← Κύπρος

CYPRUS TRADING CORPORATION LTD ν. ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΕΤΟΚΑΚΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5960/2003, 4 Οκτωβρίου 2010

CYPRUS TRADING CORPORATION LTD ν. ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΕΤΟΚΑΚΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5960/2003, 4 Οκτωβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A317 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον:. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 5960/2003 CYPRUS TRADING CORPORATION LTD Ενάγοντα ν.

  1. ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΕΤΟΚΑΚΗΣ
  2. PAR-FET SHOES LTD
  3. ΙΩΑΝΝΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ Εναγόμενοι ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 24.2.10 CYPRUS TRADING CORPORATION PLC Ενάγοντα ν.
  4. ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΕΤΟΚΑΚΗΣ
  5. PAR-FET SHOES LTD
  6. ΙΩΑΝΝΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 4 Οκτωβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Μ. Πανταζή - Σταυρινού Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κος Απ. Ντορζής Για την Εναγομένη 3: κος Ντ. Καλλής Α Π Ο Φ Α Σ Η Η με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή καταχωρήθηκε στις 9.6.2003 και αφορά απαίτηση της τότε Ενάγουσας CYPRUS TRADING CORPORATION LTD εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 για ποσό Λ.Κ.40.920, πλέον τόκους και έξοδα ως οφειλόμενο υπόλοιπο σε σχέση με συμφωνία πώλησης εμπορευμάτων, συγκεκριμένα πορτοπαραθύρων, τα οποία παραγγέλθηκαν και τοποθετήθηκαν στην οικία της Εναγόμενης
  7. Μέχρι την ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας καταχωρήθηκαν και εκδικάστηκαν πάρα πολλές ενδιάμεσες αιτήσεις. Δεν θα αναφερθώ σε αυτές με λεπτομέρεια, καθότι το πλήρες ιστορικό της υπόθεσης φαίνεται από το δικονομικό φάκελο. Μεταξύ των αιτήσεων που έχουν εκδικαστεί ήταν και αιτήσεις τροποποίησης του τίτλου και της έκθεσης απαίτησης εκ μέρους της Ενάγουσας. Σύμφωνα με το τελικό κλητήριο ένταλμα, το οποίο καταχωρήθηκε στις 3.3.2010 μετά από την έκδοση σχετικής ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, η Ενάγουσα αξιώνει από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3, το ποσό των Λ.Κ.40.920, πλέον τόκους και έξοδα, δυνάμει έκδοσης τιμολογίων για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.61.020 για εμπορεύματα που παραδόθηκαν στην οικία της Εναγομένης
  8. Το τιμολόγιο είχε εκδοθεί επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 2 κατ΄ εντολή του Εναγόμενου 1 μετά από σχετικό έγγραφο παραγγελίας το οποίο είχε υπογραφεί από τον Εναγόμενο
  9. Έναντι του ποσού των Λ.Κ.61.020 οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 κατέβαλαν το ποσό των Λ.Κ.20.100 σε τρεις διαφορετικές ημερομηνίες. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι και οι τρεις Εναγόμενοι ευθύνονται αλληλέγγυα για ολόκληρο το εναπομείναν ποσό, ότι η Εναγόμενη 3 εγγυήθηκε τους Εναγόμενους 1 και 2 οι οποίοι καθόλα τα σχετικά χρονικά διαστήματα εκπροσωπούσαν και ή ενεργούσαν για λογαριασμό της και ότι ο Εναγόμενος 1 είναι Διευθυντής και μέτοχος της Εναγομένης 2 και για πράξεις του ευθύνεται η Εναγόμενη 2 εκ προστήσεως. Με την υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται όλους της ισχυρισμούς της Ενάγουσας την οποία και καλούν σε πλήρη και αυστηρή απόδειξη όλων των ισχυρισμών της. Είναι η θέση τους ότι ο Εναγόμενος 1 ως σύμβουλος της Εναγομένης 3, την συνόδευσε στα γραφεία της Ενάγουσας όπου η Εναγομένη 3 επέλεξε διάφορα πορτοπαράθυρα για την οικία της και η Ενάγουσα έδωσε σε αυτή αναλυτική προσφορά για το ποσό Λ.Κ.51.500 συν Φ.Π.Α. την οποία η Εναγόμενη 3 αποδέχθηκε. Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένης 3 ότι ο Εναγόμενος 1 θα ήταν αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 3 στις μεταξύ τους σχέσεις και ότι οι πληρωμές προς την Ενάγουσα θα γίνονταν είτε απευθείας από την Εναγόμενη 3 είτε από τον Εναγόμενο 1, στον οποίο θα έδιδε τα χρήματα η Εναγόμενη
  10. Η Εναγόμενη 3 έδωσε στον Ενάγοντα έναντι του πιο πάνω ποσού το ποσό των Λ.Κ.20.100 το οποίο ο Εναγόμενος 1 κατέβαλε στην Ενάγουσα με προσωπικές του επιταγές και/ή επιταγές της Εναγομένης
  11. Είναι περαιτέρω η θέση των Εναγομένων 1 και 2 ότι ουδέποτε έδωσαν εντολή για έκδοση οποιουδήποτε τιμολογίου στο όνομα τους και αν αυτό εκδόθηκε, εκδόθηκε αυθαίρετα και εν γνώσει της Ενάγουσας ότι αγοραστής των εμπορευμάτων ήταν η Εναγόμενη
  12. Είναι η θέση των Εναγομένων 1 και 2 ότι οι ίδιοι δεν έχουν καμία ευθύνη για τις τυχόν οφειλές της Εναγομένης 3 προς την Ενάγουσα, ισχυρίζονται ότι έχουν αυθαίρετα προστεθεί ως διάδικοι στην παρούσα αγωγή και ζητούν την απόρριψη της αξίωσης εναντίον τους με έξοδα εις βάρος της Ενάγουσας. Με τη δική της υπεράσπιση η Εναγόμενη 3 αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, ισχυρίζεται ότι η αγωγή ως έχει εγερθεί εναντίον της στερείται νομικής βάσης και/ή είναι ανυπόστατη και/ή αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί καθότι δεν διαφαίνεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της. Ισχυρίζεται επίσης ότι η Ενάγουσα είναι λανθασμένη διάδικος, η ορθή διάδικος θα έπρεπε να ήταν η εταιρεία DOMEX TRADING CO LTD στην οποία εκχωρήθηκαν κατ΄ ισχυρισμό της Ενάγουσας όλες οι εργασίες της Ενάγουσας. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ουδέποτε ζήτησε από την Ενάγουσα να την προμηθεύσει με τα ισχυριζόμενα αντικείμενα, αντίθετα είναι η θέση της ότι η ίδια είχε συμφωνήσει με τον Εναγόμενο 1 όπως αυτός αναλάβει τη διαχείριση των εργασιών για την ανακαίνιση της οικίας της. Η Εναγομένη 2 είναι εταιρεία της οποίας ο Εναγόμενος 1 είναι Διευθυντής και μέτοχος. Η συμφωνία μεταξύ Εναγομένης 3 και Εναγομένου 1 περιελάμβανε ότι ο Εναγόμενος 1 θα οργάνωνε τις εργασίες ανακαίνισης της οικίας της Εναγομένης 3, διορίζοντας ο ίδιος κατάλληλους εργολάβους, υπεργολάβους, εργάτες και από το συμφωνηθέν ποσό που θα πλήρωνε η Εναγόμενη 3 στον Εναγόμενο 1 για τις υπηρεσίες του, αυτός θα πλήρωνε όλους τους προμηθευτές, μεταξύ αυτών και την Ενάγουσα, εργολάβους, υπεργολάβους, εργάτες και θα παρέδιδε στην Εναγομένη 3 την οικία πλήρως ανακαινισμένη. Ως εκ των ανωτέρω η Εναγόμενη 3 δεν έκανε καμία συμφωνία με την Ενάγουσα, αντίθετα οποιαδήποτε ισχυριζόμενη από την Ενάγουσα συμφωνία, αυτή έγινε με τους Εναγομένους 1 και/ή
  13. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι η ίδια δεν έχει καμία ευθύνη ή υποχρέωση έναντι της Ενάγουσας να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό και σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι ποσό Λ.Κ.40.920 οφείλεται στην Ενάγουσα, η υποχρέωση και/ή η ευθύνη πληρωμής του βαρύνει αποκλειστικά τους Εναγόμενους 1 και
  14. Ισχυρίζεται δε περαιτέρω ότι η ίδια σε καμία περίπτωση δεν εγγυήθηκε οποιαδήποτε συναλλαγή των Εναγομένων 1 και 2 ούτε και με τη συμπεριφορά της παριστούσε και/ή άφηνε να νοηθεί ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 εκπροσωπούσαν την Εναγόμενη
  15. Καταληκτικά η Εναγόμενη 3 αιτείται την απόρριψη της αγωγής εναντίον της μετ΄ εξόδων. Με τις απαντήσεις στις υπερασπίσεις των Εναγομένων 1, 2 και 3 η Ενάγουσα επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της και ειδικά ότι η συμφωνία για την προμήθεια των εμπορευμάτων έγινε με τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 και/ή τους Εναγόμενους 1 και 2 ως αντιπροσώπους και/ή συμβούλους της Εναγόμενης 3 και/ή ότι η Εναγόμενη 3 με τη συμπεριφορά της προς την Ενάγουσα παριστούσε και/ή άφησε την Ενάγουσα να πιστεύει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 την εκπροσωπούσαν και/ή ότι ήταν υπεύθυνη για τις πράξεις και/ή παραλείψεις των Εναγομένων 1 και
  16. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται επίσης ότι δεν κωλύεται να προωθήσει την παρούσα αγωγή ως η δικαιούχος του κύκλου εργασιών, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος είσπραξης χρεών της Ενάγουσας ως ήταν όταν καταχωρήθηκε η αγωγή. Η Ενάγουσα προς απόδειξη των ισχυρισμών της, κάλεσε τέσσερις

(4)μάρτυρες, τον Α. Κωνσταντινίδη, Μ.Ε.1, τον Ιάκωβο Ευσταθίου, Μ.Ε.2, την Μαρία Χαραλάμπους, Μ.Ε.3 και τον Ανδρέα Χατζηπαναγή, Μ.Ε.
  1. Κανένας από τους Εναγομένους δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκε επίσης αριθμός Τεκμηρίων στα οποία θα γίνει αναφορά όταν αυτό κριθεί αναγκαίο. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και θεωρώ περιττό να την αναπαράξω. Θα αναφερθώ με συνοπτικό τρόπο στη μαρτυρία όλων των μαρτύρων για να μπορέσει να υπάρχει λογική συνοχή στην απόφαση όπως επίσης και για να μπορούν να γίνουν αντιληπτά τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Ο Μ.Ε.1 εργαζόταν στην εταιρεία CYPRUS TRADING CORPORATION LTD από τις 2.7.2001 μέχρι 31.5.
  2. Συγκεκριμένα ήταν υπεύθυνος του τμήματος που ασχολείτο με την εισαγωγή, προμήθεια, πωλήσεις και εφαρμογή ξύλινων πορτοπαραθύρων στο κατάστημα που διατηρεί η Ενάγουσα στη Λεωφ. Κέννεντυ στη Λευκωσία και το οποίο είναι γνωστό με το όνομα DOMEX. Συνάντησε για πρώτη φορά την Εναγομένη 3 περί το τέλος του 2003 όταν η ίδια επισκέφθηκε το εν λόγω κατάστημα. Αρχικά την εξυπηρέτησε ο συνάδελφος του Ιάκωβος Ευσταθίου (Μ.Ε.2) ο οποίος της έδειξε πατώματα και είδη υγιεινής και στη συνέχεια ο ίδιος της παρουσίασε τα Ιταλικά ξύλινα πορτοπαράθυρα που πωλούνταν στο κατάστημα. Η Εναγόμενη 3 και ο σύζυγος της Λάμπρος Χριστοφή, επισκέφθηκαν ξανά το κατάστημα DOMEX μετά από λίγες μέρες, είδαν ξανά τα πορτοπαράθυρα και η Εναγόμενη 3 του ζήτησε να ετοιμάσει προσφορά. Ο ίδιος ετοίμασε την προσφορά βάσει των Αρχιτεκτονικών σχεδίων του σπιτιού της Εναγομένης 3 τα οποία πήρε από το Αρχιτεκτονικό Γραφείο Ι & Α Φιλίππου. Αφού ετοίμασε την προσφορά βάσει των σχεδίων την έδωσε στο εν λόγω Αρχιτεκτονικό γραφείο. Ακολούθως η Εναγομένη 3 επισκέφθηκε για τρίτη φορά το κατάστημα μαζί με τον Εναγόμενο 1 τον οποίο για πρώτη φορά έβλεπε. Έδειξε και στον Εναγόμενο 1 τα πορτοπαράθυρα για τα οποία είχε ετοιμάσει την προσφορά και από τότε ξεκίνησε να έχει συχνές επαφές με τον Εναγόμενο 1 ο οποίος του έδωσε την εντύπωση ότι, πέραν από την Εναγομένη 3, αποφάσιζε και αυτός για τα πορτοπαράθυρα. Ο Εναγόμενος 1 συζήτησε μαζί του για το θέμα της τιμής και συμφωνήθηκε η τελική τιμή. Πριν να ετοιμαστεί η παραγγελία η οποία θα γινόταν στην Ιταλία, ο ίδιος πήγε με τον Εναγόμενο 1 στην οικοδομή της Εναγομένης 3 όπου έκαναν τις τελικές μετρήσεις για τις διαστάσεις των πορτοπαραθύρων. Ακολούθως ετοίμασε την παραγγελία την οποία υπέγραψε ο Εναγόμενος 3 στην παρουσία του. Σύμφωνα με την πρακτική της Ενάγουσας ο ίδιος ζήτησε από τον Εναγόμενο 1 να του δώσει ένα αριθμό ταυτότητας για να μπορέσει να ανοίξει λογαριασμό που θα αφορούσε τα πορτοπαράθυρα και ο Εναγόμενος 1 του έδωσε τον αριθμό ταυτότητας της συζύγου του, όπως του είπε. Η παραγγελία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. Με την υπογραφή της παραγγελίας έπρεπε να δοθεί προκαταβολή 10% επί του ποσού της παραγγελίας το οποίο ήταν Λ.Κ.51.
  4. Ο Εναγόμενος 1 του έδωσε επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος για το ποσό των Λ.Κ.5.
  5. Για το εν λόγω ποσό εκδόθηκε απόδειξη είσπραξης Τεκμήριο 2, στο όνομα της Εναγομένης 2, αφού έτσι ζήτησε ο Εναγόμενος
  6. Αργότερα περί τον Ιούνιο του 2002, ο Εναγόμενος 1 παρήγγειλε δύο επιπλέον πορτοπαράθυρα, έναντι του ποσού Λ.Κ.2.500 πλέον Φ.Π.Α, Τεκμήριο
  7. Έτσι το τελικό ποσό είχε ανέλθει στο ποσό των Λ.Κ.54.000 πλέον Φ.Π.Α. ύψους 13% ως ήταν τότε και για ολόκληρο το εν λόγω ποσό, εκδόθηκε τιμολόγιο, Τεκμηριο 4, επ΄ ονόματι της Εναγομένης 2, για το τελικό ποσό των Λ.Κ.61.
  8. Το τιμολόγιο φέρει ημερομηνία 30.9.2002 που ήταν η ημέρα παράδοσης των πορτοπαραθύρων στην οικία της Εναγομένης
  9. Στις 26.9.2002 πληρώθηκε από τον Εναγόμενο 1 έναντι του λογαριασμού το ποσό των Λ.Κ.5.000 και πάλι με επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και σχετικά εκδόθηκε απόδειξη, Τεκμήριο 5 επ΄ ονόματι της Εναγόμενης
  10. Στις 25.10.2002 πληρώθηκε έναντι του λογαριασμού και πάλι από τον Εναγόμενο 1 με επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος το ποσό των Λ.Κ.10.000 για το οποίο και πάλι εκδόθηκε απόδειξη Τεκμήριο 6, επ΄ ονόματι της Εναγομένης
  11. Εξ όσων ο ίδιος γνωρίζει κανένα άλλο ποσό δεν πληρώθηκε έναντι του εν λόγω λογαριασμού, παρά το ότι τα πορτοπαράθυρα παραδόθηκαν και τοποθετήθηκαν στην οικία της Εναγομένης
  12. Αναφερόμενος στις προσπάθειες του για την εξόφληση του ποσού ήταν η θέση του ότι, ο ίδιος είχε επαφή μόνο με τον Εναγόμενο 1 και όταν ο ίδιος του ζήτησε την εξόφληση του λογαριασμού ο Εναγόμενος 1 τον παρέπεμψε στην Εναγομένη
  13. Προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί της χωρίς επιτυχία. Διευκρίνισε ότι όλες οι πληρωμές έγιναν στον ίδιο από τον Εναγόμενο 1 και ότι ουδέποτε δεν προβλήθηκε κανένα παράπονο από κανένα από τους Εναγόμενους σε σχέση με την ποιότητα ή τοποθέτηση των πορτοπαραθύρων. Αντεξεταζόμενος, από τον συνήγορο υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 του υπεβλήθη ότι το Τεκμήριο 1 αφορά επιβεβαίωση για τις μετρήσεις των πορτοπαραθύρων στο σπίτι της Εναγομένης 3, θέση με την οποία ο μάρτυρας δεν συμφώνησε αναφέροντας ότι αυτή είναι η συμφωνία η οποία έκανε με τον Εναγόμενο
  14. Του υπεβλήθη ότι το εν λόγω τεκμήριο είναι εξ ολοκλήρου γραμμένο σε ξένη γλώσσα και συγκεκριμένα την Ιταλική γλώσσα και ρωτήθηκε κατά πόσο γνωρίζει το περιεχόμενο του εγγράφου κα/ή αν γνωρίζει την Ιταλική γλώσσα και του υπεβλήθηκε συναφώς ότι ούτε ο ίδιος ούτε και ο Εναγόμενος 1 γνώριζαν τι υπέγραφαν, θέση με την οποία δεν συμφώνησε και ανέφερε ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο Εναγόμενος 1 γνώριζαν ότι υπέγραφαν τον τρόπο πληρωμής τις διαστάσεις και την παραγγελία. Ρωτήθηκε κατά πόσο γνώριζε την ιδιότητα υπό την οποία υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο ο Εναγόμενος 1 και απάντησε αρνητικά, είπε ότι δεν γνωρίζει τη σχέση που είχαν ο Εναγόμενος 1 με την Εναγομένη 3 και επανέλαβε ότι η μοναδική γραπτή συμφωνία που έκανε ο ίδιος εκ μέρους της Ενάγουσας ήταν με τον Εναγόμενο
  15. Ρωτήθηκε επίσης σε σχέση με τις αποδείξεις για τις πληρωμές των ποσών και εξήγησε ότι ο λογαριασμός που ανοίχθηκε στην Ενάγουσα για τα εν λόγω εμπορεύματα ήταν στο όνομα της Εναγομένης 2 μετά από οδηγίες του Εναγομένου
  16. Τη δέσμευση δε, έναντι της Ενάγουσας κατά τη δική του αντίληψη την είχε η Εναγομένη
  17. Συνεπώς ήταν η θέση του ότι η συμφωνία έγινε με τους Εναγόμενους 1 και 2, διευκρινίζοντας ότι για τον ίδιο είναι οι Εναγόμενοι 1 και 2 που αγόρασαν τα επίδικα αντικείμενα και είχαν κάνει την παραγγελία και αρνήθηκε τη θέση ότι ο Εναγόμενος 1 του ανέφερε ότι, ότι έκανε ήταν για λογαριασμό της Εναγομένης 3 την οποία ανέλαβε τη διαχείριση της ανακαίνισης του σπιτιού της. Ο μάρτυρας είχε τη θέση ότι ουδέποτε ο Εναγόμενος 1 του ανέφερε οτιδήποτε τέτοιο. Αντεξεταζόμενος ο ίδιος μάρτυρας από το συνήγορο της Εναγομένης 3 ανέφερε ότι τη συμφωνία την έκανε με τον Εναγόμενο 1 και την Εναγομένη
  18. Συμφώνησε ότι οι συζητήσεις όσο αφορά την τιμή, την προκαταβολή, την παραγγελία, καθώς και όλα τα λεφτά τα οποία πληρώθηκαν τα είχε κάνει ο ίδιος με τον Εναγόμενο 1 και ότι με την Εναγόμενη 3 ο ίδιος ούτε συζήτησε αλλά ούτε και συμφώνησε οτιδήποτε. Ανέφερε ότι δεν γνωρίζει την ακριβή σχέση Εναγομένου 1 και Εναγομένης 3, ήξερε απλά ότι ήταν συνεργάτες. Συμφώνησε ότι το όνομα στο οποίο ανοίχθηκε ο λογαριασμός δηλαδή της Εναγομένης 2 έγινε κατόπιν συμφωνίας του με τον Εναγόμενο
  19. Διευκρίνισε επίσης για τις τρεις αποδείξεις που έχουν κατατεθεί, Τεκμήρια 2, 5 και 6, ο ίδιος έλαβε τρεις επιταγές, δύο του Εναγομένου 1 και μια της συζύγου του Παρασκευής Φετοκάκη, τις οποίες ο Εναγόμενος 1 του παρέδωσε προσωπικά. Ο Μ.Ε.1 συμφώνησε με την υποβολή του συνηγόρου της Εναγομένης 3, ότι βασικά ο λόγος που η Εναγομένη 3 προστέθηκε ως διάδικος ήταν επειδή τα αντικείμενα παραδόθηκαν στο σπίτι της. Συμφώνησε επίσης ότι ο ίδιος ουδέποτε ενημέρωσε την Εναγομένη 3 για το άνοιγμα των λογαριασμών και τις συμφωνίες με τον Εναγόμενο 1 και ανέφερε ότι η Εναγομένη 3 δεν γνώριζε τίποτε για την Εναγομένη 2, γνώριζε όμως ότι η Ενάγουσα έκανε συμφωνία με τον Εναγομένο
  20. Επανέλαβε δε, ότι η Εναγομένη 3 δεν έκανε καμία συμφωνία με τον ίδιο. Ο Μ.Ε.2 Ιάκωβος Ευσταθίου εργάζεται εδώ και 30 χρόνια στην Ενάγουσα, στο κατάστημα DOMEX που βρίσκεται στη Λεωφ. Κέννεντυ στη Λευκωσία. Γνωρίζει την Εναγομένη 3 εδώ και πολλά χρόνια όταν η ίδια με το σύζυγο της πήγαν στο κατάστημα και ενδιαφέρθηκαν για είδη υγιεινής για σπίτι που έχτιζαν τότε στο Στρόβολο. Περί το 2001 η Εναγομένη 3 ξαναεπισκέφθηκε το κατάστημα DOMEX για την οικία της στο Moντ Παρνας, όπου ζήτησε να δει μπάνια νιπτήρες και μίξερ για τα οποία και της δόθηκε προσφορά. Ο ίδιος της έδειξε επίσης Ιταλικά πορτοπαράθυρα που επίσης διέθετε το κατάστημα και η Εναγομένη 3 έδειξε ενδιαφέρον. Επανήλθε με το σύζυγο της και ο ίδιος μαζί με τον τότε συνάδελφο του Α. Κωνσταντινίδη (Μ.Ε.1), προχώρησαν σε διαπραγματεύσεις για τα πορτοπαράθυρα. Τους δόθηκε εντολή να πάρουν από το Αρχιτεκτονικό Γραφείο Α/φοι Φιλίππου τα σχέδια του σπιτιού της Εναγομένης 3 τα οποία πήρε ο Μ.Ε.1 και άρχισε η μελέτη για την υποβολή προσφοράς. Η Εναγομένη 3 τους σύστησε τον Εναγόμενο 1 ως τον άμεσα υπεύθυνο για την οικοδομή της, αναφέροντας τους ότι αν είχαν οποιαδήποτε προβλήματα να μιλούν μαζί του. Γνωρίζει ότι δόθηκε η παραγγελία την οποία υπέγραψε ο Εναγόμενος 1 και ότι τοποθετήθηκαν τα πορτοπαράθυρα στην οικία της Εναγομένης
  21. Γνωρίζει ότι ο λογαριασμός δεν εξοφλήθηκε γιατί ο ίδιος χειρίζεται τη λίστα χρεωστών του καταστήματος και συζήτησε το θέμα με τον Μ.Ε.1 ο οποίος του ανέφερε ότι κανένας δεν πλήρωνε τον εν λόγω λογαριασμό και ότι ο Εναγόμενος 1 και η Εναγομένη 3 έριχναν ο ένας ευθύνη στον άλλο. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο υπεράσπισης των Εναγόμενων 1 και 2 ανέφερε ότι το κατάστημα DOMEX ανήκει στην CYPRUS TRADING CORPORATION LTD. Του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 7 το οποίο ανέφερε ότι είναι έγγραφο το οποίο έχει εκδοθεί από το λογιστήριο της DOMEX ΤRADING CO LTD προς την Εναγομένη 2 που είναι εταιρεία του Εναγομένου 1 μετά από εντολή του Εναγόμενου 1 να ανοιχθεί έτσι ο λογαριασμός που αφορούσε την Εναγομένη
  22. Του υπεβλήθη ότι εάν οποιοδήποτε ποσό οφείλεται από οποιοδήποτε είναι προς την εταιρεία DOMEX ΤRADING CO LTD και ότι η Ενάγουσα δεν έχει καμία σχέση με αυτή την απαίτηση, θέση την οποία δεν δέχθηκε ο μάρτυρας, αναφέροντας ότι η DOMEX είναι κάτω από την ομπρέλα της CYPRUS TRADING CORPORATION LTD. Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο της Εναγομένης 3, συμφώνησε ότι τόσο το τεκμήριο 4 αλλά και τα τεκμήρια 2, 5 και 6 έχουν εκδοθεί επ΄ ονόματι της Εναγομένης 2 και του υπεβλήθη ότι είναι η Εναγόμενη 2 που έκανε την παραγγελία και κατόπιν τη συμφωνία, θέση με την οποία διαφώνησε και ανέφερε ότι όλα έγιναν υπό τις οδηγίες του Εναγόμενου 1 και τις εντολές της Εναγομένης
  23. Του υπεβλήθηκε επίσης ότι η DOMEX TRADING CO LTD και η CYPRUS TRADING CORPORATION LTD είναι ξεχωριστά νομικά πρόσωπα, θέση με την οποία ο μάρτυρας συμφώνησε, αναφέροντας όμως ότι βρίσκονται κάτω από την ίδια ομπρέλα. Συμφώνησε επίσης ότι σε σχέση με τα επίδικα αντικείμενα, ο ίδιος δεν έκανε καμία συμφωνία και ότι είναι ο συνάδελφος του Μ.Ε.1 που είχε κάνει τις συμφωνίες. Του υπεβλήθηκε ότι η Εναγομένη 3 δεν έκανε καμία συμφωνία είτε με την Ενάγουσα είτε με την DOMEX, θέση με την οποία ο μάρτυρας διαφώνησε, αναφέροντας ότι τόσο η συμφωνία όσο και η οποιαδήποτε πληρωμή χρημάτων έγιναν κατόπιν εντολής της Εναγομένης 3, αναφέροντας ότι ο ίδιος δεν γνώριζε καθόλου τον Εναγόμενο 1 και ότι είναι η Εναγομένη 3 που του τον σύστησε. Ανέφερε επίσης ότι όλα τα επίδικα αντικείμενα είχαν τοποθετηθεί στην οικία της Εναγομένης
  24. Η Μ.Ε.3 Μαρία Χαραλάμπους είναι υπεύθυνη λογιστηρίου της DOMEX TRADING CO LTD από το
  25. Ανέφερε ότι στο λογιστήριο στάληκε από το κατάστημα DOMEX που βρίσκεται στη Λεωφ. Κέννεντυ στη Λευκωσία, κατάσταση σύμφωνα με την οποία ένα τιμολόγιο γύρω στις Λ.Κ.70.000 που αφορούσε πορτοπαράθυρα παρέμενε ανείσπρακτο παρά τις προσπάθειες των υπαλλήλων του καταστήματος. Η ίδια δοκίμασε να επικοινωνήσει με τους πελάτες στα τηλέφωνα που αναγράφονται σ΄ αυτό χωρίς επιτυχία και ειδοποίησε τους δικηγόρους τους να προχωρήσουν δικαστικά για είσπραξη του ποσού. Γνωρίζει από τους δικηγόρους τους ότι λήφθηκε επιστολή εκ μέρους του δικηγόρου των Εναγόμενων 1 και 2 την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 σύμφωνα με την οποία αρνούνται ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα και ότι τα εμπορεύματα άνηκαν στην οικογένεια Χριστοφή. Γνωρίζει επίσης ότι δεν υπάρχει εξόφληση του ποσού και σύμφωνα με κατάσταση λογαριασμού η οποία ετοιμάστηκε από το λογιστήριο και η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9 σήμερα υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο ύψους €69.915,
  26. Αντεξεταζόμενη από το συνήγορο των Εναγόμενων 1 και 2, ανέφερε ότι η CTC DOMEX ανήκει στην ομπρέλα του συγκροτήματος CTC PLC και ότι η οφειλή είναι προς την εταιρεία DOMEX TRADING CO LTD. Της ζητήθηκε να αναγνωρίσει και αναγνώρισε κατάσταση λογαριασμού ημερ. 30.11.2009 η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10 για το ποσό των €69.915,97 που έχει εκδοθεί σε επιστολόχαρτο της DOMEX TRADING CO LTD απευθύνεται στην Εναγομένη 2 και αναφέρει κάτω από το όνομα της Εναγομένης 2 [οικία Ιωάννας Χριστοφή]. Αντεξεταζόμενη από το συνήγορο της Εναγομένης 3 ανέφερε ότι το Τεκμήριο 9 καταρτίστηκε το 2002, αλλά επειδή το πρόγραμμα που χρησιμοποιούν πλέον στην εταιρεία είναι σε ευρώ, γι΄ αυτό οι αναγραφές σε ποσά εταιρεία είναι σε ευρώ. Η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού έγινε από το κατάστημα DOMEX στην Λεωφ. Κέννεντυ και συγκεκριμένα από την υπάλληλο Άντρη Οικονομίδου, η οποία έχει πλέον αποχωρήσει. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 9 ο πελάτης της Ενάγουσας είναι η Εναγομένη 2, αλλά ανέφερε ότι γνωρίζει ότι πρόκειται για την οικία της Εναγομένης
  27. Της υποδείχθηκαν επίσης τα Τεκμήρια 4, 5, 6, 7 και 10 και ρωτώμενη ποιος είναι ο πελάτης τους και πάλι απάντησε ότι είναι η Εναγομένη
  28. Ο εκδότης των εν λόγω εγγράφων είναι η CTC DOMEX OPERATION η οποία ανήκει στην ομπρέλα της CTC PLC. Της υπεβλήθη ότι η Ενάγουσα είναι λανθασμένο πρόσωπο θέση με την οποία διαφώνησε, αναφέροντας ότι η Ενάγουσα είναι η εταιρεία υπό την ομπρέλα της οποίας λειτουργούν πάρα πολλά καταστήματα και εταιρείες. Ο τελευταίος μάρτυρας για την Ενάγουσα Μ.Ε.4 είναι ο Ανδρέας Χατζηπαναγής ο οποίος εργάζεται στην Ενάγουσα από το
  29. Ανέφερε ότι η Ενάγουσα είναι δημόσια εταιρεία από το 1989 μετά μετονομάστηκε σε CTC Public Ltd και μετά CTC PLC. Η CTC είχε διάφορες δραστηριότητες γνωστές με διάφορα ονόματα, όπως για παράδειγμα DOMEX, SCANDIA και ARGOSY. Την 1.1.2009 αποφασίστηκε όπως όλες οι δραστηριότητες γίνουν ξεχωριστές εταιρείες οι οποίες όμως υπάγονται 100% στη CTC PLC, έτσι δημιουργήθηκε μεταξύ άλλων, η εταιρεία DOMEX TRADING CO LTD. Έχει στην κατοχή του και κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο 11, συμφωνία μεταξύ της DOMEX TRADING CO LTD και της CTC PLC σε σχέση με την εκχώρηση και/ή ανάληψη δραστηριοτήτων και υποχρεώσεων της DOMEX TRADING CO LTD από την CTC PLC. Ερωτόμενος τι έγινε σε σχέση με τις εκκρεμούσες αγωγές που τυχόν υπήρχαν στο όνομα της DOMEX, ανέφερε ότι σύμφωνα με την παράγραφο 5 του Τεκμηρίου 11 η CTC μπορεί να προωθήσει τις αγωγές για είσπραξη των εν λόγω χρεών με την ανάληψη της υποχρέωσης να καταβάλει στην DOMEX οποιαδήποτε ποσά τυχόν εισπράξει, μετά από σχετικές οδηγίες του ιδίου ως διευθυντή της DOMEX TRADING CO LTD προς τη CTC PLC που δόθηκαν προφορικά. Αντεξεταζόμενος, από το συνήγορο των Εναγομένων 1 και 2 επέμενε ότι η CTC PLC και η DOMEX TRADING CO LTD υπάγονται στον ίδιο όμιλο εταιρειών και δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα στην προώθηση της αγωγής από πλευρά της Ενάγουσας. Του υπεδείχθη έγγραφο το οποίο αναγνώρισε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12 επιστολή της CTC PLC ημερ. 10.2.2009 με θέμα την εκχώρηση οφειλών πελατών προς τη CTC PLC για συναλλαγές που υπήρχαν με την CTC DOMEX σύμφωνα με την οποία πληροφορούνται οι πελάτες ότι όλες οι δραστηριότητες της CTC DOMEX OPERATIONS έχουν μεταφερθεί στην DOMEX TRADING CO LTD και ότι ως αποτέλεσμα της εκχώρησης όλες οι συναλλαγές θα γίνονται με την DOMEX TRADING CO LTD συμπεριλαμβανομένων και πληρωμών για εξόφληση των πιο πάνω οφειλών. Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο της Εναγομένης 3 διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της CTC PLC είναι Διευθυντής της DOMEX TRADING CO LTD και τα καθήκοντα του συμπεριλαμβάνουν να εκτελεί τη στρατηγική του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας. Ρωτήθηκε κατά πόσο υπάρχει γραπτή εξουσιοδότηση του Διοικητικού Συμβουλίου της CTC PLC για συνέχιση της παρούσας αγωγής, αναφέροντας ότι δεν χρειάζεται κάτι τέτοιο, οι προφορικές του οδηγίες ήταν αρκετές, συμφώνησε όμως ότι οποιοδήποτε ποσό χρημάτων τυχόν εισπραχθεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής θα δοθεί στην DOMEX. Ρωτήθηκε σε σχέση με πρόνοιες του Τεκμηρίου 11, αναφέροντας ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τις πρόνοιες της συμφωνίας στη λεπτομέρεια τους ούτε και είναι αρμοδιότητα του να ερμηνεύσει το έγγραφο. Αυτή ήταν η μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς Εναγόντών. Όπως έχει ήδη αναφερθεί κανένας από τους Εναγόμενους δεν κάλεσε μάρτυρα και οι συνήγοροι προχώρησαν στη κατάθεση γραπτών τελικών αγορεύσεων σύμφωνα με επιθυμία του Δικαστηρίου. Πολύ συνοπτικά ήταν η θέση της Ενάγουσας στη τελική της αγόρευση ότι η Ενάγουσα έχει δικαίωμα μετά την εκχώρηση να συνεχίσει την παρούσα αγωγή, ότι έχει αποδειχθεί η αξίωση της Ενάγουσας και ότι και οι τρεις Εναγόμενοι οφείλουν το αξιούμενο ποσό στην Ενάγουσα. Κάλεσε το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση εναντίον όλων των Εναγομένων. Ήταν η θέση του συνηγόρου των Εναγομένων 1 και 2 ότι εφόσον βάση της αγωγής είναι η ισχυριζόμενη συμφωνία ημερ. 7.3.2002 αυτή έχει καταρρεύσει καθότι το Τεκμήριο 1 που κατατέθηκε ως συμφωνία είναι σε ξένη γλώσσα και το Δικαστήριο δεν μπορεί να τη διαβάσει. Όλα τα τιμολόγια που έχουν εκδοθεί από την Ενάγουσα στηρίζονται σε μια άκυρη συμφωνία εφόσο το νόημα της δεν είναι βέβαιο και η ακυρότητα συμπαρασύρει και τα τιμολόγια. Πέραν τούτου, είναι η θέση των Εναγομένων 1 και 2 ότι η Ενάγουσα με βάση και τη συμφωνία εκχώρησης που καταχώρησε δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει και/ή συνεχίσει την παρούσα αγωγή. Σε περίπτωση που η πιο πάνω υπερασπίσεις των Εναγομένων 1 και 2 αποτύχουν, είναι η θέση τους ότι εάν η Ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση τότε δικαιούται σε απόφαση μόνο έναντι της Εναγομένης 2 εφόσον όλα τα τιμολόγια απευθύνονται στην Εναγομένη 2, όλες οι ειδοποιήσεις στάλησαν στην Εναγομένη 2 και τόσο ο Μ.Ε.1 όσο και η Μ.Ε.3 ανέφεραν ότι πελάτης τους είναι η Εναγομένη
  30. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγομένης 3 είχε τη θέση ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα αγωγή. Ήταν η εισήγηση του κου Καλλή ότι ελλείψει ειδικού Νόμου που διέπει τα θέματα εκχωρήσεων η εκχώρηση γίνεται με βάση τις αρχές της επιείκειας και εφόσον έχει ολοκληρωθεί η εκχώρηση κανένα συμφέρον δεν παρέμεινε στον αρχικό χρεώστη και ως εκ τούτου ορθός Ενάγοντας θα έπρεπε να ήταν η DOMEX TRADING CO LTD, σε περίπτωση δε που απομένει συμφέρον στην CTC τότε Ενάγουσες θα πρέπει να ήταν η CTC PLC και η DOMEX TRADING CO LTD. Ήταν επίσης η θέση του ότι εφόσον το Τεκμήριο 1 έχει καταχωρηθεί σε άγνωστη γλώσσα, το περιεχόμενο του παραμένει άγνωστο και κανένα συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από αυτό. Άνευ βλάβης των πιο πάνω ισχυρισμών, ήταν η θέση του συνηγόρου της Εναγομένης 3 ότι εν πάση περιπτώσει δεν έχει αποδειχθεί ότι η Εναγόμενη 3 εμπλέκεται οπουδήποτε στην παρούσα αξίωση και ανέφερε δε ότι η αντεξέταση του Μ.Ε.1 ήταν καταληκτική σε ότι αφορά την εμπλοκή της Εναγομένης 3 και εισηγήθηκε ότι εάν το Δικαστήριο δεν απορρίψει ολόκληρη την αγωγή θα πρέπει τουλάχιστο να την απορρίψει σε όση έκταση αφορά αξίωση εναντίον της Εναγομένης
  31. Η αξιολόγηση των μαρτύρων, έχοντας και ως γνώμονα τις παραμέτρους που η νομολογία έχει καθορίσει για το θέμα αυτό, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.09, δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία αφού το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να τους παρακολουθεί ενώ έδιδαν τη δια ζώσης μαρτυρία τους. Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλοντο, το καλό ή κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, διαβάζουμε τα ακόλουθα από τις σελίδες 1280 - 1281: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και την γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας.» Έχω επίσης θέσει ενώπιον μου και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Τέλος, πρέπει να αναφέρω ότι πριν αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία έθεσα ενώπιον μου και τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Ο Μ.Ε.1 ήταν ο ουσιαστικότερος μάρτυρας για την πλευρά της Ενάγουσας αφού ήταν το πρόσωπο το οποίο, ως ο ισχυρισμός της Ενάγουσας, σύνηψε τη συμφωνία με τους Εναγόμενους. Ο εν λόγω μάρτυρας υπέπεσε σε καίριες αντιφάσεις στην κυρίως εξέταση του και κατόπιν κατά την αντεξέταση του από τους συνηγόρους υπεράσπισης. Συγκεκριμένα αρχικά κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι η συμφωνία έγινε και με τους τρεις Εναγόμενους για να διαφοροποιήσει λίγο αργότερα τη θέση του ότι ήταν με δύο από τους Εναγόμενους, δηλαδή τους Εναγόμενους 1 και 3, αναφέροντας ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν το πρόσωπο που υπέγραψε το Τεκμήριο 1, ενώ η Εναγομένη 3 ήταν η ιδιοκτήτρια των αντικειμένων αφού τοποθετήθηκαν στο σπίτι της. Κατά την αντεξέταση του από το συνήγορο της Εναγομένης 3 ανέφερε ότι ουσιαστικά είναι με τον Εναγόμενο 1 που έκανε τη συμφωνία και ότι είναι μαζί του που συζητούσε για όλα τα θέματα που αφορούσαν τη συμφωνία και ότι πέραν της επίσκεψης της Εναγομένης 3 στο κατάστημα DOMEX για να δει τα πορτοπαράθυρα δεν είχε καμία άλλη επαφή μαζί της και παραδέχθηκε επίσης ότι δεν γνώριζε την ακριβή σχέση μεταξύ Εναγομένου 1 και Εναγομένης 3 παρά μόνο ήξερε ότι συνεργάζονταν. Συμφώνησε επίσης με το συνήγορο υπεράσπισης ότι ο μοναδικός λόγος που συμπεριλήφθηκε ως Εναγόμενη η Εναγόμενη 3, ήταν επειδή τα πράγματα τοποθετήθηκαν στο σπίτι της. Παραδέχθηκε επίσης ότι ο ίδιος ουδέποτε ενημέρωσε την Εναγομένη 3 για τις διάφορες συσκέψεις, συζητήσεις ή άλλες επαφές είχε με τον Εναγόμενο
  1. Κατά την αντεξέταση του δε από τον συνήγορο των Εναγομένων 1 και 2 ανέφερε ότι το Τεκμήριο 1 είναι η συμφωνία του με τους Εναγόμενους και αργότερα άλλαξε τη θέση του για να πει ότι είναι η παραγγελία που έγινε. Ανέφερε ότι δεν γνωρίζει την ιδιότητα υπό την οποία υπέγραψε το Τεκμήριο 1 ο Εναγόμενος 1 επαναλαμβάνοντας ότι δεν γνώριζε τη σχέση που είχαν οι Εναγόμενοι 1 και 3 ούτε και ρώτησε. Αργότερα, δέχτηκε και συμφώνησε με το συνήγορο των Εναγομένων 1 και 2 ότι το πρόσωπο που είχε δέσμευση έναντι την εταιρείας του ήταν η Εναγόμενη
  2. Από τα πιο πάνω είναι σαφές ότι ο εν λόγω μάρτυρας προφανώς φοβούμενος και δική του ευθύνη προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι και οι τρεις Εναγόμενοι είναι τα πρόσωπα με τα οποία ο ίδιος είχε συμβληθεί αλλά αναίρεσε αυτή του τη θέση περισσότερες από μια φορές αναφέροντας μετά ότι η συμφωνία έγινε με τους Εναγόμενους 1 και 3 για να δεχθεί στο τέλος ότι δέσμευση έναντι της Ενάγουσας είχε η Εναγόμενη
  3. Θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί με ασφάλεια στη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, ο οποίος ας σημειωθεί όταν ένοιωθε ότι μια απάντηση του μπορεί να δυσχέραινε την αξίωση της Ενάγουσας απέφευγε να απαντά τις επόμενες ερωτήσεις ή προσπαθούσε να απαντά με μη ευθύ τρόπο. Ο Μ.Ε.2 ουσιαστικά δεν είχε καμία ανάμειξη στην ισχυριζόμενη κατάρτιση συμφωνίας με τους Εναγόμενους, γεγονός που παραδέχθηκε πολλές φορές κατά την αντεξέταση του από το συνήγορο της Εναγομένης 3 και παρέπεμψε σχετικά ως αρμόδιο πρόσωπο για την κατάρτιση της συμφωνίας στον Μ.Ε.
  4. Η σχέση του με την Εναγόμενη 3 αφορούσε προγενέστερες δοσοληψίες της με την Ενάγουσα ενώ ήταν ο ίδιος που έδειξε για πρώτη φορά στην Εναγομένη 3 τα πορτοπαράθυρα όταν απουσίαζε ο Μ.Ε.1 και όταν αυτός επανήλθε του σύστησε την Εναγομένη
  5. Η Εναγομένη 3 του γνώρισε τον Εναγόμενο 1 και ήταν η θέση του ότι του τον σύστησε ως τον άμεσα υπεύθυνο για την οικοδομή και του ζήτησε να μιλούν μαζί του για οποιαδήποτε θέματα. Γνωρίζει ότι δόθηκε η παραγγελία η οποία υπεγράφη από τον Εναγόμενο 1, ότι ο Εναγόμενος 1 πλήρωσε προκαταβολή και δύο άλλα ποσά, γνωρίζει επίσης ότι δόθηκε συμπληρωματική παραγγελία, ότι τα πορτοπαράθυρα τοποθετήθηκαν στο σπίτι της Εναγομένης 3 αλλά ακόμα το ποσό της αξίας τους παραμένει οφειλόμενο. Συνεπεία της αντεξέτασης του προέκυψε θέση του ότι ήταν προσωπικά παρών όταν έγινε η συμφωνία και με τους τρεις Εναγομένους και τον Μ.Ε.1 και όταν του υπεβλήθηκε από τον συνήγορο της Εναγομένης 3 ότι ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι ουδέποτε έκανε συμφωνία με την Εναγομένη 3, προσπαθώντας να διορθώσει αυτή του τη θέση ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 1 και η Εναγόμενη 2 λειτουργούσαν κατόπιν εντολών της Εναγομένης 3, καταφανώς σε μια προσπάθεια του να βοηθήσει την υπόθεση για την Ενάγουσα. Θεωρώ ότι ο μάρτυρας αυτός υπήρξε ειλικρινής όσο αφορά τη θέση του ότι δεν ήταν ο ίδιος που διαπραγματεύτηκε τη συμφωνία και υπό αυτή την παραδοχή του θα αξιολογηθεί η μαρτυρία του. Τα όσα έχει αναφέρει ο εν λόγω μάρτυρας στην αντεξέταση του σε σχέση με το σε ποιο νομικό πρόσωπο οφείλεται οποιοδήποτε ποσό θεωρώ δεν έχουν καμία σημασία για να αξιολογηθούν εφόσον ο εν λόγω μάρτυρας δεν μπορεί να γνωρίζει τη δομή της εταιρείας και τα νομικά ζητήματα που διέπουν το θέμα εκχώρησης εργασιών από μια εταιρεία σε άλλη. Ως μάρτυρας της αλήθειας κρίνεται η Μ.Ε.3 σε σχέση με τις ενέργειες της κατά την προσπάθεια είσπραξης της οφειλής και τις οδηγίες που έδωσε στους δικηγόρους της εταιρείας για καταχώριση αγωγής. Η μαρτυρία της ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη σε σχέση με το αρχικό ποσό της οφειλής, τις πληρωμές που έγιναν και το υπόλοιπο. Η ίδια απάντησε ότι ο πελάτης της εταιρείας είναι η Εναγομένη
  6. Η υπόλοιπη μαρτυρία και αυτής της μάρτυρος σε σχέση με το νομικό καθεστώς που διέπει την Ενάγουσα θεωρώ και πάλι ότι δεν μπορεί να αξιολογηθεί καθότι η ίδια δεν ήταν αρμόδιο πρόσωπο για να μαρτυρήσει επί των θεμάτων αυτών. Ο Μ.Ε.4 του οποίου ο μοναδικός σκοπός μαρτυρίας ήταν η κατάθεση του Τεκμηρίου 11 και η νομιμοποίηση ουσιαστικά της Ενάγουσας στη συνέχιση της παρούσας αγωγής, ανέφερε ότι δεν είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας, αλλά είναι ο Γενικός Διευθυντής της DOMEX ΤRADING CO LTD και ότι ο ίδιος σύμφωνα με τον όρο 5 του Τεκμηρίου 11, έδωσε προφορικές οδηγίες στον Οικονομικό Διευθυντή της CTC PLC να συνεχίσει την παρούσα αγωγή, αναφέροντας ότι το ποσό των χρημάτων που τυχόν εισπραχθεί θα δοθούν στην DOMEX ΤRADING CO LTD. Σε σχέση με τα πιο πάνω η μαρτυρία του έμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη και φρονώ ότι ο εν λόγω μάρτυρας έχει αναφέρει στο Δικαστήριο την αλήθεια και ότι τα όσα έχει αναφέρει εμπίπτουν στο πεδίο γνώσης και εξουσιοδότησης του. Η ερμηνεία του Τεκμηρίου 11 είναι θέμα του Δικαστηρίου και δεν αφορά τον εν λόγω μάρτυρα. Ενόψει της αξιολόγησης της μαρτυρίας με βάση τις αρχές που έχουν αναφερθεί τα πιο πάνω, το μέρος της μαρτυρίας που έμεινε αναντίλεκτο, τα διάφορα τεκμήρια που κατατέθηκαν, τα πιο κάτω γίνονται ευρήματα του Δικαστηρίου. · Η εταιρεία Cyprus Trading Corporation Ltd, αρχικά μετονομάστηκε σε Cyprus Trading Corporation Public και μετά σε Cyprus Trading Corporation Plc, "CTC PLC". · Περί το 2002 η Εναγόμενη 3, ανακαίνιζε την οικία της στο Μοντ Παρνας και για σκοπούς αυτής της ανακαίνισης επισκέφθηκε μεταξύ άλλων το κατάστημα DOMEX που βρίσκεται στη Λεωφ. Κέννεντυ στη Λευκωσία από όπου και προμηθεύτηκε είδη υγιεινής. Στα πλαίσια εκείνης της επίσκεψης της ο Μ.Ε.2 ο οποίος ήταν το πρόσωπο που την εξυπηρέτησε σε σχέση με τα είδη υγιεινής, της έδειξε τα Ιταλικά πορτοπαράθυρα που επίσης προσφέρονταν προς πώληση στο εν λόγω κατάστημα και η Εναγομένη 3, εκδήλωσε ενδιαφέρον για αυτά, ακολούθως ξαναεπισκέφθηκε το εν λόγω κατάστημα μαζί με το σύζυγο της όπου και ξαναείδαν τα πορτοπαράθυρα και τελικά επισκέφθηκε για τρίτη φορά το εν λόγω κατάστημα μαζί με τον Εναγόμενο 1, και πάλι για να δουν τα πορτοπαράθυρα. · Υπεύθυνος υπάλληλος της Ενάγουσας για θέματα που αφορούσαν την επίδειξη, παραγγελία και πώληση των Ιταλικών πορτοπαραθύρων ήταν τη δεδομένη χρονική περίοδο ο Μ.Ε.
  7. · Η Εναγόμενη 3 σύστησε στους Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 τον Εναγόμενο 1 ως το αρμόδιο πρόσωπο με το οποίο θα έπρεπε να μιλούν σε σχέση με τα πορτοπαράθυρα για την εν λόγω οικία της. · Η Εναγομένη 3 ουδέποτε ξανά είχε οποιαδήποτε ανάμιξη με την παραγγελία και/ή αγορά και/ή τοποθέτηση στην οικία της των εν λόγω πορτοπαραθύρων ούτε και υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο με την Ενάγουσα, ούτε και πλήρωσε η ίδια στην Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με τα εν λόγω αντικείμενα. · Ο Μ.Ε.1 διαχειρίστηκε από πλευράς Ενάγουσας την παραγγελία, πώληση και τοποθέτηση των πορτοπαραθύρων στην οικία της Εναγομένης 3 μετά από σχετικές συνομιλίες, συζητήσεις και διαπραγματεύσεις με τον Εναγόμενο 1 και ειδικά όλα όσα αφορούσαν την παραγγελία των εν λόγω πορτοπαραθύρων δηλαδή ποσότητα, τιμή, μετρήσεις στην οικία της Εναγομένης 3 που θα γινόταν και η τοποθέτηση, τρόπο πληρωμής και υπέβαλε σχετική προσφορά μετά που έλαβε αντίγραφα των αρχιτεκτονικών σχεδίων της οικίας της Εναγομένης 3 από το αρχιτεκτονικό γραφείο Αδερφοί Φιλίππου που τα εκπόνησε. · Τα πορτοπαράθυρα παραγγέλθηκαν στις 7.3.2002 κατόπιν γραπτής παραγγελίας την οποία υπέγραψε ο Εναγόμενος 1, σχετικό είναι το Τεκμήριο
  8. Η εν λόγω παραγγελία ήταν για συνολικό ποσό Λ.Κ.51,500 στο οποίο δεν συμπεριλαμβανόταν ο Φ.Π.Α. · Μεταγενέστερα και συγκεκριμένα στις 3.6.2002, έγινε συμπληρωματική παραγγελία για ακόμα δύο πορτοπαράθυρα, για το ποσό των Λ.Κ.2500 στο οποίο και πάλι δεν συμπεριλαμβάνεται ο Φ.Π.Α. · Όλα τα πορτοπαράθυρα που αφορούσαν οι δύο παραγγελίες παραλήφθησαν από το εξωτερικό και τοποθετήθηκαν και/ή εγκαταστάθηκαν στην οικία της Εναγομένης 3 στο Μοντ Παρνάς, όπου βρίσκονται μέχρι και σήμερα. · Δεν υπεβλήθη σε καμία περίπτωση οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με την ποσότητα, ποιότητα, εγκατάσταση ή οποιοδήποτε άλλο σχετικό θέμα εκ πλευράς οποιωνδήποτε των Εναγομένων. · Ο Εναγόμενος 1 είναι μέτοχος και διοικητικός σύμβουλος της Εναγομένης 2 η οποία είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που έχει δεόντως συσταθεί σύμφωνα με τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. · Το συνολικό ποσό αξίας της εν λόγω παραγγελίας, όπως αυτό συμφωνήθηκε ήταν Λ.Κ.54.000 πλέον Φ.Π.Α. (ποσό Λ.Κ.51.500 αφορούσε την πρώτη παραγγελία ενώ το ποσό των Λ.Κ.2.500 τη δεύτερη παραγγελία). Το συνολικό ποσό της παραγγελίας μαζί με το Φ.Π.Α. το οποίο τότε ήταν της τάξης των 13% δηλαδή Λ.Κ.7.020 ήταν Λ.Κ.61.
  9. Για το εν λόγω ποσό όπως έχει ήδη αναφερθεί εκδόθηκε σχετικό τιμολόγιο στο όνομα της Εναγομένης 2, Τεκμήριο
  10. · Έναντι του πιο πάνω ποσού έγιναν τρεις πληρωμές. Για τις πληρωμές αυτές εκδόθηκαν ισάριθμες αποδείξεις στο όνομα της Εναγομένης 2, Τεκμήρια 2, 5 και
  11. Και οι 3 πληρωμές έγιναν με επιταγές τις οποίες παρέδωσε ο Εναγόμενος 1 στον Μ.Ε.
  12. Η πρώτη επιταγή ήταν για το ποσό των Λ.Κ.5.100, πληρώθηκε στις 17.4.2002 και ο εκδότης της ήταν η Παρασκευή Φετοκάκη η οποία είναι σύζυγος του Εναγομένου
  13. Η δεύτερη επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.5.000 πληρώθηκε στις 26.2.2002 και εκδότης της ήταν ο Εναγόμενος
  14. Η τρίτη επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.10.000 πληρώθηκε στις 25.10.2002 και πάλι με επιταγή του Εναγομένου
  15. · Εκτός από τις 3 πιο πάνω πληρωμές, δεν έγινε καμία άλλη πληρωμή έκτοτε και το υπόλοιπο ποσό της παραγγελίας παραμένει οφειλόμενο. Το εν λόγω ποσό δηλαδή Λ.Κ.40.920 μετατρεπόμενο σε ευρώ με βάση την επίσημη ισοτιμία είναι €69.915,
  16. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω ευρήματα και τις αντίστοιχες υπερασπίσεις των Εναγομένων όπως προβάλλονται μέσα από τα δικόγραφα και την αντεξέταση των μαρτύρων ενάγουσας, το Δικαστήριο ουσιαστικά καλείται να απαντήσει τα εξής ερωτήματα:
  17. Υπάρχει οφειλόμενο ποσό και εάν ναι ποίο είναι το ύψος του;
  18. Σε ποίον οφείλεται το τυχόν οφειλόμενο ποσό;
  19. Μεταξύ ποίων μερών έχει γίνει, αν έχει γίνει σύμβαση πώλησης των πορτοπαραθύρων και επομένως ποίος από τους Εναγόμενους οφείλει το ποσό αυτό; Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου όπως έχουν αναφερθεί πιο πάνω προκύπτει ότι η απάντηση στο πρώτο ερώτημα, έχει ήδη δοθεί. Δηλαδή με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου υπάρχει σήμερα οφειλόμενο υπόλοιπο το οποίο είναι ύψους Λ.Κ.40.920 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. 13% ως ήταν τότε, ποσό το οποίο με βάση την επίσημη ισοτιμία ισούται με €69.915,
  20. Η πιο πάνω απάντηση εξάγεται από τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί από την Ενάγουσα, δηλαδή το Τεκμήριο 1, ήτοι την αρχική παραγγελία για ποσό Λ.Κ.51.500 χωρίς Φ.Π.Α., το Τεκμήριο 3 δηλαδή τη συμπληρωματική παραγγελία για ποσό Λ.Κ.2.500 χωρίς Φ.Π.Α., τα οποία αντικατοπτρίζονται στο τιμολόγιο το οποίο εκδόθηκε στις 30.9.2002 επ΄ ονόματι της Εναγομένης 2, για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.61.020 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., Τεκμήριο
  21. Έναντι του εν λόγω ποσού σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 η οποία υποστηρίζεται από τις αποδείξεις εισπράξεων Τεκμήρια 2, 5 και 6 έχει πληρωθεί από τον Εναγόμενο 1 με 3 επιταγές το συνολικό ποσό των Λ.Κ.20.100 και προς τούτο έχουν εκδοθεί οι σχετικές αποδείξεις επ΄ ονόματι της Εναγομένης
  22. Αυτό το κομμάτι της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 παρέμεινε αναντίλεκτο όπως αναντίλεκτη έμεινε σε σχέση και με το υπόλοιπο που διεκδικείται σήμερα από την Ενάγουσα η μαρτυρία της Μ.Ε.
  23. Είναι πρόδηλο ότι κανένας από τους συνηγόρους υπεράσπισης δεν αμφισβήτησε τα εν λόγω ποσά ούτε και κανένας από τους μάρτυρες Εναγόντων αντεξετάστηκε σε σχέση με τα ποσά αυτά. Με δεδομένο λοιπόν και το εύρημα του Δικαστηρίου ότι όλα τα αντικείμενα που παραγγέλθηκαν παραδόθηκαν και τοποθετήθηκαν στην οικία της Εναγομένης 3 και ότι ουδέποτε δεν έχει υποβληθεί κανένα παράπονο σε σχέση με την ποιότητα, ποσότητα και/ή τοποθέτηση και εγκατάσταση τους, είναι η θέση μου ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει την απαίτηση της για την ύπαρξη οφειλής ύψους Λ.Κ.40.920 ή €69.915,
  24. Το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι από ποίο ή ποιους οφείλεται το εν λόγω ποσό. Συνυφασμένη με το ερώτημα αυτό είναι η ερώτηση μεταξύ ποιών έχει καταρτιστεί, συμφωνία πώλησης των εν λόγω εμπορευμάτων. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου, συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από τον νόμο αυτό ως άκυρες. Σύμφωνα επίσης με το ίδιο άρθρο οι συμβάσεις μπορεί να καταρτίζονται γραπτά ή προφορικά ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών. Ήταν η αρχική θέση της Ενάγουσας ότι το Τεκμήριο 1 αποτελεί τη συμφωνία για την πώληση των πορτοπαραθύρων. Διαφάνηκε αργότερα ότι το εν λόγω έγγραφο, δηλαδή το Τεκμήριο 1 δεν αποτελεί συμφωνία αλλά γραπτή παραγγελία. Καθοριστική επί τούτου, ήταν τελικά η θέση του Μ.Ε.
  25. Κανένα άλλο κείμενο συμφωνίας δεν έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο και είναι η θέση μου με βάση τα ευρήματα μου αλλά και τα διάφορα Τεκμήρια που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία πώλησης των εν λόγω αντικειμένων έγινε μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά και ιδιαίτερη σημασία έχει στην παρούσα περίπτωση η συμπεριφορά των μερών. Η ερμηνεία των συμβάσεων αποτελεί έργο του Δικαστηρίου, αντικείμενο της ερμηνείας παραμένει πάντα η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά τον μέσο λογικό άνθρωπο. Το Δικαστήριο πρέπει να αποκαλύψει την κοινή πρόθεση των μερών που γίνεται εφικτή από τη θεώρηση της συμφωνίας ως συνόλου. Η λεκτική διατύπωση της συμφωνίας οριοθετεί την ερμηνευτική προσπάθεια. Παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις ΑΤΗΚ ν. Telemedia Information Services Ltd, Πολιτική Έφεση 10307, 29.5.2001, Fredericou Schools Co Ltd κα v. Accua Inc, Πολιτικές Εφέσεις 8266 και 8530, 10.10.2002, Ζήνωνος κα ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολιτική Έφεση 11058, 28.6.2002, Αλεξάνδρου ν. Κωμοδρόμου κα, Πολιτικές Εφέσεις 8586, 9006, 21.5.1997 και Θεοδούλου ν. ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ, Πολιτική Έφεση 9353, 27.11.
  26. Η Νομολογία επίσης καθορίζει ότι η συμπεριφορά των μερών λαμβάνεται υπόψη ειδικά στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν γραπτές συμφωνίες αφού από αυτή καθορίζονται οι όροι της συμφωνίας. Σχετική είναι η υπόθεση Νίκη Ορφανίδη ν. Ανδρέα Ορφανίδη
(2001)1 Α.Α.Δ., 1889. Αναφέρω επίσης ότι η εγκυρότητα και η εμβέλεια εγγύησης όπως έχει και νομολογιακά καθιερωθεί, εξετάζεται υπό το φως της ολότητας της σχετικής σύμβασης. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Γιώργος Καρατσιώλης ν. Royal Sports Betting Ltd, Πολ.Έφ. 250/06 ημερομηνίας 23.5.2008, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. T.G. and Sons Importing Company Ltd κ.ά.
(2004)1(Α) Α.Α.Δ.,
  1. Στην παρούσα περίπτωση, όπως έχει αναφερθεί προηγουμένως η σύμβαση έγινε εν μέρει γραπτώς και εν μέρει προφορικά. Είναι η θέση μου ότι με βάση τα Τεκμήρια 1, 3 και 4 συνεφωνήθει η παραγγελία, πώληση και τοποθέτηση έναντι του συνολικού ποσού των Λ.Κ.61.020 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. η παραγγελία, παράδοση, εγκατάσταση και η τοποθέτηση ιταλικών πορτοπαραθύρων στην οικία της Εναγομένης
  2. Ποσό 10% του αρχικού ποσού της συμφωνίας έπρεπε να πληρωθεί και πληρώθηκε ως προκαταβολή, σχετικό είναι το Τεκμήριο
  3. Το υπόλοιπο ποσό έπρεπε να πληρωθεί με την παράδοση των εμπορευμάτων, έναντι του ποσού αυτού πληρώθηκε σε δύο περιπτώσεις το συνολικό ποσό των Λ.Κ.15.
  4. Όπως φαίνεται και από τα ευρήματα του Δικαστηρίου η επίδικη παραγγελία υπογράφηκε από τον Εναγόμενο 1 ενώ το τιμολόγιο και όλες οι αποδείξεις πληρωμής έχουν εκδοθεί στο όνομα της Εναγομένης 2, μετά από σαφείς οδηγίες του Εναγομένου
  5. Σύμφωνα δε με τους Μ.Ε.1 και Μ.Ε.3 ο πελάτης της εταιρείας που εργάζονται είναι η Εναγομένη
  6. Όλες οι διαπραγματεύσεις εκ μέρους της Ενάγουσας έγιναν με τον Εναγόμενο 1 και μετά από δική του επιθυμία ο λογαριασμός ο οποίος ανοίχθηκε καθώς και όλα τα έγγραφα που έχουν εκδοθεί, δηλαδή καταστάσεις λογαριασμού και αποδείξεις είσπραξης εκδόθηκαν στο όνομα της Εναγομένης
  7. Θεωρώ λοιπόν, με βάση τα πιο πάνω, ότι η Εναγομένη 2 μέσω του Εναγομένου 1 είναι πρόσωπο το οποίο συμβλήθηκε με την Ενάγουσα. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 1, παρατηρώ ότι πέραν του ότι ήταν το πρόσωπο με το οποίο έγιναν οι διαπραγματεύσεις με τον Μ.Ε.1, ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε το Τεκμήριο 1 υπό την προσωπική του ιδιότητα, πουθενά στο εν λόγω έγγραφο δεν υπάρχει σφραγίδα της Εναγομένης 2 ή οτιδήποτε άλλο που να καταδεικνύει ότι ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο εκ μέρους της Εναγομένης
  8. Αντίθετα και προς τεκμηρίωση της θέσης μου ότι ο Εναγόμενος 1 ενεργούσε υπό την προσωπική του ιδιότητα είναι το γεγονός ότι οι δύο από τις τρεις επιταγές οι οποίες δόθηκαν έναντι του συνολικού ποσού της αξίωσης, δόθηκαν από τον Εναγόμενο 1 προσωπικά. Σχετική είναι η υπόθεση A. MINTIKIS FARM LIMITED v.
  9. Saldiez Company Limited και
  10. Πέτρου Ζειλλά απόφαση ημερ. 29.6.2006 στην οποία υιοθετήθηκε το εξής απόσπασμα, από το σύγγραμμα Cheshire & Fifoot "The Law of Contract" 9η έκδοση, 1976 στη σελ. 472 και στην οποία εκδόθηκε απόφαση τόσο εναντίον της εταιρείας όσο και του Διευθυντή και μετόχου της Εναγόμενου 2: "Where an agent, having authority to contract on behalf of another, makes the contract in his name, concealing the fact he is a mere representative, the doctrine of the undisclosed principal comes into play. By this doctrine either the agent, or the principal when discovered, may be sued; and either the agent or the principal may sue the other party to the contract". Στην υπόθεση HOLIDAY TOURS LTD v. Γεωργίου Α. Κούτα κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 766 στη σελ. 768 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η ύπαρξη αντιπροσωπείας δεν αποκλείει την ανάληψη προσωπικής ευθύνης του αντιπροσώπου σε περιπτώσεις όπου η φύση ή η ερμηνεία της σύμβασης ή οι περιστάσεις της σύμβασης καταδεικνύουν από κοινού ανάληψη ευθύνης του αντιπροσώπου με τον αντιπροσωπευόμενο προς το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η κάθε περίπτωση εξαρτάται από τα δικά της περιστατικά. Στην προκειμένη περίπτωση, και αν ακόμα γινόταν αποδεκτή η θέση ότι η Εφεσείουσα ενεργούσε σαν μεσάζων, είχε και παράλληλη ευθύνη με τον αντιπροσωπευόμενο έναντι των Εφεσιβλήτων για ενέργειες των αντιπροσωπευομένων». Με βάση τα πιο πάνω είναι η θέση μου ότι και ο Εναγόμενος 1 προσωπικά είναι επίσης συμβαλλόμενο μέρος. Όσον αφορά την Εναγόμενη 3, ο Μ.Ε.1 που ήταν το πρόσωπο που ανέλαβε τη διαπραγμάτευση και ολοκλήρωση της συμφωνίας εκ πλευράς Εναγόντων ανέφερε ότι δεν είχε μαζί της καμία συμβατική σχέση. Ο μόνος λόγος που κατά τη γνώμη του που περιλήφθηκε η Εναγόμενη 3 ως διάδικος ήταν το γεγονός ότι τα πορτοπαράθυρα παραδόθηκαν και εγκαταστάθηκαν στο σπίτι της Εναγομένης
  1. Η Εναγομένη 3 σε καμία περίπτωση δεν προέβηκε ούτε σε διαπραγμάτευση ούτε σε οποιαδήποτε πληρωμή έναντι του εν λόγω ποσού, το όνομα της δεν αναγράφεται ως δικαιούχος ή χρεώστης σε κανένα από τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί παρά μόνο στην παραγγελία που έγινε αναφέρεται ότι γίνεται για σκοπούς της κατοικίας της Εναγομένης 3, ενώ η κατάσταση λογαριασμού η οποία έχει ημερομηνία έκδοσης 30.11.2009 για πρώτη φορά πέραν του ονόματος της Εναγομένης 2, αναφέρει «House of Ioan. Christofi», και παρατηρώ ότι κάτι τέτοιο δεν αναγράφεται στο Τεκμήριο 7 που εκδόθηκε στις 31.1.2009 ούτε και στο αρχικό τιμολόγιο που εκδόθηκε στις 30.9.
  2. Το όνομα της Εναγομένης 3 φαίνεται επίσης στο Τεκμήριο 9, το οποίο έχει καταρτιστεί από πρόσωπο που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία, παραπέμπω σχετικά στη μαρτυρία της Μ.Ε.3 και το οποίο καταρτίστηκε εκκρεμούσης της παρούσης αγωγής και για σκοπό παρουσίασης του στο Δικαστήριο. Επίσης η μαρτυρία του Μ.Ε.1 ήταν ότι δεν γνώριζε την ακριβή σχέση μεταξύ Εναγομένης 3 και Εναγομένου 1, ήξερε απλά ότι συνεργάζονταν και δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει την ακριβή τους σχέση. Ο Μ.Ε.2 ανέφερε ότι πριν να γίνει η παραγγελία η Μ.Ε.3 του γνώρισε τον Μ.Ε.1 και τον οποίο του σύστησε ως το άμεσα υπεύθυνο πρόσωπο για την οικοδομή της, αναφέροντας του ότι θα έπρεπε να μιλούν μαζί του για οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα είχαν. Αυτό το γεγονός πέραν του ότι δεν μπορεί να εμπλέξει νομικά ως διάδικο στη συμφωνία την Εναγομένη 3, έγινε σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 προτού υποβληθεί η παραγγελία και ότι ο ίδιος από την υποβολή της παραγγελίας και μετέπειτα και κύρια και καθοριστικά κατά τη σύναψη της συμφωνίας, δεν είχε απολύτως καμία εμπλοκή στο θέμα. Ως εκ των ανωτέρω θεωρώ ότι η Εναγομένη 3 δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος και ότι συμβαλλόμενα μέρη με την Ενάγουσα είναι οι Εναγόμενοι 1 και
  3. Παραμένει τώρα προς εξέταση το τελευταίο ερώτημα, δηλαδή κατά πόσο νομιμοποιείται η Ενάγουσα να συνεχίζει την παρούσα αγωγή. Η Ενάγουσα σύμφωνα και με την τελευταία τροποποίηση που έχει γίνει μετά από σχετική απόφαση του Δικαστηρίου είναι η εταιρεία Cyprus Trading Corporation PLC (CTC PLC). Τα πορτοπαράθυρα προσφέροντο προς πώληση από το κατάστημα DOMEX το οποίο βρίσκεται στη Λεωφ. Κέννεντυ στη Λευκωσία και το οποίο τoν επίδικο χρόνο κατάρτισης της συμφωνίας δηλαδή το 2002, υπαγόταν στην εταιρεία Cyprus Trading Corporation Ltd, υπό την επωνυμία DOMEX και DOMEX OPERATIONS. Από την 1.1.2009 η DOMEX έγινε εταιρεία με το όνομα Domex Trading Co Ltd η οποία είναι μέλος του ομίλου CTC PLC. Παραπέμπω σχετικά στη μαρτυρία του Μ.Ε.
  4. Η εταιρεία Cyprus Trading Corporation Ltd, αρχικά μετονομάστηκε σε Cyprus Trading Corporation Public και μετά σε Cyprus Trading Corporation Plc. Δυνάμει του Τεκμηρίου 11, έγινε συμφωνία μεταξύ της Domex Trading Co Ltd και της CTC PLC σύμφωνα με την οποία η DOMEX Trading Co Ltd αναλαμβάνει από την 1.1.2009 τη δραστηριότητα DOMEX καθώς επίσης και το προσωπικό της από την CTC PLC. Μεταξύ των όρων της εν λόγω συμφωνίας ήταν η εκχώρηση από την CTC PLC προς την Domex Trading Co Ltd του δικαιώματος να εισπράξει από τους χρεώστες τα εμπορικά χρέη που προέκυψαν από τις συναλλαγές των δραστηριοτήτων CTC PLC. Σε περίπτωση δε, που υπάρχουν (πάντοτε κατά την ημερομηνία της συμφωνίας) εκκρεμούσες αγωγές για είσπραξη χρεών, η Domex Trading Co Ltd μπορεί είτε να ζητήσει από την CTC PLC να συνεχίσει την προώθηση των αγωγών μέχρι τελικής απόφασης ή τελικού συμβιβασμού και οποιοδήποτε ποσό εισπραχθεί να καταβληθεί στην Domex Trading Co Ltd ή η CTC PLC να αποδεχθεί όπως η Domex Trading Co Ltd την αντικαταστήσει ως Ενάγουσα ή η CTC PLC να συγκατατεθεί να συνενωθεί η Domex Trading Co Ltd ως Ενάγουσα στην ίδια αγωγή. Στην παρούσα υπόθεση με βάση τη μαρτυρία του Μ.Ε.4 ο οποίος είναι ο Διευθυντής της Domex Trading Co Ltd έχουν δοθεί οδηγίες από τον ίδιο προφορικά, προς το αρμόδιο πρόσωπο στην εταιρεία CTC PLC να συνεχίσει η παρούσα αγωγή. Η θέση του αυτή, παρέμεινε σταθερή παρόλη την αντεξέταση του επί του θέματος. Ο εν λόγω μάρτυρας υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής της DOMEX ήταν αρμόδιο πρόσωπο για να δώσει οδηγίες για συνέχιση της αγωγής και σύμφωνα και με τον όρο 5 του Τεκμηρίου 11, θεωρώ ότι ορθά η παρούσα αγωγή συνεχίζεται στο όνομα της CTC PLC. Η υπόθεση Ανδρέα Λουκά ν. Eurolife Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 166/2007 απόφαση ημερ. 16.12.2009 στην οποία με έχει παραπέμψει η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας θεωρώ ότι είναι σχετική αφού επιβεβαιώνει ότι η συνέχιση αγωγής από κάποιο πρόσωπο προς το οποίο έχουν δοθεί οδηγίες για τη συνέχιση από το πρόσωπο που έχει δικαίωμα στην αξίωση είναι νόμιμη. Περαιτέρω στο σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS, General Principles, 12th Edition στην σελ. 708 §1289 αναφέρεται επίσης ότι "However, it is to be noted that the debtor may waive the requirement that the assignor be joined, and in any event the Rules of the Supreme Court now provide that no cause of action is to be defeated for non-joinder of a party, though the court may direct that he be made a party to the case". Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μου, είναι η θέση μου ότι η Ενάγουσα νομιμοποιείται στη συνέχιση της παρούσας αγωγής, έχει αποδείξει ότι υπάρχει προς όφελος της εκκρεμούσα οφειλή από τους Εναγόμενους 1 και 2 για το συνολικό ποσό των €69.915,97 και έτσι εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €69.915,97 (αντίστοιχο του ποσού των Λ.Κ.40.920 πλέον νόμιμο τόκο). Η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον της Εναγομένης 3 απορρίπτεται. Επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα το ποσό των δικηγορικών εξόδων της παρούσας αγωγής όπως αυτό υπολογιστεί από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθεί από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τα έξοδα σε σχέση με την Εναγομένη 3 εναντίον της οποίας η απαίτηση έχει απορριφθεί, δεν θεωρώ ότι υπάρχει λόγος απόκλισης από το συνήθη κανόνα όπου τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και συνεπώς επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης 3 και εναντίον της Ενάγουσας όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και υπολογιστούν από το Δικαστήριο. Η εισήγηση της συνηγόρου για την Ενάγουσα σε σχέση με τα έξοδα της Εναγομένης 3 όπως εκδοθεί διάταγμα τύπου Bullock Order δεν με βρίσκει σύμφωνη καθότι θεωρώ ότι σε σχέση με την Εναγομένη 3, νομικά ουδέποτε υπήρξε έρεισμα για συμπερίληψη της ως Εναγόμενη. (Υπ) ............................................................. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΧΜ/ΘΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.