Επί τοις αφορώσι τον Κλεάνθη Βασιλείου, Αρ. Ειδ. Πτωχ. 765/10, 7 Οκτωβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A321 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Ειδ. Πτωχ. 765/10 Σε πτώχευση: Επί τοις αφορώσι τον Κλεάνθη Βασιλείου Οδός Αφροδίτης 25Α Καϊμακλί, Λευκωσία. 7 Οκτωβρίου,
- Αίτηση ημερομηνίας 14 Ιουνίου, 2010 για παραμερισμό και/ή ακύρωση Ειδοποίησης/Πτώχευσης ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή-Οφειλέτη: κ. Δ. Χριστοδούλου Για την Καθ' ης η Αίτηση - Πιστωτή: κ. Α. Χατζηπαναγιώτου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση αυτή ο οφειλέτης ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου, που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την ειδοποίηση πτώχευσης αρ. 765/
- Η πιστωτής Μαρία Βασιλείου με αίτηση της ημερομηνίας 4.6.2010 ζήτησε από τον πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και επέτυχε την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης εναντίον του αιτητή στην παρούσα υπόθεση. Στην αίτηση της επισύναψε απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 7.5.2010 για ποσό €94.787,66 σεντ πλέον νόμιμο τόκο από 16.11.2007 και έξοδα της αίτησης τα οποία υπολογίστηκαν από τον πρωτοκολλητή στο ποσό των €9.134,12 σεντ επιπλέον €1.475,17 σεντ και €1.370,12 σεντ Φ.Π.Α. ποσά που επιδικάστηκαν εναντίον του οφειλέτη Κλεάνθη Βασιλείου μετά από ακρόαση αίτησης 158/07 στο ειδικό αυτό δικαστήριο. Ο Κλεάνθης Βασιλείου (στο εξής ο Αιτητής) δεν συμμορφώθηκε με τις απαιτήσεις της Ειδοποίησης. Αντ' αυτού προχώρησε σε καταχώριση της παρούσας αίτησης με την οποία ζητά την ακύρωση και/ή παραμερισμό της ειδοποίησης. Ο αιτητής βάσισε την παρούσα αίτηση στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.40, Θ.7,8 και 11 και Δ.48, Θ.1 & 2 και Δ.35 Θ.18, το Νόμο 14/60, άρθρο 32 και 47 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και της Νομολογίας. Υποστηρίζει δε την αίτηση με ένορκη δήλωση δική του στην οποία αναφέρει ότι η αιτήτρια δεν έχει εξαντλήσει όλα τα απαραίτητα δικονομικά και δικαστικά μέτρα προς ικανοποίηση της απαίτησης της προτού προχωρήσει στην καταχώρηση ειδοποίησης πτώχευσης ούτε έχει παρέλθει ο χρόνος καταχώρισης της έφεσης καθότι σκοπός του είναι να προχωρήσει με την καταχώρηση έφεσης και παράλληλα να ζητήσει αναστολή της διαδικασίας της πτώχευσης. Η ενέργεια της αιτήτριας, είπε, αποτελεί κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας και ο ίδιος βρίσκεται σε δυσμενή θέση αφού η αιτήτρια έχει προχωρήσει σε μέτρα πτώχευσης χωρίς να λάβει οποιαδήποτε άλλα μέτρα εκτέλεσης της απόφασης. Η ενέργεια της αιτήτριας θα έχει ως μόνο αποτέλεσμα την οικονομική του καταστροφή και την απώλεια της φερεγγυότητας του. Η πιστωτής καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση την οποία βάσισε στον Περί Πτωχεύσεως Νόμο Κεφ. 5 άρθρα 2, 3, 92, 93 και 102, επί των Περί Πτωχεύσεως Θεσμών Κανονισμοί 2, 3, 4, 5, 6, 16, 17, 18, 38, 39, 40, 41 και 42, ως και επί των Γενικών και Συμφυών Εξουσιών του Δικαστηρίου. Η ένσταση της υποστηρίζεται από γεγονότα τα οποία περιγράφονται στην Ένορκη της Δήλωση η οποία επισυνάπτεται σε αυτή. Στις 4.6.10 καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης. Στις 9.6.2010 επιδόθηκε στον Κλεάνθη Βασιλείου η υπό του Δικαστηρίου εκδοθείσα ειδοποίηση πτώχευσης και αυτός στις 14.6.2010 καταχώρισε την παρούσα αίτηση για ακύρωση αυτής. Ουδεμία υποχρέωση είχε να λάβει προηγουμένως οποιαδήποτε άλλα δικονομικά ή δικαστικά μέτρα προς ικανοποίηση της απαίτησης προτού καταχωρίσει την ειδοποίηση πτώχευσης. Η ειδοποίηση πτώχευσης και η αίτηση πτώχευσης δεν θεωρούνται μέτρα εκτελέσεως. Η εκτέλεση της απόφασης δεν έχει ανασταλεί καθ' οιονδήποτε τρόπο. Οι λόγοι της ένστασης καταγράφονται στην ειδοποίηση ένστασης και είναι οι ακόλουθοι: «α. Ο οφειλέτης έχει ήδη διαπράξει πράξη πτώχευσης και η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου. β. Η Πτωχευτική Ειδοποίηση δεν αποτελεί ούτε κατάχρηση Δικαστικής Διαδικασίας, ούτε εκδικητική είναι, ούτε πλήττει την σωστή και απρόσκοπτη απονομή της Δικαιοσύνης. γ. Οι επικαλούμενοι λόγοι παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης, δεν ευσταθούν και δεν μπορούν να προβληθούν με την υπό αναφοράν αίτηση. δ. Δεν συντρέχουν οι υπό του Νόμου και της Νομολογίας προϋποθέσεις παραμερισμού (SET ASIDE) ε. Η αίτηση δεν αναφέρει τα συγκεκριμένα άρθρα του Νόμου στα οποία στηρίζεται, ή στηρίζεται σε λανθασμένα άρθρα του Νόμου». Προς υποστήριξη των θέσεων του ο δικηγόρος της πιστωτού καταχώρησε γραπτή αγόρευση στην οποία ανάπτυξε τις θέσεις του. Ο δικηγόρος του οφειλέτη είπε ότι ο πελάτης του καταχώρησε έφεση εναντίον της απόφασης του οικογενειακού δικαστηρίου και ότι υπάρχει αίτηση για αναστολή της απόφασης του οικογενειακού δικαστηρίου η οποία είναι ορισμένη για επίδοση στις 8.10.
- Είπε ότι ο πελάτης του έχει πρόταση για αναστολή της απόφασης και σε περίπτωση αναστολής της απόφασης είναι πρόθυμος να καταβάλει τα έξοδα με τους σχετικούς τόκους με ανάληψη υποχρέωσης από μέρους της πιστωτού να επιστρέψει το ποσό σε περίπτωση που επιτύχει στην έφεση. Επίσης είναι έτοιμοι να παράσχουν τραπεζική εγγύηση για ολόκληρο το ποσό της απόφασης και ακόμα είναι πρόθυμοι να δώσουν ποσό σε μετρητά και την ανάληψη δέσμευσης από μεριάς της πιστωτού ότι θα επιστραφεί το ποσό σε περίπτωση έκδοσης εναντίον της απόφασης στην έφεση. Η πλευρά της πιστωτού επιμένει στην απόρριψη της παρούσας αίτησης και τη συνέχιση της πτωχευτικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο έχει ευχέρεια να παραμερίσει μια ειδοποίηση για λόγους οι οποίοι προβλέπονται στο άρθρο 3
(1)(ζ)[1] και στον Κανονισμό 40
(2)για λόγους άλλους από αυτούς που προβλέπονται στα πιο πάνω νομοθετήματα. Στη δεύτερη όμως αυτή περίπτωση η πρέπουσα διαδικασία είναι η καταχώριση ξεχωριστής αίτησης για παραμερισμό που διέπεται από τις πρόνοιες των κανονισμών 16, 17 και 18 και όχι αίτηση υπό μορφή ένορκης δήλωσης που προβλέπει ο Κανονισμός 40
(2). Παρόλο που στο άρθρο 3
(1)(ζ) γίνεται λόγος για τελεσίδικη απόφαση, η λέξη τελεσίδικη που χρησιμοποιείται στο νόμο αυτό δεν σημαίνει απόφαση η οποία δεν υπόκειται σε έφεση, αλλά απλώς «τελεσίδικη» σε αντίθεση με την «ενδιάμεση». Η καταχώρηση έφεσης δεν έχει καταστήσει μη τελεσίδικη την απόφαση στην πιο πάνω υπόθεση. Μόνο με την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης ο χρεώστης δεν διαπράττει πράξη πτώχευσης. Οικονομίδης ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1977)1 Α.Α.Δ. σελίδα 1255. Ο Αιτητής δεν προσβάλλει την εγκυρότητα της ειδοποίησης επικαλούμενος οποιονδήποτε από τους λόγους που προνοούνται από τον Κανονισμό 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει με καταχώρηση ένορκης δήλωσης και ορθά, κατά την άποψη μου, επέλεξε να προβάλει άλλους λόγους για ακύρωση της ειδοποίησης με αίτηση. Σχετική είναι η απόφαση Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. Δημήτρη Δημητρίου
(2008)1 Α.Α.Δ. σελ. 425. «Παραπέμπουμε επίσης και στην απόφαση του Δαυίδ, Ε.Δ., στην υπόθεση Αναφορικά με τον Γεώργιο Λαρτίδη, Ειδοποίηση Πτώχευσης Αρ. 583/05, Ε.Δ. Λ/σίας, ημερ. 9.6.05, στην οποία λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να σημειωθεί πως ο οφειλέτης δεν μπορεί να εγείρει με την ως άνω ένορκη δήλωσή του οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, πέραν αυτών που αναφέρονται στο άρθρο 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών. (Βλ. Νίκος Λάρκος ν. Κατσιαρή,
(2000)1 Α.Α.Δ. 1694 και In Re Costas Luca
(1986)2 JSC 365) ................................................ Σημαντικό είναι πάντως να αναφερθεί πως τυχόν άλλοι λόγοι ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης, εκτός από αυτούς που αναφέρονται στον Κ. 40.2, όπως παρατυπία στην έκδοση ή κακή επίδοση της ειδοποίησης, ως επίσης ισχυρισμοί για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, μπορούν ασφαλώς να προβληθούν, στην περίπτωση όμως αυτή η ορθή διαδικασία είναι η καταχώρηση ξεχωριστής αίτησης και όχι η επιδίωξη ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης με την ένορκη δήλωση που προβλέπεται στον Κ.40.2. Στις περιπτώσεις μάλιστα αυτές, ως έχει νομολογηθεί, δεν ισχύει η προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για την ένορκη δήλωση του Κ.40 (Βλ. Ιn Re Costas Luca (ανωτέρω) και Williams and Muir Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 38).» Σχετική επί του προκειμένου είναι και η απόφαση του Ναθαναήλ Π.Ε.Δ., (όπως ήταν τότε) στην υπόθεση Αναφορικά με τον Κύπρο Καραβιώτη, Πτωχευτική Ειδοποίηση Αρ. 1805/06, Ε.Δ. Λευκωσίας ημερομηνίας 21.5.07, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 5 της απόφασης: «..όπου ο χρεώστης επιθυμεί να εγείρει οποιοδήποτε άλλο θέμα, πέραν των αναφερομένων στο άρθρο 3
(1)(g) του Κεφ. 5, που σχετίζονται με ανταπαίτηση, ανταξίωση ή συμψηφισμό, όπως εξόφληση ή αναστολή, τότε είναι δυνατό να καταχωρίσει ειδική προς τούτο αίτηση, δηλαδή αίτηση προς ακύρωση, οπότε και η προθεσμία των τριών ημερών μέσα στην οποία πρέπει να καταχωρίσει ένορκη δήλωση, η οποία επενεργεί ως μέτρο ακύρωσης, δεν ισχύει. Σχετικές είναι οι υποθέσεις In re Costas Louca
(1987)2 J.S.C. 428 και Ζήνων Μερκής ν. Intetobacco (Cyprus) Ltd,
(2006), 1 (Β) Α.Α.Δ. 788 καθώς και οι αναφορές στα συγγράμματα των Ο. Griffiths: The Law Relating to Bankruptcy, 8η εκδ., σελ. 14-15 και Williams on Bankruptcy, 18η Έκδ. σελ. 44». Στην ίδια γραμμή είναι και δύο αποφάσεις του Φωτίου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) στις υποθέσεις Αναφορικά με την Ξένια Σπανού, Ειδοποίηση Πτώχευσης Αρ. 557/01, Ε.Δ. Λ/σίας, ημερομηνίας 2.8.01 και Αναφορικά με τον Αντώνη Βαγιανό, Ειδοποίηση Πτώχευσης, Αρ. 425/03, Ε.Δ. Λ/κας ημερομηνίας 5.3.2004.» Η πιστωτής εξασφάλισε στις 7/5/10 απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου για το ποσό των €94.787,66 σε επιπλέον δικηγορικά έξοδα και ΦΠΑ. Στις 4/6/10, μετά από ένα μήνα περίπου, έσπευσε να καταχωρίσει ειδοποίηση πτώχευσης. Είναι φανερό από τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα και τη δήλωση του δικηγόρου του οφειλέτη ότι η πιστωτής χρησιμοποιεί τη διαδικασία πτώχευσης πρώτο ως μέτρο εκτέλεσης και είσπραξης των ποσών που επιδίκασε το Δικαστήριο, άνευ όρων και δεύτερο σε εκβιασμό του οφειλέτη-αιτητή στην παρούσα υπόθεση παρεμβάλλοντας εμπόδια στην προώθηση της έφεσης και της αίτησης για αναστολή της απόφασης που έχει καταχωρήσει. Δεν δέχεται την καταβολή των ποσών με όρους για να παρεμβάλει εμπόδιο στην προώθηση της Έφεσης που έχει καταχωρήσει ο Αιτητής-Οφειλέτης και επίσης να προλάβει την εκδίκαση της Αίτησης για αναστολή κηρύσσοντας σε πτώχευση του Οφειλέτη - Αιτητή. Στην υπόθεση Στέλιος Εργατίδης ν. 1. Πανίκος Εργατίδης κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. στη σελίδα 741 στη σελίδα 743 λέχθηκαν τα εξής: «Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως η πτωχευτική διαδικασία δεν χρησιμοποιείται, κατά κανόνα, ως μέθοδος εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων μεταξύ των διαδίκων. Στην περίπτωση που εξετάζουμε οι εφεσίβλητοι, χρησιμοποιώντας τη πτωχευτική διαδικασία, επιδιώκουν την είσπραξη επιδικασθέντων εξόδων σε ενδιάμεση αίτηση προτού αποφασιστεί η ουσία της αγωγής, στην οποία ενδεχομένως ο εφεσείων να επιτύχει. Επιπλέον, αυτό, που καθιστά τη διαδικασία ακόμη πιο ενστάσιμη είναι που απολήγει σε εκβιασμό του εφεσείοντος παρεμβάλλοντας εμπόδια στην προώθηση της αγωγής που έχει καταχωρίσει. Τέτοια διαδικασία οφείλει το Δικαστήριο όχι μόνο να τη σταματήσει, αλλά και στιγματίσει.» Με βάση τα πιο πάνω η Αίτηση επιτυγχάνει. Η ειδοποίηση πτώχευσης αρ. 765/10 παραμερίζεται. Η Καθ΄ης η Αίτηση-Πιστωτής να πληρώσει τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Στυλιανίδης. Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. [1] Το άρθρο 3
(1)(ζ) προβλέπει: «3
(1)Ο χρεώστης διαπράττει πράξη πτώχευσης σε κάθε μια από τις ακόλουθες περιπτώσεις: ......................................................... (ζ) αν πιστωτής εξασφαλίζει εναντίον του τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό, και, ενώ δεν αναστάληκε η εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος, επέδωσε σε αυτόν στην Κύπρο, ή αλλού με άδεια του Δικαστηρίου, ειδοποίηση πτώχευσης βάσει του Νόμου αυτού........» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο