρον από την έκβαση της δίκης, μεταξύ των οποίων και ο κοινοτάρχης της περιοχής - γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη και συγκλίνει στο ότι ο Αντωνάκης δεν αντιμετώπιζε κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα επαφής, αντίληψης και επικοινωνίας. Η θέση τους αυτή επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι μια μέρα προτού υποστεί το εγκεφαλικό επεισόδιο, την 16.2.2003, όπως καταγράφεται και στο εκλογικό του βιβλιάριο, Τεκμ. 25, ως εκλογέας ψήφισε για τις Προεδρικές εκλογές. Ακόμη, κατά το χρόνο μεταβίβασης των επίδικων κτημάτων, παρουσιάστηκε, την 31.7.2002, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και ενώπιον του Πρωτοκολλητή υπέγραψε την ένορκο δήλωση, Τεκμ.
- Πέραν των πιο πάνω, ακόμη ένα γεγονός επιβεβαιώνει την πνευματική επάρκεια του Αντωνάκη και αποκαλύπτει περαιτέρω το επιλήψιμο της συμπεριφοράς των εναγομένων. Γεννάται το ερώτημα για ποιο λόγο έγινε η μεταβίβαση αρχικά από τον Αντωνάκη, με τη χρήση πληρεξουσίου, των επίδικων κτημάτων στο όνομα της εναγόμενης 1, την 1.8.2002, και λίγο αργότερα, στις 30.8.2002 και 4.9.2002, δεύτερη μεταβίβαση από την εναγόμενη 1 στο όνομα της εναγόμενης 2; Για ποιο λόγο δεν έγινε απευθείας μεταβίβαση από τον Αντωνάκη προς την κόρη του, εναγόμενη 2; Το μόνο λογικό συμπέρασμα είναι ότι ο Αντωνάκης, υπό την πίεση των εναγομένων και στην προσπάθεια «προστασίας» της περιουσίας της ενάγουσας, προχώρησε στην επιλήψιμη μεταβίβαση στη σύζυγό του. Σκοπός του δεν ήταν να μεταβιβάσει τα κτήματα της μιας του κόρης στο όνομα της άλλης. Καθότι, αν σε αυτό στόχευε, αναμενόμενο θα ήταν να το πράξει χωρίς να χρειάζεται παρεμβολή της μεταβίβασης στη μητέρα. Θεωρώντας ότι με την εγγραφή των επίδικων κτημάτων στο όνομα της συζύγου του αυτά θα «προστατεύονταν» ικανοποιητικά για όσο χρονικό διάστημα κρινόταν αναγκαίο, έτσι και έπραξε. Γεγονός που επιμαρτυρεί την πνευματική του διαύγεια και την ικανότητά του να αντιληφθεί τις συνέπειες και προεκτάσεις των πράξεών του. Η. ΝΟΜΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ. Το ερώτημα που εγείρεται στην υπό εξέταση περίπτωση δεν είναι το κατά πόσο ο Αντωνάκης είχε ή όχι την εξουσία και εξουσιοδότηση, με βάση το πληρεξούσιο, Τεκμ. 1, η γνησιότητα του οποίου δεν αμφισβητείται, να προβεί στις πράξεις που αυτό καθορίζει. Τέτοια εξουσία αναμφίβολα είχε. Το ζητούμενο είναι κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη του, η μεταβίβαση δηλαδή των επίδικων κτημάτων ημερ. 1.8.2002, ήταν νομικά βάσιμη, έχοντας υπόψη τη σχέση αντιπροσωπείας που είχε με την ενάγουσα ή συνιστούσε παράβαση και/ή κατάχρηση των καθηκόντων και υποχρεώσεών του ως Πληρεξουσίου Αντιπροσώπου, όταν μεταβίβαζε τα επίδικα κτήματα επ΄ ονόματι της εναγόμενης 1, χωρίς την έγκριση και γνώση της ενάγουσας. Κατ΄ ακολουθία του Τεκμ. 1, η ενάγουσα κατέστησε τον πατέρα της αντιπρόσωπό της, στη διενέργεια των πράξεων, το εύρος των οποίων καθορίζεται από το πληρεξούσιο αυτό έγγραφο. Ως αποτέλεσμα δε, η ίδια κατέστη πρόσωπο αντιπροσωπευόμενο. Η σχέση αντιπροσωπείας που δημιουργήθηκε εμπίπτει στα πλαίσια του Κεφ. ΧΙΙΙ του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 (Ο Νόμος) και διέπεται νομικά από τις προβλεπόμενες παραμέτρους των διατάξεων που καλύπτουν αυτό το μέρος του Νόμου. Στην παρούσα περίπτωση παραχωρήθηκε ρητή, γραπτή, πληρεξουσιότητα. Όπως ξεκάθαρα τονίζεται στα άρθρα 171, 172, 173 και 174 του Νόμου, ο αντιπρόσωπος πρέπει να διεξάγει τις εργασίες του αντιπροσωπευομένου, σύμφωνα με τις οδηγίες του δεύτερου, με δεξιότητα και επιμέλεια. Υποχρεούται δε να υποβάλλει στον αντιπροσωπευόμενο, εφόσον κληθεί, κατάλληλους λογαριασμούς, καθώς επίσης να επικοινωνεί με αυτόν και να λαμβάνει, ακόμη και σε δυσχερείς περιστάσεις, τις εντολές του. Υποχρέωση του αντιπροσωπευομένου με βάση τα άρθρα 182 και 183, είναι να καλύψει τον αντιπρόσωπο για τις συνέπειες όλων των νομίμων πράξεών του οι οποίες τελούνται από αυτόν κατά την άσκηση της πληρεξουσιότητας που του παραχωρήθηκε. Κατ΄ ακολουθία δε του άρθρου 187, στις περιπτώσεις ύπαρξης σύμβασης με τρίτο πρόσωπο και όπου ο αντιπρόσωπος ενεργήσει καθ΄ υπέρβαση της πληρεξουσιότητας που του δόθηκε, τότε, εφόσον μπορεί να γίνει διαχωρισμός, μόνο το μέρος το οποίο εμπίπτει εντός της πληρεξουσιότητας είναι δεσμευτικό καθόσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου. Γενικά, ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος είναι σε θέση εμπιστοσύνης (fiduciary position), έναντι του αντιπροσωπευομένου, και ως εκ τούτου υπέχει καθήκον εντιμότητας, πίστης και επιμέλειας προς αυτόν, όπως και καθήκον να προωθεί τα συμφέροντα του αντιπροσωπευομένου και όχι τα δικά του, ή τα συμφέροντα οποιουδήποτε τρίτου. Τα γεγονότα της υπόθεσης Κυριάκος Κυπριανού Ιακώβου κ.ά. v. Ζωής Ιωάννου Ζαπρή
(2008)1 ΑΑΔ 926, έχουν ουσιαστική ομοιότητα με αυτά της υπό κρίσης περίπτωσης. Η εφεσίβλητη, μόνιμη κάτοικος Αυστραλίας, υπέγραψε Γενικό Πληρεξούσιο με πληρεξουσιοδόχο τον πατέρα της, εφεσείοντα 2, για να ενεργήσει για τη διά δωρεάς μεταβίβαση τεσσάρων κτημάτων επ΄ ονόματί της, μέσα στα πλαίσια του διαμερισμού της οικογενειακής περιουσίας ο οποίος έγινε το έτος
- Τον Ιανουάριο του 2000 ο εφεσείων 2, χρησιμοποίησε ξανά το Γενικό Πληρεξούσιο έγγραφο για να επαναμεταβιβάσει, και πάλι διά δωρεάς, τα πιο πάνω κτήματα από το όνομα της εφεσίβλητης στο όνομα του γιου του και αδελφού της, εφεσείοντος
- Η εφεσίβλητη καταχώρησε αγωγή με στόχο την ακύρωση της δεύτερης μεταβίβασης των κτημάτων στο όνομα του αδελφού της. Έθετε, μεταξύ άλλων, ότι ο πατέρας της ενήργησε κατά παράβαση και/ή κατάχρηση των καθηκόντων και υποχρεώσεών του, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπός της, μεταβιβάζοντας τα κτήματα χωρίς την έγκριση ή τη γνώση της. Στον εφεσείοντα 1 αδελφό της καταλόγιζε συνυπευθυνότητα, συνέργεια και συνομωσία με τον εφεσείοντα 2 στις επιλήψιμες πράξεις, οι οποίες και οδήγησαν τελικά στην αποστέρηση των κτημάτων που της είχαν δωρηθεί. Το πρωτόδικο δικαστήριο δήλωσε ότι οι μεταβιβάσεις των τεσσάρων κτημάτων στο όνομα του εφεσείοντος 1 ήταν άκυρες και διέταξε όπως αυτά επανεγγραφούν επ΄ ονόματι της εφεσίβλητης. Οι εφεσείοντες εφεσίβαλαν την απόφαση, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε πως η μεταβίβαση των κτημάτων στο όνομα του εφεσείοντος 1 δεν ήταν νόμιμη, εφόσον αποδέχθηκε ότι αυτή έγινε όταν ήταν σε ισχύ το πληρεξούσιο. Έθεσαν επίσης ως λόγο έφεσης ότι εσφαλμένα κρίθηκε πρωτόδικα πως ο εφεσείων 2 παραβίασε τις υποχρεώσεις του ως αντιπρόσωπος της εφεσίβλητης, όταν προέβαινε στην επίδικη μεταβίβαση. Λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο στις σελ. 936-938: «Προβάλλεται, επίσης, ως λόγος έφεσης ότι, εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε ότι το γενικό πληρεξούσιο ήταν σε ισχύ, εσφαλμένα αποφάσισε ότι η εκ μέρους του πληρεξουσιοδόχου, εφεσείοντος 2, μεταβίβαση των κτημάτων στο όνομα του εφεσείοντος 1, δεν ήταν νόμιμη «και ή ότι η πράξη της επίδικης μεταβίβασης δεν συνάδει με τη σχέση αντιπροσωπείας μεταξύ ενάγουσας και εναγομένου ως αυτή δημιουργείται από το πληρεξούσιο έγγραφο» και, περαιτέρω, εσφαλμένα αποφάσισε ότι, προβαίνοντας στην επίδικη μεταβίβαση, ο εφεσείων 2 παραβίασε τις υποχρεώσεις του ως αντιπρόσωπος της εφεσίβλητης. Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στο όλο ζήτημα υποστηρίζεται πλήρως από το περιεχόμενο των Άρθρων 142, 171 και 174 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, τα οποία και επικαλέσθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, όπως και από τα λεχθέντα στην Kakoullou v. Kakoullou
(1987)1 C.L.R. 547, τα γεγονότα της οποίας ήταν ταυτόσημα με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Επρόκειτο και εκεί για χορήγηση γενικού πληρεξουσίου μεταξύ στενών συγγενών, προβλήθηκε δε, όπως και εδώ, ο ισχυρισμός ότι το γενικό πληρεξούσιο δόθηκε για συγκεκριμένο σκοπό, όμως ο πληρεξουσιοδόχος, εκμεταλλευόμενος άδικα (unfairly) το πληρεξούσιο που του χορηγήθηκε καλόπιστα, και χωρίς να πληροφορήσει τον εφεσίβλητο που του το χορήγησε, προχώρησε στην επίδικη μεταβίβαση. Το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία ακυρώθηκε η μεταβίβαση. Η Πρωτοπαπά ν. Πρωτοπαπά κ.ά.
(2002)1(B) Α.Α.Δ. 1329, την οποία επικαλούνται οι εφεσείοντες, διακρίνεται από την Kakoullou, όπως και από την παρούσα, διότι εκεί, σε αντίθεση με την παρούσα, η εφεσίβλητη είχε λάβει γνώση της επίδικης μεταβίβασης και δεν είχε λάβει οποιαδήποτε μέτρα για την ακύρωσης της για μεγάλο χρονικό διάστημα. Εδώ, ο εφεσείων 2 ουδέποτε ειδοποίησε την εφεσίβλητη ότι σκόπευε να μεταβιβάσει τα κτήματα στο όνομα του και ή στο όνομα του εφεσείοντος 1 και ουδέποτε εξασφάλισε τη συγκατάθεση της εφεσίβλητης για τέτοια ενέργεια. Αντίθετα, τόσο αυτός όσο και ο εφεσείων 1 απέκρυψαν ανέντιμα τις ενέργειες τους από την εφεσίβλητη. Η εφεσίβλητη εδικαιούτο, βάσει του Άρθρου 175 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, να καταγγείλει τη συναλλαγή, όπως και έπραξε, ευθύς ως έλαβε γνώση, κατά την επίσκεψη της στην Κύπρο το 2002, των ενεργειών των εφεσειόντων 1 και
- Περαιτέρω, ο εφεσείων 2, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος, ήταν σε θέση εμπιστοσύνης (fiduciary position) έναντι της εφεσίβλητης και, ως εκ τούτου, υπείχε έναντί της καθήκον εντιμότητας, πίστης και επιμέλειας, όπως και καθήκον να προωθεί τα συμφέροντα της και όχι τα δικά του συμφέροντα ή τα συμφέροντα οποιουδήποτε τρίτου. Χρησιμοποιώντας το πληρεξούσιο για να μεταβιβάσει τα κτήματα της εφεσίβλητης στον εφεσείοντα 1, και δη δια δωρεάς, χωρίς να το αποκαλύψει στην εφεσίβλητη και χωρίς να λάβει τη συγκατάθεση της, ο εφεσείων 2 ενήργησε εναντίον των συμφερόντων της εφεσίβλητης αφού, εν αγνοία της, την αποστέρησε από την περιουσία της χωρίς αυτή να έχει οποιοδήποτε όφελος. Μάλιστα, όπως προέκυψε από τη μαρτυρία, ο εφεσείων 1 μεταβίβασε τα κτήματα στο όνομα του εφεσείοντος 2 για να τα κρατεί ως εμπιστευματούχος (trustee) προς δικό του όφελος ως εμπιστευματοδόχου (beneficiary), εφόσον το γενικό πληρεξούσιο δεν του παρείχε την εξουσία να τα μεταβιβάσει ευθέως στο δικό του όνομα. Σημειώνουμε, συναφώς, ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ίδιου του εφεσείοντος 1, αυτός γνώριζε ότι ιδιοκτήτης των τεσσάρων κτημάτων που του μεταβιβάστηκαν, δια δωρεάς, ήταν η εφεσίβλητη, και ότι, μεταβιβάζοντας τα κτήματα στο όνομα του, ο εφεσείων 2 ενεργούσε καθ' υπέρβαση της πληρεξουσιότητας του, αφού ο ίδιος ανέφερε στη μαρτυρία του ότι αποδέχθηκε τη μεταβίβαση των κτημάτων επειδή ο πατέρας του δεν μπορούσε, με βάση το πληρεξούσιο, να τα μεταβιβάσει ευθέως στο όνομα του. Συνακόλουθα, ο εφεσείων 1 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καλόπιστος τρίτος στη συναλλαγή. Το αντίθετο συμβαίνει. Ο εφεσείων 1, εν γνώσει του, υποβοηθούσε τον εφεσείοντα 2 να υπερβεί τους όρους της πληρεξουσιότητάς του. Ως εκ τούτου, οι πράξεις του εφεσείοντος 2 δεν ήταν δεσμευτικές έναντι της εφεσίβλητης». Ήταν εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Αντωνάκης ούτε ενημέρωσε, ούτε έλαβε εντολή από την ενάγουσα προκειμένου να προβεί στην επίδικη πράξη μεταβίβασης. Ούτε και ακολούθησε εκ των υστέρων επικύρωσή της. Η ενάγουσα τελούσε υπό πλήρη άγνοια για το συγκεκριμένο γεγονός, το οποίο, σαφέστατα, απέβαινε σε βάρος των συμφερόντων της. Ενεργώντας έτσι ο αντιπρόσωπος-Αντωνάκης, αφαιρώντας την επίδικη περιουσία από την αντιπροσωπευόμενη-ενάγουσα, και δωρίζοντάς την σε τρίτο πρόσωπο, παρέβη κάθε καθήκον αντιπροσώπου προς αντιπροσωπευόμενο. Το πληρεξούσιο, Τεκμ. 1, δόθηκε για συγκεκριμένους σκοπούς, οι οποίοι ανάγονταν, χρονικά, στα μέσα της δεκαετίας του
- Ο Αντωνάκης, εκμεταλλευόμενος άδικα, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, το πληρεξούσιο αυτό, προχώρησε στην επίδικη μεταβίβαση της 1.8.
- Οι εναγόμενες κάθε άλλο από καλόπιστες τρίτες στη συναλλαγή είναι. Αντίθετα, σε πρώτο στάδιο πίεζαν τον Αντωνάκη, εκμεταλλευόμενες και την προβληματική του σωματική κατάσταση, να παρέμβη για διάλυση της σχέσης της ενάγουσας με τον Αργεντινό. Στη συνέχεια δε, συνωμοτικά, γνωρίζοντας ότι ο αντιπρόσωπος ουδέποτε εξασφάλισε τη συγκατάθεση της αντιπροσωπευομένης για τη μεταβίβαση των επίδικων κτημάτων, τον υποβοήθησαν να παραβιάσει τη σχέση πληρεξουσιότητας, φροντίζοντας, μετέπειτα, να αποκρύψουν τις ανέντιμες ενέργειές τους από την ενάγουσα, κόρη και αδελφή τους αντίστοιχα. Ως αποτέλεσμα, οι επίδικες πράξεις του Αντωνάκη δεν είναι δεσμευτικές για την ενάγουσα. Προέβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος για την υπεράσπιση ότι οι δικογραφημένες διεκδικήσεις της ενάγουσας κατά των εναγομένων δεν μπορούν να επιτύχουν καθότι ο αποβιώσας Αντωνάκης, ο οποίος και έκαμε τις μεταβιβάσεις, δεν είναι διάδικος και/ή δεν ακούστηκε ο ίδιος, μέσω του διαχειριστή ή εκτελεστή του, στην ακροαματική διαδικασία και επομένως η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Η πιο πάνω προσέγγιση δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Η αξίωση αφορά απαίτηση για ακύρωση εγγραφών συγκεκριμένης ακίνητης ιδιοκτησίας, τα δε εμπλεκόμενα στη διαφορά μέρη είναι οι κληρονόμοι του αποβιώσαντα και τα μόνα πρόσωπα που επηρεάζονται. Συνεπώς, όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι, η παρουσία των οποίων θα κρινόταν ως απαραίτητη προκειμένου να αποφασιστεί αποτελεσματικά και πλήρως η υπό κρίση υπόθεση, είναι παρόντες. Θ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ. Με βάση τα πιο πάνω, οι μεταβιβάσεις, αρχικά στο όνομα της εναγόμενης 1, ημερ. 1.8.2002, και μετέπειτα στο όνομα της εναγόμενης 2, ημερ. 30.8.2002 και 4.9.2002, ακυρώνονται. Διατάσσεται όπως τα επίδικα ακίνητα, λεπτομερής περιγραφή των οποίων δίδεται στα αρχικά στάδια της απόφασης, επανεγγραφούν επ΄ ονόματι της ενάγουσας. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο