ALPHA BANK LIMITED ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΜΕΛΕΤΙΟΥ, Αγωγή αρ. 10023/2001, 27 Οκτωβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A339 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 10023/2001 Μεταξύ: ALPHA BANK LIMITED Ενάγοντες και ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΜΕΛΕΤΙΟΥ Εναγομένου 27 Οκτωβρίου,
- Για τον εναγόμενο - αιτητή, εμφανίζεται ο κ. Π. Π. Χριστοδουλίδης. Για τους ενάγοντες - καθ΄ ων η αίτηση, εμφανίζεται η κα Δ. Καρή για κ.κ. Γεωργιάδης και Πελίδης. Απόφαση για την αίτηση ημερ. 14.6.2010 (αίτημα για την τροποποίηση της υπεράσπισης διά της αντικατάστασής της) ------------------------------ Με την απόφασή του ημερ. 8.3.10 το Ανώτατο Δικαστήριο παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση που εξεδόθηκε στην υπό την ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και διέταξε την εκ νέου εκδίκαση της αγωγής. Η πρωτόδικη απόφαση εξεδόθηκε στις 21.4.04 και εφεσιβλήθηκε διά της Πολιτικής Έφεσης αρ.
- Ο παραμερισμός της πρωτόδικης απόφασης ημερ. 21.4.04 δεν οφείλεται σε οιονδήποτε σφάλμα της. Οφείλεται αποκλειστικώς και μόνον στην απώλεια του φακέλου της πρωτόδικης διαδικασίας στον οποίον περιελαμβάνονταν και τα πρακτικά της ακροαματικής διαδικασίας. Επειδή λόγοι έφεσης αφορούσαν σε πρωτόδικα ευρήματα περί της αξιοπιστίας μαρτύρων, το Ανώτατο Δικαστήριο διεπίστωσε πώς λόγω της απώλειας του φακέλου της διαδικασίας δεν μπορούσε να ασκήσει τη δευτεροβάθμια δικαιοδοσία του. Προέκρινε, έτσι, τον παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης και διέταξε την εκ νέου εκδίκαση της αγωγής. Πριν η αγωγή ορισθεί για ακρόασή ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατεχωρίστηκε η προκείμενη αίτηση («η αίτηση») η οποία ρητώς επιδιώκει την τροποποίηση της υπεράσπισης διά της αντικατάστασής της. Ας σημειωθούν τα εξής: Το επίδικο αγώγιμο δικαίωμα συνίσταται στην ύπαρξη ληξιπρόθεσμου χρεωστικού υπολοίπου το οποίο προέκυψε από τη χρήση πιστωτικής κάρτας. Την πιστωτική κάρτα παρεχώρησαν οι ενάγοντες - καθ΄ ων η αίτηση («οι καθ΄ ων η αίτηση») στον εναγόμενο - αιτητή («ο αιτητής») δυνάμει συγκεκριμένης συμφωνίας. Διά της υπεράσπισής του ο αιτητής ισχυρίζεται, ακροθιγώς, πως ο σχετικός με την πιστωτική κάρτα λογαριασμός του παρουσιάζει παράνομες χρεώσεις, πως οι καθ΄ ων η αίτηση τροποποίησαν μονομερώς τη μεταξύ τους συμφωνία χωρίς ουδέποτε να τον ενημερώσουν, πως οι καθ΄ ων η αίτηση παρέβησαν τους όρους της πιστωτικής κάρτας, με αποτέλεσμα ο ίδιος να ζημιωθεί, και πως η πιστωτική κάρτα απωλέσθηκε, με αποτέλεσμα αυτή να χρησιμοποιηθεί στο εξωτερικό κατά παράβασιν των όρων έκδοσής της. Το γεγονός της κλοπής της πιστωτικής κάρτας κατηγγέλθηκε στην Αστυνομία. Στην υπεράσπιση αναφέρεται, επίσης, πως οι καθ΄ ων η αίτηση όφειλαν να ενημερώσουν τον αιτητή εγκαίρως για το γεγονός πως η πιστωτική κάρτα εχρησιμοποιείτο στο εξωτερικό, και μάλιστα, κατά παράβασιν των όρων έκδοσής της. Τέλος, στην υπεράσπιση συγκεκριμενοποιείται το ποσόν το οποίον, κατ΄ ισχυρισμόν, οι καθ΄ ων η αίτηση χρέωσαν παρανόμως: πρόκειται για ποσόν ύψους Λ.Κ.5081,
- Η επιδιωκόμενη να καταχωριστεί νέα υπεράσπιση είναι εκτενής και δίδει λεπτομέρειες όσον αφορά στους όρους της συμφωνίας η οποία συνήφθηκε μεταξύ των διαδίκων και δυνάμει της οποίας παρεχωρήθηκε στον αιτητή η πιστωτική κάρτα. Δίδει, επίσης, λεπτομέρειες όσον αφορά στην αμέλεια και την παράνομη συμπεριφορά την οποίαν, κατ΄ ισχυρισμόν, επέδειξαν οι καθ΄ ων η αίτηση. Διά της νέας υπεράσπισης, ο αιτητής ισχυρίζεται πως η κρίσιμη συμφωνία διελάμβανε και τους εξής όρους: (α) Η παραχωρηθείσα πιστωτική κάρτα είχε ως ανώτατο όριο πίστωσης τις Λ.Κ.500 (ή €855) και περιοριζόταν σε εγχώρια χρήση. (β) Οι καθ΄ ων η αίτηση υποχρεούντο να λάβουν όλα τα μέτρα για να προστατεύσουν τον αιτητή από οιανδήποτε παράνομη και/ή μη εξουσιοδοτημένη χρήση της πιστωτικής κάρτα. (γ) Οι καθ΄ ων η αίτηση υποχρεούντο να μην επιτρέψουν ύποπτες και/ή αδικαιολόγητες χρεώσεις στην πιστωτική κάρτα χωρίς την συγκατάθεση του αιτητή. (δ) Οι καθ΄ ων η αίτηση υποχρεούντο να μην επιτρέψουν να χρεωθεί στην πιστωτική κάρτα οιονδήποτε ποσόν πέραν του εγγεκριμένου ορίου της, δηλαδή πέραν των Λ.Κ.500 ή €
- Επίσης, δια της νέας υπεράσπισης, ο αιτητής ισχυρίζεται πως, οι καθ΄ ων η αίτηση ενήργησαν αμελώς και/ή παρέβησαν τα νόμιμα και/ή συμβατικά καθήκοντά τους εφ΄ όσον επέτρεψαν την χρήση της πιστωτικής κάρτας στη Ρωσία για πιστώσεις που έφθασαν στο ποσόν των Λ.Κ.3429,25 (ήτοι €5064,04), χωρίς ο ίδιος να ενημερωθεί και να συναινέσει. Οι καθ΄ ων η αίτηση ενήργησαν με τον τρόπον αυτό παρά τις προειδοποιήσεις που έλαβαν για το ενδεχόμενο εξαπάτησης. Ως νομική βάση της αίτησης καταγράφονται η Δ.9 θ.θ.2 και 10, η Δ.25 και η Δ.48 θ.θ. 1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του αιτητή ο οποίος, όσον φορά στο κρίσιμο ζήτημα του χρονικού σημείου κατά το οποίο παρουσιάσθηκε η ανάγκη για την επιδιωκόμενη τροποποίηση, δηλώνει τα εξής: «
- Κατά τη μελέτη και επανεκτίμηση της έκθεσης απαίτησης που καταχωρήθηκε στην αγωγή αυτή και έχοντας μελετήσει τα τεκμήρια και τις μαρτυρίες που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της πρώτης πρωτόδικης δίκης διεφάνηκε ότι έπρεπε να είχαν προστεθεί στην υπεράσπιση οι λεπτομέρειες που αναγράφονται στο αιτητικό της αίτησης αυτής ώστε να δοθούν περισσότερες λεπτομέρειες εν σχέσει με τα γεγονότα ως επίσης και την αμέλεια της ενάγουσας». Ο αιτητής εκφράζει, επίσης, την πεποίθησή του πως η επιδιωκόμενη τροποποιήση εξυπηρετεί τη δικαιοσύνη εφ΄ όσον θα επιτρέψει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και να γνωστοποιηθούν στους αντιδίκους του όλες οι πτυχές της υπόθεσής του. Η αίτηση αντιμετωπίζει τη γραπτή ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση, οι λόγοι της οποίας συνοψίζονται ως εξής: 1) Οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί δεν επιτρέπουν την τροποποίηση δικογράφου διά της αντικατάστασής του. 2) Η αίτηση δεν βασίζεται επί της ορθής νομικής βάσης. 3) Η αίτηση υπεβλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση εφ΄ όσον τα επιδιωκόμενα να προστεθούν ήσαν γνωστά στον αιτητή και/ή θα μπορούσαν να ήσαν γνωστά σε αυτόν εξ αρχής. Η καθυστέρηση είναι αδικαιολόγητη. 4) Διά της αίτησης επιχειρείται η εισαγωγή νέων υπερασπίσεων και ο επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων. 5) Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχριστική. 6) Η αίτηση πλήττει το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα των καθ΄ ων η αίτηση να εκδικασθεί η υπόθεσή τους εντός εύλογου χρόνου. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του Χρίστου Ράλλη, υπαλλήλου των καθ΄ ων η αίτηση, ο οποίος, κατ΄ ουσίαν, επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Ο Χρίστος Ράλλης, αναφέρει, όμως, και τα εξής: Ο αιτητής ήταν παρών καθ΄ όλην τη διάρκεια της πρώτης ακρόασης της αγωγής και, μάλιστα, υπήρξε και ο ίδιος μάρτυρας. Συνεπώς, ο αιτητής γνώριζε εξ αρχής την μαρτυρία που παρουσιάσθηκε τότε και είχε όλον τον χρόνο να επιδιώξει την τροποποίηση του δικογράφου του. Για την παράλειψή του να ενεργήσει ενωρίτερα δε δίδει επαρκή και πειστική εξήγηση. Εν πάση περιπτώσει, ο αιτητής δεν διευκρινίζει εάν η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης οφείλεται σε ελλιπή πληροφόρηση του δικηγόρου του. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε με εκατέρωθεν αγορεύσεις. Δεν επεχειρήθηκε η προσαγωγή περαιτέρω μαρτυρίας και ούτε ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Συνέπεια τούτου, όσον αφορά στα γεγονότα που περιβάλλουν την αίτηση, κρίσιμα είναι μόνον τα όσα δηλώνονται από τον αιτητή και τον Χρίστο Ράλλη. Διεξήλθα τη μαρτυρία και εξέτασα τα ζητήματα που εγείρονται. Διαπιστώνω δε και καταλήγω στα ακόλουθα: Επιδιώκοντας την τροποποίηση του δικογράφου του, ορθώς ο αιτητής καταγράφει στο σώμα της αίτησης τη Δ.
- Η καταγραφή της συγκεκριμένης Διαταγής είναι αρκετή. Η παράλειψη προσδιορισμού οιουδήποτε θεσμού της Διαταγής αυτής είναι επουσιώδης και ουδόλως επηρεάζει τη νομική θεμελίωση της αίτησης. Είναι, βεβαίως, γεγονός ότι οι θ.θ.1 και 2 της Δ.48 θέτουν ως «όρο απαράβατο για την έγκυρη χρήση» ενδιάμεσης αίτησης, ως η προκειμένη, την καταγραφή, στο σώμα της, των θεσμών επί των οποίων αυτή βασίζεται (Evand Promotions Ltd κ.α.
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ 736, 745). Όμως, ο όρος «Rules of Court», ο οποίος χρησιμοποιείται στους θ.θ.1 και 2 της Δ.48 δεν περιορίζεται στο θεσμό (rule), ως εδάφιο ή παράγραφο κάποιας Διαταγής (Order), αλλά καλύπτει τόσον τις Διαταγές (Orders) όσον και τους επιμέρους θεσμούς των Διαταγών (rules). Έτσι, εν προκειμένω, η συμπερίληψη στο σώμα της αίτησης, της Δ.25 παρέχει το απαιτούμενο δικαιοδοτικό θεμέλιο για την εξέτασή της. Συναφώς σημειώνω πώς η καταγραφή, στο σώμα της αίτησης, και της άσχετης, με το επίδικο αίτημα, Δ.9 θ.2 δεν επηρεάζει. Η παρείσφρηση της Δ.9 θ.2 δεν εκθεμελιώνει την αίτηση. Βεβαίως, η αποδοχή της δυνατότητας εξέτασης της αίτησης δεν οδηγεί απαραιτήτως στην έγκρισή της. Η έγκριση της αίτησης προϋποθέτει τη δυνατότητα ένταξης της αίτησης στο ισχύον νομοθετικό και νομολογιακό καθεστώς. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει εν προκειμένω: Κατ΄ αρχάς, το επίδικο αίτημα, όπως αυτό διατυπώνεται και υποβάλλεται, δεν καλύπτεται από τη Δ.25. Η Δ.25 αποτελεί δικαιοδοτική βάση για την τροποποίηση δικογράφου, δηλαδή για την μερική μεταβολή του, μικρή ή μεγάλη. Η εμβέλεια της Δ.25 δεν καλύπτει την αντικατάσταση δικογράφου. Η Δ.25 δεν καλύπτει τις περιπτώσεις καταχώρισης ενός εντελώς νέου δικογράφου στη θέση άλλου, ήδη καταχωρισθέντος. Ας σημειωθεί πως το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο προβλέπει πώς μία υπεράσπιση μπορεί να τροποποιηθεί, δηλαδή να μεταβληθεί μερικώς (Δ.25), να διαγραφεί εν όλω ή εν μέρει (Δ.19 και Δ.20) ή να συμπληρωθεί (περαιτέρω υπεράσπιση/further defence, Δ.23). Η απουσία νομοθετικής διάταξης η οποία να επιτρέπει την αντικατάσταση της ήδη καταχωρισθείσας υπεράσπισης οδηγεί την αίτηση σε αποτυχία. Το κενό δεν μπορεί να καλύψει η εγγενής ή, άλλως, σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου (inherent power). Κατά κανόνα η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου δεν αποτελεί αφ΄ εαυτής αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για συγκεκριμένο διάβημα (Evand Promotions Ltd κ.α. (ανωτέρω) 745). Κατά δεύτερον, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί πως η Δ.25 εφαρμόζεται ευρύτερα και καλύπτει και τις περιπτώσεις αντικατάστασης δικογράφου, οι συνθήκες της προκείμενης περίπτωσης δεν δικαιολογούν την τροποποίηση. Η επικρατούσα φιλελεύθερη προσέγγιση του ζητήματος της τροποποιήσης δικογράφου δεν σημαίνει ότι αυτό έπαυσε να ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας της άσκησης αυτής της εξουσίας είναι το σύνολο των περιστάσεων. Η αποζημιώση του αντιδίκου για τις συνέπειες της τροποποίησης δεν αποτελεί ούτε το μόνο ούτε το κύριο κριτήριο (Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, 562). Κρίσιμη παράμετρο για την επιτυχία μίας αίτησης για τροποποίηση δικογράφου αποτελεί το χρονικό σημείο υποβολής της. Και όταν υπάρχει καθυστέρηση η σχετική διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ. Δεν εξετάζεται μόνον η μακρά εκκρεμότητα της αγωγής. Εξετάζεται και το κατά πόσον υπήρχε η δυνατότητα ενέργειας ενωρίτερα καθώς και η εξήγηση που δίδεται για την αργοπορία (C and A Pelekanos Associates Ltd v. Πελεκάνου
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2074, 2079-80). Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε, πράγματι, μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Συνεπώς, αναμένεται από τον αιτητή να δικαιολογήσει με επάρκεια και πειστικά την παράλειψή του να ενεργήσει ενωρίτερα. Όμως, τα όσα αυτός αναφέρει στην παρα. 2 της ένορκης δήλωσής του (δείτε πιο πάνω) είναι ελλειπτικά και δεν δικαιολογούν ικανοποιητικά την μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης. Ο αιτητής παραλείπει να εξηγήσει γιατί δεν επεδίωξε την τροποποίηση της υπεράσπισής του αμέσως μετά τη «μελέτη και επανεκτίμηση της έκθεσης απαίτησης... και (αφού είχε) μελετήσει τα τεκμήρια κατά τη διάρκεια της πρώτης πρωτόδικης δίκης» (δείτε στην παρα. 2 της ένορκης δήλωσης του αιτητή). Εν ολίγοις, ο αιτητής ο οποίος σύμφωνα με την αναντίλεκτη δήλωση του Χρίστου Ράλλη ήταν παρών κατά την πρώτη ακρόαση της αγωγής και ενήμερος όλων όσων εκεί έλαβαν χώραν, παραλείπει να εξηγήσει γιατί δεν επεδίωξε την τροποποίηση στα πλαίσια της πρώτης εκδίκασης της αγωγής. Τα κενά αυτά στην ένορκη δήλωση του αιτητή αφήνουν μετέωρη την αναγκαία προϋπόθεση να δικαιολογηθεί με επάρκεια και πειστικότητα η μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης. Η αδυναμία της ένορκης δήλωσης του αιτητή υπεδείχθηκε διά της ένστασης των καθ΄ ων η αίτηση και διευκρινίσθηκε διά της ένορκης δήλωσης του Χρίστου Ράλλη. Πάρα ταύτα, η πλευρά του αιτητή παρέμεινε σιωπηλή. Δεν επεχείρησε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που την βαραίνει. Δεν επεχείρησε να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να απαντήσει στις μομφές των καθ΄ ων η αίτηση και ούτε ζήτησε να αντεξετάσει τον Χρίστο Ράλλη (Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) A.A.Δ. 1377, 1380 και Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1 (Γ) A.A.Δ. 1858, 1863). Η επιτυχής προώθηση αυτών των λόγων ένστασης καθιστά αχρείαστη την εξέταση των υπολοίπων. Με βάση όλα τα πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων - καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον του εναγομένου - αιτητή. (Υπ)........................................ Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο