← Κύπρος

Λέανδρος Στυλιανού ν. Σάββα Κυριάκου, Αρ. Αγωγής: 8615/05, 21 Οκτωβρίου 2010

Λέανδρος Στυλιανού ν. Σάββα Κυριάκου, Αρ. Αγωγής: 8615/05, 21 Οκτωβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A335 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8615/05 Μεταξύ: Λέανδρος Στυλιανού Ενάγοντας και Σάββα Κυριάκου Εναγόμενου Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: κα. Γ. Ρούσου. Ο εναγόμενος αυτοπροσώπως. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας αξιώνει από τον εναγόμενο το ποσό των ΛΚ7000,00 ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και το ποσό των ΛΚ600,00 ποσό που κατέβαλε προσωπικά ως έξοδα για τη σύσταση εταιρείας. Ο εναγόμενος ήταν ενοικιαστής του ξενοδοχείου City Hotel και οι διάδικοι υπέγραψαν συμφωνία συνεργασίας ο ενάγοντας να καταβάλει το ποσό των ΛΚ7000,00 στον εναγόμενο και να καταστεί συνεργάτης του εναγόμενου στη διαχείριση και λειτουργία του ξενοδοχείου. Ο εναγόμενος τον διαβεβαίωσε ότι κατείχε σχετικές άδειες για τη λειτουργία του ξενοδοχείου και τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου. Ο εναγόμενος παραβίασε τη γραπτή συμφωνία συνεργασίας και έτσι ο ενάγοντας τερμάτισε τη συμφωνία και ζήτησε την επιστροφή του ποσού των ΛΚ7000,

  1. Η υπεράσπιση του εναγόμενου είναι ότι ο ενάγοντας γνώριζε προτού υπογράψει τη συμφωνία συνεργασίας ότι ο εναγόμενος δεν κατείχε τις σχετικές άδειες για τη λειτουργία του ξενοδοχείου. Ισχυρίζεται ότι έγινε προφορική συμφωνία μεταξύ των μερών βάσει της οποίας εκκένωσε δωμάτια του ξενοδοχείου και προχώρησε με έξοδα ανακαίνισης των εν λόγω δωματίων. Αφού ήταν σε εξέλιξη διάφορες διαδικασίες για εξασφάλιση σχετικής άδειας και η ανακαίνιση των δωματίων ο ενάγοντας τον προσέγγισε για να υπογράψει συμφωνία ακύρωσης της συμφωνίας συνεργασίας. Ο εναγόμενος διαφώνησε με την παράγραφο 3 της συμφωνίας ακύρωσης και του είπε ότι θα υπέγραφε τη συμφωνία με τη διαγραφή της παραγράφου
  2. Ισχυρίζεται ότι έγινε η εν λόγω διαγραφή και ότι η συμφωνία υπεγράφη στην παρουσία μαρτύρων. Ο εναγόμενος ανταπαιτεί και το ποσό των ΛΚ10000.- τα οποία είναι έξοδα που έκανε για την ανακαίνιση των δωματίων του ξενοδοχείου. Ο ενάγοντας απάντησε με δικόγραφο ότι τερμάτισε τη συμφωνία συνεργασίας με βάση την παράγραφο 9 της συμφωνίας και τερμάτισε την συμφωνία στις 23 Σεπτεμβρίου 2004 αφού είχε ετοιμαστεί προς υπογραφή η συμφωνία ακύρωσης ημερομηνίας 13 Ιουλίου
  3. Η συμφωνία ακύρωσης προνοούσε επιστροφή του ποσού των ΛΚ 7000,00 με μηνιαίες δόσεις αλλά ο εναγόμενος δεν την υπέγραψε παρά τις προφορικές του διαβεβαιώσεις αλλά και ούτε προσπάθησε να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό. Ενόρκως ο ενάγοντας επανέλαβε δικογραφημένο ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος τον διαβεβαίωσε ρητώς ότι είχε στην κατοχή του σχετικές άδειες και συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Ισχυρίσθηκε ότι η κοινή εταιρεία διαχείρισης του ξενοδοχείου συστάθηκε μετά την υπογραφή της συμφωνίας συνεργασίας ημερομηνίας 26 Μαΐου 2004 η οποία προέβλεπε ότι ο εναγόμενος θα αναλάμβανε την υποχρέωση να μεριμνήσει όπως οι ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου αποδεχτούν ως ενοικιαστή του ξενοδοχείου την κοινή εταιρεία Sakyr Hotel Ltd. Αρνήθηκε ότι εκκενώθηκαν δωμάτια του ξενοδοχείου με τη δική του συγκατάθεση παρά μόνο έγιναν μικρές εργασίες σε ένα δωμάτιο πριν τον τερματισμό της συμφωνίας συνεργασίας. Ο ενάγοντας ήταν συνεπής με τη δικογραφημένη του θέση ότι ο λόγος που ναυάγησε η συμφωνία συνεργασίας ήταν επειδή ο εναγόμενος δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου να μεταβιβαστεί το ενοικιαστήριο έγγραφο στην κοινή εταιρεία που είχε συσταθεί από τον ενάγοντα γι'αυτό τον σκοπό. Τούτο επιβεβαιώνεται και από το τεκμήριο 2 παράγραφο 9 όπου προνοείται ρητώς ότι ο ενάγοντας είχε το δικαίωμα να τερματίσει τη συμφωνία και να ζητήσει επιστροφή των χρημάτων στην περίπτωση που ο εναγόμενος δεν κατάφερνε να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη για τη συμφωνία συνεργασίας. Αναφορικά με το τεκμήριο 9 πρέπει να αναφερθεί ότι ο ενάγοντας αναγνώρισε την υπογραφή του στη δεύτερη σελίδα αλλά όχι τη μονογραφή που υπάρχει στην πρώτη σελίδα. Περαιτέρω, δεν υπάρχει μονογραφή στην παράγραφο 3 του τεκμηρίου 9 και ουδέποτε υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι υπέγραψε το τεκμήριο 9 αφού είχε διαγραφεί η παράγραφος
  4. Η εκδοχή του ενάγοντα επιβεβαιώθηκε πλήρως από τη μαρτυρία του Αριστοφάνη Γεωργίου. Επιβεβαίωσε ότι οι διάδικοι επιθυμούσαν να συνεργασθούν νοουμένου ότι ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου θα αποδεχόταν την κοινή εταιρεία ως ενοικιαστή. Τα λεγόμενα του ΜΕ2 επιβεβαιώνονται από το τεκμήριο 2 όπου προβλέπεται ρητώς ότι ο εναγόμενος έπρεπε να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Επιβεβαίωσε ότι οι ΛΚ7000,00 δόθηκαν στον εναγόμενο κατόπιν δικής του εμμονής. Η εκδοχή του ενάγοντα είναι και λογική διότι κανείς δεν θα πλήρωνε το ποσό των ΛΚ7000,00 χωρίς να του μετεβιβασθεί το 50% των μετοχών της εταιρείας. Ο ΜΕ2 επιβεβαίωσε ότι η συμφωνία συνεργασίας έγινε για κατοχύρωση του ενάγοντα διότι έδωσε το ποσό των ΛΚ7000,00 στον εναγόμενο χωρίς να του δοθεί οποιοδήποτε αντάλλαγμα ή όφελος. Σε αντίθεση με τους μάρτυρες του ενάγοντα ο εναγόμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Παραδέχθηκε ότι δεν κατάφερε να συμμορφωθεί με τη συμφωνία συνεργασίας, δηλαδή να πάρει τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη για τη συμμετοχή του ενάγοντα και κοινής εταιρείας για τη λειτουργία του ξενοδοχείου, και παραδέχθηκε ότι πήρε τα χρήματα χωρίς να τα επιστρέψει. Δέχεται ότι ο ενάγοντας επικαλέστηκε όρο της συμφωνίας που του έδιδε νομίμως το δικαίωμα να τερματίσει τη συμφωνία αλλά αρνείται να επιστρέψει το ποσό των ΛΚ7000,
  5. Πρόβαλε διάφορες εκδοχές σε σχέση με τον πραγματικό λόγο που θέλησε ο ενάγοντας να ακυρώσει τη συμφωνία συνεργασίας. Στην Έκθεση Υπεράσπισης δεν αναφέρθηκε στους λόγους για τους οποίους ο ενάγοντας επιθυμούσε να ακυρώσει τη συμφωνία. Όταν αντεξέτασε τον ενάγοντα του υπέβαλε ότι ο πραγματικός λόγος που ήθελε να ακυρώσει τη συμφωνία συνεργασίας είναι επειδή αρνήθηκε να επιτρέψει στον ενάγοντα να φέρει τις κοπέλες του καμπαρέ στο ξενοδοχείο. Στην κυρίως εξέταση ανέφερε ότι αντιλήφθηκε ότι ο ενάγοντας ήθελε να ακυρώσει τη συμφωνία συνεργασίας επειδή η ανακαίνιση και λειτουργία του ξενοδοχείου θα ήταν δαπανηρή. Αυτή η θέση ουδέποτε υπεβλήθηκε στον ενάγοντα για να τοποθετηθεί. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος συνεχώς άλλαζε την εκδοχή των γεγονότων δείχνει το αλλοπρόσαλλο της μαρτυρίας του. Ο εναγόμενος έδωσε μεγάλη σημασία στο τεκμήριο 9 αλλά ουδέποτε υπέβαλε στον ενάγοντα τη θέση ότι υπέγραψαν και οι δύο το τεκμήριο 9 αφού η παράγραφος 3 είχε διαγραφεί. Επομένως, αυτή η υπεράσπιση δεν έχει την αποδεικτική αξία που ο εναγόμενος αποδίδει σε αυτή διότι το Δικαστήριο δεν γνωρίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο ενάγοντας υπέγραψε το τεκμήριο 9 και δεν γνωρίζει σε ποια μορφή ήταν το τεκμήριο 9 όταν ο ενάγοντας το υπέγραψε. Άλλωστε ο ενάγοντας ήθελε τον εναγόμενο να υπογράψει τη συμφωνία ακύρωσης της συμφωνίας συνεργασίας αλλά αρνήθηκε ο εναγόμενος να την υπογράψει για να μην επιστρέψει τις ΛΚ7000,
  6. Ο ΜΕ2 ανέφερε ότι ο εναγόμενος τον παρακάλεσε αν είναι δυνατό να επιστρέψει τα χρήματα σε μηνιαίες δόσεις γι'αυτό η παράγραφος 3 του τεκμηρίου 9 προνοεί την πληρωμή μηναίων δόσεων και όχι την πληρωμή όλου του ποσού αμέσως. Η συμπερίληψη τέτοιας διευκόλυνσης στην αποπληρωμή του ποσού θα μπορούσε να γίνει μόνο με εισήγηση και πρωτοβουλία του εναγόμενου διότι ο ενάγοντας ο οποίος είχε καταβάλει όλο το ποσό χωρίς ουσιαστικό αντάλλαγμα είχε συμφέρον να πάρει τα χρήματα αμέσως. Επομένως, το γεγονός ότι ο ΜΕ2 ετοίμασε έγγραφο που να προνοεί ευκολίες πληρωμής επιβεβαιώνει τη θέση του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος παραδέχθηκε ότι όφειλε να επιστρέψει τα χρήματα επειδή παραβίασε ουσιώδη όρο της συμφωνίας συνεργασίας. Ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε ότι ο ενάγοντας υπέγραψε το τεκμήριο 9 με τη διαγραφή της παραγράφου 3 στην παρουσία δύο μαρτύρων αλλά δεν παρουσίασε τους δύο μάρτυρες. Ισχυρίσθηκε ότι έκανε πολλά έξοδα μετά τη συμφωνία συνεργασίας αλλά δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο για να αποδείξει ότι πράγματι έκανε τέτοια έξοδα. Η αποδεικτική αξία της μαρτυρίας του είναι τρωτή επειδή εγκατέλειψε την ανταπαίτηση του στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Το αντικείμενο της ανταπαίτησης θα ήταν ο μόνος λόγος που κατά την άποψη μου ο ενάγοντας θα δεχόταν να υπογράψει τη συμφωνία ακύρωσης της συνεργασίας με τη διαγραφή της παραγράφου
  7. Επομένως, είναι παράξενο και ύποπτο ότι ο εναγόμενος εγκατέλειψε την ανταπαίτηση. Ο εναγόμενος προέβη σε νέο ισχυρισμό ότι ο ενάγοντας αποδέχθηκε να συνεχίσει τη συνεργασία μαζί του με δεδομένο ότι το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας Sakyr θα παρέμενε εξολοκλήρου δικό του. Όμως από το τεκμήριο 9 προκύπτει καθαρά ότι ο λόγος που έπρεπε να διακοπεί η συνεργασία είναι τα νομικά προβλήματα που παρουσιάστηκαν και που δεν επέτρεπαν στον ενάγοντα να συμμετέχει στην εκμετάλλευση του ξενοδοχείου. Αν οι μετοχές της εταιρείας Sakyr δεν μπορούσαν να μεταβιβαστούν επ΄ονόματι του ενάγοντα αυτός δεν θα είχε τρόπο να επωφεληθεί της συμφωνίας συνεργασίας. Συνεπώς, ο εναγόμενος κρίνεται αναξιόπιστος και ο λόγος που προέβαλε την ανταπαίτηση, για την οποία ουδέποτε προσκόμισε μαρτυρία, ήταν για να κατακρατήσει παράνομα τις ΛΚ7000,00 του ενάγοντα. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία του ενάγοντα προκύπτουν τα ακόλουθα γεγονότα τα οποία είναι καθοριστικά για την επίλυση της υπόθεσης.
  8. Υπήρχε δεσμευτική γραπτή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων.
  9. Οι πρόνοιες της συμφωνίας προβλέπουν ακριβώς πώς θα πρέπει να διατεθεί το ποσό των ΛΚ7000,
  10. Ο ενάγοντας πράγματι κατέβαλε το ποσό των ΛΚ7000,00 στον εναγόμενο.
  11. Ο ενάγοντας δεν έδωσε οδηγίες για ριζικές αλλαγές του ξενοδοχείου και ουδέποτε ανέλαβε να πληρώσει για οποιαδήποτε έξοδα έκανε ο εναγόμενος κατά το επίδικο διάστημα. Δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία που να στοιχειοθετεί την ανταπαίτηση
  12. Δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι ο ενάγοντας υπέγραψε το τεκμήριο 9 με τη διαγραφή της παραγράφου 3, επομένως δεν αποδεικνύεται ότι αποδέχθηκε να χαρίσει τις ΛΚ7000,00 στον εναγόμενο.
  13. Ο εναγόμενος παραδέχθηκε το χρέος του στον ΜΕ
  14. Επειδή ο ενάγοντας ανέφερε ότι δεν επιτεύχθηκε συμφωνία μετά τον τερματισμό της συνεργασίας η μόνη έγκυρη συμφωνία μεταξύ των μερών είναι το τεκμήριο
  15. Ο εναγόμενος δεν κατάφερε να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη για την εκμετάλλευση του ξενοδοχείου από τον ενάγοντα ή από την κοινή εταιρεία που είχε συσταθεί από τον ΜΕ2 γι'αυτό τον σκοπό. Τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών καθορίζονται από τις πρόνοιες του τεκμηρίου
  16. Εξάλλου είναι με βάση τις πρόνοιες του τεκμηρίου 2 που ο ενάγοντας συμφώνησε να δώσει τις ΛΚ7000,00 στον εναγόμενο. Η παράγραφος 9 δίδει στον ενάγοντα το δικαίωμα να τερματίσει τη συμφωνία και να ζητήσει επιστροφή των καταβληθέντων χρημάτων στην περίπτωση που δεν γίνει αποδεκτή η εταιρεία από πλευράς ιδιοκτήτη. Η παράγραφος 10 δεν έχει εφαρμογή επειδή ο ενάγοντας ουδέποτε εξέφρασε πρόθεση για συνέχεια της συνεργασίας για να απαιτήσει νέους ειδικούς όρους για τη συνεργασία. Αντιθέτως, υπάρχει αναντίλεκτη μαρτυρία ότι ο ενάγοντας δεν ήθελε πλέον να συνεχίσει τη συνεργασία. Ο εναγόμενος παραδέχεται ότι δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει την αποδοχή του ιδιοκτήτη για την εταιρεία στην οποία οι διάδικοι είχαν την πρόθεση να κατέχουν το μετοχικό κεφάλαιο από κοινού. Ο ενάγοντας άσκησε το συμβατικό του δικαίωμα για επιστροφή του ποσού των ΛΚ7000,
  17. Το ποσό των ΛΚ600,00 δεν αφορούσε ποσό χρημάτων που καταβλήθηκε στον εναγόμενο. Επομένως, οι πρόνοιες της συμφωνίας είναι σιωπηρές σε σχέση με τις ΛΚ600,00 στην περίπτωση που ο ενάγοντας θα ασκούσε το δικαίωμα του να τερματίσει τη συμφωνία. Το ποσό των ΛΚ600,00 πληρώθηκε στο ΜΕ2 και στον Έφορο Εταιρειών για τη σύσταση της κοινής εταιρείας. Δεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ των μερών για τις ΛΚ600,
  18. Επειδή τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών καθορίζονται από τη γραπτή συμφωνία (τεκμήριο 2) και η εν λόγω συμφωνία είναι σιωπηρή σε σχέση με τις ΛΚ600,00 προκύπτει ότι ο εναγόμενος δεν έχει συμβατική υποχρέωση να επιστρέψει τα χρήματα. Ο ενάγοντας δεν έχει αποδείξει ότι υπάρχει οποιαδήποτε άλλη συμφωνία μεταξύ των μερών βάση της οποίας συμφωνήθηκε να επιστραφεί αυτό το ποσό χρημάτων στον ενάγοντα από τον εναγόμενο. Δεν δικαιολογείται η επιστροφή των ΛΚ600,00 βάση της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Καταρχήν δεν εκφράζεται ολοκληρωμένη απαίτηση βασισμένη σε αυτή την αρχή από τα δικόγραφα. Δικογραφείται μόνο απαίτηση για την επιστροφή του ποσού των ΛΚ600,
  19. Αυτά τα χρήματα ουδέποτε πληρώθηκαν στον εναγόμενο αλλά δόθηκαν στον ΜΕ2 για να πραγματοποιήσει σύσταση της κοινής εταιρείας. Επομένως, δεν είναι γνωστό πιο είναι το όφελος του εναγόμενου από αυτή τη συναλλαγή. Δεν είναι δυνατόν να εφαρμοσθούν οι αρχές της επιείκειας διά να επανορθωθεί μία αδικία εις βάρος του ενάγοντα χωρίς να διατυπώνονται κάποια γεγονότα που να δικαιολογούν τέτοια παρέμβαση. Ενδεχομένως το όφελος του εναγόμενου να είναι οι μετοχές που είναι εγγεγραμμένες επ'ονόματι του. Όμως και πάλι απουσιάζει το πραγματικό υπόβαθρο βάσει του οποίου θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί δικαστική παρέμβαση βάση της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Δεν είναι δυνατόν το Δικαστήριο να παρέμβει βάση της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού αφού είναι άγνωστα τα γεγονότα και συγκεκριμένα είναι άγνωστο πώς ακριβώς επωφελήθηκε ο εναγόμενος εις βάρος του ενάγοντα. Γι'αυτό το λόγο η απαίτηση του ενάγοντα για το ποσό των ΛΚ600,0000 αποτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των 11960,00 ευρώ (ΛΚ7000,00) με νόμιμο τόκο. Τα έξοδα αγωγής επιδικάζονται εναντίον του εναγόμενου όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση δεν στοιχειοθετείται και απορρίπτεται. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.