← Κύπρος

ΑΡΚΑΔΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ ν. GEVOREST MATTRESS CO LTD, Αρ. Αγωγής: 714/05, 20.10.2010

ΑΡΚΑΔΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ ν. GEVOREST MATTRESS CO LTD, Αρ. Αγωγής: 714/05, 20.10.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A333 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 714/05 Μεταξύ: ΑΡΚΑΔΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ Ενάγοντα και GEVOREST MATTRESS CO. LTD Εναγομένων ----- Αίτηση ημερομηνίας 8.9.2010 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20.10.2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές-Εναγόμενους: κ. Αντ. Δράκος Για τον Καθ΄ ου η αίτηση-Ενάγοντα: κα Στ. Ερωτοκρίτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του πέμπτου μάρτυρα του Ενάγοντα Δρος Οδυσσέα Αθάνατου σύμφωνα με αίτημα του κ. Δράκου που εμφανίζεται για τους εναγόμενους προέκυψε ανάγκη τροποποίησης της Υπεράσπισης όταν το Δικαστήριο δεν του επέτρεψε να αντεξετάσει το μάρτυρα για ιατρική αμέλεια που επέδειξαν γιατροί του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας οι οποίοι υπέβαλαν τον ενάγοντα σε εγχείρηση μετά το ατύχημα, συνεπεία της οποίας ήταν η επιδείνωση του τραυματισμού ή καθυστέρηση της αποθεραπείας και διάφορες άλλες επακολουθήσασες επιπλοκές (οστεοαρθρίτιδα κλπ.). Ο κ. Δράκος στις 8.9.2010 καταχώρησε αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης νομική βάση της οποίας αποτελεί η Δ.25 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών με την οποία αιτήθηκε την ακόλουθη τροποποίηση: Α) Διά της προσθήκης νέας παραγράφου με αριθμό 10 στην Έκθεση Υπεράσπισης έχουσας ως εξής: «

  1. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η έκταση και/ή συνέπειες του τραυματισμού του ενάγοντος προήλθαν ένεκεν άλλης υπεισελθούσης αιτίας ή και ενέργειας ή και ιατρικής αμέλειας ή και παράλειψης κατά την περίθαλψη ή και θεραπεία του ενάγοντος στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας από ιατρικούς λειτουργούς υπηρετούντες σ΄ αυτό. Λεπτομέρειες Ο ενάγων κατά ή περί την 7.6.2004 εισήχθη στο χειρουργείο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όπου κάτω από γενική αναισθησία υποβλήθηκε σε ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση με πλάκα και βίδες. Κατά την πιο πάνω χειρουργική επέμβαση λόγω αμέλειας ή και ελλειπούς ή και ανεπαρκούς επιδεξιότητας ή και δέουσας προσοχής περιφερικός κοχλίας τοποθετήθηκε λανθασμένα και διέρριξε και κατέστρεψε την ποδοκνημική άρθρωση με διάρρηξη της αρθρικής επιφάνειας της κνήμης." Β) Διά της προσθήκης νέας παραγράφου με αριθμό 11 στην Έκθεση Υπερασπίσεως έχουσας ως εξής: «
  2. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο ενάγων παρά τις συμβουλές ή και τις προτροπές του ιατρού που παραπέμφθηκε από τους εναγόμενους αρνήθηκε ή και αμέλησε να υποβληθεί σε αναγκαία ή και συσταθείσα επέμβαση ή και θεραπεία έγκαιρης εσωτερικής οστεοσύνθεσης ενώ μετά την επιπλοκή που προέκυψε μετά την εσωτερική οστεοσύνθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 10 πιο πάνω αρνήθηκε ή και αμέλησε να υποβληθεί σε αρθρόδεση της δεξιάς ποδοκνημικής άρθρωσης παρά τις συμβουλές των ιατρών και έτσι απέτυχε να ασκήσει το καθήκον του για μείωση και περιορισμό των συνεπειών του τραυματισμού του.» » Η αίτηση συνοδεύεται με ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγομένων-αιτητών με το ακόλουθο περιεχόμενο, χωρίς να προβάλλεται ισχυρισμός για ιατρική αμέλεια αλλά μόνο για τη συμπεριφορά του ενάγοντα κατά την «πορεία αποκατάστασης του τραυματισμού του» (Αιτητικό Β της αίτησης): «
  3. Είμαι διευθυντής των εναγομένων γνωρίζω καλώς την υπόθεση και είμαι εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα.
  4. Εξ όσων κάλλων γνωρίζω και πιστεύω και εξ όσων με συμβουλεύει ο δικηγόρος των εναγομένων κατά την προσαγωγή της μαρτυρίας του ενάγοντος και την κατάθεση της Γραπτής Δήλωσης του με τα επισυνημμένα τεκμήρια όσο και κατά την προφορική μαρτυρία του ενάγοντος προέκυψαν στοιχεία σε σχέση με τη συμπεριφορά του ενάγοντος κατά την πορεία της αποκατάστασης του τραυματισμού του.
  5. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και εξ όσων με συμβουλεύει ο δικηγόρος των εναγομένων είναι επιβεβλημένο δικονομικά να περιληφθούν τα νέα στοιχεία στην έκθεση υπερασπίσεως των εναγομένων και έτσι καθίσταται επιτακτική η ανάγκη τροποποίησης της Εκθέσεως Υπερασπίσεως για τη διακρίβωση των πραγματικών επίδικων θεμάτων για την απονομή πλήρους δικαιοσύνης.
  6. Ευσεβάστως αναφέρω ότι η παρούσα αίτηση υποβάλλεται με καλή πίστη και πιστεύω ότι είναι αναγκαία προκειμένου να προχωρήσει διαδικασία προσεπικλήσεως του Γενικού Εισαγγελέα ως του αρμοδίου να εναχθεί για τις πράξεις ή και παραλείψεις των ιατρικών λειτουργών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας.
  7. Ένεκεν των ανωτέρω πιστεύω ότι είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του όλα τα ορθά και απαραίτητα γεγονότα και στοιχεία ώστε να αποφασίσει δίκαια και ορθά επί όλων των εμπλεκομένων θεμάτων και διαφορών.» Στο αίτημα καταχωρήθηκε γραπτή ένσταση εκ μέρους της κας Ερωτοκρίτου. Προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης οι οποίοι εξειδικεύονται με ένορκη δήλωση του κ. Περικλή Κωνσταντίνου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που αντιπροσωπεύει τον ενάγοντα. «Α. Η αίτηση για τροποποίηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα και σε προχωρημένο στάδιο της ακρόασης της αγωγής. Β. Ουδεμία δικαιολογία δίδεται για την καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση. Γ. Η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι ανεπαρκής, παράτυπη και ουδόλως υποστηρίζει ή δικαιολογεί το αίτημα τροποποίησης. Δ. Η αιτούμενη τροποποίηση εάν ήθελε επιτραπεί, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον Ενάγοντα που δεν μπορεί να θεραπευθεί με την επιδίκαση των εξόδων. Ε. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν δικαιολογούν την προσεπίκληση του Γενικού Εισαγγελέα ως Τριτοδιαδίκου. Ζ. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί περί novus actus, θα εδικαιολογούσε την προσθήκη του Γενικού Εισαγγελέα ως συνεναγομένου και όχι Τριτοδιαδίκου, η δε προσθήκη του Γενικού Εισαγγελέα ως συνεναγομένου στο παρόν στάδιο είναι ακατόρθωτη λόγω παραγραφής. Η. Εκτροχιάζεται ο προγραμματισμός και εκδίκαση της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να παραστεί ανάγκη εξ υπαρχής έναρξης της διαδικασίας. Θ. Πλήττεται το συνταγματικό δικαίωμα του ενάγοντα για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε εύλογο χρόνο. Ι. Η αίτηση είναι κακόπιστη. Κ. Η τροποποίηση για μέρος στης σκοπούμενης παρ. 11 είναι αχρείαστη.» Επιχειρηματολογώντας ενώπιον μου προς υποστήριξη των θέσεων του ο κ. Δράκος ισχυρίστηκε ότι η αίτηση δεν είναι κακόπιστη, αλλά αποτελεί δικονομική αναγκαιότητα για αποφυγή της πολλαπλότητας ων διαδικασιών για δε την καθυστέρηση στην υποβολή της ο ενάγων μπορεί να αποζημιωθεί με την επιδίκαση των εξόδων προς όφελος του ενώ αντίθετα η κα Ερωτοκρίτου εισηγήθηκε ότι η αποδοχή της αίτησης θα βλάψει ανεπανόρθωτα την υπόθεση του ενάγοντα ο οποίος λόγω του ότι έχει παραλειφθεί η υπεράσπιση του novus actus interveniens από την Υπεράσπιση ο Γενικός Εισαγγελέας δεν είναι δυνατόν να προστεθεί ως τριτοδιάδικος από τους εναγόμενους, ούτε ως συνεναγόμενος από τον ενάγοντα (λόγω της παράλειψης επίκλησης του ισχυρισμού διακοπής της αιτιώδους συνάφειας στην Υπεράσπιση αλλά και λόγω παραγραφής), με αποτέλεσμα τη αίτηση να είναι κακόπιστη, ο δε ενάγων να μην είναι δυνατόν να αποζημιωθεί για τη βλάβη που θα υποστεί με την προς όφελος του επιδίκαση εξόδων. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για έκδοση άδειας για τροποποίηση έχουν συνοψιστεί στην Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδου κ.α.

(2007)1 Β Α.Α.Δ. 1005, όπου στις σελίδες 1007-1009 αναφέρεται: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Σχετικές με τις πιο πάνω αρχές είναι και οι υποθέσεις που αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, Πουρίκκος ν. Σάββα
(1990)1 Α.Α.Δ. 862, Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 C.L.R. 607, Christodoulou v. Christodoulou και Άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ.
  1. Το πρωτόδικο Δικαστήριο τελικά συνόψισε τις αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία ως ακολούθως:
  2. Η τροποποίηση δικογράφου εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Προκύπτει ως θεμελιακή αρχή ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς και η αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών.
  3. Το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπ΄ όψιν και τον παράγοντα καθυστέρηση. Ο παράγοντας όμως αυτός δεν είναι καθοριστικός αλλά συνυπολογίζεται με όλους τους άλλους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε.
  4. Το Δικαστήριο δεν θα δώσει την άδεια για τροποποίηση μόνο με την διαπίστωση για το επανορθώσιμο της ζημιάς που επιφέρει στον αντίδικο αλλά θα πρέπει να συνεκτιμήσει όλους τους παράγοντες της υπόθεσης όπως καθιερώθηκαν από τη Νομολογία.
  5. Δεν δίδεται άδεια για τροποποίηση στις περιπτώσεις που αυτή επιφέρει βλάβη στον αντίδικο που δεν αποζημιώνεται με χρήμα και όπου η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής. Δεν εκδίδεται επίσης διάταγμα όπου με αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης.» Σύμφωνα με την αυθεντία Στέφανος Αχιλλέως ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα
(1999)1 Α.Α.Δ. 176, 178: «Δεν είναι αναγκαία η προβολή στο δικόγραφο του εναγομένου, ισχυρισμών αναφορικά με το μετριασμό της ζημιάς που υπέστη ο ενάγων και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν εκωλύετο να ακούσει τη σχετική μαρτυρία.» Κατά συνέπεια κανένας δεν εμπόδισε τον κ. Δράκο να αντεξετάσει τον ενάγοντα όσον αφορά το μη δικογραφημένο ισχυρισμό του για τις ενέργειες, πράξεις ή παραλείψεις του για ελαχιστοποίηση της ζημιάς του, ούτε βεβαίως εμποδίζετο ή εμποδίζεται να προσκομίσει τη δική του μαρτυρία εκ μέρους των εναγομένων για το θέμα της συμπεριφοράς του ενάγοντα κατά την πορεία της θεραπείας του. Η υπό στοιχεία Β αιτούμενη τροποποίηση κατά συνέπεια είναι αχρείαστη. Όσον αφορά τη διακοπή της αιτιώδους συνάφειας και στη δημιουργία ζημίας από άλλη αιτία που παρεμβάλλεται και έπεται της αρχικής αιτίας (novus actus interveniens) η αυστηρή δικογράφηση με λεπτομέρειες στην Υπεράσπιση είναι απολύτως αναγκαία (Αιτητικό Α της αίτησης). Στη Θ. Κοζάκου ν. Δ. Αβρααμίδου κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1626, στη σελίδα 1642 αναφέρονται τα ακόλουθα επί του θέματος: «Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι τα δικόγραφα αποτελούν τα θεμέλια της δίκης και το Δικαστήριο λαμβάνει πάντα υπόψη και αξιολογεί τη μαρτυρία που συνάδει με αυτά. Όπως έχει τονιστεί χαρακτηριστικά από το Δικαστή Πική στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134), κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέψει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής.» (Ίδε επίσης Αθηνοδώρου και Γαβριήλ ν. Κωνσταντίνου
(2000)1 Α.Α.Δ. 615.). Στην παρούσα περίπτωση η εισήγηση για τη διακοπή της αιτιώδους συνάφειας δεν έχει συμπεριληφθεί εξειδικευμένα στην Έκθεση Υπεράσπισης και δεν μπορούσε να αποτελέσει θέμα προς εξέταση είτε πρωτόδικα είτε κατ΄ έφεση. Η εισήγηση απορρίπτεται. Ανεξάρτητα όμως από την πιο πάνω κατάληξη, έστω και αν γινόταν αποδεκτό ότι ο ισχυρισμός είχε προβληθεί ικανοποιητικά, η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η οποιαδήποτε παράλειψη του Δρα Κουριέα να πάρει οποιαδήποτε άλλα προληπτικά μέτρα από εκείνα που είχε ήδη πάρει εναντίον της ενδεχόμενης θρόμβωσης του αίματος και εμβολής δεν συνιστούσε αμέλεια που είχε οδηγήσει στη διάσπαση της αλυσίδας (τραυματισμός - αναγκαία θεραπεία - θάνατος), μας βρίσκει σύμφωνους. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο ιατρός ενήργησε μέσα στο πλαίσιο των παραμέτρων της ιατρικής επιστήμης στον συγκεκριμένο τομέα στην αντιμετώπιση της κατάστασης του ασθενούς. Η απάντηση στο ερώτημα στην προκειμένη περίπτωση είναι καταφατική.» Στη Κ. Νεάρχου ν. Σ. Στεφανίδη
(2003)1 Α.Α.Δ. 351, επιβεβαιώνεται η πιο πάνω αρχή. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από τη σελίδα 366 όπου η παράλειψη χαρακτηρίζεται ουσιώδες δικονομικό σφάλμα: «Τόσο από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης αλλά και από τα λεχθέντα στην Νικηφόρου Σπύρου (ανηλίκου) (ανωτέρω), συνάγεται ότι η επίκληση της πιο πάνω αρχής για σκοπούς υπεράσπισης προϋποθέτει προβολή του σχετικού ισχυρισμού στα δικόγραφα με την ίδια λεπτομέρεια που απαιτείται σε κάθε περίπτωση περιγραφής αμέλειας. Ανάλογη ήταν και η διαπίστωση στη Θεοφάνη Γ. Καζάκου ν. Δωρέττας Αβρααμίδου κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1626. Η παράλειψη των εφεσιβλήτων να συμπεριλάβουν στη δικογραφία την υπεράσπιση του novus actus interveniens και τις παρεμφερείς λεπτομέρειες, συνιστά ουσιώδες δικονομικό σφάλμα αναγόμενο σε παράβαση βασικής αρχής του δικονομικού δικαίου ότι τα επίδικα θέματα είναι μόνο εκείνα που προσδιορίζονται από τη δικογραφία και ότι η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία. Βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, το πρωτόδικο δικαστήριο ανεπίτρεπτα στηρίχθηκε στη μαρτυρία του ιατρού Γεωργίου που καθώς έχουμε προαναφέρει ήταν μεν σχετική προς το επίδικο ζήτημα του χρόνου πόρωσης του τραύματος ήταν όμως άσχετη για ό,τι αφορούσε στην αμέλεια του θεράποντα ιατρού του εφεσείοντα εφόσον το συγκεκριμένο ζήτημα δεν ήταν επίδικο. Το μέρος αυτό της μαρτυρίας αντί να είχε αγνοηθεί από το Δικαστήριο, μια και η μαρτυρία δόθηκε κάτω από τις περιστάσεις που αναφέραμε, ανεπίτρεπτα λήφθηκε υπόψη και αποτέλεσε το έρεισμα καθοριστικής διαπίστωσης του Δικαστηρίου που αφορούσε στο θέμα του χρόνου ανικανότητας του εφεσείοντα σε συνάρτηση προς το θέμα των ειδικών αποζημιώσεων. Το πιο πάνω σφάλμα, που καθώς έχουμε αναφέρει, σχετίζεται άμεσα με το θέμα των ειδικών αποζημιώσεων θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει την υπόθεση πίσω στο Επαρχιακό Δικαστήριο για επανεκδίκαση. Είναι αυτονόητο πως η υπεράσπιση του novus actus interveniens αφού δεν μπορούσε να εξεταστεί πρωτόδικα για τους λόγους που εξηγήσαμε, σίγουρα δεν μπορεί να εξεταστεί ούτε κατ΄ έφεση. .» Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στην παρούσα περίπτωση η ισχυριζόμενη ιατρική αμέλεια που διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια δεν είναι επιβεβαιωμένη από άλλη ιατρική μαρτυρία (που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν οι εναγόμενοι) αλλά από ερμηνεία ενός ιατρικού πιστοποιητικού (Τεκμήριο 8α) η αίτηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή και για άλλους ουσιαστικούς λόγους. Οι εναγόμενοι επιδιώκουν δια προσεπικλήσεως την προσθήκη του Γενικού Εισαγγελέα ως Τριτοδιάδικου (παρ. 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση) πλην όμως δεν μπορούν να απαιτούν απ΄ αυτόν συνεισφορά (Contribution) ή αποζημίωση (Indemnity) για τη ζημιά που θα κληθούν να καταβάλουν στον ενάγοντα. Κατά συνέπεια ο Γενικός Εισαγγελέας δεν μπορεί να προστεθεί ως Τριτοδιάδικος γιατί δεν έχει καμιά σχέση με την αιτία της ζημιάς που προκάλεσε στον ενάγοντα τον τραυματισμό, ούτε η ισχυριζόμενη μεταγενέστερη ιατρική αμέλεια είναι επιβεβαιωμένη. Ο ορθός τρόπος θα ήταν να συμπεριληφθεί στην υπεράσπιση η διακοπή της αιτιώδους συνάφειας (novus actus interveniens) για να μπορεί να συμπεριληφθεί ο Γενικό Εισαγγελέας ως συνεναγόμενος αφού είναι από κοινού αδικοπραγών (joint tortfeasor) με τους εναγόμενους για να καταμεριστεί τυχόν αποζημίωση από την αρχική αιτία στους εναγόμενους και τη μεταγενέστερη αιτία στο Γενικό Εισαγγελέα. Όμως ούτε αυτό μπορεί να γίνει λόγω της παραγραφής της αξίωσης του εναγόμενου. Κατά συνέπεια η αίτηση μπορεί να χαρακτηριστεί και ως πολύ καθυστερημένη και κακόπιστη. Ο ενάγων δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα και η υπόθεση του θα εκφυλιστεί. Η μόνη ίσως θεραπεία των εναγομένων για την ισχυριζόμενη ιατρική αμέλεια είναι να επιφυλάξουν τα δικαιώματα τους για έγερση αγωγής εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος των αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή επαναορίζεται για συνέχιση της Ακρόασης στις 8.11.
  2. (Υπ.) ................ Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.