← Κύπρος

Αντώνη Γεωργίου ν. ELLINAS FINANCE LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4119/02, 11.10.2010

Αντώνη Γεωργίου ν. ELLINAS FINANCE LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4119/02, 11.10.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A324 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4119/02 Μεταξύ: Αντώνη Γεωργίου Ενάγοντα και 1. ELLINAS FINANCE LTD 2. ELLINAS FINANCE (CUSTODIAN) LIMITED 3. SHARELINK SECURITIES LIMITED Εναγομένων Ημερομηνία: 11.10.2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: κ. Αντ. Παπαντωνίου Για τους εναγόμενους 1 και 2: κ. Λ. Παπαχαραλάμπους Για τους εναγόμενους 3: κ. Πουμπουρίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας με την παρούσα αγωγή αξιώνει από τις εναγόμενες 1,2 και 3 το ποσό των Λ.Κ. 33.177 πλέον τόκο προς 9% ετησίως από τις 31.10.00 ως επίσης δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία ημερομηνίας 4.5.00 έχει τερματιστεί. Από την άλλη η ανταπαίτηση της εναγόμενης 1 αφορά οφειλόμενο υπόλοιπο λογαριασμού το οποίο προέκυψε ως αποτέλεσμα παροχής στον ενάγοντα από την εναγόμενη 1 πιστωτικών διευκολύνσεων για σκοπούς επενδύσεων σε αξίες με βάση το επίδικο επενδυτικό σχέδιο στο οποίο συμμετείχε ο ενάγοντας κατόπιν αιτήσεως του προς την εναγόμενη 1. Με την πολυσέλιδη ΄Εκθεση Απαίτησης του ο ενάγοντας ισχυρίζεται όπως προσδιορίζεται στην γραπτή αγόρευση των δικηγόρων του, ότι υπήρξε, μεταξύ άλλων: «παράβαση συμφωνίας Χρηματοδοτήσεως Επενδυτικού Σχεδίου, παράβαση εμπιστευτικής σχέσης, παράβαση σχέσης καταπιστεύματος, παράβαση σχέσης αντιπροσωπείας, επαγγελματικής αμέλεια, απάτη και παραπλάνηση συνεπεία απόκρυψης ουσιωδών πληροφοριών, καταχρηστική εφαρμογή και λειτουργία εις βάρος του ενάγοντα του επίδικου επενδυτικού λογαριασμού». Στην ΄Εκθεση Υπεράσπισης οι εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται ότι παραβίασαν οποιοδήποτε όρο της συμφωνίας και ότι επηρέασαν με οποιοδήποτε τρόπο τον ενάγοντα να συμβληθεί μαζί τους. Αρνούνται επίσης ότι υποσχέθηκαν στον ενάγοντα ότι το σχέδιο θα είχε οικονομική επιτυχία και ότι έχουν οποιαδήποτε σχέση με τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του ενάγοντα ή ότι άσκησαν οποιαδήποτε πίεση στον ενάγοντα. Ανταπαιτούν δε η εναγόμενη 1 εναντίον του ενάγοντα το οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει της συμφωνίας με τόκο και έξοδα. Οι εναγόμενοι 3 αρνούνται επίσης τους πιο πάνω ισχυρισμούς του ενάγοντα και ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι ο ρόλος τους περιοριζόταν στην εκτέλεση εντολών του ενάγοντα για αγορά και πώληση αξιών και ότι ουδέποτε ανέλαβαν τη διαχείριση του λογαριασμού. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο ενάγοντας, Μ.Ε.1, κατέθεσε πολυσέλιδη γραπτή δήλωση, Τεκμήριο 1Α. Η ουσία της μαρτυρίας του, αφού αφαιρεθούν οι νομικές αναλύσεις και τα συμπεράσματα του, συνίσταται στα πιο κάτω: Υπέβαλε την αίτηση, Τεκμήριο 1, για συμμετοχή στο Επενδυτικό Σχέδιο της εναγόμενης κατόπιν ενθαρρύνσεων του Πέτρου Κωνσταντίνου, ΜΕ2, υπαλλήλου της εναγόμενης 3, για όριο ΛΚ10,000 το οποίο αυξήθηκε στις ΛΚ20000 στις 18.5.2000. Η συμφωνία, Τεκμήριο 2, υπεγράφη στις 4.5.2000. Τα έγγραφα τα πήρε ο ίδιος στο "IL POSTO CAFΕ" στη Λεμεσό και τα υπόγραψε εκεί. Λειτουργούσε γραφείο της Roche & Pearl Financial Services Ltd που ήταν αντιπρόσωπος της εναγόμενης 3. Δεν επισκέφθηκε τα γραφεία των εναγομένων. Σε καμιά περίπτωση δεν υπογράφηκε η συμφωνία παρουσία των άλλων συμβαλλομένων, οποιουδήποτε μάρτυρα ή οποιουδήποτε πιστοποιούντος υπαλλήλου. Σύμφωνα με τη συμφωνία, η εναγόμενη 3 δια των αντιπροσώπων της στη Λεμεσό και Λευκωσία, δηλαδή ο χρηματιστής είχε και ευθύνη παρακολούθησης των αξιών χαρτοφυλακίου και του περιθωρίου ασφάλειας. Σχετικά υπέγραψε το πληρεξούσιο, Τεκμήριο 2. Σαν αξίες περιθωρίου ασφαλείας στις 04-05-2000 ανοίγοντας το λογαριασμό κατέθεσε 4,165 μετοχές της ΟPTIONS EUROCONGRESS LTD και 1,500 μετοχές LIBRA HOLIDAYS GROUP LTD αξίας ΛΚ18.382, Τεκμήριο 3. Με βάση τη συμφωνία οι μετοχές του χαρτοφυλακίου και του περιθωρίου ασφάλειας θα εγγράφονταν στο όνομα της εναγόμενης 2. Λόγω της πτώσης του χρηματιστηρίου κλήθηκε από την εναγόμενη 1 να αυξήσει τις αξίες του περιθωρίου ασφαλείας. Μεταξύ Ιουνίου 2000 και Ιανουαρίου 2001 κατάθεσε μετοχές και warrants και μέχρι το Δεκέμβριο 2001 ΛΚ1000 μετρητά. Πιστώθηκαν επίσης στο λογαριασμό του ΛΚ637 από επιστροφή αγοράς μετοχών. Στις 4.1.2002 του στάληκε το Τεκμήριο 4 και στις 12.2.2002 το Τεκμήριο 5, με τα οποία δεν συμφώνησε. Σύμφωνα με τον 5ο όρο λειτουργίας στην αίτηση, Τεκμήριο 1, η εναγόμενη 1 είχε υποχρέωση να πωλήσει τις υπό εγγύηση μετοχές. Μόνο αυτή είχε δικαίωμα πώλησης των μετοχών. Με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας και την αποδοχή των όρων της «κατέστη σαφές» ότι οι εναγόμενες 1 και 3 ανέλαβαν τη διαχείριση των δεσμευμένων μετοχών. Σύμφωνα δε με τον όρο 2(Ε) του Τεκμηρίου 2, η εναγόμενη 1 μπορούσε ανά πάσα στιγμή να του υποδείξει να μετατρέψει τη σύνθεση του Περιθωρίου Ασφαλείας και είχε την υποχρέωση να διενεργήσει ή αποδεχθεί τέτοια συναλλαγή. Επίσης η εναγόμενη 1 είχε άμεσο δικαίωμα να προβεί στην πώληση των μετοχών του. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 6(Β) του Τεκμηρίου 2 οι μετοχές αποτελούσαν συνεχή εξασφάλιση. Κατά παράβαση της συμφωνίας οι εναγόμενες όπως είναι φανερό από την πορεία του λογαριασμού δεν τήρησαν τους όρους του σχεδίου και δεν διαχειρίστηκαν το δικαίωμα. Οι εναγόμενες 1 και 3 σκόπιμα δεν άσκησαν το δικαίωμα για να χρεώνει η εναγόμενη 1 το λογαριασμό με τόκους και έξοδα διαχείρισης και να εξυπηρετεί άλλα συμφέροντα του ομίλου Sharelink. Λόγω της διακύμανσης της τιμής των μετοχών στο ΧΑΚ οι εξασφαλίσεις της εναγόμενης 1 μεταβάλλονται καθημερινά. Συνεπώς χρειάζεται καθημερινή παρακολούθηση της αξίας των μετοχών και των υπολοίπων εκ μέρους των εναγομένων. Όπως του εξηγήθηκε μέσω του ΜΕ2 με τη διαχείριση του λογαριασμού από τις εναγόμενες και την πώληση των μετοχών θα ξοφλείτο το κατ΄ισχυρισμό χρέος. Περαιτέρω, αποδεχόμενος τη συμμετοχή του στο σχέδιο βασίστηκε στη διαβεβαίωση και υποσχέσεις των εναγομένων ότι ο λογαριασμός θα είχε κέρδη ή στη χειρότερη περίπτωση ζημιά ίση με την απώλεια του περιθωρίου εξασφάλισης και ότι οι εναγόμενοι είχαν τη γνώση και δεξιότητα για τη λειτουργία τέτοιου λογαριασμού. Το γεγονός ότι η εναγόμενη 1 πώλησε τις μετοχές του (βλ. Τεκμήριο 6) δεικνύει ότι πάντοτε μπορούσε να τις πωλήσει όποτε ήθελε. Οι εναγόμενοι κατά παράβαση της συμφωνίας αδικαιολόγητα δεν ρευστοποίησαν τις υπό εγγύηση μετοχές και επέδειξαν ολιγωρία και με την όλη συμπεριφορά και στάση τους τον ζημίωσαν. Η στάση των εναγομένων, συνιστά παράβαση της συμφωνίας, παράλειψη λήψης των αναγκαίων μέτρων για μετριασμό των ζημιών, παράβαση καθήκοντος, αμέλεια και παράβαση εμπιστευτικής σχέσης εκ μέρους των εναγομένων. Οι εναγόμενες ουδέποτε του απέστειλαν καταστάσεις αποτίμησης χαρτοφυλακίου αφού για πρώτη φορά έλαβε γνώση ότι υπήρχαν τέτοιες καταστάσεις όταν ο ΜΕ2 του το ανέφερε. Ζήτησε και του απέστειλαν τη δέσμη, Τεκμήριο 7. Ουδέποτε οι εναγόμενοι τον συμβούλευσαν να πωλήσει τις υπό δέσμευση μετοχές. Αναφέρει επίσης ότι οι εναγόμενοι του απέκρυψαν ότι τόσο το ΧΑΚ όσο και οι μετοχές ήταν «παραφουσκωμένες με πλασματική αξία» και ότι οι εναγόμενοι και οι συνδεδεμένες, συγγενικές με αυτή εταιρείες και επιχειρήσεις, ήδη είχαν όπως έμαθε εκ των υστέρων πωλήσει, πωλούσαν και είχαν πρόθεση να πωλήσουν και άλλες μετοχές εταιρειών εισηγμένων στο ΧΑΚ με σημαντικό κέρδος και ότι οι ίδιοι είχαν άμεσο και έμμεσο συμφέρον από την όλη κατάσταση. Περαιτέρω οι εναγόμενοι δεν διασφάλισαν το δικαίωμα του να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή αλλά αντίθετα επεδίωξαν να μη λάβει τέτοια συμβουλή ούτε του εξήγησαν τους κινδύνους από τη λειτουργία του Σχεδίου. Αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην εναγόμενη 1 και απαιτεί τη διαγραφή οποιουδήποτε χρέους ισχυρίζεται ότι έχει. Απαιτεί, περαιτέρω ΛΚ33.177 πλέον τόκους ως ζημιά που έχει υποστεί από τη συμμετοχή του στο σχέδιο και τις παραβάσεις των εναγομένων. Aντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στο καφέ «IL Posto» διατηρούσε γραφεία η εναγόμενη 3, που ήταν εταιρεία του ΄Ελληνα, ο δε ΜΕ2 του συστήθηκε ως υπάλληλος τόσο της εναγόμενης 3 όσο και της Roche. Απάντησε θετικά σε ερώτηση πως ήταν αντιπρόσωπος των εναγομένων 1 και 2. Του είπε πως ήταν αντιπρόσωπος της εναγόμενης 3. Ο ΜΕ2 του έφερνε για υπογραφή όλα τα έγγραφα των εναγομένων 1,2. Δέχθηκε ότι υπέγραψε την τροποποιητική συμφωνία, Τεκμήριο 13. Το τεκμήριο 12 το διάβασε προσεχτικά. Δεν ζήτησε να δει δικηγόρο. Όταν άρχισαν τα προβλήματα και ζήτησε από το ΜΕ2 να δει δικηγόρο ενόψει του ότι οι εναγόμενες δεν πωλούσαν τις μετοχές και ζητούσαν και άλλη εξασφάλιση ο ΜΕ2 του είπε ότι η μόνη εγγύηση ήταν οι μετοχές του, ήταν δική τους ευθύνη να πουλήσουν και δεν το έκαναν η ζημιά θα ήταν δική τους. Παρέπεμψε σε κάποιο σχετικό κατά την άποψη του όρο της συμφωνίας. Οι εναγόμενοι είχαν υποχρέωση να πωλήσουν γιατί του έθεταν περιορισμούς να πωλήσει ή να πάρει λεφτά ανάλογα με το περιθώριο ασφαλείας. Σε ερώτηση αν έδωσε εντολή στο χρηματιστή του να πωλήσει απάντησε πως ο τελευταίος του είπε «δεν μπορείς να πουλήσεις τώρα που φύγαμε από το όριο ασφαλείας». Δεν το λέει το συμβόλαιο. ΄Εδωσε εντολή περί το τέλος του 2000-2001. Σε υποβολές ότι έγιναν πωλήσεις ενώ είχε ξεπεράσει το όριο ασφαλείας, με αναφορά στο Τεκμήριο 14, δέχθηκε πως μπορεί να έγιναν με συμβουλή του ΜΕ2. ΄Ελαβε τις επιστολές Τεκμήρια 15,16,17. Στις 25.1.02 επικοινώνησε με την εναγόμενη 1 για συνάντηση. Δεν έδωσε εντολή να πουλήσουν τις μετοχές γιατί είχε χάσει τα λεφτά του και τις μετοχές. Ρώτησε γιατί δεν πουλούν. Σε υποβολή πως δεν ήθελε να πουληθούν οι μετοχές γι΄αυτό έστειλε επιστολή, Τεκμήριο 18 με πρόταση για ΛΚ200 έναντι του υπολοίπου του απάντησε πως η επιστολή ήταν εισήγηση του ΜΕ2 μέχρι να δουν τι θα κάνουν. Δεν έδωσε στο ΜΕ2 εντολή για πώληση. ΄Ηταν ευθύνη των εναγομένων. Ο ΜΕ2 του έλεγε «άστους ξέρουν καλύτερα». Ο ΜΕ1 του είπε «πούλα, γιατί δεν πουλούν» και ο ΜΕ2 του είπε «άστους να πάνε πάρακατω». Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο της εναγόμενης 3 δέχθηκε ότι σε σχέση με τη συμφωνία Τεκμήριο 2 η εναγόμενη 3 ενεργούσε σαν χρηματιστής του. Σε ερώτηση με ποιο τρόπο έδινε εντολές απάντησε πως δεν έδωσε εντολές να πουλήσουν. Μόνο έπαιρνε μετοχές όταν του ζητούσαν. Πριν την ανατροπή του ορίου έδωσε προφορικές εντολές στο ΜΕ2 να αγοράσει συγκεκριμένες μετοχές. Εκτός από αυτές δεν έδωσε άλλες εντολές «Μπορεί να έκαναν πράξεις οι ίδιοι». Το παράπονο του εστιάζεται στο ότι ο Πέτρος Κωνσταντίνου τον παρότρυνε. Ως ΜΕ2 κατέθεσε ο Πέτρος Κωνσταντίνου, αντιπρόσωπος της εναγόμενης 3. Μαζί με τον ενάγοντα συμπλήρωσαν την αίτηση, Τεκμήριο 11. Εξηγώντας το σχέδιο στον ενάγοντα του είχε αναφέρει ότι έβαζε μετοχές ως εγγύηση οι οποίες θα ήταν δεσμευμένες στην Ellinas Finance η οποία θα διαχειριζόταν το λογαριασμό. Του ανέφερε ότι η εγγύηση ήταν διπλάσια του λογαριασμού και δεν είχε κίνδυνο. Όταν μειώθηκαν αρχικά οι αξίες, ο ΜΕ1, όπως του ζήτησαν κάλυψε το λογαριασμό με άλλες αξίες και μετρητά. Όταν εκ νέου μειώθηκαν οι τιμές η Εllinas Finance ζήτησε επιπλέον εξασφάλιση. Μίλησε με το ΜΕ1 ο οποίος του ανέφερε ότι δεν είχε άλλα λεφτά ή μετοχές για να καλύψει το λογαριασμό. Τα μετέφερε στην Ellinas Finance και είπε «πουλάτε τα». Μετέφερε την εντολή στην Αύρα Πετρίδου επειδή η εναγόμενη 3 δεν μπορούσε να κάνει πράξη γιατί δεν ήταν καλυμμένος ο λογαριασμός. Χρειάζονταν οδηγίες από την Εllinas Finance. Οι μετοχές πουλήθηκαν 2 χρόνια μετά. Ο ΜΕ1 τον ρώτησε αν πουλήθηκαν οι μετοχές και του είπε να μιλήσει με την Πετρίδου και ότι η Ellinas Finance δεν πούλησε. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως ήταν αυτονόητο πως όταν ο ενάγοντας έβλεπε κίνδυνο να χάσει λεφτά η Ellinas Finance θα είχε ευχέρεια να πωλήσει, εφόσον υπήρχε κάλυψη 200%. Δεν θυμόταν αν με βάση τη συμφωνία υπήρχε υποχρέωση για την Ellinas Finance να διαχειρίζεται το χαρτοφυλάκιο του επενδυτή. Σε ερώτηση κατά πόσο ενθάρρυνε το ΜΕ1 με τρόπο ώστε να πειστεί να υποβάλει αίτηση στο επενδυτικό σχέδιο ανέφερε ότι δεν θεωρεί ενθάρρυνση το ότι του ανέφερε ότι μπορεί να κάνει πράξεις με εγγύηση μετοχών. Αρνήθηκε δε ότι του απέκρυψε ουσιώδεις πληροφορίες. Για να γίνει μια πράξη έπρεπε να δοθεί εντολή την οποία να καταχωρήσει ο ΜΕ2 ηλεκτρονικά. Δεν γίνονταν συναλλαγές χωρίς εντολές. Σε ερώτηση αν ο ΜΕ1 τους έδωσε εντολή για πώληση όταν δεν είχε λεφτά απάντησε θετικά. Δόθηκε στην Ellinas Finance. Ο ΜΕ2 δεν «μεταβίβασε στο πάτωμα», ο λογαριασμός ήταν κάτω από τα όρια του και υπό αυτές τις συνθήκες δεν λειτουργούσε. Δεν μπορούσε να θυμηθεί αν μπορούσε να «βάζει εντολή» χωρίς την έγκριση της εταιρείας χωρίς κάλυψη. Ο ΜΕ1 έδωσε εντολή, ο ίδιος δεν έδωσε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή εντολή γιατί η Ellinas Finance ζητούσε περισσότερη κάλυψη. ΄Εδωσε εντολή τηλεφωνικώς, όμως δεν θυμόταν αν δοκίμασε να τη δώσει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Αμφιβάλλει αν θα εκτελείτο αν την έβαζε. Δεν θυμόταν άλλη περίπτωση που η εξασφάλιση είχε πέσει από το όριο και η εντολή δεν μπορούσε να εκτελεστεί. Δέχθηκε ότι στο Τεκμήριο 14 το Σεπτέμβριο του 2000 έγιναν πωλήσεις ενώ το όριο του λογαριασμού δεν ήταν εξασφαλισμένο με διπλάσιας αξίας μετοχές. Δεν ήταν βέβαιος αν ο ίδιος έδωσε εντολή ή αν οι πωλήσεις έγιναν κατόπιν συμφωνίας της Ellinas Finance με το ΜΕ1. Συμφώνησε με υποβολή ότι η εναγόμενη 3 δεν ασχολείτο με διαχείριση χαρτοφυλακίου. Ως μάρτυρας υπεράσπισης για τις εναγόμενες 1 και 2 έδωσε μαρτυρία ο ΜΥ1, διευθύνων σύμβουλος της εναγόμενης 1, δημόσιας εταιρείας με μετοχές εισηγμένες στο ΧΑΚ. Η εναγόμενη 1, ισχυρίστηκε, δεν δέχεται καταθέσεις από το κοινό και τα δάνεια που παρέχει προέρχονται από δικά της κεφάλαια. Δεν εποπτεύεται δε από την Κεντρική Τράπεζα (Βλ. Τεκμήριο 25). Ανάμεσα στις εργασίες της εταιρείας του περιλαμβάνεται η καταχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων μέσω ειδικού λογαριασμού για επενδύσεις στο ΧΑΚ. Στις 4.5.00 η εναγόμενη και ο ενάγοντας υπέγραψαν τη συμφωνία χρηματοδότησης επενδυτικού σχεδίου, Τεκμήριο 12 (η συμφωνία). Συμβαλλόμενα μέρη ήταν επίσης η εναγόμενη 2, θυγατρική της εναγόμενης 1 και η εναγόμενη 3, χρηματιστής του ενάγοντα (SLS). Ο ενάγοντας υπέγραψε επίσης πληρεξούσιο έγγραφο, συνημμένο στη συμφωνία, προς την SLS. Με την υπογραφή της συμφωνίας η εναγόμενη 1 παραχώρησε στον ενάγοντα «όριο» ύψους ΛΚ10.000 για το σκοπό επένδυσης στο ΧΑΚ. Το όριο είναι το ανώτατο ύψος πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρεί η εναγόμενη 1. Το όριο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον ενάγοντα για την αγορά μετοχών και άλλων αξιών εισηγμένων στο ΧΑΚ (οι αξίες). Σύμφωνα με το πληρεξούσιο έγγραφο η εταιρεία SLS θα ενεργούσε ως ο χρηματιστής του ενάγοντα αναφορικά με το λογαριασμό του και θα αντιπροσώπευε τον ενάγοντα στις σχέσεις του με την εναγόμενη 1 στα πλαίσια της συμφωνίας, δηλαδή θα διενεργούσε τις συναλλαγές του ενάγοντα στο ΧΑΚ και θα ενημέρωνε την εναγομένη 1 για να προβαίνει σε πληρωμές προς και εισπράξεις από την εναγόμενη 1. Με βάση τη συμφωνία οι μετοχές που αγόραζε ο ενάγοντας θα εγγράφονταν στο όνομα της θυγατρικής εταιρείας, εναγόμενης 2 ως εξασφάλιση. Επιπρόσθετα ο ενάγοντας είχε υποχρέωση να φέρει στην εναγόμενη 1 και άλλες μετοχές οι οποίες κατά την έναρξη λειτουργίας του λογαριασμού θα είχαν αξία ίση με ΛΚ10000 και θα εγγράφονταν στο όνομα της εναγόμενης 2. Με την υπογραφή της συμφωνίας η εναγόμενη 1 άνοιξε λογαριασμό στο όνομα του ενάγοντα με κωδικό αριθμό EFC 9848 με όριο ΛΚ10000. Ο ενάγων, όπως είχε υποχρέωση με βάση τη συμφωνία, μεταβίβασε στην εναγόμενη 2 αριθμό μετοχών. Με το Τεκμήριο 13 το όριο αυξήθηκε σε ΛΚ20000. Η εναγόμενη 1 ενημερωνόταν από την SLS για τις συναλλαγές του ενάγοντα στο ΧΑΚ και έδινε καθημερινή κατάσταση με τις συναλλαγές της ημέρας μαζί με τα "contract notes". Κατέθεσε δέσμη αντιγράφων contract notes, Τεκμήριο 26. Η εναγόμενη 1 έστελλε ταχυδρομικώς στον ενάγοντα κατάσταση λογαριασμού του (Τεκμήριο 27) με τις οποίες ο ενάγοντας ουδέποτε διαφώνησε. Επιπρόσθετα από καιρού εις καιρώ του απέστελλε επιστολές για να φέρει πρόσθετες εξασφαλίσεις. Η εναγόμενη 1 απέστειλε στον ενάγοντα τις επιστολές ημερομηνίας 20.9.00 (Τεκμήριο 15), 4.4.01 (Τεκμήριο 16), 4.1.02 (Τεκμήριο 4), 25.1.02 (Τεκμήριο 17) και 12.2.02 (Τεκμήριο 5). Ο ενάγοντας ανταποκρίθηκε αρχικά στις επιστολές και κλήσεις της εναγόμενης 1 έτσι ώστε να μην εκποιηθεί το χαρτοφυλάκιο του και μεταβίβασε στην εναγόμενη 2, κατά διαστήματα, μετοχές και warrants. Σε συνέχεια της επιστολής της εναγόμενης 1, 4.4.01 ο ενάγοντας με επιστολή του, Τεκμήριο 18 αναγνώρισε την οφειλή του και υποσχέθηκε να καταβάλλει ΛΚ200 από 31.5.01 έναντι του υπολοίπου του. Λόγω της άρνησης του εναγόμενου να ανταποκριθεί σε μεταγενέστερες επιστολές της εναγόμενης 1, η εναγόμενη 1 έδωσε εντολές στην SLS να πωληθούν οι αξίες στο όνομα της εναγόμενης 2 το προϊόν των οποίων πιστώθηκε στο λογαριασμό του ενάγοντα. Ακολούθως οι δικηγόροι της εναγόμενης 1 προχώρησαν σε τερματισμό της συμφωνίας και απαίτησαν με το Τεκμήριο 6 πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού του ενάγοντα, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 14. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι ο Πέτρος Κωνσταντίνου ενεργούσε για λογαριασμό της εναγόμενης 1 για προώθηση του επενδυτικού σχεδίου. Του υπεβλήθη από τον κο Παπαντωνίου ότι ετοίμασαν μια συμφωνία χρηματοδοτικού σχεδίου που με τον τρόπο που διατυπώθηκε δεν μπορούσε να παραβιαστεί από την εναγόμενη 1. Οι μετοχές πουλήθηκαν δύο χρόνια μετά γιατί ο ενάγοντας είχε υποσχεθεί με επιστολή να πληρώνει ΛΚ200 μηνιαίως. Δεν είχαν ποτέ υποχρέωση να πωλήσουν τις μετοχές αλλά δικαίωμα. Ούτε και ο ίδιος ήθελε να πωλήσει γι΄αυτό υποσχέθηκε να πληρώνει με το μήνα. Γι΄αυτό γίνονταν και τηλεφωνήματα. Αρνήθηκε ότι δόθηκαν από τον ενάγοντα ρητές οδηγίες μετά τη λήψη του Τεκμηρίου 15 στην Αύρα Πετρίδου να πωλήσουν άμεσα τις μετοχές. Δεν γνωρίζει αν δόθηκαν τέτοιες οδηγίες στην SLS. Διερωτήθηκε, αν δόθηκαν, γιατί δεν πωλήθηκαν οι μετοχές; Αρνήθηκε υποβολή ότι ο ενάγοντας δεν μπορούσε να πωλήσει αν η αξία των εξασφαλίσεων έπεφτε κάτω από το όριο. Μπορούσε πάντοτε να πωλήσει αλλά όχι να αγοράσει. Αρνήθηκε ότι ο ενάγοντας δεν οφείλει κανένα ποσό. Εξάλλου η επιστολή του ημερ. 11.4.01 το αποδεικνύει. Ως ΜΥ2, για την εναγόμενη 3, κατέθεσε ο Λοϊζος Λοϊζου, διευθύνων σύμβουλος στην SLS. Ο Πέτρος Κωνσταντίνου, ΜΕ2 ήταν λειτουργός εξυπηρέτησης πελατών της SLS και εργαζόταν στη Roche & Pearl Financial Services Ltd, που ήταν τότε αντιπρόσωπος της SLS στη Λεμεσό. Στα καθήκοντα του Πέτρου Κωνσταντίνου ήταν η λήψη εντολών από πελάτες της SLS για αγορά/πώληση αξιών στο ΧΑΚ. Η SLS δεν πρόσφερε υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίων. Ο ενάγοντας έγινε πελάτης της SLS στις 17.4.00 (Τεκμήριο 20). Με το πληρεξούσιο 4.5.00 ο ενάγοντας διόρισε την SLS ως χρηματιστή του. Περαιτέρω ο ενάγοντας υπέγραψε τη σύμβαση παροχής υπηρεσιών με την SLS (Τεκμήριο 21) για λήψη, διαβίβαση και εκτέλεση από την SLS εντολών του. Η SLS ως χρηματιστής του ενάγοντα διαβίβαζε μέσω του Πέτρου Κωνσταντίνου στο ΧΑΚ εντολές του ενάγοντα. Η λήψη απόφασης για την αγορά/πώληση αφορούσε αποκλειστικά τον πελάτη. Όλες οι συναλλαγές στο λογαριασμό του ενάγοντα έγιναν κατόπιν δικών του εντολών. Τα contract notes, Τεκμήριο 26 εκδόθηκαν από την SLS και παραδόθηκαν στην εναγόμενη 1. Στις 14.5.02 η εναγόμενη 1 με επιστολή στην SLS (Τεκμήριο 33) την κάλεσε να πωλήσει τις μετοχές του ενάγοντα στις τρέχουσες τιμές. Το προϊόν της πώλησης πιστώθηκε στο λογαριασμό του ενάγοντα. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι τα contract notes και οι καταστάσεις λογαριασμού δεν αποστέλλονταν στον ενάγοντα. Οι ίδιοι ενεργούσαν καθαρά ως χρηματιστές και δεν έκαναν διαχείριση. Λάμβαναν και εκτελούσαν εντολές. Παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και αφού εξέτασα τη μαρτυρία τους καταλήγω στα πιο κάτω. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Ο ενάγοντας δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία του ήταν διάχυτη από αντιφάσεις και υπερβολές σε πολλά σημεία δε διέπετο από ασάφεια. Οφείλω να τονίσω ότι ήταν εντυπωσιακή η ευκολία με την οποία ανέτρεπε θέσεις τις οποίες είχε προβάλει μόλις προηγουμένως καθώς και έντονη η προσπάθεια του να αποποιηθεί των ευθυνών του επιρρίπτοντας τις στους εναγόμενους ή στο ΜΕ2. Αντιφάσεις και ασυνέπειες εντοπίζονται επίσης μεταξύ της μαρτυρίας του ενάγοντα και του ΜΕ2. Κάποιες από αυτές θα εξειδικεύσω πιο κάτω. Καταρχήν θα ήθελα να αναφέρω ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι τον διαβεβαίωσαν ότι ο λογαριασμός θα είχε κέρδη ή στη χειρότερη περίπτωση ζημιά ίση με την απώλεια του περιθωρίου εξασφάλισης στερείται παντελώς υποβάθρου. Όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία του ο ίδιος δεν είχε επαφή και συνεπώς δεν έλαβε οποιαδήποτε διαβεβαίωση από τους εναγομένους 1 και 2 ενώ το συμπέρασμα του ότι οι τελευταίοι αντιπροσωπεύονταν από τον εναγόμενο 3 ήταν αυθαίρετο. Εν πάση περιπτώσει κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι από το σύνολο των εγγράφων που έχουν κατατεθεί δεν προκύπτουν οποιεσδήποτε έγγραφες διαβεβαιώσεις που να υποστηρίζουν έστω και στο ελάχιστο τον ισχυρισμό του ενάγοντα. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντα περί ενθάρρυνσης από το ΜΕ2 για να πειστεί να υποβάλει αίτηση για συμμετοχή στο σχέδιο και περί απόκρυψης πληροφοριών διαψεύστηκαν από τον ίδιο το ΜΕ2. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο ΜΕ2 σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν ανέφερε ότι έδωσε στο ΜΕ1 τις διαβεβαιώσεις τις οποίες ο τελευταίος ισχυρίστηκε. Έρχομαι τώρα στον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι εμποδιζόταν να πωλήσει μετοχές επειδή η αξία των εξασφαλίσεων ήταν κάτω από το όριο. Θεωρώ ότι αυτός δεν αποτελεί τίποτε άλλο από εκ των υστέρων σκέψη για να δικαιολογήσει την επιλογή του να μην προβεί σε πώληση των μετοχών και να αποφύγει τις υποχρεώσεις του. Στερείται κάθε λογικής η θέση ότι οι ενάγοντες δεν του επέτρεπαν να πωλήσει εφόσον με την πώληση θα είσπρατταν λεφτά μειώνοντας έτσι το οφειλόμενο σ΄αυτούς υπόλοιπο. Βέβαια ο ενάγοντας κατά την αντεξέταση του δέχθηκε τελικά ότι ο ισχυρισμός του δεν ίσχυε αφού στο Τεκμήριο 14 φαίνεται πως είχε προβεί σε πωλήσεις παρά το ότι η εξασφάλιση δεν ήταν στα συμφωνηθέντα όρια. Πρέπει εδώ να αναφερθεί ότι παρά το γεγονός ότι διαφάνηκε από τη μαρτυρία του ΜΕ1 ότι επιθυμούσε την πώληση των μετοχών κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από την επιστολή του Τεκμηρίου 18 στην οποία υποσχέθηκε να καταβάλλει ΛΚ200 προς εξόφληση του υπολοίπου του. Είναι δε αξιοπρόσεκτο ότι παρά το ότι προσπάθησε να μας πείσει ότι επιθυμούσε την πώληση δεν έδωσε οποιεσδήποτε γραπτές οδηγίες προς τούτο και παρά τη λήψη των επιστολών της εναγόμενης. Σημειώνω δε ότι σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν προσδιόρισε οποιαδήποτε συγκεκριμένη ημερομηνία κατά την οποία επιθυμούσε να πωλήσει. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι τόσο από τη μαρτυρία του ΜΕ1 όσο και του ΜΕ2 προκύπτει ότι ο ΜΕ1 έδωσε εντολή για πώληση των μετοχών του, γεγονός που δεν συνάδει με τη δικογραφημένη θέση του στη παράγραφο 7(ζ) της ΄Εκθεσης Απαίτησης. Απορρίπτω χωρίς ενδοιασμό τη μαρτυρία του ΜΕ1. Απορρίπτω επίσης και τη μαρτυρία του ΜΕ2 ο οποίος επίσης δεν μου έκανε καλή εντύπωση για τους λόγους που έχω ήδη αναφέρει και πρόσθετα λόγω των πιο κάτω: Η μαρτυρία του ΜΕ2 ήταν ασαφής, συγκεχυμένη και αόριστη. Ενδεικτικό ήταν ότι δεν μπορούσε κατ΄ισχυρισμό να θυμηθεί αν μπορούσε να βάλει εντολή για πώληση μετοχών ή αν έβαλε εντολή ή αν υπήρχε για την εναγόμενη 1 υποχρέωση διαχείρισης. Ανέτρεψε δε τον ισχυρισμό του ότι ο ενάγοντας δεν μπορούσε να πωλήσει γιατί δεν ήταν καλυμμένος ο λογαριασμός όταν του υπεδείχθη το Τεκμήριο 14. Γενικά ο ΜΕ2 δεν με έπεισε για την αλήθεια των θέσεων του. Τόσο ο ΜΥ1 όσο και ο ΜΥ2 μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση. Ήταν θετικοί και σταθεροί και η μαρτυρία τους ήταν πειστική και χωρίς αντιφάσεις παρά τη μακρά και πιεστική αντεξέταση τους. Σε σχέση με τη μαρτυρία των πιο πάνω θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ μόνο στην υποβολή του κου Παπαντωνίου προς το ΜΥ1 ότι ετοίμασαν μια συμφωνία χρηματοδότησης επενδυτικού σχεδίου η οποία με τον τρόπο που ήταν διατυπωμένη δεν μπορούσε να παραβιαστεί από την εναγόμενη 1, η οποία εμφανώς δεν συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του ενάγοντα στην ΄Εκθεση Απαίτησης του σε σχέση με την εναγόμενη 1. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΄Εχοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω ότι η εναγόμενη 1 είναι δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εισηγμένη στο ΧΑΚ. Η εναγόμενη 1 είναι χρηματοδοτικός οργανισμός και παρέχει σε πελάτες δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις περιλαμβανομένων και επενδυτικών σχεδίων μέσω ειδικών λογαριασμών για επενδύσεις στο ΧΑΚ. Στις 20.4.00 ο ενάγοντας υπέβαλε στην εναγόμενη 1 αίτηση για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο, Τεκμήριο 11. Με την έγκριση των πιστωτικών διευκολύνσεων με όριο ΛΚ10000 υπεγράφη η συμφωνία Τεκμήριο 12 μεταξύ του ενάγοντα και των εναγομένων 1,2 και 3. Ταυτόχρονα ο ενάγοντας υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόριζε την εναγόμενη 3 πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του. Με την υπογραφή της συμφωνίας η εναγόμενη 1 άνοιξε λογαριασμό στο όνομα του ενάγοντα με κωδικό αριθμό EFC 9848 και έθεσε στη διάθεση του όριο ΛΚ10000. Ο ενάγοντας όπως είχε υποχρέωση με βάση τη συμφωνία μεταβίβασε στην εναγόμενη 2, 1500 μετοχές Libra Holidays Group Ltd και 4165 μετοχές Options Cassoulides Ltd. Στις 19.5.00 με τροποποιητική συμφωνία Τεκμήριο 13 το όριο του ενάγοντα αυξήθηκε σε ΛΚ20000. Στα πλαίσια της συμφωνίας οι αξίες του ενάγοντα εγγράφονταν στο όνομα της Ellinas Finance Custodian Ltd. Η εναγόμενη 3 ως χρηματιστής του ενάγοντα διαβίβαζε μέσω του ΜΕ2 στο ΧΑΚ εντολές του ενάγοντα και ενημέρωνε την εναγόμενη 1 με το Τεκμήριο 26, πινακίδια συναλλαγής. Η εναγόμενη 1 βασιζόμενη σ΄αυτά πλήρωνε το συνολικό ποσό του πινακιδίου στον χρηματιστή και χρέωνε το λογαριασμό του ενάγοντα και είσπραττε το καθαρό ποσό του κάθε πινακιδίου και πίστωνε το λογαριασμό του ενάγοντα. Στον ενάγοντα αποστέλλονταν καταστάσεις λογαριασμού μηνιαίως με τις οποίες δεν διαφώνησε. Η εναγόμενη 1 από καιρού εις καιρό απέστελλε στον ενάγοντα επιστολές με τις οποίες τον καλούσε να φέρει στην εναγόμενη 1 επιπρόσθετες εξασφαλίσεις, υπό τη μορφή αξιών ή μετρητών που θα πιστώνονταν στο λογαριασμό του. Ο ενάγοντας έλαβε τις προειδοποιητικές επιστολές που του απέστειλε η εναγόμενη 1 ημερομηνίας 20.9.00 (Τεκμήριο 15), 4.4.01 (Τεκμήριο 16) και 25.1.02 (Τεκμήριο 17). Ο ενάγοντας παρέλαβε επίσης την επιστολή των δικηγόρων της εναγόμενης 1 ημερομηνίας 27.6.02 ενώ απέστειλε στην εναγόμενη 1 σχετική επιστολή (Τεκμήριο 18). Ο ενάγοντας μεταβίβασε στην εναγόμενη 2 κατά ή περί τις 14.6.00 1.388 μετοχές DEMETRA EPENDITIKI LTD και 278 DEMETRA EPENDITIKI LTD warrants, στις 31.10.00 28.000 μετοχές DRAKE INVESTMENTS LTD, στις 23.11.00 500 μετοχές ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD και 100 warrants της ίδιας εταιρείας, στις 28.6.00 4.000 μετοχές ΚΥΚΝΟΣ ΕΤΕΡΙA EPENDISEON HARTOFILAKIOU LTD, 1.500 μετοχές LIBRA HOLIDAYS GROUP LTD, στις 13.6.01 4165 μετοχές OPTIONS CASSOULIDES LTD και στις 9.1.01 2000 μετοχές LIBRA HOLIDAYS GROUP LTD. Λόγω της άρνησης του ενάγοντα να ανταποκριθεί στις επιστολές της εναγόμενης 1 και μετά την αποστολή του Τεκμηρίου 30 η εναγόμενη 1 έδωσε εντολές μέσω της εναγόμενης 2 στον χρηματιστή να πωλήσει όλες τις αξίες του ενάγοντα και απέστειλαν επιστολή τερματισμού, Τεκμήριο 6 με την οποία απαίτησαν πληρωμή του ποσού των ΛΚ16553,79 πλέον τόκο 8.5% από 18.6.02 μέχρι εξοφλήσεως. Το υπόλοιπο φαίνεται στο Τεκμήριο 14. Ο ενάγοντας δεν έχει μέχρι σήμερα καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Oι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις νομικές θέσεις στην έκταση που ο καθένας από αυτούς έκρινε σκόπιμο. Τις έχω θέσει ενώπιον μου και θα αναφερθώ σ΄αυτές όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω τις θέσεις που έχει προωθήσει ο κος Παπαντωνίου στην αγόρευση του. Α. Η θέση ότι η εναγόμενη 1 υπείχε θέση διαχειριστή (ενότητα 2), εμπιστευματοδόχου και θεματοφύλακα μαζί με την εναγόμενη 2 (ενότητα 6) του λογαριασμού του ενάγοντα. Συνηφασμένη με τα πιο πάνω και η θέση ότι υπήρχε υποχρέωση για την εναγόμενη 1 (και/ή 3) πώλησης των ενεχυριασμένων μετοχών. Ο όρος 2(Ε) της συμφωνίας, Τεκμήριο 12 προβλέπει τα ακόλουθα: «Ο Επενδυτής υποχρεούται για σκοπούς εξασφάλισης, κατόπιν σχετικής προειδοποίησης 24 ωρών, να αυξάνει το Περιθώριο Ασφαλείας προβαίνοντας σε κατάθεση μετρητών ή μεταβιβάζοντας στο όνομα της Θυγατρικής Εταιρείας επιπρόσθετες Αξίες ούτως ώστε το σύνολο:- (
  2. i)της Τιμής Διάθεσης των Αξιών Χαρτοφυλακίου (
  3. ii)της Τιμής Διάθεσης των Αξιών που έχουν μεταβιβαστεί στο όνομα της Θυγατρικής Εταιρείας (οι «Αξίες Περιθωρίου Ασφαλείας») και τραπεζικών καταθέσεων που έχουν δεσμευθεί ως Περιθώριο Ασφαλείας και (iii) το περιθώριο του Ορίου που παραμένει διαθέσιμο, να διατηρείται ίσο προς το διπλάσιο του Περιθωρίου Ασφαλείας. Κατά τον ίδιο τρόπο ο Επενδυτής υποχρεούται όπως μετατρέπει τη σύνθεση του Περιθωρίου Ασφαλείας κατά τον τρόπο που ήθελε από καιρού εις καιρό υποδειχθεί προς αυτόν από την Εταιρεία. Σε περίπτωση μη ανταπόκρισης στη σχετική προειδοποίηση ή υπόδειξη ή σε περίπτωση που δεν ήταν δυνατή η επικοινωνία με τον Επενδυτή, η Εταιρεία και/ή ο Χρηματιστής διατηρούν το δικαίωμα να προβαίνουν σε πώληση των Αξιών Χαρτοφυλακίου και/ή κλείσιμο του Λογαριασμού και/ή τερματισμό της Συμφωνίας». Σχετικός είναι και ο όρος 2 ΣΤ της συμφωνίας ο οποίος προνοεί ως ακολούθως: «(ΣΤ) Tόσο οι Αξίες Χαρτοφυλακίου όσο και οι Αξίες Περιθωρίου Ασφάλειας θα παραμείνουν για σκοπούς εγγύησης εγγεγραμμένες επ΄ονόματι της Θυγατρικής Εταιρείας η οποία θα ενεργεί ως εμπιστευματοδόχος (trustee) της Εταιρείας ενόσω υπάρχει υπόλοιπο οφειλόμενο από τον Επενδυτή προς την Εταιρεία και η Εταιρεία έχει το δικαίωμα να πωλεί τις εν λόγω Αξίες Χαρτοφυλακίου και άλλες Αξίες και να εισπράττει το εκ της πωλήσεως εισόδημα ή να εισπράττει οποιοδήποτε εισόδημα από μερίσματα ή άλλο ποσό προς εξόφληση οποιουδήποτε ποσού οφείλεται στην Εταιρεία από τον Επενδυτή άνευ επηρεασμού του δικαιώματος της Εταιρείας να απαιτήσει από τον Επενδυτή οποιοδήποτε οφειλόμενο προς αυτή ποσό». Από το κείμενο των πιο πάνω όρων προκύπτει ξεκάθαρα ότι καμιά από τις εναγόμενες δεν ανέλαβε την υποχρέωση για πώληση των μετοχών του χαρτοφυλακίου του ενάγοντα σε οποιοδήποτε στάδιο. Η εναγόμενη 1 μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμα της για πώληση οποτεδήποτε επέλεγε. Τα πιο πάνω θέματα έχουν πλέον επιλυθεί από την υπόθεση Mαρία Συρίμη v. Παγκυπριακής Χρηματοδοτικής Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Π.Ε. 315/07 ημερ. 6.7.2010 και υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ Π.Ε. 21/08, ημερ. 14.7.2010. Παραθέτω το σχετικό μέρος της απόφασης: «Δεν συμμεριζόμαστε τις θέσεις και επιχειρήματα του δικηγόρου της Εφεσείουσας. Το λεκτικό του όρου 7 είναι σαφές. Το ίδιο ισχύει και για το δικαίωμα και όχι υποχρέωση που διατηρούσαν οι Εφεσίβλητοι ως ενεχυροδανειστές, δυνάμει του άρθρου 134 του Κεφ. 149. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά κατά την άποψη μας παραλλήλισε την περίπτωση με το δικαίωμα ενυπόθηκου δανειστή να πωλήσει την περιουσία, το οποίο όμως δεν ισοδυναμεί με υποχρέωση (βλ. Cuckmere Brick Co. Ltd v. Mutual Finance Ltd

(1971)2 All ER 633, AIB Finance Ltd v. Debtors
(1997)4 All ER 677 και Silven Properties Ltd and Another v. Royal Bank of Scotland plc and others
(2004)4 All ER 484). Ούτε ο όρος 11 του σχεδίου θα μπορούσε να μετατρέψει το δικαίωμα σε υποχρέωση. Όπως ορθά υποδεικνύεται στην πρωτόδικη απόφαση με αναφορά στην China and South Sea Bank v. Tan
(1989)3 All ER 839, οι εφεσίβλητοι ως δανειστές δεν μπορούσαν να καταστούν εμπιστευματοδόχοι των μετοχών που είχαν ενεχυριαστεί και ούτε μπορούσαν να θεωρηθούν υπεύθυνοι έναντι της Εφεσίβλητης ως οφειλέτριας, σε περίπτωση που ασκούσαν το δικαίωμα πώλησης και ακολούθως η αξία των μετοχών μειωνόταν ή εκμηδενιζόταν. Η μόνη υποχρέωση του ενεχυριοδανειστή, όπως ήταν οι Εφεσίβλητοι, σε περίπτωση που αποφασίσει να ασκήσει το δικαίωμα πώλησης, είναι να το πράξει επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια ώστε να εξασφαλίσει την τιμή της αγοράς, τη δεδομένη στιγμή. Δεν συμφωνούμε ότι στην προκειμένη περίπτωση εγείρεται θέμα παραβίασης του περί Επιτρόπων Εμπιστεύματος Νόμου, Κεφ. 193, όπως εισηγείται στην εκατοντασέλιδη αγόρευση του ο κ. Παπαντωνίου, στα πλαίσια του δέκατου λόγου έφεσης. Ούτε συμφωνούμε ότι όσα διαπιστώθηκαν από το πρωτόδικο δικαστήριο, έρχονται σε αντίθεση με τον δικαστικό λόγο της αγγλικής υπόθεσης China and South Sea Bank v. Tan (ανωτέρω). Η πιο πάνω υπόθεση χρησιμοποιήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο ως ενισχύουσα τη θέση ότι ο δανειστής δεν καθίσταται και εμπιστευματοδόχος μετοχών που έχουν ενεχυριαστεί και ούτε έχει οποιαδήποτε ευθύνη προς τον οφειλέτη σε περίπτωση που δεν ασκήσει το δικαίωμα πώλησης που έχει και η αξία των μετοχών μειωθεί. Μπορεί η πιο πάνω αγγλική υπόθεση να έχει διαφορές με την υπό εκδίκαση, αλλά καμιά διαφορά δεν διαπιστώνεται στην πιο πάνω διαπιστωθείσα αρχή του κοινοδικαίου, η οποία συνάδει με το δικό μας δίκαιο, όπως αυτό κωδικοποιείται στο Κεφ.
  1. Επομένως, ούτε ο δέκατος λόγος έφεσης ευσταθεί. Κατά τα άλλα, το δικαίωμα πώλησης του δανειστή όπως και του ενυπόθηκου δανειστή, δεν μπορεί σύμφωνα με το γενικό δίκαιο να περιοριστεί, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφώνησαν διαφορετικά (βλ. άρθρο 110, Κεφ. 149). Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι η ίδια η Εφεσείουσα είχε δικαίωμα να πωλήσει τις μετοχές και θα μπορούσε η ίδια να το πράξει όποτε ήθελε, σύμφωνα με τον όρο 3 του σχεδίου, για να εξοφλήσει το χρέος της ή για να μειώσει τη ζημιά της, αλλά δεν το έπραξε. Όπως ορθά διαπιστώνει ο ευπαίδευτος πρωτόδικος δικαστής, φαίνεται να πρυτάνευσε στο μυαλό της ίδιας και του συζύγου της που την συμβούλευσε, η λογική της τότε εποχής και η ελπίδα για ανάκαμψη του ΧΑΚ. Δεν βλέπουμε οτιδήποτε το μεμπτό στην πιο πάνω διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου, η οποία τέθηκε για να εξηγήσει γιατί η Εφεσείουσα δεν έδωσε οδηγίες για πώληση των μετοχών ή για τερματισμό της συνεργασίας της με τους Εφεσίβλητους. Ως εκ τούτου, ούτε ο λόγος 9 ευσταθεί. Τέλος η Εφεσείουσα είχε το δικαίωμα να ακυρώσει τη σύμβαση αν θεωρούσε είτε δυνάμει του άρθρου 111 του Κεφ. 149 είτε άλλως πως, ότι οι Εφεσίβλητοι ενήργησαν κατά τρόπο ασυμβίβαστο με τη σύμβαση.» Θεωρώ ότι τα πιο πάνω καλύπτουν και την εισήγηση του κου Παπαντωνίου στην ενότητα 12 ότι η εναγόμενη 3 ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος δεν είχε απλώς ρόλο εκτέλεσης των οδηγιών του ενάγοντα αλλά μπορούσε αυτεπάγγελτα να διαχειρίζεται το λογαριασμό του ενάγοντα. Αναφέρω προς τούτο ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου ίχνος μαρτυρίας ότι η εναγόμενη 3 ενεργούσε ως διαχειριστής των αξιών του ενάγοντα. Β. Η θέση του ότι ο Πέτρος Κωνσταντίνου ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των εναγομένων 1 και 2 και ότι οι παραστάσεις του δεσμεύουν τον ενάγοντα (ενότητα 3). Ο κος Παπαντωνίου ισχυρίστηκε στην ουσία ότι μέσω του πιο πάνω αντιπροσώπου της η εναγόμενη παραπλάνησε τον ενάγοντα. Ελλείπει παντελώς με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση το (αξιόπιστο) πραγματικό υπόβαθρο ότι ο Πέτρος Κωνσταντίνου ήταν αντιπρόσωπος των εναγομένων 1 και 2 ή ότι παρέστησε στον εναγόμενο ότι το σχέδιο θα ήταν κερδοφόρο ή ότι ο ενάγοντας δεν θα είχε απώλεια πέραν των μετοχών που θα μεταβίβαζε. Ούτε και έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία ότι ο ενάγοντας βρισκόταν σε οποιαδήποτε εμπιστευτική θέση με τις εναγόμενες 1 και
  2. Ούτε και έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία που να τεκμηριώνει ότι υπήρξε εξώθηση, ενθάρρυνση, ψυχική πίεση ή αθέμιτος επηρεασμός του ενάγοντα. Η θέση ότι οι εναγόμενες συμβαλλόμενες εταιρείες ανήκαν στον «όμιλο Sharelink» (ενότητα 7) και λειτουργούσαν σε συνεννόηση πέραν του ότι δεν βρίσκει έρεισμα στην ενώπιον μου μαρτυρία θεωρώ ότι δεν έχει σημασία. Μια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης αποτελεί, όπως είναι νομολογημένο, ξεχωριστή νομική οντότητα, με ξεχωριστά νομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις, ανεξάρτητα από τα πρόσωπα των μετόχων ή διευθυντών της (βλ. ενδεικτικά N.M. Michaelides v. Michael James Hickman
(1988)1 C.L.R. 98). Γ. Τα περί μπλοκαρίσματος του λογαριασμού (ενότητα 5) Με βάση την ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία ο ενάγοντας μπορούσε να πωλήσει οποτεδήποτε ήθελε ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ανατροπή του περιθωρίου εξασφάλισης. Από το ίδιο το Τεκμήριο 14 προκύπτει με βάση τη μαρτυρία του ΜΥ1, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, ότι ο ενάγοντας είχε διενεργήσει πωλήσεις ενώ το περιθώριο είχε ανατραπεί. Συνεπώς τα περί «μπλοκαρίσματος» δεν ευσταθούν. Πέραν τούτου, από ανάγνωση της συμφωνίας, Τεκμήριο 3, η οποιουδήποτε άλλου συναφές εγγράφου δεν προκύπτει οποιοσδήποτε όρος απαγορευτικός για τον ενάγοντα να πωλήσει μετά την ανατροπή του περιθωρίου ασφάλειας. Δ. Ο ισχυρισμός για παράλληλες συμφωνίες (ενότητα 4) Ήταν η εισήγηση του κου Παπαντωνίου ότι οι όροι Λειτουργίας Επενδυτικού Σχεδίου όπως καταγράφονται στην αίτηση για επενδυτικό σχέδιο, Τεκμήριο 1, και ειδικότερα ο όρος 5, αποτελούν μέρος της Συμφωνίας. Η πιο πάνω εισήγηση δεν υποστηρίζεται από την ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία. Αυτό καθίσταται καθαρό και από το γεγονός ότι υπογράφτηκε μεταγενέστερη λεπτομερής συμφωνία, Τεκμήριο 2 με βάση τον όρο 12 της οποίας «περιέχει εξαντλητικά όλους τους όρους» και «αποτελεί ολόκληρη τη συμφωνία». Είναι η θέση μου πως η αίτηση, Τεκμήριο 1 αποτελούσε απλώς πρόταση προς τον ενάγοντα. Εν πάση όμως περιπτώσει αναφέρω ότι ακόμη και αν ίσχυαν οι όροι της αίτησης δεν θεωρώ ότι αυτοί προβλέπουν κάτι διαφορετικό από τη Συμφωνία, Τεκμήριο 12. Ε. Επαγγελματική αμέλεια (ενότητα 11) Ενώπιον μου δεν έχει τεθεί μαρτυρία η οποία να κρίθηκε αξιόπιστη και να υποδεικνύει σε αμέλεια των εναγομένων. Στο βαθμό δε που οι ισχυρισμοί στην ΄Εκθεση Απαίτησης στηρίζονται στην ύπαρξη υποχρέωσης τους για πώληση των μετοχών σημειώνω ότι η θέση αυτή έχει ήδη απορριφθεί. Με βάση όλα τα πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ όλων των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα. Οι εναγόμενοι 1 και 2 θα δικαιούνται ένα σετ εξόδων δεδομένου ότι είχαν κοινή εκπροσώπηση και κοινό δικόγραφο. Έχοντας υπόψη ότι η ορθότητα των χρεώσεων και πιστώσεων του Τεκμηρίου 14 δεν έχει αμφισβητηθεί εκδίδω απόφαση στην ανταπαίτηση υπέρ της εναγόμενης 1 και εναντίον του ενάγοντα για το ποσό των €28265.01 (ΛΚ16542,79) με τόκο προς 8.5% ετησίως από 18.6.02 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) .............. Μ. Παπαϊώαννου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.