Cyprus Investments Securities Corporation Ltd ν. Ανδρούλλα Αριστοτέλους, Αρ. Υποθ.: 5686/03, 29 Οκτωβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A344 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 5686/03 Cyprus Investments & Securities Corporation Ltd Εναγόντων και Ανδρούλλα Αριστοτέλους Εναγομένης Ημερομηνία: 29 Οκτωβρίου,
- Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Ι. Μαλέκου για Χρυσαφίνη και Πολυβίου. Για την Εναγομένη: κ. Γ. Παπαθεοδώρου μετά του κ. Χ. Παπαθεοδώρου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες οι οποίοι είναι χρηματιστηριακή εταιρεία και μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (στο εξής ΧΑΚ) ισχυρίζονται ότι, μεταξύ της περιόδου Αυγούστου 1999 μέχρι Ιούλιο του 2000, κατόπιν εντολών της Εναγομένης, οι Ενάγοντες διενήργησαν διάφορες αγοραπωλησίες μετοχών, για λογαριασμό της Εναγομένης και ως αποτέλεσμα αυτών των χρηματιστηριακών πράξεων ήταν όπως ο τηρούμενος λογαριασμός της Εναγομένης κατά την 3.7.2000 να δείχνει οφειλόμενο υπόλοιπο ΛΚ39.310,
- Η Εναγόμενη κατά διάφορες ημερομηνίες πλήρωσε έναντι του πιο πάνω ποσού διάφορα ποσά και έμεινε οφειλόμενο ΛΚ 21.319,95 πλέον τόκους το οποίο η Εναγόμενη παρά τις εκκλήσεις των Εναγόντων παρέλειψε να το εξοφλήσει. Το εν λόγω ποσό μαζί με τους δεδουλευμένους τόκους μέχρι 31.12.2002 ανήλθε σε ΛΚ 26.995,30 το οποίο αξιοί πλέον τόκους 8% από 1.1.2003 μέχρι εξοφλήσεως. Με την Υπεράσπιση της η Εναγομένη παραδέχεται, από τη μια ότι μέσω των Εναγόντων προέβη σε αγορά μετοχών, την αξία των οποίων πλήρωσε εξολοκλήρου και κανένα ποσό δεν όφειλε, αλλά, από την άλλη, αρνείται ότι εξουσιοδότησε ή έδωσε οποιαδήποτε εντολή, προς τους Ενάγοντες, για διενέργεια των ισχυριζόμενων αγορών και πωλήσεων μετοχών, ή να προβούν στις ισχυριζόμενες χρεοπιστώσεις, ή ότι διατηρούσαν τον ισχυριζόμενο λογαριασμό, ή ότι έδειχνε το οποιοδήποτε υπόλοιπο, ή ότι παραδέχθηκε ότι όφειλε σε αυτούς οποιοδήποτε ποσό. Δεν παραδέχεται επίσης ότι παρέλαβε επιστολές των Εναγόντων, εκτός από αυτή των δικηγόρων τους στην οποία απάντησε ο συνήγορος της, με επιστολή του, στην οποία δεν έλαβε απάντηση. Τέλος αρνείται την απαίτηση των Εναγόντων και ζητά την απόρριψη της αγωγής. Οι Ενάγοντες στην απάντηση τους, αφού αρνούνται τους ισχυρισμούς της Εναγομένης, υιοθετώντας την Έκθεση Απαίτησης τους, αναφέρουν ότι προχώρησαν στη διενέργεια πράξεων κατά την περίοδο από 24.8.1999 μέχρι 3.7.
- Αρχικά και μέχρι 1.2.2000 η Εναγομένη αγόραζε και πωλούσε μετοχές, μέσω των Εναγόντων τις οποίες είτε εξόφλησε, είτε εισέπραττε επιταγή για την αξία της πώλησης τους. Το οφειλόμενο ποσό δημιουργήθηκε από αγορές μετά την 14.2.2000 και ανήλθε στο ποσό των ΛΚ47.902,
- Αργότερα μειώθηκε με πωλήσεις που έγιναν 3.7.2000 και με τέσσερις διαδοχικές καταθέσεις της Εναγομένης, ύψους Λ.Κ.18.
- Η Εναγόμενη ουδέποτε αρνήθηκε την οφειλή της, ενώ ενημερώθηκε για το ακριβές ύψος του οφειλόμενου ποσού και επιπρόσθετα ο σύζυγος της, ως αντιπρόσωπος της προσήλθε σε συνάντηση για συζήτηση των τρόπων διευθέτησης της οφειλής της την 18.1.
- Μαρτυρία Για να αποδείξουν την υπόθεση τους οι Ενάγοντες κάλεσαν συνολικά πέντε μάρτυρες, ήτοι τον Σταύρο Αγρότη (ΜΕ1), τον κ. Παναγιώτη Μηνά (ΜΕ2), την κα Έλενα Σοφοκλέους (ΜΕ3), την κα Ελευθερία Κουμουλή (ΜΕ4) καθώς επίσης και την κα Μάγδα Μαρία Καμπούρη (ΜΕ5) ειδικού γραφολόγου, η οποία έδωσε μαρτυρία, αφού δόθηκε άδεια για προσκόμιση αντικρουστικής μαρτυρίας, στη μαρτυρία εμπειρογνώμονα που παρουσίασε η Εναγομένη. Η Εναγομένη στηρίχθηκε στη δική της μαρτυρία και τη μαρτυρία του κ. Ιωάννη Κτωρίδη, ειδικού γραφολόγου. Ο Σταύρος Αγρότης (ΜΕ1) Διευθυντής του Χρηματιστηριακού Τμήματος των Εναγόντων, από τον Φεβρουάριο του 2000, εξήγησε τον τρόπο συνεργασίας της Εναγομένης με τους Ενάγοντες που βασίζονταν εξ' ολοκλήρου στην εκτέλεση εντολών της Εναγομένης και/ή δια του συζύγου της. Αναφερόμενος στους τρόπους λήψης εντολών για αγοραπωλησία μετοχών, κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπογράμμισε ότι οι εντολές ήταν είτε γραπτές είτε προφορικές. Οι εντολές για αγορά μετοχών στον αριθμό ταυτότητας και στο όνομα της Εναγομένης έφθαναν στους Ενάγοντες με όλους τους αποδεχτούς τρόπους λήψης χρηματιστηριακών εντολών που ίσχυαν κατά τους επίδικους χρόνους. Αντιστοιχώντας την κάθε εκτελεσθείσα συναλλαγή με την κατάσταση λογαριασμού, με καταστάσεις εκτελεσθεισών συναλλαγών του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και την έκδοση των σημειωμάτων εγγραφής (contract notes). Η Εναγόμενη ήταν πελάτης του χρηματιστηριακού τμήματος για αγορά και πώληση μετοχών μόνο κατόπιν εντολών της. Με την Εναγόμενη οι Ενάγοντες δεν είχαν σχέση διαχείρισης χαρτοφυλακίου και η ίδια αποφάσιζε ποιες μετοχές θα αγόραζε ή θα πωλούσε σε ποια τιμή κλπ. Οι συναλλαγές οι οποίες διενεργήθηκαν στο όνομα της έγιναν μετά από συγκεκριμένες εντολές της ίδιας μέσω του συζύγου της. Κατέθεσε ως τεκμήρια 1-17, μεταξύ των οποίων, το πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 1), την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 2), τα σημειώματα συμβολαίων, το transaction report by security (Τεκμήριο 11), κίνηση διαθεσίμων (Τεκμήριο 12), έγγραφα γενικά του Συγκροτήματος της Τράπεζας Κύπρου, τις προσπάθειες τους για είσπραξη των οφειλομένων καθώς και επιστολές που στάληκαν στην Εναγομένη. Ανάφερε ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν την δυνατότητα να αποδέχονται ειδικούς όρους για την εκτέλεση οποιαδήποτε εντολής ή οποιασδήποτε ιδιαίτερης απαίτησης του κάθε πελάτη κατά τον επίδικο χρόνο, λόγω πραγματικών δυσκολιών, καθότι δεν υπήρχε δυνατότητα τήρησης τέτοιων αρχείων. Ως εκ τούτου οι όροι λειτουργίας και οι τρόποι διεκπεραίωσης συναλλαγών ήταν για όλους τους πελάτες του χρηματιστηριακού τμήματος των Εναγόντων όμοιοι. Αναφέρθηκε στο γεγονός ότι τα χρηματιστηριακά γραφεία όταν αγόραζαν μετοχές, για λογαριασμό των πελατών τους, είχαν την υποχρέωση να πληρώνουν το άλλο αντισυμβαλλόμενο μέρος. Αναφέρθηκε επίσης στο γεγονός ότι ο λογαριασμός της Εναγομένης δημιούργησε σε διαφορετικές περιπτώσεις πιστωτικά υπόλοιπα με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να πληρώσουν στην Εναγομένη διάφορα ποσά. Συγκεκριμένα πλήρωσαν στις 27.10.99 ύψους £3.234,32, την 30.10.99 ποσό ύψους £3.754,68, την 24.1.00 ποσό ύψους £2.613,58, την 28.1.00 ποσό ύψους £15.646,58 και την 11.2.00 ποσό ύψους £116,
- Επιπλέον η Εναγομένη έναντι των χρεωστικών υπολοίπων που δημιούργησε με τους Ενάγοντες σε διάφορες περιόδους κατέβαλε ποσά όπως την 10.9.99 ύψους £25.351,27 την 25.7.00 ποσό £3.000, την 1.8.00 ποσό £10.000, την 10.8.00 ποσό £3.000 και την 4.9.00 ποσό £2.
- Η Εναγομένη κατέβαλε ποσά με τα οποία πλήρωσε αρκετά μεγάλο μέρος των αγορών της αλλά, όπως φαίνεται και στη κατάσταση λογαριασμού, συνήθιζε να αγοράζει μετοχές χωρίς να προκαταβάλει ή χωρίς να καταβάλει καθόλου το αντίτιμο αγοράς. Αργότερα με Νόμο απαγορεύτηκε η αγορά μετοχών χωρίς οι επενδυτές να πληρώνουν εκ των προτέρων το τίμημα αγοράς. Με αναφορά στον λογαριασμό της Εναγομένης επεξήγησε την κατάσταση λογαριασμού, στην οποία παρουσιάζονταν οι πράξεις της Εναγομένης, από τον Αύγουστο του 1999 μέχρι τον Ιούνιο του 2000, ημερομηνία που το υπόλοιπο ύψους £38.340,00 μεταφέρθηκε στην κίνηση διαθεσίμων (Τεκμήριο 12) και ότι παρουσιάζει σήμερα οφειλόμενο υπόλοιπο £26.995,
- Αναφέρθηκε επίσης στις χρεώσεις του λογαριασμού της αναφορικά με έξοδα διαχείρισης και τόκους. Ο ΜΕ2 Παναγιώτης Μηνά έκανε αναφορά στις προσπάθειες είσπραξης του οφειλόμενου ποσού, από την Εναγομένη και ότι αυτές άρχισαν στις αρχές του 2000, από την Τράπεζα Κύπρου (Φάκτορς) Λτδ που επίσης ανήκει στο συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου Λτδ, με διάφορα τηλεφωνήματα στην Εναγομένη. Κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 20 και 21 στα οποία κατέγραψε τόσο ο ίδιος όσο και ο συνάδελφος του Μάριος Χριστοφόρου διάφορες σημειώσεις. Τις σημειώσεις τις κατέγραψαν κατά την διάρκεια της συνάντησης που έλαβε χώραν την 18.1.02 με το σύζυγο της Εναγομένης. Η ΜΕ3 Έλενα Σοφοκλέους, υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου (Φάκτορς) Λτδ, που επίσης ανήκει στο συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου Λτδ, με ανάθεση καθηκόντων την προσπάθεια είσπραξης οφειλομένων ποσών που δημιουργήθηκαν από αγοραπωλησίες μετοχών, επ' ονόματι πελατών των Εναγόντων, ανέφερε τις προσπάθειες της να μιλήσει τηλεφωνικά με την Εναγόμενη για την περίοδο από 29.6.00 μέχρι 1.12.00 και σε συνάρτηση με το Τεκμήριο
- Τα στοιχεία της Εναγομένης η κα Σοφοκλέους τα έπαιρνε από τις καταστάσεις λογαριασμού και το transaction report by security, που της παραχωρούνταν από το back office των Εναγόντων. Στα καταγραμμένα τηλέφωνα επί του Τεκμηρίου 11 δεν πήρε οποιαδήποτε απάντηση από την Εναγομένη αλλά αντίθετα στους συγκεκριμένους αριθμούς τηλεφώνου απάντησε, από την πρώτη κιόλας προσπάθεια της, ο σύζυγος της Εναγομένης, ο οποίος υποσχέθηκε ότι θα φρόντιζε με διάφορες ενέργειες του για λογαριασμό της Εναγομένης, είτε να μειωθούν είτε να εξοφληθούν τα υπόλοιπα της συζύγου του. Αναφέρθηκε επίσης στις προσπάθειες της να βοηθήσει στην είσπραξη των οφειλομένων από την Εναγομένη. Η ΜΕ4 Ελευθερία Κουμουλλή ανέφερε τον τρόπο λειτουργίας του τμήματος διακανονισμού των υπολοίπων, την ανάθεση σ' αυτή της εφαρμογής συστήματος client ledger για παρακολούθηση των υπολοίπων του κάθε πελάτη, στο Λογιστήριο και στο Back Office των Εναγόντων. Αναφέρθηκε στο "clients master file" όπου καταχωρείτο ο αριθμός ταυτότητας, η διεύθυνση και το τηλέφωνο του κάθε πελάτη. Εξήγησε τον τρόπο που οι πράξεις εκτελούνταν και ότι για να διεκπεραιωθούν οι εντολές καταχωρούσαν στο "clients master file" τα στοιχεία του πελάτη. Με αυτό τον τρόπο μπορούσαν να παραχθούν και τα σημειώματα συμβολαίων. Ανέφερε επίσης ότι παρέδιδε το Back Office το transaction report by security, με ηλεκτρονική μορφή στην υπηρεσία Factors (τεκμήριο 11) και από αυτό η Έλενα Σοφοκλέους έβλεπε τον αριθμό τηλεφώνου της Εναγομένης καθώς και τον αριθμό λογαριασμού της Εναγομένης. Τα στοιχεία στην βάση των οποίων οι Ενάγοντες δημιούργησαν το "clients master file" (τεκμήριο 22) της Εναγομένης δόθηκαν σ' αυτούς με σκοπό την διενέργεια συναλλαγών στο όνομα της Εναγομένης. Αναφέρθηκε επίσης ότι η υποχρέωση εγκατάστασης συστήματος ηχογράφησης από τα Χρηματιστηριακά Γραφεία εφαρμόστηκε με κανονισμό του ΧΑΚ την 27.10.00 Η εκδοχή της Εναγομένης μέσω της γραπτής της δήλωσης ήταν ότι γνωρίζει ότι αγόρασε μέσω των Εναγόντων διάφορες μετοχές, ότι πλήρωσε στους Ενάγοντες διάφορα ποσά, ότι πώλησε μετοχές μέσω των Εναγόντων όμως όταν έδινε προφορική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου δήλωσε ότι ούτε γνώριζε ούτε θυμόταν ποιες ή πόσες μετοχές αγόραζε. Δέχθηκε ότι γνώριζε ότι αγόραζε για την ίδια μετοχές ο σύζυγος της, ο οποίος την εκπροσωπούσε, καθώς και ο αδελφότεκνος του Στέλιος Αριστοτέλους, αλλά υποστήριξε ότι από κάποιο χρονικό διάστημα και έπειτα δεν ήθελε πλέον να ασχολείται άλλο με αγορές/πωλήσεις μετοχών και ότι την 8.2.00 με την πληρωμή από τους Ενάγοντες σ' αυτήν ποσού εκ £116,41 η συνεργασία της με τους Ενάγοντες έκλεισε. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 21.10.99 το οποίο καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο 1, δεν είχε την δική της υπογραφή και ότι η υπογραφή που παρουσιάζεται σ' αυτό δεν είναι δική της και δεν της ανήκει. Μετά από σχετική αίτηση το Δικαστήριο επέτρεψε σε γραφολόγο να δώσει μαρτυρία και ταυτόχρονα μετά από αίτηση των Εναγόντων το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα για προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας μετά που ακούστηκε ο δεύτερος μάρτυρας για λογαριασμό της Εναγομένης ο γραφολόγος κ. Ιωάννης Κτωρίδης. Ο ΜΥ2 Ιωάννης Κτωρίδης ανέφερε στο Δικαστήριο ότι του ζητήθηκε από την Εναγομένη να εξετάσει την υπογραφή, η οποία παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 1, Ειδικό Πληρεξούσιο Έγγραφο. Πήρε δείγματα υπογραφών της Εναγομένης και εξέτασε όλα τα έγγραφα στα οποία παρουσιαζόταν η υπογραφή της. Σε σχέση με το πληρεξούσιο έγγραφο ανέφερε ότι είδε το αντίγραφο αυτού και όχι το πρωτότυπό του. Εξέτασε συνολικά 15 έγγραφα τα οποία περιέγραψε στην Έκθεση του, και υιοθετώντας την συγκριτική μέθοδο, για να συγκρίνει την αμφισβητούμενη υπογραφή, με τις υπογραφές δείγματα, που έλαβε, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν ανήκει στην Εναγομένη. Μετά την έκδοση σχετικού διατάγματος από το Δικαστήριο οι Ενάγοντες για να αντικρούσουν τη μαρτυρία του γραφολόγου της Εναγομένης προσκόμισαν στο Δικαστήριο την μαρτυρία Δικαστικού Γραφολόγου της κας Μάγδας-Μαρία Καμπούρη. Ήταν η θέση της, όπως εμφανίζεται στην έκθεση της και όπως επεξήγησε στο Δικαστήριο, ότι η υπογραφή, η οποία φαίνεται επί του πρωτότυπου Ειδικού Πληρεξουσίου Εγγράφου (Τεκμήριο 1), ανήκει στην Εναγομένη και δεν είναι προϊόν πλαστογραφίας. Εξήγησε ότι εξέτασε 16 έγγραφα, 14 στην πρωτότυπη τους μορφή και 2 φωτοαντίγραφα που περιέχουν την υπογραφή της Εναγόμενης. Ανέφερε ότι όλες οι προς εξέταση υπογραφές διαμορφώνονται με μεγάλη ποικιλία εναλλαγών ώστε πολλές από αυτές να αμφισβητούνται αν είχαν προέλθει πράγματι από το χέρι της Εναγομένης με αποτέλεσμα οι προς σύγκριση υπογραφές να έχουν σχηματίσει ένα ευρύ υπογραφικό κύκλο ο οποίος καθορίζει τα όρια της έκτασης των υπογραφών της Εναγομένης, παρέχει όμως και την δυνατότητα διαπίστωσης ή πρωτογενών γραφικών σχηματισμών οι οποίοι εμφανίζονται σε άλλες υπογραφές δημιουργώντας έτσι στοιχεία προς εκτίμηση. Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι υπάρχουν ορισμένα γράμματα που συνθέτουν την υπογραφή της Εναγομένης τα οποία παραμένουν σταθερά παρά τις παραλλαγές τους μέσα στο χρόνο. Αφού επεξήγησε την εργασία που έκανε παρουσιάζοντας πίνακες που ετοίμασε διαφώνησε με την θέση του κ. Κτωρίδη ότι η υπογραφή της Εναγομένης στο Τεκμήριο 1 δεν ήταν δική της. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. Αναφορά θα γίνει όπου κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Αξιολόγηση μαρτυρίας - Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία και αξιοπιστία τους με βάση τα όσα παρατήρησα και ειδικότερα την εντύπωση που σχημάτισα έχοντας υπόψη τον τρόπο και το ύφος που απαντούσαν, την ευθύτητα στις απαντήσεις ή την τάση για υπεκφυγή, την τεκμηρίωση σε συνδυασμό με την έγγραφη και γενικά την εικόνα τους ενόσω κατέθεταν ενόρκως. Γενικά για τους μάρτυρες των Εναγόντων σχημάτισα την εντύπωση ότι υπήρξαν ειλικρινείς και αξιόπιστοι. Απαντούσαν ευθέως στις ερωτήσεις και υπήρξαν σταθεροί στις θέσεις τους. Σε κανένα σημείο δεν έδωσαν την εικόνα ότι είχαν πρόθεση να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Καθένας από αυτούς κατέθεσε για θέματα τα οποία γνώριζε προσωπικά και όπου δεν είχαν προσωπική γνώση, το δήλωσαν χωρίς κανένα δισταγμό. Μικροαντιφάσεις μπορεί να υπήρξαν, αλλά δεν ήταν τέτοιες που να κλονίσουν τη συνολική καλή εικόνα που έχω σχηματίσει. Αντιθέτως ενισχύουν την βεβαιότητα έλλειψης προσυνεννόησης μεταξύ τους. Η προφορική και γραπτή τους μαρτυρία ελεγχόμενες με τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν καταδεικνύουν ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν όπως τα περιέγραψαν οι ίδιοι. Διαφορετική ήταν η εικόνα που σχημάτισα για την Εναγομένη. Μου έδωσε την εντύπωση ότι προσπαθούσε πάση θυσία να αποφύγει με οποιοδήποτε τρόπο μπορούσε την ευθύνη και τις υποχρεώσεις της από την ανάμιξη της, μέσω του συζύγου της και άλλων συγγενών της σε χρηματιστηριακές συναλλαγές, κατά την επίμαχη περίοδο. Η μαρτυρία της παρέμεινε ασαφής, αόριστη και πολλές φορές αντιφατική, τόσο στα όσα ανέφερε μέσω της δήλωσης της, όσο και στα προφορικά ανέφερε στο Δικαστήριο. Απαντούσε με υπεκφυγές για όλα τα θέματα που ρωτήθηκε στην αντεξέταση της που έτειναν να την εμπλέξουν, σε ότι είχε σχέση με αγορά μετοχών, μετά τον Φεβρουάριο του 2000, όπου ο λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο, αναφέροντας ότι διεκόπη η συνεργασία της με τους Ενάγοντες. Όμως παρά την επιμονή της συνηγόρου της Ενάγουσας κατά την Αντεξέταση της να πει πότε διακόπηκε η εν λόγω συνεργασία, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει αυτό το γεγονός και απαντούσε αόριστα ότι το είχε συζητήσει με το σύζυγο της. Δέχθηκε δε ότι η ίδια ουδέποτε μίλησε για κάτι τέτοιο ή οτιδήποτε με τους Ενάγοντες και ότι γνώριζε ότι την εκπροσωπούσε ο σύζυγος της και ο αδελφότεκνος του Στέλιος Αριστοτέλους στην αγορά και πώληση των μετοχών. Η γενική εντύπωση που σχημάτισα για την Εναγόμενη είναι πως, κατά την επίμαχη περίοδο, μέσω του συζύγου και συγγενή του συνεργάστηκε με τους Ενάγοντες αγοράζοντας και πωλώντας μετοχές, ως εμφαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού της. Οι ισχυρισμοί της ότι διεκόπη η συνεργασία της, γιατί έτσι της είπε ο σύζυγος της, έμεινε μετέωρος, γιατί δεν παρουσίασε τη μαρτυρία του συζύγου της μέσω του οποίου διενεργούσε αγοραπωλησίες μετοχών με τους Ενάγοντες ή του Στέλιου Αριστοτέλους που να επιβεβαιώνουν τα όσα ανέφερε. Η θέση της ότι ο σύζυγος της τη διαβεβαίωσε ότι σταμάτησε αγοραπωλησίες μετοχών και διακοπή η συνεργασία με τους Ενάγοντες, εκτός από το ότι δεν βοηθά στο να καταλήξει το Δικαστήριο σε εύρημα ότι πράγματι είχαν σταματήσει στο χρόνο που η Εναγομένη καθόρισε, ήταν τόσο ασαφής η θέση της, ως προς τα πιο πάνω, που δεν μπορώ να στηριχτώ σ' αυτή. Σημειώνω ότι ούτε η περαιτέρω πορεία αγοραπωλησία μετοχών αποτυπωθείσα στην κατάσταση λογαριασμού δικαιολογεί τη θέση της όπως θα επεξηγηθεί πιο κάτω. Ως εκ τούτου, ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα, δε μπορώ να στηριχθώ στη μαρτυρία της την οποία απορρίπτω στην ολότητα της. Το γεγονός ότι οι Ενάγοντες είναι χρηματιστηριακή εταιρεία μέλος του Χ.Α.Κ και επίσης ότι είναι θυγατρική εταιρεία της Τράπεζας Κύπρου Λτδ, δεν έχει αμφισβητηθεί από την Εναγόμενη. Η Εναγόμενη δέχεται πως μέσω του συζύγου της και του αδελφότεκνου του Στέλιου Αριστοτέλους αγόραζε και πωλούσε μετοχές, αλλά μέχρι αρχές Φεβρουαρίου, όπου της έγινε πληρωμή ποσού £116,41, αρνείται όμως οποιαδήποτε άλλη μεταγενέστερη πράξη, ούτε δέχεται ότι χρωστά οποιοδήποτε ποσό. Αυτή η θέση της έρχεται σε αντίθεση με τα παρουσιασθέντα τεκμήρια και ιδιαίτερα ότι μετά την επίδικη περίοδο παρατηρείται στην κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 2, πληρωμές εκ μέρους της, για οφειλόμενα ποσά μέχρι τον Ιούλιο του 2000 μετά από υπόσχεση του συζύγου της, που εν γνώσει της την εκπροσωπούσε στην αγοραπωλησία των επίδικων μετοχών, τηλεφωνική επικοινωνία με τη ΄Ελενα Σοφοκλέους (ΜΕ3) καθώς επίσης και από το γεγονός ότι η Εναγόμενη εισέπραξε μερίσματα από τις επίδικες μετοχές εισέπραξε χρήματα από πώληση μετοχών αλλά και τις μετοχές που αγοράστηκαν στο όνομα της μετά τις 11.2.2000, τις πώλησε μέσω άλλου Χρηματιστηριακού Γραφείου εισπράττοντας το αντίτιμο, ενώ για την αγορά τους δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό. Με αυτά τα δεδομένα κρίνω και αποτελεί εύρημα μου πως η συνεργασία των Εναγόντων με την Εναγόμενη με αγοραπωλησία μετοχών μέσω των αντιπροσώπων της συνεχίστηκε κανονικά μέχρι τον Ιούλιο του 2000 ως η θέση των Εναγόντων. Από τα πιο πάνω επίσης προκύπτει ότι ο σύζυγος της Εναγόμενης και ο Στέλιος Αριστοτέλους είχαν τουλάχιστον για την πιο πάνω περίοδο φαινόμενη ή εξυπακουόμενη εξουσιοδότηση (apparent or ostensible authority) να ενεργούν εκ μέρους της Εναγόμενης (βλ. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Κατερίνας Δημήτρη
(1999)1ΑΑΔ/
- Ως προκύπτει από τη Νομολογία δεν έχει σημασία αν στην πραγματικότητα κάποιος αντιπροσωπεύει άλλο με ρητή ή εξυπακουόμενη πληρεξουσιότητα αλλά αρκεί τέτοια συμπεριφορά δηλαδή ότι διεξήγαγαν προς όφελος της αγοραπωλησίες μετοχών τα εν λόγω πρόσωπα και τους επέτρεπε να την αντιπροσωπεύουν μέχρι κάποια χρονική στιγμή εμποδίζεται να ισχυρίζεται ότι έπαψαν να την αντιπροσωπεύουν, αφού οι Ενάγοντες στηριγμένοι σ' αυτή την παράσταση διενεργούσαν τις εν λόγω αγοραπωλησίες μετοχών. Αναφορικά με τη θέση της ότι η υπογραφή στο Πληρεξούσιο δεν είναι δική της θα πρέπει να αξιολογηθεί σε συνάρτηση με την αξιολόγηση της προσφερθείσας από τους γραφολόγους μαρτυρία. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΥ1 κ. Κτωρίδη και της κας Καμπούρη ΜΕ5 λέγω από την αρχή ότι, αφού εξέτασα τα προσόντα και τη πείρα τους, έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας, είναι η κατάληξη μου ότι οι μάρτυρες αυτοί είναι εμπειρογνώμονες. Κατά συνέπεια η μαρτυρία τους θα προσεγγισθεί με βάση τις αρχές προσέγγισης μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Όπως έχει συναφώς νομολογηθεί ο εμπειρογνώμονας, κατ' εξαίρεση προς τον γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στην σφαίρα της ειδικότητας του. Σε τέτοια περίπτωση ο εμπειρογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που υποδεικνύει η μαρτυρία. Πρέπει να σημειώσω από την αρχή ότι η κα Καμπούρη (ΜΕ5) μου έκανε εξαιρετική εντύπωση, τόσο για την επιστημονική προσέγγιση που είχε στην διατύπωση των θέσεων της, όσο και το απλό τρόπο με το οποίο μετέφερε στο Δικαστήριο τις θέσεις της δίνοντας, όπου χρειαζόταν, την αναγκαία τεκμηρίωση και επεξήγηση χρησιμοποιώντας, όπου ήταν αναγκαίο, αναπαράσταση των όσων ήθελε να υπομνήσει. Δέχομαι την μαρτυρία της στο σύνολο της, ως προς τα αναφερθέντα από αυτή συμπεράσματα της και δέχομαι ότι η υπογραφή στο πληρεξούσιο (τεκμήριο 1) είναι της Εναγομένης. Προχωρώντας στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του κ. Ιωάννη Κτωρίδη (ΜΥ1) σημειώνω ότι ετοίμασε την έκθεση του, αφού σύγκρινε το αντίγραφο πληρεξουσίου εγγράφου και όχι το πρωτότυπο του με την αμφισβητούμενη υπογραφή της Εναγομένης. Βλέποντας το πρωτότυπο στο Δικαστήριο αρκέστηκε να αναφέρει με μια απλή παρατήρηση ότι δεν έβλεπε διαφορά. Δέχθηκε όμως ότι η εξέταση του Πρωτότυπου Εγγράφου διασφαλίζει ότι δεν έγινε μεταφορά ή ύποπτη χάραξη, στοιχεία τα οποία μπορούσαν να διακριβωθούν μόνο στη φυσική κατάσταση του εγγράφου. Έχοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω τα οποία δέχομαι και έχοντας υπόψη ότι η όλη εξέταση του στηρίχθηκε σε αντίγραφο και όχι το Πρωτότυπο Πληρεξούσιο στο οποίο περιείχετο η αμφισβητούμενη υπογραφή κρίνω ότι τα συμπεράσματα του δε στηρίχθηκαν σε ορθό υπόβαθρο και έτσι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του. Επιπλέον προκύπτει ότι στα πλαίσια της εργασίας του δεν είχε προβεί σε ανάλυση όλων των στοιχείων γραφής, της υπό αμφισβήτηση υπογραφής, αλλά αρκέσθηκε αποσπασματικά μόνο σε κάποια γράμματα γραφής. Εν όψει των πιο πάνω δε μπορώ να στηριχθώ στη μαρτυρία του την οποία απορρίπτω. Εν όψει της πιο πάνω αξιολόγησης κρίνω ότι η θέση της Εναγομένης ότι δεν υπεγράψε το Πληρεξούσιο έγγραφο τεκμήριο 1 δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ως εκ τούτου προκύπτει ότι η Εναγομένη υπέγραψε το Τεκμήριο 1, που είναι το Πληρεξούσιο Έγγραφο προς τους Ενάγοντες και φέρει ημερομηνία πιστοποίησης 21.10.1999, με το οποίο τους εξουσιοδοτεί βασικά να υπογράφουν παν αναγκαίο έγγραφο, για την μεταβίβαση μετοχών ή άλλων αξιών. Αυτό όμως δεν έδινε εξουσία στους Ενάγοντες να αγοράζουν ή να πωλούν μετοχές, χωρίς εντολή από την Εναγομένη ή τους εκπροσώπους της. Όπως προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 2 η Εναγομένη μέσω του συζύγου της ως αντιπροσώπου της διενήργησε διάφορες χρηματιστηριακές πράξεις μέσω των Εναγόντων. Αυτές οι συναλλαγές της Εναγομένης, για την περίοδο από 24.8.1999 - 22.6.2000 εμφαίνονται καταγραμμένες κατά χρονολογική σειρά στην πιο πάνω κατάσταση λογαριασμού. Οι επίδικες πράξεις αγοράς και πώλησης μετοχών, εκ μέρους της Εναγομένης, αναφέρθηκαν αναλυτικά από τον κ. Αγρότη, ο οποίος μεταξύ άλλων παρουσίασε τα contract notes σε δέσμες ως Τεκμήρια 3, καθώς και την Κατάσταση λογαριασμού μέχρι 22.6.2000 ως Τεκμήριο 2 και την Κίνηση Διαθεσίμων από 1.7.2000 μέχρι 31.12.2002 ως Τεκμήριο
- Σε συνδυασμό με τα όσα με λεπτομέρεια και πειστικότητα εξήγησαν οι μάρτυρες των Εναγόντων δεν έχω καμιά αμφιβολία πως, όλες οι αγοραπωλησίες που αναφέρονται στα Τεκμήρια 2, αλλά και στα Πινακίδια Συναλλαγής, έχουν όντως διενεργηθεί από τους Ενάγοντες, με τη σειρά, τα ποσά και στις ημερομηνίες που εκεί αναφέρονται. Σημειώνω ότι οι αγοραπωλησίες μετοχών που έγιναν για την περίοδο 24.8.1999 - 8.2.2000 δεν τις αμφισβητεί η Εναγομένη και από την Κατάσταση λογαριασμού, προκύπτει ότι υπήρχε διαφορά αξίας πώλησης με αξία αγοράς των αγορασθέντων και πωληθέντων μετοχών ύψους £116,41 το οποίο οι Ενάγοντες πλήρωσαν στην Εναγομένη την 11.2.2000, με αποτέλεσμα ο λογαριασμός να μηδενιστεί. Από το Τεκμήριο 10 προκύπτει ότι διενεργήθηκαν επ' ονόματι της Εναγομένης οι εξής πράξεις οι οποίες είναι καταγραμμένες με χρονολογική σειρά 14.2.00, 22.2.00, 8.5.00 και 22.6.00 στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 2): Contract Note ημερ. 14.2.00, με αριθμό 16062 σε σχέση με την αγορά 3300 μετοχών της Louis Cruise Lines Ltd συνολικής αξίας £9.979,20, Contract Note ημερ. 22.2.00, με αριθμό 20333 σε σχέση με την αγορά 216 μετοχών της Τράπεζας Κύπρου Λτδ, συνολικής αξίας £2.029,23, Contract Note ημερ. 22.2.00, με αριθμό 20351 σε σχέση με την αγορά 784 μετοχών της Τράπεζας Κύπρου Λτδ, συνολικής αξίας £7.389,05, Contract Note ημερ. 8.5.00, με αριθμό 63016 σε σχέση με την αγορά 10000 μετοχών της Επενδυτικής Εταιρείας Δήμητρα Λτδ, συνολικής αξίας £9.975,24, Contract Note ημερ. 22.6.00, με αριθμό 95245 σε σχέση με την αγορά 5408 μετοχών της Apollo Investment Fund Ltd, συνολικής αξίας £4.849,70, Contract Note ημερ. 22.6.00 με αριθμό 95247 σε σχέση με την αγορά 1000 μετοχών της Apollo Investment Fund Ltd, συνολικής αξίας £896,77, Contract Note ημερ. 22.6.00 με αριθμό 95249 σε σχέση με την αγορά 220 μετοχών της Apollo Investment Fund Ltd συνολικής αξίας £197,29, Contract Note ημερ. 22.6.00, με αριθμό 95251 σε σχέση με την αγορά 3372 μετοχών της Apollo Investment Fund Ltd, συνολικής αξίας £3.023,
- Από τις πιο πάνω αγορές η Εναγομένη δημιούργησε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους £38.
- Οι εκτελεσθείσες πράξεις επ' ονόματι της Εναγομένης, είναι καταγραμμένες κατά εταιρεία και παρουσιάζονται και στο Τεκμήριο
- Στο εν λόγω τεκμήριο είναι επίσης καταγραμμένος ο αριθμός λογαριασμού της Εναγομένης, ο αριθμός του κάθε contract note, το stock exchange number της κάθε πράξης. Η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 2 επιβεβαιώνει το περιεχόμενο των contract notes (τεκμήριο 3) και το τεκμήριο
- Το οφειλόμενο κατά την 22.6.00 ανερχόμενο σε £38.340,37 μεταφέρθηκε στην Κίνηση Διαθεσίμων, (τεκμήριο 12) όπου είναι καταχωρημένο το πινακίδιο πώλησης μετοχών και είναι καταγραμμένος ο αριθμός του κάθε contract note. Σε κάθε ένα από τα contract notes είναι καταγραμμένος ο αριθμός λογαριασμού, τον οποίον άνοιξαν οι Ενάγοντες, για να χρεώνουν την Εναγόμενη, το όνομα της Εναγομένης και τον αριθμό S.E. Number. Ο εν λόγω αριθμός δίδεται από το Χρηματιστήριο Αξιών και διαβάζεται ως Stock Exchange Number (βλ. τεκμήριο 13). Οι εν λόγω πράξεις και τα σημειώματα συμβολαίων είναι καταγραμμένα με χρονολογική σειρά για την 3.7.00, στην κίνηση διαθεσίμων Τεκμήριο
- Contract Note ημερ. 3.7.00 σε σχέση με την αγορά 1000 μετοχών της Τράπεζας Κύπρου Λτδ συνολικής αξίας £7.355,48, Contract Note ημερ. 3.7.00 με αριθμό 95855 σε σχέση με την αγορά 300 μετοχών της Τράπεζας Κύπρου Λτδ συνολικής αξίας £2.206,65, Contact Note ημερ. 3.7.00 με αριθμό 94359 σε σχέση με την πώληση 2507 μετοχών της Δήμητρα Επενδυτική Δημόσια Εταιρεία Λτδ, συνολικής αξίας £429,13, Contract Note ημερ. 3.7.00 με αριθμό 94363, σε σχέση με την πώληση 6993 μετοχών της Δήμητρα Επενδυτική Δημόσια Εταιρεία Λτδ, συνολικής αξίας £6.001,
- Στο τεκμήριο 14 φαίνονται οι κινήσεις ανά τίτλων όπου φαίνονται αναλυτικά οι συναλλαγές ως τα contract notes του Τεκμηρίου
- Όπως προκύπτει από το πιο πάνω έγγραφο η τελευταία επ' ονόματι της Εναγόμενης συναλλαγή έγινε την 3.7.00 οπόταν και η Εναγομένη έπαυσε να δίνει εντολές μέσω του συζύγου της για διενέργεια συναλλαγών. Από τις πιο πάνω αγορές και πωλήσεις μετοχών, το χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγομένης διαμορφώθηκε σε £39.319,
- Την 25.7.00 φαίνεται ότι η Εναγομένη κατέθεσε το ποσό των £3.000, την 1.8.00 κατέθεσε το ποσό των £10.000, την 10.8.00 κατέθεσε ποσό £3.000 και την 4.9.00 κατέθεσε ποσό εκ £2.000 με αποτέλεσμα το χρεωστικό της υπόλοιπο να μειωθεί σε £21.319,95, (€36.427,30). Σημειώνεται πως δεν έχει αμφισβητηθεί από την Εναγομένη ότι οι Ενάγοντες ως μέλος του Χ.Α.Κ πλήρωναν εξ ιδίων κατά την εκκαθάριση των συναλλαγών το αντίστοιχο τίμημα αγοράς των μετοχών και εισέπρατταν στην περίπτωση πώλησης ποσά τα οποία πιστώνοντο στην μερίδα της Εναγομένης. Σύμφωνα με όσα είχαν ισχυριστεί στην Έκθεση Απαίτησης τους οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει ότι ως χρηματιστηριακή εταιρεία κατά την περίοδο 24.8.99 έως 7.7.00 διενήργησαν χρηματιστηριακές συναλλαγές για λογαριασμό της Εναγομένης. Η εκδοχή της Εναγόμενης ότι εκτελέστηκαν συναλλαγές χωρίς σχετικές οδηγίες της δεν έγινε δεκτή και συνεπώς κρίνεται έχοντας υπόψη ότι ο σύζυγος της, ο οποίος την εκπροσωπούσε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δέχθηκε τις χρεώσεις στο λογαριασμό της συζύγου του στους μάρτυρες Εναγόντων ΄Ελενα Σοφοκλέους (ΜΕ3) και Παναγιώτη Μηνά (ΜΕ2) και έχοντας υπόψη επίσης και τις πληρωμές που έγιναν εκ μέρους της Εναγόμενης στον εν λόγω λογαριασμό τεκμήριο 2 μετά το Φεβρουάριο του 2000, αλλά και την πώληση των μετοχών που αγοράστηκαν μετά τις 11.2.2000, για λογαριασμό της Εναγόμενης, από άλλο Χρηματιστηριακό Γραφείο, προς όφελος της Εναγομένης με οδηγούν στο συμπέρασμα πως όλες οι αγοραπωλησίες που αναφέρονται στα σχετικά πινακίδια συναλλαγής και στη κατάσταση λογαριασμού έγιναν από τους εκπροσώπους της που η ίδια δέχθηκε ότι εν γνώσει της ενεργούσαν και ότι στις 4.9.2000 το χρεωστικό υπόλοιπο ήταν £21.319,
- Διαπιστώνεται ότι στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 2 ο λογαριασμός της Εναγόμενης έχει χρεωθεί με διαχειριστικά έξοδα και τόκους μέχρι την 30.6.2000 ύψους ΛΚ707,23 από 1.7.2000 μέχρι 31.12.2000, ύψους ΛΚ1.006,37 και επίσης χρεώθηκαν τόκοι για το έτος 2001 ύψους ΛΚ1.941,54, τόκοι για το έτος 2002, ύψους ΛΚ2.020,25 διαμορφώνοντας το τελικό υπόλοιπο της Εναγόμενης σε ΛΚ26.995,
- Επισημαίνω ότι οι Ενάγοντες κανένα συμβατικό δικαίωμα είχαν να χρεώνουν ή διεκδικούν τόκους ή διαχειριστικά έξοδα και δικαιώματα. Είναι προφανές ότι με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου οι Ενάγοντες είχαν με την Εναγόμενη σχέση χρηματιστή-επενδυτή και δεν ενεργούσαν διαχείριση χαρτοφυλακίου και άρα δεν είχαν δικαίωμα σε διαχειριστικά έξοδα. Επίσης σε ότι αφορά τους διεκδικούμενους τόκους, επισημαίνω ότι ο τόκος δεν θεωρείται προβλεπτή ζημιά, η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη συμφωνίας, εκτός αν προβλέπεται ειδικά στη σύμβαση ή εξυπακούεται, κατά πάγια πρακτική των συναλλαγών. Συνεπώς οι Ενάγοντες, με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, δεν δικαιούνται τόκους και δικαιώματα που διεκδίκησαν, αλλά μόνο νόμιμο τόκο και ως εκ τούτου τα πιο πάνω ποσά θα πρέπει να αφαιρεθούν από το οφειλόμενο ποσό και το οφειλόμενο ποσό αφαιρουμένων των πιο πάνω είναι ΛΚ21.319,
- Κατάληξη Με βάση όλα τα ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €36.427,30 (Λ.Κ 21.319,95) με νόμιμο τόκο και έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή με νόμιμο τόκο, Φ.Π.Α και έξοδα επίδοσης. (Υπ).................................... Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Μ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο