← Κύπρος

BRANCO FORCAN ν. HEMSLADE TRADING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4739/10, 29 Οκτωβρίου, 2010

BRANCO FORCAN ν. HEMSLADE TRADING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4739/10, 29 Οκτωβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A343 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. Ι. ΠΟΓΙΑΤΖΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4739/

  1. BRANCO FORCAN, Ενάγων, - και -
  2. HEMSLADE TRADING LTD,
  3. MIROSLAV MISKOVIC, Εναγόμενοι. ------------------- ΜΟΝΟΜΕΡΗΣ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 3 ΙΟΥΝΙΟΥ, 2010, ΓΙΑ ΕΝΔΙΑΜΕΣΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 29 Οκτωβρίου, 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές-Ενάγοντες: κ. Θ. Χριστοδούλου για Chrysses Demetriades & Co LLC Για Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένους 1: κ. Μ. Κυριακού για Ανδρέα Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ ------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Κατόπιν της πιο πάνω Αίτησης, το Δικαστήριο εξέδωσε Προσωρινό Διάταγμα, με το οποίο οι Καθ΄ ων η αίτηση εμποδίζονται από του να αποξενώσουν ή καθ΄ οιοδήποτε τρόπο επιβαρύνουν Μετοχές που κατέχουν στη Σερβική Εταιρεία Delta Maxi d.o.o. H Aίτηση βασίζεται στο Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα Άρθρα 4-9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα Άρθρα 1-10 του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου, Ν.31(Ι)/92, στη Δ.48, θθ1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην υπόθεση Mareva Compania Naviera S.A. v. International Bulk Carriers S.A. [1980] 1 All E.R. 213 και στη μετέπειτα Νομολογία (Αγγλική και Κυπριακή), καθώς και στη διακριτική ευχέρεια και την εγγενή εξουσία και/ή εγγενή εξουσία και/ή πρακτική του Δικαστηρίου. ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΑΙΤΗΤΩΝ Οι ισχυρισμοί των Αιτητών προβάλλονται μέσα από Ένορκη Δήλωση του ιδίου του Αιτητή, καθώς και από Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση της Αμάντας Κακογιάννη, μίας από τους Δικηγόρους του Αιτητή και είναι βασικά οι ακόλουθοι:
  4. Οι Καθ΄ ων η αίτηση-Εναγόμενοι 1 είναι Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και ο Εναγόμενος 2 είναι Σέρβος υπήκοος.
  5. Ο Αιτητής συνεργαζόταν για χρόνια με τον Εναγόμενο 2 σε μία ομάδα Εταιρειών στη Σερβία, με το όνομα «Delta». Ο Εναγόμενος 2 είναι το άτομο που ίδρυσε και ελέγχει τη Delta διά μέσου των Καθ΄ ων η αίτηση. Είναι επίσης ένας από τους δύο Διευθυντές και ο δικαιούχος Μέτοχος/Ιδιοκτήτης και ο έχων τον έλεγχο των Καθ΄ ων η αίτηση.
  6. Η επίδικη διαφορά αφορά στις Μετοχές που ο Αιτητής κατέχει σε δύο Σερβικές εταιρείες, τη Delta Maxi d.o.o. (στο εφεξής «D. Maxi») και στη Delta Real Estate d.o.o. (στο εφεξής «D. Real Estate»).
  7. Ο Αιτητής έγινε Μέλος της Ομάδας Εταιρειών Delta το 1991 και σταδιακά κατέστη ένας από τους στενότερους συνεργάτες του Εναγομένου
  8. Με σκοπό την ενίσχυση της πιο πάνω συνεργασίας, στις 30.12.1994,ο Εναγόμενος 2 μεταβίβασε στον Αιτητή το 9% της D. Maxi. Παρόλον ότι με το Έγγραφο Μεταβίβασης ο Αιτητής απέκτησε δικαιώματα ιδιοκτησίας των Μετοχών, ο Εναγόμενος 2 δεν προέβη στην εγγραφή του Αιτητή ως ιδιοκτήτη στο Σερβικό Μητρώο Εταιρειών, ως όφειλε να πράξει, αφού αυτό αποτελούσε δική του ευθύνη.
  9. Από το 1995 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000, ο Αιτητής ένιωθε ότι δεν μπορούσε να διεκδικήσει τα δικαιώματα του δυνάμει της πιο πάνω μεταβίβασης, για το λόγο ότι εξακολουθούσε να εργάζεται με τον Εναγόμενο 2 και δεν ήθελε να διακινδυνεύσει τη θέση του στην Ομάδα Εταιρειών Delta. Ακόμη ένας σημαντικός λόγος ήταν επειδή ο Εναγόμενος 2, ήταν στενά συνδεδεμένος με το πολιτικό καθεστώς στη Γιουγκοσλαβία. Συγκεκριμένα, ο Εναγόμενος 2 ήταν Βοηθός (Deputy) Πρωθυπουργός σε μία από τις πρώτες Κυβερνήσεις του Σλόμποταν Μιλόσεβιτς. Σε περίπτωση που ο Αιτητής λάμβανε οποιαδήποτε μέτρα εναντίον του Εναγομένου 2 ή της Ομάδας Εταιρειών Delta, γνώριζε ότι η θέση του θα επηρεαζόταν αρνητικά.
  10. O Αιτητής εγκατέλειψε την Ομάδα Εταιρειών Delta το 1999 και η πολιτική κατάσταση στη Σερβία βελτιώθηκε αρχές της δεκαετίας του 2000, μετά από την κατάρρευση του προηγούμενου καθεστώτος.
  11. Στο μεταξύ, η σύζυγος του Αιτητή με την πάροδο των χρόνων, καθίστατο σημαντικό στέλεχος της Ομάδας. Μέχρι το έτος 2005, ήταν Αντιπρόεδρος της Ομάδας Εταιρειών Delta και η στενότερη συνεργάτης του Εναγομένου
  12. Σε περίπτωση που ο Αιτητής λάμβανε οποιαδήποτε μέτρα για να διεκδικήσει τα δικαιώματα του αυτή την περίοδο, θα έθετε σε κίνδυνο την πιο πάνω θέση της συζύγου του.
  13. Το 2004 η D. Maxi, στην οποία ο Αιτητής ήταν δικαιούχος του 9% των Μετοχών, στα πλαίσια μιας ευρύτερης αναδόμησης, χωρίστηκε σε δύο Εταιρείες. Συγκεκριμένα, η D. Maxi, έπαυσε να υπάρχει και αντικαταστήθηκε από της Delta Maxi d.o.o. και την Delta Real Estate d.o.o.
  14. Mέχρι το 2005, ο Εναγόμενος 2 εξακολουθούσε λανθασμένα να εμφανίζεται ως ο ιδιοκτήτης των Μετοχών που είχε δώσει στον Αιτητή, και το 2005 μεταβίβασε όλες τις Μετοχές στην που κατείχε στις Εταιρείες D. Maxi και D. Real Estate στην ελέγχουσα εταιρεία («Holding Company») της Ομάδας Delta, η οποία ελέγχουσα εταιρεία είναι οι Καθ΄ ων η αίτηση. Συγκεκριμένα, με Έγγραφο Μεταβίβασης ημερ. 18.7.2005, ο Εναγόμενος 2 μεταβίβασε το 16.02% στους Καθ΄ ων η αίτηση, ενώ είχε δικαίωμα να μεταβιβάσει μόνο το 7.02%, αφού νόμιμος ιδιοκτήτης του υπόλοιπου 9% ήταν ο Αιτητής. Το 1994, πριν από την πρώτη μεταβίβαση, ο Αιτητής ήταν ο νόμιμος ιδιοκτήτης του 49% των Μετοχών.
  15. Στις αρχές του 2010, επειδή η σύζυγος του Αιτητή αποφάσισε να εγκαταλείψει την Ομάδα Εταιρειών Delta και η πολιτική κατάσταση στη Σερβία άρχισε να σταθεροποιείται, οπότε η εργασία και προσωπική ασφάλεια του Αιτητή δεν μπορούσαν πλέον να επηρεαστούν εάν ο Αιτητής κινείτο εναντίον των Εναγομένων, ο Αιτητής αποφάσισε να διεκδικήσει τα δικαιώματα του. Τότε μόνο πληροφορήθηκε για τη δεύτερη μεταβίβαση.
  16. Έλαβε τότε νομική συμβουλή στη Σερβία από Δικηγόρους οι οποίοι επιβεβαίωσαν ότι η πρώτη μεταβίβαση ήταν έγκυρη, ενώ η δεύτερη ήταν άκυρη.
  17. Κατά τα τέλη Μαίου, 2010, ο Αιτητής πληροφορήθηκε από δημοσιεύματα στον Τύπο, ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση είναι σε διαδικασία πώλησης όλων των Μετοχών τους στη D. Maxi, σε μια Βελγική Εταιρεία, την Louis Delhaize Group. Η διαδικασία είναι σε προχωρημένο στάδιο και εάν συμπληρωθεί, θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΘ΄ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ Οι Καθ΄ ων η αίτηση καταχώρισαν Ένσταση προβάλλοντας 26 συνολικά Λόγους Ένστασης, οι οποίοι αφορούν τόσο σε αμφισβήτηση του κατεπείγοντος της Αίτησης, όσο και σε θέματα μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, αλλά και στο ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες από το Νόμο και Νομολογία προϋποθέσεις για έκδοση ή παραμονή σε ισχύ του επίδικου Διατάγματος. ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝ - ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ Θεωρώ ορθό όπως εξετάσω πρώτα το πιο πάνω θέμα, αφού ήταν σημείο το οποίο εγέρθηκε με την Ένσταση και την Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει και στο οποίο επικεντρώθηκε η Δικηγόρος των Καθ΄ ων η αίτηση κατά την Αγόρευση της. Αυτό επιτάσσει και η Νομολογία αφού θεωρείται ότι το υπαρκτό του κατεπείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κάτω από το Άρθρο 9, του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ΚΕΦ. 6, (βλ., μεταξύ άλλων, Resola (Cyprus) Ltd v. Xρίστου

(1988)1 A.A.Δ. 598, Τhe Timberland Co of USA v. Evans and Sons Ltd κ.ά.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179, Zein κ.ά. ν. Παράσχος Καμπανελλάς Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Ισχυρισμοί Καθ΄ ων η αίτηση Οι ισχυρισμοί των Καθ΄ ων η αίτηση εμφαίνονται στην Ένορκη Δήλωση της Τατιάνας Ιερωνυμίδου, Διευθύντριας των Καθ΄ ων η αίτηση, και είναι οι ακόλουθοι:
  1. Ο Αιτητής έχει προσέλθει στο Δικαστήριο μετά από μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση και κακόπιστα, αφού η καθυστέρηση στην καταχώριση της Αγωγής, επιδεικνύει κακόβουλη πρόθεση εκ μέρους του Αιτητή για την παρεμπόδιση της προτιθέμενης πώλησης αντί την πρόθεση να διαφυλάξει ανύπαρκτα οικονομικά συμφέροντα στους Καθ΄ ων η αίτηση ή στις Μετοχές της D. Maxi d.o.o.
  2. Ο Αιτητής κατά το διάστημα 1994-1999 ήταν εγγεγραμμένος στο Δημόσιο Μητρώο, ως Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής της D. Maxi και ως τέτοιος ήταν εξουσιοδοτημένος να εγγραφεί στο Μητρώο Μελών και να καταχωρεί εγγραφές στο Μητρώο του Δικατηρίου.
  3. Όταν έγινε η δεύτερη μεταβίβαση και καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο στις 4.6.1997, ο Αιτητής εξακολουθούσε να είναι εγγεγραμμένος ως ο Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής της D. Maxi και πάλι δεν ενέγραψε την ισχυριζόμενη απαίτηση του ότι ήταν Μέτοχος, ούτε έφερε αντίρρηση στη μεταβίβαση των Μετοχών, ούτε ζήτησε με οποιοδήποτε τρόπο την ακύρωση της μεταβίβασης. Καθυστέρηση: Νομική Πτυχή Η καθυστέρηση στην καταχώριση μιας Αγωγής, δεν πρέπει να επενεργεί ως εμπόδιο στην απόδοση ενδιάμεσης θεραπείας (βλ. Μάρθα Γεωργίου Ηλία Πλακίδη διά του Πληρεξουσίου Αντιπροσώπου αυτής Χαράλαμπου Ιωαννίδη ν. Nomisko Developers Ltd, Π.Ε. 215/07, ημερ. 27.4.2010). Στην υπόθεση αυτή η καθυστέρηση στην καταχώριση της Αγωγής ήταν μεν τρία έτη, αλλά η ενδιάμεση θεραπεία δεν αποδόθηκε μονομερώς. Η κατάσταση είναι διαφορετική σε περιπτώσεις που η ενδιάμεση θεραπεία επιζητείται μονομερώς. Σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει με βάση το Άρθρο 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, να «αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις». Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί επαρκώς, μπορεί να αποβεί μοιραία. Ο Αιτητής προς υποστήριξη των δικών του επιχειρημάτων επικαλέστηκε την υπόθεση Τσιαντής ν. Ηellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1(Γ) A.A.Δ 2029, όπου ο τότε Δικαστής Καλλής προβαίνει σε μια ευρεία ανάλυση των αρχών και των συνεπειών της καθυστέρησης προσφυγής στη δικαιοσύνη. Με αναφορά πρώτα στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, αναφέρει ο Καλλής, Δ., στις σελ. 2037-2040: «Στην Bacardi & Co. Ltd, πιο πάνω, έχει γίνει εκτεταμένη παράθεση της νομολογίας που διέπει τα θέμα της καθυστέρησης. Λέχθηκαν τα εξής: "Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία, άνκαι τα δικαστήρια θα σταθμίσουν το ζήτημα της καθυστέρησης έναντι της πιθανότητας του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του, και θα λάβουν υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει οδηγηθεί σε έξοδα ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή παραπλανήθηκε λόγω της απραξίας του ενάγοντα. Ωστόσο η τάση της σύγχρονης νομολογίας είναι να μη απορρίπτεται αξίωση για διάταγμα κατά την ακρόαση της αγωγής απλώς και μόνο λόγω της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής τηρουμένων των προνοιών του περί Παραγραφής Νόμου, 1939 (Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση, παρα. 633). Στον Κerly΄s (πιο πάνω), παρα. 15-68, το θέμα τίθεται ως εξής: "Οποιαδήποτε σημαντική μη αναγκαία καθυστέρηση στην επιδίωξη ενδιάμεσης θεραπείας ενδέχεται να γείρει το ισοζύγιο της ευχέρειας εναντίον του ενάγοντα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η διαδικασία πρέπει να αρχίζει χωρίς προειδοποίηση. Η καθυστέρηση λόγω της παράλειψης των εναγομένων να απαντήσουν σε επιστολές μπορεί να συγχωρεθεί." Στον Kerr on Injunctions (πιο πάνω), σελ. 360-61 υιοθετείται η ίδια προσέγγιση. "Η απλή καθυστέρηση στην έναρξη διαδικασίας μετά τη διαπίστωση της παραβίασης φαίνεται ότι δεν αποτελεί κώλυμα για την έκδοση διατάγματος κατά την ακρόαση της αγωγής. Ωστόσο καθυστέρηση δυνατόν να οδηγήσει το δικαστήριο στο να αρνηθεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος ειδικά όταν ο εναγόμενος έχει δημιουργήσει μια επιχείρηση στην οποία έχει χρησιμοποιήσει το επίδικο σήμα με πασίγνωστο τρόπο."». Έχει νομολογηθεί ότι το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του Κεφ. 6. (Βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Xρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, Timberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ 1179, Χριστοδούλου ν. Vraets
(1990)1 Α.Α.Δ. 1475, Zein ν. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606, Re Stavros Hotel Apartments Ltd κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841 και Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 861, 864). Στην Timberland (πιο πάνω), μετά από μονομερή αίτηση των εφεσειόντων το Πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε απαγορευτικό διάταγμα, παρεμποδίζον τους εφεσίβλητους να πωλούν ή διαθέτουν υποδήματα με το έμβλημα των προϊόντων των εφεσειόντων ή με έμβλημα ουσιωδώς όμοιο προς αυτό. Οι εφεσείοντες, ενώ έλαβαν γνώση των δραστηριοτήτων των εφεσιβλήτων, πωλητών υποδημάτων στην Πάφο, αφότου άρχισε η εμπορική τους δραστηριότητα στην Κύπρο, το Μάϊο του 1994, δεν πήραν κανένα μέτρο εναντίον τους μέχρι το Φεβρουάριο του 1995. Η επίκληση των επικείμενων ξεπουλημάτων, ως στοιχείου προσδίδοντος την υφή του κατεπείγοντος στο αίτημά τους, χαρακτηρίστηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο ως «μη σοβαρή». Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Πρωτόδικο Δικαστήριο ακύρωσε το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα εν όψει, ανάμεσα σ΄ άλλα, και της αποκαλυφθείσας καθυστέρησης. Το Εφετείο διαφώνησε με την πρωτόδικη προσέγγιση. Έθεσε το θέμα ως εξής: «Διαφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι τα "επικείμενα ξεπουλήματα" δεν αποτελούσαν γεγονός που έτεινε να προσδώσει επείγοντα χαρακτήρα στο αίτημα. Πρόκειται για περίοδο, κατά την οποία οι πωλήσεις είναι σε έξαρση και ο πιθανός επηρεασμός από την αντιποίηση εμπορευμάτων μεγάλος. Η έναρξη εμπορικής δραστηριότητας, εκ μέρους των εφεσειόντων, στην Πάφο, συνιστούσε γεγονός το οποίο καθιστούσε το αίτημα ακόμη πιο επείγον. Το ότι το γεγονός δεν αποκαλύφθηκε εξαρχής, δεν αναιρούσε το κατεπείγον του αιτήματος, αλλά το καθιστούσε ολιγότερο δραστικό. Σημασία θα είχε η μη αποκάλυψή του, εάν αφαιρούσε από τα ερείσματα του κατεπείγοντος. .................................... Όπως αποφασίστηκε στην M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. The Timberland Co. of USA
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791, έτσι και στην παρούσα υπόθεση, διαπιστώνουμε ότι, δοθείσας της αποκάλυψης συζητήσιμης υπόθεσης από τους εφεσείοντες, με ορατή την πιθανότητα επιτυχίας, η προστασία των δικαιωμάτων τους καθίστατο επείγον ζήτημα, λόγω της φύσης των παραβιάσεων και των άμεσων ζημιογόνων επιδράσεων στα δικαιώματα τους." Από τα λεχθέντα στην Bacardi & Co., πιο πάνω, είναι καθαρό ότι κατά την εξέταση της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής καθώς και το κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης. Στην παρούσα υπόθεση, όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, η έκδοση του επίδικου διατάγματος σε καμιά περίπτωση δεν επηρεάζει τον εφεσείοντα «έχοντας υπόψη την δεδηλωμένη θέση του ότι οι μετοχές αγοράσθηκαν χωρίς τις οδηγίες του και επομένως δεν του ανήκουν». Επομένως σε σχέση και με τους δύο παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη η πλάστιγγα κλίνει εναντίον του εφεσείοντα. Αυτό που προκύπτει από τα νομολογηθέντα στην Timberland (πιο πάνω) είναι τα εξής: Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά την γένεση της βάσης της αγωγής. Όπως παρατηρεί ο Χατζηχαμπής, Δ. στην Χριστοδούλου (πιο πάνω) «το κρίστιμο στοιχείο για την αίτηση δεν ήταν ο χρόνος έγερσης της αιτίας αγωγής αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του εφεσίβλητου για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση θεραπεία.» Περαιτέρω επεξήγηση δίδεται από τον ίδιο Δικαστή στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Μuskita-Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015, όπου στις σελ. 2056-2057, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Στην Τσιαντή ν. Ηellenic Bank (Investments) Limited
(2001)1 A.A.Δ. 2029 έγινε επισκόπηση της σχετικής με το θέμα της καθυστέρησης θέσης της Νομολογίας. Οι αρχές οι οποίες προκύπτουν από τη νομολογία είναι οι εξής:
(1)Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα είναι γενικώς μοιραία.
(2)Το ζήτημα της καθυστέρησης πρέπει να σταθμίζεται με την πιθανότητα του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του και να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή έχει πλανηθεί λόγω της απραξίας του ενάγοντα.
(3)Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά τη γένεση της βάσης της αγωγής.
(4)Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες.» Επιπρόσθετα, έχει νομολογηθεί ότι τυχόν καθυστέρηση μπορεί να κριθεί δικαιολογημένη αν τα γεγονότα μιας υπόθεσης είναι τόσο περίπλοκα που χρειάζεται χρόνος για να διαπιστωθούν (βλ. Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.ά.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 162). Στην Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 (A) A.A.Δ 280, καθυστέρηση επτά μηνών κρίθηκε ως δικαιολογημένη αφού στο διαρρεύσαν διάστημα ανταλλάσσετο αλληλογραφία σε προσπάθεια επίλυσης των διαφορών των διαδίκων. Στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χάμπου κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 879, αποφασίστηκε ότι καθυστέρηση 16 μηνών στην καταχώριση της Μονομερούς Αιτήσεως στερούσε από τους Εφεσείοντες το στοιχείο του κατεπείγοντος. Στην Spidertrade Com. Finance Ltd v. Χ"Γαβριήλ
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 121, καθυστέρηση για περίοδο 8 μηνών, για την οποία δεν δόθηκε οποιαδήποτε δικαιολογία, κρίθηκε αδικαιολόγητη. Αντίθετα, στην Χ"Γαβριήλ κ.ά. ν. Επενδυτικό Συγκρότημα Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνoικο Λτδ
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ. 606, καθυστέρηση 7 μηνών από το αγώγιμο δικαίωμα μέχρι την καταχώριση της Αγωγής και της Αίτησης για Ενδιάμεσο Διάταγμα κρίθηκε δικαιολογημένη, αφού οι σχέσεις και οι αντίστοιχες τοποθετήσεις των μερών δημιούργησαν κατά τα φαινόμενα εύλογα την προσδοκία εξώδικης διευθέτησης, η οποία πρέπει να ενθαρρύνεται. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Υπό οποιαδήποτε οπτική γωνία και εάν αντικρυσθεί το θέμα της καθυστέρησης, η ολιγωρία που επέδειξε ο Αιτητής στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του, ήταν εξαιρετικά μεγάλης χρονικής διάρκειας και αδικαιολόγητη στο σύνολο της. Μάλιστα διαφαίνεται ότι μέχρι την καταχώριση της παρούσας Αγωγής, ο Αιτητής ουδέποτε προέβη σε οποιασδήποτε μορφής διεκδίκηση των δικαιωμάτων του, ούτε καν απευθύνθηκε στους Εναγομένους για να τους εγείρει το θέμα. Αυτή η αδράνεια για ένα θέμα το οποίο, σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς τον απασχολούσε, διάρκεσε για περίοδο περίπου 16 ετών. Ο Αιτητής κατέστη, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, δικαιούχος των Μετοχών για πρώτη φορά στις 30.12.94. Μετά την ημερομηνία αυτή, ο Αιτητής προσδοκούσε στο γεγονός της εγγραφής του ως ιδιοκτήτη στο Σερβικό Μητρώο Εταιρειών. Είναι δε λογικό να αναμένει για κάποιο χρονικό διάστημα τον Εναγόμενο 2 να προβεί στις σχετικές ενέργειες. Παρόλα αυτά και μέχρι το 1999 που εγκατέλειψε την Ομάδα Εταιρειών Delta, ο Αιτητής δεν έπραξε οτιδήποτε, μολονότι γνώριζε ότι ο Εναγόμενος 2 δεν τον είχε εγγράψει ως ιδιοκτήτη. Ως δικαιολογία προβάλλει το ότι, λόγω της συνεργασίας του με τον Εναγόμενο 2, δεν ήθελε να διακινδυνεύσει τη θέση του στη Delta, αλλά και τη στενή σύνδεση του Εναγομένου 2 με το τότε πολιτικό καθεστώς στη Γιουγκοσλαβία. Οι λόγοι αυτοί έπαυσαν να υφίστανται από το 2000, αφού ο ίδιος δεν εργαζόταν πλέον στην Ομάδα Εταιρειών Delta και η πολιτική κατάσταση, σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς, βελτιώθηκε. Παρόλα αυτά, και πάλι δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια κατά τα έτη 2000-2004, προβάλλοντας άλλη δικαιολογία, δηλαδή το γεγονός ότι η σύζυγος του είχε γίνει η στενότερη συνεργάτιδα του Εναγομένου 2 και μια τέτοια ενέργεια θα έθετε σε κίνδυνο τη θέση της. Ακόμη και εάν γίνει δεκτή η θέση του Αιτητή ότι έμαθε για τη δεύτερη μεταβίβαση εντός του έτους 2010, η αδράνεια του για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, είναι παντελώς αδικαιολόγητη. Διαφάνηκε ότι άφησε το χρόνο να περνά ανεκμετάλλευτος, χωρίς να εγείρει οποιασδήποτε μορφής απαίτηση μέχρι τα τέλη Μαίου, 2010, όταν πληροφορήθηκε για τη διαδικασία πώλησης όλων των Μετοχών της D. Maxi. Τότε μόνο θεώρησε αναγκαίο και επείγον να διεκδικήσει τα δικαιώματα του με την καταχώριση της παρούσας Αγωγής και Αίτησης. Όμως, το κατεπείγον που επικαλείται ο Αιτητής, το δημιούργησε ο ίδιος με την αδράνεια του να ενεργήσει για τόσα πολλά χρόνια. Από την όλη δε πορεία της υπόθεσης είναι πιθανόν, αν δεν δημιουργείτο ο άμεσος κίνδυνος της αποξένωσης των Μετοχών, ο Αιτητής να εξακολουθούσε να παραμένει άπρακτος. Θεωρώ ότι τα γεγονότα και συνθήκες της παρούσας υπόθεσης δεν εμπίπτουν στο πνεύμα και τις νομικές αρχές του κατεπείγοντος, όπως αυτές έχουν επεξηγηθεί από τη Νομολογία. Στη Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ 1475, η ισχυριζόμενη συμφωνία και η παράβαση της έγιναν το 1989, ενώ η Αγωγή και η Αίτηση για Ενδιάμεσο Διάταγμα καταχωρίστηκε το 1997, δηλαδή 8 χρόνια αργότερα. Παρόλα αυτά, θεωρήθηκε ότι πληρείται η προϋπόθεση του κατεπείγοντος, αφού διαφάνηκε ότι το κρίσιμο στοιχείο για τον Αιτητή δεν ήταν ο χρόνος έγερσης της αιτίας αγωγής, αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του Εφεσιβλήτου για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση θεραπεία. Συγκεκριμένα, ο Εφεσίβλητος είχε πρόσφατη πληροφόρηση ότι ο Εφεσείων είχε χρήματα σε Τράπεζες, κάτι που κατέστησε δυνατή την καταχώριση της Αγωγής και της Αίτησης για δέσμευση τους και προσέδιδε στις ενέργειες του αυτές το αντίκρυσμα το οποίο δεν θα μπορούσε να έχει προηγουμένως (βλ. Χ"Xαμπής, Δ., σελ. 1481). Όμως και πάλι με την πιο πάνω αντιμετώπιση, η καθυστέρηση ήταν αδικαιολόγητη και υπέρμετρη, αφού η παρούσα διαφοροποιείται από την Vraets, αφ΄ ης στιγμής ο Αιτητής στην παρούσα γνώριζε ευθύς εξαρχής για την ύπαρξη των Μετοχών που θα δέσμευε και για τα δικαιώματα που μπορούσε να εγείρει. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι το λεκτικό του Άρθρου 9
(1)του Κεφ. 6, δίδει επιπρόσθετα το δικαίωμα στο Δικαστήριο να εκδίδει Ενδιάμεσα Διατάγματα Μονομερώς, όχι μόνο όταν καταδειχθεί το κατεπείγον, αλλά και όταν υπάρχουν «άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις». Στην Quality Furniture G.S. Siakola Ltd v. Aντωνιάδη κ.ά.
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 327, ο Αρτέμης, Δ., όπως ήταν τότε, ανέφερε στη σελ. 330, ότι οι ισχυρισμοί των σχετικών γεγονότων πρέπει να είναι συγκεκριμένοι, να καταδεικνύουν τα ειδικά γεγονότα και να αποκαλύπτουν και την πηγή των πληροφοριών του Αιτητή. Στην υπόθεση Κυρισάββα (Διαχειριστής) κ.ά. ν. Κίζη (Διαχειριστής)
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, αποφασίστηκε ότι παρόλον ότι λόγω καθυστέρησης δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος, υπήρχαν όμως ιδιαίτερες περιστάσεις που δικαιολογούσαν την έκδοση Διατάγματος Μονομερώς. Οι ιδιαίτερες περιστάσεις ήταν ότι υπήρχε μία καταρχάς παρανομία και αυθαίρετη ενέργεια, δηλαδή να ανεγείρεται μονομερώς οικοδομή σε κτήμα αμφισβητούμενης ιδιοκτησίας και η οικοδόμηση να συνεχίζεται παρά τις διαμαρτυρίες του Αιτητή. Στην παρούσα περίπτωση δεν βρίσκω να υπάρχουν τέτοιες ιδιαίτερες περιστάσεις που να δικαιολογούν επίκληση της πιο πάνω πρόνοιας. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ Με βάση όλα τα πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για το υπαρκτό του κατεπείγοντος, γι΄ αυτό και η παρούσα Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Ενόψει της κατάληξης μου αυτής, θεωρώ περιττό να εξετάσω τους υπόλοιπους Λόγους Ένστασης. Η Αίτηση απορρίπτεται, με Έξοδα υπέρ των Καθ΄ ων η αίτηση και σε βάρος του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην αντίστοιχη Κλίμακα. Το εκδοθέν Διάταγμα ημερ. 3 Ιουνίου, 2010, ακυρώνεται. [Υπ.] Χ. Ι. Πογιατζής, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.