Σε πτώχευση: Χριστάκης Γεωργίου Θεοδώρου ν. Αίτηση υπό ΑLPHA BANK CYPRUS LTD, Αιτ. Αρ. 599/09, 25.10.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A338 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: M. Xριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αιτ. Αρ. 599/09 Σε πτώχευση: Χριστάκης Γεωργίου Θεοδώρου, από Λευκωσία Αίτηση υπό ΑLPHA BANK CYPRUS LTD, από Λευκωσία ........ Αίτηση ημερ. 17.6.2010 για συμπληρωματική Ένορκο Δήλωση Ημερομηνία: 25.10.2010 Εμφανίσεις: Για Χρεώστη/αιτητή: κ. Ζ. Συμεού για κ. Μαθηκολώνη Για Τράπεζα/καθ΄ ης η αίτηση: κα Γ. Ζαχαρίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αίτηση της ALPHA BANK CYPRUS LTD (στο εξής η Τράπεζα) για έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του Χριστάκη Γεωργίου Θεοδώρου (στο εξής ο Χρεώστης) ορίσθηκε για ακρόαση στις 2.11.09 και ώρα 10:00 π.μ., αλλά μέχρι τις 10:45 π.μ. τόσο ο Χρεώστης όσο και ο δικηγόρος του δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου. Ενόψει τούτου το δικαστήριο αποδέχτηκε αίτημα της δικηγόρου της Τράπεζας να προχωρήσει η διαδικασία στην απουσία τους και στη βάση της μαρτυρίας που προσκομίσθηκε η αίτηση έγινε αποδεκτή με κατάληξη την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η αντίδραση του Χρεώστη στην έκδοση του πιο πάνω διατάγματος εκδηλώθηκε στις 4.11.09 με δύο αιτήσεις. Μίας δια κλήσεως για παραμερισμό του διατάγματος παραλαβής και μίας εξ πάρτε για την προσωρινή αναστολή του μέχρι την εκδίκαση της αίτησης δια κλήσεως. Η Τράπεζα έφερε ένσταση και στις δύο αιτήσεις και όπως γίνεται αντιληπτό πρώτα εκδικάστηκε η μονομερής αίτηση, η οποία απερρίφθη με ενδιάμεση απόφαση του παρόντος δικαστηρίου ημερ. 10.2.
- Παρέμεινε επομένως για εκδίκαση η αίτηση δια κλήσεως, η οποία ορίσθηκε για ακρόαση στις 1.6.
- Κατά την εν λόγω λοιπόν δικάσιμο το δικαστήριο δεν επέτρεψε στον κ. Μαθηκολώνη να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για προώθηση των λόγων παραμερισμού του διατάγματος παραλαβής, κάτι που οδήγησε τον κ. Μαθηκολώνη να ζητήσει αναβολή προκειμένου να καταθέσει αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Το αίτημα για αναβολή ικανοποιήθηκε και στις 17.6.2010 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, με την οποία επιδιώκεται άδεια του δικαστηρίου για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για παραμερισμό του διατάγματος παραλαβής και/ή άδεια που να επιτρέπει την καταχώρηση ένορκης δήλωσης του εγκεκριμένου εκτιμητή Α. Αγαθαγγέλου. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.48 θθ.1-9, Δ.39 θθ.1-21 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Χρεώστη όπου, ουσιαστικά, διατυπώνει τη θέση ότι θα πρέπει να του χορηγηθεί η αιτούμενη άδεια για να αντικρούσει ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκο δήλωση της υπαλλήλου της Τράπεζας ότι τα δύο Μέμο υπ΄αρ. ΕΒ302/07 και ΕΒ1036/07 που έχει εγγράψει η Τράπεζα επί της περιουσίας του δεν εξασφαλίζουν το χρέος του. Το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος του, ισχυρίζεται, ανερχόταν το τέλος του 2009 στις €990.000,00 περίπου ενώ οι εξασφαλίσεις της Τράπεζας με τα υπό αναφορά Μέμο υπερέβαιναν το €1.200.
- Επομένως, θα πρέπει να δοθεί η αιτούμενη άδεια ώστε να τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου πλήρης και ολοκληρωμένη εικόνα για τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς επί του θέματος. Η αίτηση προσέκρουσε σε 14 λόγους ένστασης οι οποίοι θα μπορούσαν να ταξινομηθούν σε τρεις κατηγορίες. Πρώτο, η αίτηση είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για ικανοποίηση της. Δεύτερο, υποβλήθηκε καθυστερημένα και είναι καταχρηστική και, τρίτο, δεν αποκαλύπτεται σοβαρός λόγος για ικανοποίηση του αιτήματος. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από Ένορκη Δήλωση, όπου ουσιαστικά διατυπώνονται δύο βασικοί ισχυρισμοί. Ο πρώτος, ότι τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση υπαλλήλου της Τράπεζας, που συνοδεύει την ένσταση για παραμερισμό του διατάγματος παραλαβής, σε σχέση με τα δύο Μέμο ανταποκρίνονται πλήρως προς την πραγματικότητα και, ο δεύτερος, η καταχώριση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης εν πάση περιπτώσει είναι άστοχη και αχρείαστη. Κι αυτό γιατί σε περίπτωση ύπαρξης διαφορετικών εκτιμήσεων της αξίας των εξασφαλίσεων το δικαστήριο, στο πλαίσιο πτωχευτικής διαδικασίας, δεν μπορεί να υιοθετήσει τη μία ή την άλλη εκτίμηση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, γραπτώς ο συνήγορος του Χρεώστη και δια ζώσης η συνήγορος της Τράπεζας. Ο σκοπός της Δ.48 θ.4
(2), υποστήριξε ο κ. Μαθηκολώνης, είναι να δίδεται στους διαδίκους η δυνατότητα να θέτουν μέσω συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, όσο καλύτερα και ολοκληρωμένα μπορούν, τα γεγονότα που συγκροτούν την υπόθεση τους και νοουμένου ότι καταδείξουν την ύπαρξη καλού λόγου. Στην υπό κρίση περίπτωση ο Χρεώστης έχει καταδείξει καλό λόγο γιατί η αξία των εξασφαλίσεων της Τράπεζας είναι ουσιώδης παράγοντας για παραμερισμό ή όχι του διατάγματος παραλαβής. Δηλαδή με ό,τι θα θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ο Χρεώστης θα διαφανεί ότι είχε εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, παράγοντας που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη σε διαδικασίες παραμερισμού απόφασης ή διατάγματος που εκδόθηκε στην απουσία του. Διαμετρικά αντίθετες είναι οι εισηγήσεις της κ. Ζαχαρίου. Με όσα, εισηγήθηκε, περιέχονται στην ένορκη δήλωση του Χρεώστη δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος και παρέπεμψε στην υπόθεση Παπαδόπουλος ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1716 για προώθηση της θέσης ότι ο ρόλος του δικαστηρίου στη πτωχευτική διαδικασία δεν είναι να αποφασίζει ποια από τις εκτιμήσεις που τίθενται ενώπιον του είναι ορθή και ότι το μόνο θέμα που μπορεί να εγερθεί στο πλαίσιο τέτοιας διαδικασίας είναι όταν η μη αναφορά των εξασφαλίσεων στην αίτηση γίνεται εσκεμμένα, κάτι που δεν συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση. Διεξήλθα με προσοχή τις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση, καθώς επίσης και τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων στο στάδιο των αγορεύσεων. Είναι φανερό ότι από το λεκτικό της Δ.48 θ.4
(2)η χορήγηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εμπίπτει στη σφαίρα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, η οποία θα πρέπει να ασκείται με τρόπο που να εξυπηρετεί το σκοπό για τον οποίο θεσπίσθηκε. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η αναμόρφωση της Δ.48 θ.4
(2)- τέλος του 1999- απέβλεπε στην εξάλειψη των προβλημάτων που είχαν συσσωρευθεί λόγω της ερμηνείας που δόθηκε στο προηγούμενο Κανονισμό από τη Νομολογία, ώστε γεγονότα σε αιτήσεις να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου με ενόρκους δηλώσεις και όχι με προφορική μαρτυρία. Είναι στο πλαίσιο εξυπηρέτησης αυτού του στόχου που έγινε πρόβλεψη για συμπληρωματικές ενόρκους δηλώσεις, ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους διαδίκους να θέτουν ενώπιον του δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο τα γεγονότα της υπόθεσης τους, αλλά υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Ο όρος «καλός λόγος» δεν προσδιορίζεται από τον υπό αναφορά Κανονισμό, και αυτό κατά την άποψή μου για ευνόητους λόγους που σχετίζονται με την ποικιλία των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Επομένως, εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει αν σε δεδομένη περίπτωση ο αιτητής τεκμηριώνει «καλό λόγο» και, αν ναι, κατά πόσο ως αποτέλεσμα της τεκμηρίωσης θα ικανοποιήσει αίτημα - γραπτό ή προφορικό - για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Το πρώτο, επομένως, ερώτημα που εγείρεται είναι με ποιο τρόπο αποσείεται αυτό το βάρος. Κατά την άποψή μου ο μόνος τρόπος για τεκμηρίωση του «καλού λόγου» είναι με επιτρεπτή και αποδεκτή μαρτυρία και ενόψει ότι τα γεγονότα σε αιτήσεις - και η Δ.48 αφορά γενικά αιτήσεις - εκτίθενται με ενόρκους δηλώσεις και όχι με προφορική μαρτυρία το αίτημα μπορεί να προωθηθεί στη βάση ένορκης δήλωσης. Συνεπώς, ένας αιτητής που αποβλέπει σε άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αναμένεται να τεκμηριώσει τον «καλό λόγο» με ένορκη δήλωση, εκτός κι αν ο «καλός λόγος» τεκμηριώνεται από στοιχεία που είναι εμφανή από το φάκελο της δικογραφίας. Στην υπό εξέταση περίπτωση το αίτημα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποβλέπει στο να τεθεί υπόψη του δικαστηρίου εκτίμηση εγκεκριμένου εκτιμητή ότι η Τράπεζα με τα δύο Μέμο που επιβάρυνε την περιουσία του Χρεώστη είναι πλήρως εξασφαλισμένη. Κι αυτό για να καταδειχθεί ότι ο Χρεώστης έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση έναντι της αίτησης για παραμερισμό του διατάγματος παραλαβής, το οποίο εκδόθηκε στην απουσία του. Κρίνω ότι για λόγους ουσίας ο προβαλλόμενος λόγος δεν τεκμηριώνει τον «καλό λόγο» της Δ.48 θ.4
(2)ενόψει της ρητής δήλωσης της Τράπεζας, η οποία περιέχεται στην αίτηση της για έκδοση διατάγματος παραλαβής ότι «δεν έχει ούτε οποιονδήποτε έτερον πρόσωπον έχει για λογαριασμό της οποιανδήποτε ασφάλεια επί της περιουσίας του Χρεώστη ή μέρους αυτής για την πληρωμή του (εκ δικαστικής) αποφάσεως χρέους του». Πρόκειται για δήλωση για ανυπαρξία οποιασδήποτε εξασφάλισης και αν τα δύο αναφερθέντα Μέμο αποτελούν έστω και κάποια εξασφάλιση είναι θέμα που ασφαλώς θα ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση της αίτησης παραμερισμού, χωρίς να παρίσταται ανάγκη ο προσδιορισμός της αξίας των κτημάτων με έκθεση εγκεκριμένου εκτιμητή. Κι αυτό στη βάση των επισημάνσεων που έγιναν στην υπόθεση Παπαδόπουλος (ανώτερω) αν η ρητή δήλωση της Τράπεζας για παντελή ανυπαρξία εξασφαλίσεων προκάλεσε στον Χρεώστη αδικία, θέμα που θα εξετασθεί κατά την εξέταση της αίτησης παραμερισμού. Για όλα τα πιο πάνω κρίνω αχρείαστη την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και η σχετική ευχέρεια του δικαστηρίου δεν θα ασκηθεί υπέρ της αποδοχής της αίτησης. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος της Τράπεζας. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, αλλά θα είναι πληρωμένα μετά που θα εκδικασθεί η αίτηση παραμερισμού, η οποία ορίζεται για ακρόαση στις 26.11.2010 και ώρα 10.00 π.μ. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο