← Κύπρος

Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ ν. Recnex Trading Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 174/2010, 25 Οκτωβρίου, 2010

Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ ν. Recnex Trading Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 174/2010, 25 Οκτωβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A337 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 174/2010 Μεταξύ: Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ Εναγόντων και

  1. Recnex Trading Limited
  2. Ιωάννη Μιχαηλίδη Εναγομένων ------------------ Αίτηση ημερ. 13.1.2010 25 Οκτωβρίου,
  3. Για τους Αιτητές-ενάγοντες: κ. Ν. Κυπραίος μαζί με κα Α. Κορφιώτη, ασκούμενη δικηγόρο Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση-εναγόμενο 2: κ. Α. Μυλωνάς μαζί με κα Σ. Δημητριάδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των εναγόντων, όπως αυτή αποτυπώνεται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο, είναι για ποσό €2.186.926,84 πλέον τόκους. Αιτούνται επίσης την έκδοση διαταγμάτων εναντίον της εναγόμενης 1 για πώληση ενυπόθηκων ακινήτων. Εδράζεται σε επικαλούμενη συμφωνία παροχής δανείου προς την εναγόμενη 1 ύψους €2.115.000 και, ταυτόχρονη, συμφωνία κάλυψης και εγγύησης με την οποία ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε την πληρωμή του πιο πάνω ποσού. Το δάνειο, πάντα σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση των εναγόντων, εκταμιεύθηκε την 22.10.2008 και θα έπρεπε, κατ΄ ακολουθία των όρων παροχής του, να εξοφληθεί πλήρως μέχρι την 27.10.
  4. Η καθυστέρηση και παράλειψη αποπληρωμής οδήγησε, στις 4.1.2010, στην αποστολή από τους ενάγοντες επιστολής τερματισμού με την οποία απαιτούσαν και την άμεση εξόφληση. Με την καταχώρηση της αγωγής καταχωρήθηκε εκ μέρους των εναγόντων-Αιτητών και η υπό κρίση Αίτηση. Αξίωσαν, μονομερώς, και πέτυχαν την ίδια μέρα, την έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος εναντίον του εναγόμενου 2, το οποίο του απαγορεύει να αποξενώσει και/ή επιβαρύνει το μερίδιο που έχει σε ακίνητο υπ΄ αριθμό εγγραφής 0/
  5. Το αίτημα έχει ως πραγματικό υπόβαθρο τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της κας Εύης Ρωσσίδου, διευθύντριας του Τμήματος Επιχειρήσεων και Εμπορικού Τμήματος Λευκωσίας της ενάγουσας, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η υπεύθυνη λειτουργός για τη χορήγηση τραπεζικών διευκολύνσεων προς την εναγόμενη
  6. Είναι η ουσία των θέσεών της ότι ο εναγόμενος 2, μέτοχος του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης 1 και μόνιμος κάτοικος ΗΠΑ, υπέγραψε έγγραφο κάλυψης και εγγύησης με το οποίο εγγυήθηκε την εναγόμενη 1 σε σχέση με το προαναφερθέν δάνειο. Θέτει η ενόρκως δηλούσα ότι οι ενυπόθηκες εξασφαλίσεις δεν αρκούν για να καλύψουν το οφειλόμενο σήμερα υπόλοιπο, η δε οικονομική κατάσταση του εναγόμενου 2 δεν είναι ικανοποιητική προκειμένου να εξασφαλιστεί η δικαστική απόφαση που ενδεχομένως να εκδοθεί προς όφελος των εναγόντων. Καταλήγει με τον ισχυρισμό ότι ένεκα του μεγάλου οφειλόμενου ποσού, της μόνιμης διαμονής του εναγόμενου 2 στο εξωτερικό και των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος αποξένωσης της περιουσίας που αφορά την υπό κρίση Αίτηση. Η ένσταση του Καθ΄ ου η Αίτηση, η νομική βάση της οποίας συγκλίνει με αυτή της αντίδικης πλευράς, είναι πολυεπίπεδη. Πέραν της αποτύπωσης περί μη κάλυψης των προϋποθέσεων έκδοσης και συνέχισης της ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων, εντοπίζεται καταγραφή ισχυρισμών για παραβίαση του καθήκοντος των Αιτητών προς πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη των γεγονότων, παράλειψής τους να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και μη κατάδειξης του κατεπείγοντος. Το λεπτομερές υπόβαθρο των θέσεων αυτών, στην έκταση και μόνο που κρίνεται απαραίτητο για σκοπούς κατάληξης, θα τεθεί στη συνέχεια της ενδιάμεσης απόφασης. Τη συνοδευτική της ένστασης ένορκο δήλωση ορκίζεται ο Καθ΄ ου η Αίτηση. Είναι βασικός ισχυρισμός του ότι ο ίδιος ουδέποτε υπέγραψε ως εγγυητής στο επίδικο δάνειο και συνεπώς οι ανάλογοι ισχυρισμοί της ενόρκως δηλούσας για τους Αιτητές είναι παραπλανητικοί και ψευδείς. Επεξηγώντας περαιτέρω, αναφέρει ότι τα σχετικά έγγραφα εγγύησης έχουν υπογραφεί από το διευθυντή της εναγόμενης 1, κάποιο Γιαννάκη Αριστοδήμου, υπό την ιδιότητά του ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου του ιδίου, δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 8.5.
  7. Θέτει περαιτέρω ότι το πληρεξούσιο έγγραφο που χορήγησε στο πιο πάνω πρόσωπο δεν παρέχει την εξουσία υπογραφής της συγκεκριμένης εγγύησης, η δε παράλειψη των Αιτητών να το παρουσιάσουν συνιστά απόκρυψη ουσιαστικού για την υπόθεση γεγονότος. Ολοκληρώνοντας ισχυρίζεται ότι δεν έχει καμία πρόθεση να αποξενώσει την περιουσία του στην Κύπρο, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ τις όποιες υποχρεώσεις του, ότι είναι καθ΄ όλα αξιόχρεος, το δε επίδικο δάνειο είναι πλήρως εξασφαλισμένο. Μετά από άδεια του Δικαστηρίου, οι Αιτητές καταχώρησαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Ρωσσίδου, της οποίας βασικός προορισμός ήταν να παρουσιαστεί η θέση τους ως προς την προαναφερθείσα εξουσιοδότηση. Προβάλλεται ουσιαστικά ο ισχυρισμός ότι το πληρεξούσιο έγγραφο παρέχει την εξουσία υπογραφής από το Γιαννάκη Αριστοδήμου της συγκεκριμένης εγγύησης, γεγονός που ουδέποτε στο παρελθόν αμφισβήτησε ή ήγειρε ο εναγόμενος
  8. Ήταν γι΄ αυτό το λόγο, καταλήγει, που οι Αιτητές δεν θεώρησαν ότι το όλο ζήτημα ήταν ουσιώδες, προκειμένου να το αποκαλύψουν κατά την παρουσία τους μονομερώς στο Δικαστήριο. Στις εκτεταμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κάλυψαν σφαιρικά τόσο το νομικό πλαίσιο που καλύπτει την υπό κρίση Αίτηση, όσο και τους προβαλλόμενους στην ένσταση λόγους. Χάριν οικονομίας του λόγου και μόνο, θεωρώ αχρείαστη την επανάληψη των όσων με πολύ ικανότητα παρέθεσαν. Λεπτομερής προβολή των εκατέρωθεν θέσεων, και στην έκταση που αυτό καθίσταται αναγκαίο, θα λάβει χώρα στα ανάλογα στάδια της ενδιάμεσης απόφασης. Το στοιχείο του κατεπείγοντος για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Συνακόλουθα, η κατάδειξή του είναι απαραίτητη προκειμένου να δικαιολογηθεί η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς. Συνεπώς, ως θέμα λογικής προτεραιότητας, η συνδρομή του κατεπείγοντος του αιτήματος χρήζει εξέτασης προτού λάβει χώρα η διερεύνηση της σωρευτικής ύπαρξης των τριών κριτηρίων του άρθρου
  9. Κατά ταυτόσημο τρόπο, η επίκληση της ύπαρξης απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων επίσης θα προηγηθεί της ανάλυσης της ουσίας του προσωρινού διατάγματος, αφού τυχόν εντοπισμός τέτοιας απόκρυψης παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο να ακυρώσει το εκδοθέν διάταγμα χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του. Πρόβαλε, σε γενική μορφή, η πλευρά του Καθ΄ ου η Αίτηση, ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί το στοιχείο του κατεπείγοντος. Η προσέγγιση αυτή δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Οι αναφορές στην ένορκο δήλωση των Αιτητών περί των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο Καθ΄ ου η Αίτηση και ο κίνδυνος που προβάλλει για πώληση ακίνητης περιουσίας του προκειμένου να αντεπεξέλθει σε αυτά, σε συνάρτηση με την ακόλουθη νομική επί του θέματος προσέγγιση, είναι ικανοποιητικά δεδομένα για να καλύψουν το πεδίο ορισμού του κατεπείγοντος. Στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ

(2001)1 ΑΑΔ 785, 789-90, λέχθηκε ως προς το ζήτημα προσαγωγής μαρτυρίας για κατάδειξη ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση αποξένωσης ή επιβάρυνσης περιουσιακών στοιχείων, πως ό,τι έχει σημασία για σκοπούς έκδοσης διατάγματος, δεν είναι η ανάγκη τεκμηρίωσης τέτοιας πρόθεσης, αλλά η συνεκτίμηση της πιθανής επίδρασης που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση των οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων στην ικανοποίηση της διαιτητικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, σε τελική ανάλυση, να μην ικανοποιηθεί μια τέτοια απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο, καθότι παρέχεται κατά παρέκκλιση ενός από τους βασικούς κανόνες φυσικής δικαιοσύνης: του αποκλεισμού παροχής θεραπείας στην απουσία της άλλη πλευράς, στερώντας της έτσι την ευκαιρία να ακουστεί. Κανόνας προαιώνιος και αξία διαχρονική, η οποία βρήκε τον απόλυτο ορισμό της τον 6ο π.Χ. αιώνα στην αναφορά του γνωμικού ποιητή Φωκυλίδη «Μήδε δίκην δικάσης πριν αν αμφοίν μύθος ακούσης» και αποτυπώθηκε λακωνικά στο λατινικό αξίωμα «Audi alteram partem», ήτοι, «άκου και την άλλη πλευρά - άκου και τις δύο πλευρές». Η ύψιστη πίστη που καλύπτει κάθε μονομερή αίτηση επιβάλλει στους αιτητές να παρουσιάσουν κατά τρόπο ξεκάθαρο το όλο φάσμα των γεγονότων. Και εδώ ακριβώς υπεισέρχεται το θέμα της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Είναι θεμελιωμένο ότι το Δικαστήριο μπορεί χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος να το ακυρώσει αν εντοπισθεί ότι έχει γίνει απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, τέτοιας μορφής που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο. H διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος και ο όλος μηχανισμός που την διέπει έχουν βαθιές τις ρίζες τους στο Δίκαιο της Επιείκειας. Οι παράμετροι προσέγγισης του όλου ζητήματος από τα Δικαστήρια έχουν τεθεί από τον Ralph Gibson L.J. σε επτά αριθμημένες παραγράφους στην κλασική επί του θέματος υπόθεση Brink´s Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 1 WLR 1350, 1356-1357: "In considering whether there has been relevant non-disclosure and what consequence the court should attach to any failure to comply with the duty to make full and frank disclosure, the principles relevant to the issues in these appeals appear to me to include the following.
(1)The duty of the applicant is to make "a full and fair disclousure of all the material facts:" see Rex v. Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 514 per Scrutton L.J.
(2)The material facts are those which it is material for the judge to know in dealing with the application as made: materiality is to be decided by the court and not by the assessment of the applicant or his legal advisers: see Rex v. Kensington Income Tax Commissioners, per Lord Cozens-Hardy M.R., at p. 504, citing Dalglish v. Jarvie
(1850)2 Mac. & G. 231, 238, and Browne-Wilkinson J. In Thermax Ltd v. Schott Industrial Glass Ltd. [1981] F.S.R. 289, 295.
(3)The applicant must make proper inquiries before making the application: see Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87. The duty of disclosure therefore applies not only to material facts known to the applicant but also to any additional facts which he would have known if he had made such inquiries.
(4)The extent of the inquiries which will be held to be proper, and therefore necessary, must depend on all the circumstances of the case including (
  1. a)the nature of the case which the applicant is making when he makes the application; and (
  2. b)the order for which application is made and the probable effect of the order of the defendant: see, for example, the examination by Scott J. of the possible effect of an Anton Piller order in Columbia Picture Industries Inc. v. Robinson [1987] Ch. 38; And (
  3. c)the degree of legitimate urgency and the time available for the making of inquires: see per Slade L.J. in Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87, 92-93.
(5)If material non-disclosure is established the court will be "astute to ensure that a plaintiff who obtains [an ex parte injunction] without full disclosure . is deprived of any advantage he may have derived by that breach of duty:" see per Donaldson L.J. in Bank Mellat v. Nikpour, at p. 91, citing Warrington L.J. in the Kensington Income Tax Commissioners' case [1917] 1 K.B. 486, 509.
(6)Whether the fact not disclosed is of sufficient materiality to justify or require immediate discharge of the order without examination of the merits depends on the importance of the fact to the issues which were to be decided by the judge on the application. The answer to the question whether the non-disclosure was innocent, in the sense that the fact was not known to the applicant or that its relevance was not perceived, is an important consideration but not decisive by reason of the duty on the applicant to make all proper inquiries and to give careful consideration to the case being presented.
(7)Finally, it "is not for every omission that the injunction will be automatically discharged. A locus poenitentiae may sometimes be afforded:" per Lord Denning M.R. in Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87, 90. The court has a discretion, notwithstanding proof of material non-disclosure which justifies or requires the immediate discharge of the ex parte order, nevertheless to continue the order, or to make a new order on terms. "when the whole of the facts, including that of the original non-disclosure, are before [the court, it] may well grant . a second injunction if the original non-disclosure was innocent and if an injunction could properly be granted even had the facts been disclosed:" per Glidewell L.J. in Lloyds Bowmaker Ltd. V. Britannia Arrow Holdings Plc., ante, pp. 1343H -1344 A.» Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά. [1995] 1 ΑΑΔ, 248, 265-266, τονίζεται η φύση της διαδικασίας μονομερούς αίτησης και το καθήκον που δημιουργείται στον αιτητή, ακριβώς λόγω του στοιχείου της υψίστης πίστεως που καλύπτει αιτήσεις αυτής της μορφής, για αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών γεγονότων. Σημειώνεται δε ότι παράλειψη παρουσίασης τέτοιων γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Η αποκάλυψη συναρτάται λοιπόν με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Το στοιχείο δε της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. (Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου [1998] 1 ΑΑΔ, 598). Εύκολα εντοπίζεται από τα πιο πάνω ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Συνακόλουθα η εξεταζόμενη αρχή τυγχάνει εφαρμογής όχι μόνο στις περιπτώσεις που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα, αλλά και όπου αυτά εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλειπής ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Προς συμπλήρωση της νομικής πτυχής του εξεταζόμενου ζητήματος, παραθέτω πως στην απόφαση Harvardskiy Prumyslovy Holdings A.S. v. Daventree Resources Limited κ.ά.
(2008)1 ΑΑΔ 801, κωδικοποιούνται οι σχετικές αρχές οι οποίες διέπουν το όλο φάσμα της απόκρυψης γεγονότων. Εισηγήθηκε ο κ. Μυλωνάς ότι παρατηρείται στην υπό κρίση περίπτωση ουσιώδης απόκρυψη σημαντικού στοιχείου από πλευράς των Αιτητών, ότι εντοπίζεται προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου και ότι οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο, ως όφειλαν, με καθαρά χέρια. Ως τέτοιο στοιχείο έθεσε την παράλειψη των Αιτητών να αναφέρουν ότι η σύμβαση εγγύησης και κάλυψης υπογράφτηκε από πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του Καθ΄ ου η Αίτηση και όχι από τον ίδιο. Η περί του αντιθέτου θέση του κ. Κυπραίου συνοψίζεται στην αναφορά ότι το ζήτημα αυτό δεν αποτελεί ουσιώδες γεγονός, αφού ο εναγόμενος 2 ουδέποτε αμφισβήτησε τη δέσμευσή του από την υπογραφή του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του και συνεπώς το στοιχείο αυτό δεν συνιστά αντικείμενο διαμάχης. Το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Χωρίς αμφιβολία, είναι καθήκον του κάθε Αιτητή, όταν προσφεύγει μονομερώς στο Δικαστήριο αποζητώντας συγκεκριμένη θεραπεία, και στα πλαίσια της υποχρέωσης που έχει για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη, να θέτει ξεκάθαρα και ρητά στο σώμα της ένορκης δήλωσης τα ουσιαστικά γεγονότα, στρέφοντας την προσοχή του Δικαστηρίου στα συγκεκριμένα, βασικά για την υπόθεση, στοιχεία. Είναι επιβεβλημένη η υπόμνηση των σημαντικών περιστατικών της υπόθεσης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι Αιτητές κάλυψαν το καθήκον που έχουν για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων. Η υφή της υπόθεσης, οριοθετεί και την έκταση του καθήκοντος αυτού. Το ουσιαστικό πλέγμα γεγονότων της παρούσας υπόθεσης περιστρέφεται γύρω από την ύπαρξη συμφωνίας δανειοδότησης, και ιδιαίτερα, για τους σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης, γύρω από συμφωνία κάλυψης και εγγύησης. Οι Αιτητές προσήλθαν μονομερώς στο Δικαστήριο προς λήψη διατάγματος και παρουσίασαν, κατά τρόπο καθαρά παραπλανητικό, την απλή εικόνα ότι ο εναγόμενος 2 προσωπικά υπέγραψε την επίδικη συμφωνία κάλυψης και εγγύησης. Χαρακτηριστικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα της έκθεσης απαιτήσεως, τα οποία, αυτούσια, επαναλαμβάνονται και στο σώμα της ένορκης δήλωσης, η οποία στήριξε την Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος: «Στις 20.10.2008 η ενάγουσα παρέδωσε διά χειρός στο εναγόμενο 2 επιστολή με την οποία τον ενημέρωνε αναφορικά με όλους τους όρους του δανείου το οποίο επρόκειτο να εγγυηθεί μαζί με αντίγραφο του Εγγράφου Εγγύησης το οποίο θα υπέγραφε, καθώς επίσης και γραπτή δήλωση των περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης 1, όπως αυτή ετοιμάστηκε από την εναγόμενη 1... Ακολούθως ο εναγόμενος 2 υπέγραψε Έγγραφο Κάλυψης και Εγγύησης με το οποίο εγγυήθηκε το ποσό ..» Η βάση αγωγής της απαίτησης των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου 2 στηρίζεται στην εκ μέρους του ισχυριζόμενη από τους ενάγοντες υπογραφή της συμφωνίας κάλυψης και εγγύησης. Έτσι εχόντων των πραγμάτων, οι Αιτητές είχαν στοιχειώδη υποχρέωση να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου το όλο φάσμα των δεδομένων που κάλυπταν την υπό αναφορά υπογραφή της συμφωνίας αυτής, προκειμένου να συνυπολογιστεί και να ληφθεί υπόψη στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της Αίτησης στην απουσία της άλλης πλευράς. Οι Αιτητές, κατά το χρόνο εξέτασης μονομερώς των αιτημάτων του - και αυτό το χρονικό σημείο είναι το ουσιώδες για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας - δεν έθεσαν ο,τιδήποτε σχετικό ενώπιον του Δικαστηρίου. Για πρώτη φορά, μετά την έκδοση πλέον του διατάγματος και εις απάντηση των ισχυρισμών του Καθ΄ ου η Αίτηση, όπως αυτοί αποτυπώνονται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει τη δική του ένσταση, γίνεται αναφορά από τους Αιτητές στην ύπαρξη του συγκεκριμένου πληρεξουσίου. Θα έπρεπε, ως είχαν υποχρέωση οι Αιτητές, να θέσουν το προαναφερθέν ζήτημα από το αρχικό στάδιο ενώπιον του Δικαστηρίου και, ανάλογα, να εξεταστεί η πιθανή επίδρασή του στην κρίση για έκδοση ή μη του διατάγματος. Η απόκρυψη αφορά στοιχείο ουσιώδους μορφής, δεδομένης της φύσης της ισχυριζόμενης αξίωσης. Η οποία, υπενθυμίζω, στηρίζεται στην ύπαρξη υπογραμμένης από τον Καθ΄ ου η Αίτηση συμφωνίας κάλυψης και εγγύησης. Η μη παράθεση του πληρεξουσίου στέρησε από το Δικαστήριο την ευχέρεια να εξετάσει όχι μόνο το εύρος των εξουσιών που το έγγραφο αυτό παρείχε, αλλά και την αντίκρισή του υπό το πρίσμα της εγκυρότητας και εκτέλεσής του. Είναι, ως απόρροια των ανωτέρω, κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Αιτητές απέκρυψαν θεμελιώδους μορφής γεγονότα στο στάδιο της εξέτασης μονομερώς της Αίτησής τους για έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Γεγονότα που γνώριζαν. Η μη αποκάλυψη στέρησε το Δικαστήριο από τη δυνατότητα σφαιρικής εκτίμησης της υπόθεσης των Αιτητών κάτω από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και των αρχών που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης μονομερώς διαταγμάτων. Ως αποτέλεσμα της εκτροπής αυτής, η ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος είναι αναπόφευκτη, χωρίς εξέταση της ουσίας. Ενόψει των όσων έχουν αναλυθεί, το προσωρινό διάταγμα ημερ. 13 Ιανουαρίου, 2010 ακυρώνεται. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του Καθ΄ ου η Αίτηση-εναγόμενου 2, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ........... Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.