← Κύπρος

Γαλάτειας Σάββα Χατζηπαύλου ν. Χρυσούλλας Σεργίδη το γένος Σάββα Χατζηπαύλου, Αγωγή αρ. 748/07, 29.10.2010

Γαλάτειας Σάββα Χατζηπαύλου ν. Χρυσούλλας Σεργίδη το γένος Σάββα Χατζηπαύλου, Αγωγή αρ. 748/07, 29.10.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A345 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 748/07 Μεταξύ: Γαλάτειας Σάββα Χατζηπαύλου Ενάγουσας - και - Χρυσούλλας Σεργίδη το γένος Σάββα Χατζηπαύλου Εναγόμενης ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡ. 9.4.08 Μεταξύ: Μαρίας Σάββα Χατζηπαύλου, συζύγου Γεώργιου Κούκου από το Στρόβολο, ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης Γαλάτειας Σάββα Χατζηπαύλου τέως από το Στρόβολο δυνάμει Διατάγματος Διαχειρίσεως εκδοθέντος εις την Αίτηση Διαχειρίσεως 727/07 Ε.Δ. Λευκωσίας Ενάγουσας - και - Χρυσούλλας Σεργίδη το γένος Σάββα Χατζηπαύλου Εναγόμενης Ημερομηνία: 29.10.2010 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα: κ.κ. Χρ. Κληρίδης και Α. Πετουφάς Για εναγόμενη: κ. Μ. Βορκάς Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Γαλάτεια Σάββα Χατζηπαύλου (στο εξής η αποβιώσασα) ήταν ιδιοκτήτρια σημαντικής ακίνητης περιουσίας, την οποία μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς στις τρεις θυγατέρες της και για τον εαυτό της κράτησε την οικία της λεωφόρου Τσερίου αρ. 13, στο Στρόβολο, όπου διέμενε με το σύζυγο της μέχρι τις 27.9.07 που απεβίωσε σε ηλικία 80 χρόνων. Επτά μήνες πριν το θάνατό της, στις 23.1.07, επισκέφθηκε μαζί με τη θυγατέρα της Χρυσούλλα (την εναγόμενη) δικηγορικό γραφείο όπου υπέγραψε ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο βάσει του οποίου μεταβιβάσθηκε την επόμενη δυνάμει δωρεάς η πιο πάνω οικία στην εναγόμενη, πράξη που πρόσβαλε με αγωγή - την παρούσα - επτά ημέρες αργότερα και την οποία μετά το θάνατο της συνέχισε η θυγατέρα της Μαρία ως διαχειρίστρια της περιουσίας της (τεκμ. 12, 13 και 14). Όπως σχετικά προβάλλεται, το πληρεξούσιο έγγραφο βάσει του οποίου υλοποιήθηκε η μεταβίβαση είναι άκυρο λόγω του ότι κατά τη σύνταξη και πιστοποίηση του δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμου Κεφ. 39 και, περαιτέρω, η υπογραφή του έγινε χωρίς η αποβιώσασα να γνωρίζει το περιεχόμενο του και η μεταβίβαση της οικίας έγινε χωρίς την πραγματική της θέληση, αλλά κάτω από συνθήκες ψυχολογικής και ψυχικής πίεσης και εξαναγκασμού. Στη βάση των πιο πάνω αξιώνεται με την αγωγή η κήρυξη ως άκυρων τόσο του πληρεξουσίου όσο και της μεταβίβασης της οικίας και, εναλλακτικά, η έκδοση απόφασης για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις ίσες προς την αξία της οικίας. Η εναγόμενη αρνείται τα όσα της καταλογίζονται και ισχυρίζεται ότι η δωρεά έγινε «.. με τη θέληση (της αποβιωσάσας) και με πλήρη επίγνωση των πράξεων της και χωρίς να ασκηθεί καμιά πίεση επ΄ αυτής από την εναγόμενη ή από οποιοδήποτε άλλο και ως αντιστάθμισμα στην παρεμβολή εμποδίων από τις άλλες δύο θυγατέρες της στην αξιοποίηση των μεριδίων που δόθηκαν και στις τρεις θυγατέρες της ενάγουσας.». Όπως γίνεται αντιληπτό από τα όσα πιο πάνω επιγραμματικά καταγράφονται δύο είναι τα επίδικα θέματα της υπόθεσης - η εγκυρότητα του πληρεξουσίου και η ισχυριζόμενη άσκηση ψυχικής πίεσης επί της αποβιώσασας - αλλά προτού συνοψισθεί η προσαχθείσα μαρτυρία θα ΄ταν χρήσιμο να προταχθούν ως ευρήματα του δικαστηρίου τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που δίδουν και το γενικό πλαίσιο της υπόθεσης και τα οποία έχουν ως ακολούθως:- Η αποβιώσασα γεννήθηκε στις 14.11.1927 και νυμφεύτηκε τον Σάββα Χατζηπαύλου με τον οποίο απέκτησαν τρεις θυγατέρες, τη Μαρία που είναι η μεγαλύτερη, την Ανδρούλλα και την εναγόμενη που είναι η μικρότερη. Κατά τη διάρκεια της ζωής της η αποβιώσασα απέκτησε τεράστια ακίνητη περιουσία, την οποία κατά καιρούς μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς στις τρεις θυγατέρες της εξ αδιαιρέτου (τεκμ.5), κάτι που έπραξε και ο σύζυγος της (τεκμ. 21 και 24). Όπως δε έχει σημειωθεί για τον εαυτό της κράτησε την οικία της Λεωφόρου Τσερίου αρ. 13 - Αρ. Εγγρ. 8/621, τεμ. 666, Φ/Σχ. 21/61Ε2, έκτασης 521 τ.μ. - στην οποία διέμενε με το σύζυγο της και την οικιακή τους βοηθό. Η συνιδιοκτησία της τεράστιας περιουσίας που απέκτησαν δυνάμει δωρεάς οι τρεις αδελφές έμελλε να αποτελέσει την κύρια αιτία προστριβών μεταξύ τους, οι οποίες παρά τις προσπάθειες που έγιναν μέσω δικηγόρων (τεκμ. 16 και 17) και τις μεταβιβάσεις κάποιων μεριδίων (τεκμ. 23 και 26) εξακολουθούν να υφίστανται και να δηλητηριάζουν τις σχέσεις τους. Οι προστριβές μεταξύ των τριών αδελφών και τα παράπονα που διατύπωναν για τα μερίδια που η κάθε μια είχε πάρει ήταν φυσικό να προκαλούν αισθήματα πικρίας στους προχωρημένης ηλικίας γονείς τους, οι οποίοι ήταν και οι αποδέκτες τους. Κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες η αποβιώσασα αποφάσισε να μεταβιβάσει και μεταβίβασε στις 20.2.95 δυνάμει δωρεάς την επίδικη οικία στην εναγόμενη, αλλά δύο χρόνια μετά, στις 8.2.97, η εναγόμενη επαναμεταβίβασε την οικία στη μητέρα της (τεκμ. 5), αλλά ο λόγος που το έκαμε αμφισβητείται. Σχετικά είναι θέση της άλλης πλευράς ότι την επαναμεταβίβασε αφού η μητέρα της τής εξόφλησε δάνειο που είχε πάρει από τη ΣΠΕ Στροβόλου και ότι ανάλογη βοήθεια είχε δώσει και στις άλλες δύο θυγατέρες της για ανέγερση οικιών (τεκμ.25). Δεκαεννέα μήνες μετά την επανεγγραφή της οικίας επ΄ ονόματι της, στις 2.10.1998, η αποβιώσασα υπέγραψε διαθήκη (τεκμ.6) με την οποία κληροδοτούσε την οικία στις θυγατέρες της Μαρία και Ανδρούλλα και με πρόνοια αν η εναγόμενη αμφισβητούσε την εγκυρότητα της, τότε, για υπολογισμό της νόμιμης μοίρας της, να ληφθεί υπόψη ό,τι της είχε δώσει κατά τη διάρκεια που ήταν στη ζωή. Ωστόσο η διαθήκη αυτή ανακλήθηκε με μεταγενέστερη ημερ. 24.5.2006 (τεκμ.1) που καταχωρήθηκε στις 29.5.06 από τον Πρωτοκολλητή στο Μητρώο Διαθηκών (τεκμ.15), με την οποία εξέφραζε την επιθυμία όπως η επίδικη οικία πωληθεί μετά το θάνατό της και το προϊόν που θα προέκυπτε να διανεμηθεί εξίσου στις τρεις θυγατέρες της. Συντάκτης επ΄ αμοιβή (τεκμ.18) της διαθήκης αυτής ήταν ο δικηγόρος Κυριάκος (Κίκης) Μακρίδης, ο οποίος διορίσθηκε και εκτελεστής της. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι στο μεταξύ ο σύζυγος της αποβιώσασας προσβλήθηκε από Parkinson, ενώ η ίδια αντιμετώπιζε πολλαπλά προβλήματα υγείας με αποκορύφωμα τη διάγνωση στις 14.12.05 καρκίνου στο πάγκρεας με πολλαπλές μεταστάσεις στο συκώτι (τεκμ. 8 και 20). Για αντιμετώπιση της κατάστασης της η αποβιώσασα τύγχανε ιατρικής παρακολούθησης και σ΄ ότι αφορά την επάρατη νόσο λάμβανε συστηματικά χημειοθεραπεία, αλλά για την πορεία γενικά της υγείας της θα γίνει πιο εκτενής αναφορά σε μεταγενέστερο στάδιο όταν θα συνοψισθεί η ιατρική μαρτυρία που προσκομίσθηκε εκατέρωθεν. Ό,τι επί του παρόντος είναι χρήσιμο, αλλά και αδιαμφισβήτητο, να καταγραφεί είναι ότι στις 19.1.2007 η εναγόμενη μετέφερε τη μητέρα της στη Σ.Π.Ε. Στροβόλου από την οποία εξασφαλίστηκε γραπτή δήλωση ότι ως ενυπόθηκος δανειστής - είχε δώσει δάνειο στην αποβιώσασα στις 7.4.97 ύψους Λ.Κ.35.000 - δεν έφερνε ένσταση για μεταβίβαση της επίδικης οικίας στο όνομα της εναγόμενης. Ακολούθησε στις 22.1.07 η μεταφορά της αποβιώσασας από την εναγόμενη στο Ογκολογικό Κέντρο της Τράπεζας Κύπρου, όπου έλαβε χημειοθεραπεία και το απόγευμα της 23.1.07 η επίσκεψη αμφοτέρων στο δικηγορικό γραφείο του κ. Κ. Μακρίδη. Όπως γίνεται αντιληπτό, η επίσκεψη απέβλεπε στην ετοιμασία των εγγράφων για μεταβίβαση της οικίας επ΄ ονόματι της εναγόμενης και προς τούτο ο δικηγόρος Μακρίδης ετοίμασε επ΄ αμοιβή (τεκμ. 19) Συμφωνία Δωρεάς και ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο η αποβιώσασα διόριζε την εναγόμενη ως αντιπρόσωπο της για υλοποίηση της δωρεάς μέσω και του κτηματολογίου. Τα δύο αυτά έγγραφα περιέχονται στη σχετική δήλωση μεταβίβασης (τεκμ.4), την οποία συμπλήρωσε ο ίδιος δικηγόρος και την επόμενη 24.1.07 η εναγόμενη, αφού πλήρωσε την ίδια ημέρα τα οφειλόμενα τέλη στο Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας και εξασφάλισε βεβαίωση από το Δήμο Στροβόλου ότι τα τέλη που βάρυναν την οικία είχαν εξοφληθεί, μετέβηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας όπου και πέτυχε την επ΄ ονόματι της εγγραφή της οικίας δυνάμει δωρεάς. Το τι έγινε το απόγευμα της 23.1.07 το πληροφορήθηκε η μεγαλύτερη θυγατέρα της αποβιώσασας (νυν ενάγουσα) και την επόμενη κλήθηκε ο δικηγόρος Α. Πετουφάς για διαβουλεύσεις επί του πρακτέου. Αποφασίσθηκε να σταλεί και στάληκε αυθημερόν επιστολή υπογεγραμμένη από την αποβιώσασα προς τον Κτηματολογικό Λειτουργό Λευκωσίας, με την οποία ανακαλούσε οποιοδήποτε πληρεξούσιο είχε παραχωρήσει προς οποιοδήποτε πρόσωπο, ενώ δεύτερη επιστολή στάληκε στο δικηγόρο Μακρίδη με τρία σκέλη. Το πρώτο, ότι δεν είχε αντιληφθεί το περιεχόμενο των εγγράφων που είχε υπογράψει στο γραφείο του, το δεύτερο ότι κατά την επίσκεψη τελούσε κάτω από ψυχολογική και ψυχική πίεση και υπό συνθήκες εξαναγκασμού από την εναγόμενη και δεν είχε αντίληψη των πράξεών της και, το τρίτο, ότι είχε πρόθεση να ακυρώσει οποιανδήποτε πράξη έκαμε στο γραφείο του και για το λόγο αυτό να της παραδοθούν όλα τα έγγραφα που είχε υπογράψει. Η διπλοσυστημένη επιστολή προς το δικηγόρο Μακρίδη παρελήφθη την Παρασκευή 2.2.07 και το περιεχόμενο της απορρίφθηκε με απαντητική επιστολή ημερ. 5.2.07 (τεκμ. 11). Συναφώς απορριπτόταν ο ισχυρισμός ότι η αποβιώσασα δεν αντελήφθηκε το περιεχόμενο των δύο εγγράφων που υπέγραψε ή ότι κατά το χρόνο υπογραφής τους τελούσε υπό ψυχολογική πίεση ή υπό καθεστώς εξαναγκασμού και προβαλλόταν ότι υπέγραψε τα δύο έγγραφα αφού της εξηγήθηκε το περιεχόμενό τους και αφού δήλωσε ότι το αντελήφθηκε. Τέλος, για συμπλήρωση του γενικού πλαισίου της υπόθεσης, σημειώνεται ότι την επαύριο της καταχώρισης της αγωγής το δικαστήριο έκδωσε μονομερώς διάταγμα δέσμευσης της οικίας - το οποίο εκ συμφώνου έγινε απόλυτο στις 8.2.07 - στη βάση 3σέλιδης ένορκης δήλωσης της αποβιώσασας (τεκμ. 2) στην οποία επισυνάπτονταν και οι επιστολές της ημερ. 24.1.07 προς το Κτηματολογικό Λειτουργό και το δικηγόρο Μακρίδη, με την οποία καταλόγιζε στην εναγόμενη ότι εκμεταλλεύτηκε την άσχημη ψυχοσωματική της κατάσταση και για μέρες της ασκούσε ψυχολογική και ψυχική πίεση με φωνές και απειλές μέχρι που κατόρθωσε, κάτω από συνθήκες εξαναγκασμού, να την πείσει να επισκεφθεί στις 4.00 μ.μ. της 23.1.07 το δικηγόρο Μακρίδη για να συζητήσουν κάποιο θέμα αναφορικά με την οικία. Καταλόγισε περαιτέρω στο δικηγόρο Μακρίδη ότι απλώς της ζήτησε να θέσει την υπογραφή της σε προπαρασκευασμένο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου δεν είχε αντιληφθεί και την επαύριο, αφού στο μεταξύ είχε ενημερώσει σχετικά τη θυγατέρα της Μαρία κάλεσε το δικηγόρο Α. Πετουφά προς τον οποίο έδωσε οδηγίες να λάβει μέτρα ακύρωσης των εγγράφων που είχε υπογράψει. Κι αυτό γιατί ποτέ δεν εκδήλωσε πρόθεση να μεταβιβάσει την οικία στην εναγόμενη και η μεταβίβαση που έγινε ήταν προϊόν δόλου, ψευδών παραστάσεων και εκμετάλλευσης της ψυχοσωματικής της κατάστασης εκ μέρους της εναγόμενης. Έχοντας θέσει το γενικό πλαίσιο της υπόθεσης είναι το κατάλληλο στάδιο να συνοψισθεί η μαρτυρία των οκτώ

(8)μαρτύρων που κατέθεσαν για την ενάγουσα και των πέντε
(5)μαρτύρων που κατέθεσαν για την εναγόμενη. Με την επισήμανση ωστόσο ότι η μαρτυρία των τριών πρώτων μαρτύρων που κατέθεσαν για την ενάγουσα - στο πλαίσιο της οποίας παρουσιάσθηκαν η διαθήκη ημερ. 25.4.06 (τεκμ.1), η αίτηση για άνοιγμα της (τεκμ. 1α), η ένορκη δήλωση της αποβιώσασας ημερ. 1.2.07 (τεκμ.2), ο φάκελος θεραπείας της αποβιώσασας που τηρούσε το Ογκολογικό Κέντρο της Τράπεζας Κύπρου (τεκμ.3), η δήλωση μεταβίβασης της οικίας δυνάμει δωρεάς (τεκμ.4) και το πιστοποιητικό έρευνας της ακίνητης περιουσίας της αποβιώσασας (τεκμ.5) - δεν αμφισβητήθηκε και ήδη έχει ενσωματωθεί στα γεγονότα που συνθέτουν το γενικό πλαίσιο της υπόθεσης. Απέμεινε επομένως η μαρτυρία των υπολοίπων δέκα μαρτύρων, από τους οποίους οι πέντε είναι ιατροί. Πρόκειται για τους ιατρούς Στ. Ζησίμου (ΜΕ.5), Π. Δράκο (ΜΕ.6), Κ. Πούγιουρο (ΜΕ.7) - οι οποίοι κατέθεσαν για την πλευρά της ενάγουσας - Δ. Παπαμιχαήλ (ΜΥ.2) και Θ. Κυριακίδη (ΜΥ.3) - οι οποίοι κατέθεσαν για την πλευρά της εναγόμενης - και η πρόταξη της μαρτυρίας τους είναι άκρως διαφωτιστική για τη ψυχοσωματική κατάσταση της ενάγουσας κατά τον επίδικο χρόνο. Τα χρόνια προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε η αποβιώσασα καταγράφονται σε ιατρικό πιστοποιητικό της Γενικής Παθολόγου Ζησίμου, το οποίο και παρουσίασε (τεκμ. 7). Γνώριζε, αναφέρει, την αποβιώσασα από τα παιδικά της χρόνια λόγω γειτονίας και από το 1998 μέχρι το Μάιο του 2006 την επισκεπτόταν τακτικά στα εξωτερικά ιατρεία Στροβόλου όπου υπηρετούσε. Έπασχε από υποθυρεοειδισμό, οστεοπόρωση, χρόνια γαστρίτιδα και αγχώδη κατάσταση συνοδευόμενη από κατάθλιψη. Παραπονιόταν δε για αϋπνίες, ταχυπαλμίες, ξηροστομία και ανορεξία και επανειλημμένως την προέτρεψε να επισκεφθεί ψυχίατρο, αλλά λόγω της άρνησης της τής χορηγούσε η ίδια αντικαταθλιπτική αγωγή (Deanxit) και για την αϋπνία Stinlox και Lorazepan. Τέλος του 2004 αρχές του 2005, συνέχισε, η ψυχική και σωματική της υγεία επιδεινώθηκε και τα συμπτώματα κατάθλιψης που παρουσίαζε ήταν εντονότερα. Δηλαδή, έκλαιγε συνεχώς, είχε απώλεια βάρους και κατά περιόδους ήταν καταβεβλημένη, ψυχικά ευάλωτη και με μειωμένη πνευματική διαύγεια. Παράλληλα δε τα γαστρεντερικά της προβλήματα - κοιλιακό άλγος, ναυτία και δυσπεψία - έγιναν πιο έντονα και την παρέπεμψε για δεύτερη φορά (η πρώτη ήταν τον προηγούμενο χρόνο) σε γαστρεντερολόγο και όπως αντελήφθηκε εκ των υστέρων η επιδείνωση της υγείας της οφειλόταν στο ότι εκείνη την περίοδο είχε ήδη αρχίσει ο καρκίνος του παγκρέατος. Στη βάση των πιο πάνω ρωτήθηκε αν η αποβιώσασα μπορούσε να αντέξει πιέσεις και απάντησε:- «Η κλινική της εικόνα ήταν πολύ δύσκολη. Μπορεί, ας πούμε, αν ήθελε να απαλλαγεί από κάτι να πει:- δεν με νοιάζει». Πρόσθεσε επίσης ότι η αποβιώσασα της εμπιστευόταν τα ενδοοικογενειακά της προβλήματα, αλλά σεβόμενη τη μνήμη της δεν ήθελε να αναφερθεί σ΄ αυτά. Η αντεξέταση της ιατρού στόχευε κυρίως προς δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη, ότι τα διάφορα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε η αποβιώσασα δεν την είχαν καταστήσει ψυχικά ευάλωτη, ούτε μείωσαν την πνευματική της διαύγεια και, η δεύτερη, ότι λόγω ειδικότητας δεν ήταν σε θέση να εκφέρει άποψη για τα θέματα αυτά. Για το πρώτο θέμα η απάντηση της ουσιαστικά ήταν ότι είχε άμεσες παραστάσεις και για το δεύτερο ότι ναι μεν δεν είναι ειδικός σε θέματα ψυχικής υγείας, αλλά αν την ρωτήσουν είναι σε θέση να πει μερικά πράγματα. Σε σχέση δε με την αιτία που η αποβιώσασα έκλαιγε όταν την επισκεπτόταν στο ιατρείο, εξέφρασε την άποψη ότι ήταν προϊόν μάλλον θυμού και παραπόνου λόγω των ενδοοικογενειακών της προβλημάτων - τα οποία και της εμπιστευόταν - αλλά είχε την ικανότητα και να σκέφτεται και να καταλαβαίνει. Η μαρτυρία του Παθολόγου/Ογκολόγου στο PROLIPSIS MEDICAL CENTRE Π. Δράκου (ΜΕ.6) έχει στο επίκεντρο της τη χημειοθεραπεία που έλαβε η αποβιώσασα μετά τη διάγνωση καρκίνου στο πάγκρεας, καθώς επίσης και τις επιπτώσεις στη ψυχοσωματική της κατάσταση. Όπως σχετικά καταγράφει στο ιατρικό πιστοποιητικό που παρουσίασε (τεκμ. 8), η αποβιώσασα έλαβε συστηματική χημειοθεραπεία με Γενταμικίνη αρχικά για έξι μήνες. Το Σεπτέμβριο όμως του 2006 η νόσος επιδεινώθηκε και για το λόγο αυτό της χορηγήθηκε εκ νέου Γενταμικίνη, θεραπεία που διεκόπη το Μάρτιο του 2007 λόγω μη ανταπόκρισης και επιδείνωσης της νόσου. Η Γενταμικίνη, εξήγησε, είναι τοξικό αντινεοπλαστικό φάρμακο το οποίο επιφέρει θρομβοπενία - κάτι που ανάπτυξε και η αποβιώσασα - και προκαλεί νεφροτοξικότητα, ναυτία, εμετό, κούραση και υπνηλία. Πέραν όμως της Γενταμικίνης, η αποβιώσασα λάμβανε και αντιεμετικό φάρμακο (το Primperan), το οποίο προκαλεί κούραση, ανορεξία, υπνηλία και καμιά φορά σπασμούς, καθώς επίσης και αγχολυτικό (το Lorazepan), το οποίο προκαλεί κι αυτό κεφαλαλγία, σύγχυση και υπνηλία. Ταυτόχρονη δε λήψη των τριών αυτών φαρμάκων επιφέρει συνεργασιακή δράση με αποτέλεσμα να επαυξάνεται η πιθανότητα εμφάνισης όλων των πιο πάνω παρενεργειών και κατέληξε:- Η ασθένεια, η ηλικία, οι ηπατικές μεταστάσεις, η χορήγηση χημειοθεραπείας και η λήψη αγχολυτικών επιβάρυναν τη γενική κατάσταση της αποβιώσασας και η άποψή του είναι ότι είχε λιγότερες αντιστάσεις σε πιέσεις και λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι στις 22.1.07 έλαβε χημειοθεραπεία, οι δυνατότητες της για αντίληψη νομικών εγγράφων, κυρίως κατά την 23.1.07, ήταν μειωμένες. Κι αυτό γιατί όταν δίδεται χημειοθεραπεία λέγεται στον ασθενή ότι είναι υπό παρακολούθηση τουλάχιστον 24-48 ώρες για το λόγο ότι όσο περνούν οι πρώτες 48 ώρες οι πιθανότητες για παρενέργειες μειώνονται. Οι παρενέργειες, ανέφερε κατά την αντεξέταση, ναι μεν διαφέρουν από άτομο σε άτομο αλλά δεν θα κατέτασσε την αποβιώσασα στην ομάδα με τις λιγότερες πιθανότητες για τις παρενέργειες που ανέφερε, κι αυτό λόγω ηλικίας, της άσχημης κατάστασης της υγείας της και των φαρμάκων που έπαιρνε. Του υποδείχθηκε σχετικά η ένορκη δήλωση που υπέγραψε η αποβιώσασα στις 1.2.07 (τεκμ.2) και ρωτήθηκε αν κατά την άποψή του είχε, τότε, την ικανότητα να αντιληφθεί τι γράφει και η απάντηση του ήταν κατηγορηματική. Η αποβιώσασα, ανάφερε, σαφώς είχε μειωμένες δυνατότητες για να αντιληφθεί τόσο περίπλοκο έγγραφο και την ίδια άποψη εξέφρασε και σε σχέση με το δωρητήριο και πληρεξούσιο ημερ. 23.1.07 και απέρριψε υποβολή ότι η αποβιώσασα είχε την ικανότητα αντίληψης των πράξεων της τόσο στις 19.1 όσο και στις 23.1.
  1. Διαφωτιστική, κυρίως σ΄ ότι αφορά τη νοητική κατάσταση της αποβιώσασας, είναι και η μαρτυρία του ειδικού νευρολόγου Κ. Πούγιουρου (ΜΕ.7), ο οποίος την εξέτασε 5 φορές - την 9.2.01, 18.4.06, 12.7.06, 2.2.07 και 29.8.07 - και τα ιατρικά του ευρήματα και συμπεράσματα τα κατέγραψε σε πιστοποιητικό, το οποίο και παρουσίασε (τεκμ.9). Την πρώτη φορά που την εξέτασε, αναφέρει, παρουσίαζε ημικρανίες, αυξημένες αντανακλάσεις και ήπια απώλεια εν τα βάθει αισθητικότητας στα πόδια. Της συνέστησε να διακόψει το φάρμακο Anervan BD που έπαιρνε και αντ΄ αυτού να κάμνει περιστασιακή χρήση των φαρμάκων Nimm και Talvosilen. Ακολούθησε πέντε χρόνια μετά δεύτερη εξέταση, κατά την οποία η αποβιώσασα παραπονείτο για καθημερινές κεφαλαλγίες και βάρος στις βρεγματικές περιοχές και της χορήγησε θεραπευτική αγωγή με Deanxit και Tranxene, ενώ την τρίτη φορά παρουσίαζε απώλεια βάρους και προοδευτική έκπτωση μνήμης. Κατά την εξέταση αυτή - ημερ. 12.7.06_ επεχείρησε να προσδιορίσει τη νοητική της κατάσταση, χρησιμοποιώντας ως εργαλείο ανίχνευσης το MMSE (Mini Mental Status Examination) το οποίο, όπως εξήγησε, είναι ένα απλό τεστ που χρησιμοποιείται ευρέως από τους νευρολόγους, ψυχολόγους και ψυχιάτρους για εξέταση 11 θεμάτων. Δηλαδή, τον προσανατολισμό του εξεταζόμενου, την άμεση και καθυστερημένη ανάκληση, την προσοχή, υπολογισμό, γραφή και απλή και οπτικογραφική ικανότητα. Τα αποτελέσματα λοιπόν του τεστ αυτού (τεκμ.10) κατέδειξαν ότι ναι μεν η αποβιώσασα θυμόταν την ημέρα, τον χώρο και υπάκουε στις εντολές, αλλά είχε άγνοια έτους και ημερομηνίας, αδυναμία επαναφοράς τριών απλών λέξεων - λεμόνι, κλειδί και μολύβι - που της λέχθηκαν προηγουμένως και αδυναμία απλών μαθηματικών πράξεων, δηλαδή διαδοχική αφαίρεση από το 100 του αριθμού
  2. Εξήγησε σχετικά ότι το συνολικό σκορ του τεστ, 21 στα 30, δείχνει μια ήπια ουσιαστικά μείωση των νοητικών ικανοτήτων της αποβιώσασας και η κατάσταση αυτή ήταν η ίδια και κατά την τέταρτη εξέταση ημερ. 2.2.07, ενώ την τελευταία φορά που την είδε, στις 29.8.07, ήταν τελείως συγχυτική και χρονικά αποπροσανατολισμένη. Στη βάση όλων των πιο πάνω, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αποβιώσασα «. παρουσίαζε προοδευτική έκπτωση των ανώτερων ψυχικών λειτουργιών που πιθανότατα σχετίζονται με τη γενική κατάσταση της υγείας της (καρκίνος), τη χημειοθεραπεία, τη μειωμένη λήψη τροφής, την καταθλιπτική διάθεση, την αναιμία. Από μια στιγμή και μετά (07/06) ήταν σωματικά και ψυχικά ευάλωτη με διαταραχές σε προσανατολισμό - προσοχή - επανάκληση». Επί του προκειμένου του υποβλήθηκε η ερώτηση αν η κατάσταση στην οποία βρισκόταν η αποβιώσασα την 23.1.07 της επέτρεπε να αντιληφθεί ένα νομικό έγγραφο. Απάντησε:- Όταν η αποβιώσασα υποβλήθηκε στο τεστ MMSE της ζητήθηκε να επαναλάβει τρεις λέξεις που τις είχαν ειπωθεί μερικά λεπτά προηγουμένως και δεν τις θυμόταν. Αυτό σημαίνει ότι αν διάβαζε κάτι, μέχρι να φτάσει στο τέλος του εγγράφου πιθανό να είχε ξεχάσει τι διάβασε στην αρχή. Απ΄ εκεί και πέρα αν θα καταλάβαινε ένα νομικό έγγραφο ή όχι έχει σχέση και με τις επεξηγήσεις που της δόθηκαν. Κατά την αντεξέταση συμφώνησε ότι η νοητική κατάσταση της αποβιώσασας της επέτρεπε να πει «το σπίτι αυτό θέλω να το αφήσω στην κόρη μου Χρύσω», αλλά επεσήμανε ότι δεν πρέπει να παραβλέπεται και η γενική της κατάσταση. Περαιτέρω, κατά την ημέρα που της έκαμε το τεστ, θα κατανοούσε αν κάποιος της εξηγούσε ότι η δωρεά που ήθελε να κάνει αφορούσε το σπίτι της, για να προσθέσει ωστόσο ότι κατά την άποψή του δεν θα ήταν σε θέση να αντιληφθεί τι σημαίνει δωρεά αν οι σχετικές εξηγήσεις της δόθηκαν κατά τη διάρκεια ή μερικές ημέρες μετά τη χημειοθεραπεία και ενώ ήταν υπό την επίδραση κάποιων ουσιών. Παρόμοια δεν θα καταλάβαινε το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης ημερ. 1.2.07 (τεκμ.2), εκτός - όπως διευκρίνισε κατά την επανεξέταση - αν της εξηγούσε κάποιος με απλά λόγια ότι ο σκοπός για τον οποίο θα υπέγραφε τη δήλωση ήταν η ακύρωση μεταβίβασης που έκαμε. Ο όγκος στο πάγκρεας με πολλαπλές μεταστάσεις στο συκώτι, ανάφερε ο Παθολόγος-Ογκολόγος Δ. Παπαμιχαήλ (ΜΥ.2), διαγνώσθηκε στις 14.12.05 μετά από μαγνητική τομογραφία που έγινε στο Ογκολογικό Κέντρο της Τράπεζας Κύπρου, όπου υπηρετεί ως διευθυντής της Παθολογικής και Ογκολογικής Κλινικής. Ωστόσο, αναφέρει στο ιατρικό του πιστοποιητικό (τεκμ. 20), παρόλη την ηλικία της η αποβιώσασα ήταν σε αρκετά καλή φυσική κατάσταση και φαινόταν να κατανοούσε το πρόβλημα και συνέχισε:- Λίγες ημέρες μετά τη διάγνωση, στις 22.12.05, η αποβιώσασα άρχισε να λαμβάνει συστηματική χημειοθεραπεία, η οποία συνεχίσθηκε για έξι μήνες με καλή συμπτωματική και ακτινολογική ανταπόκριση, καθώς επίσης και με πτώση των καρκινικών δεικτών. Στη συνέχεια η χημειοθεραπεία διεκόπη για δύο μήνες λόγω αιματολογικής κυρίως τοξικότητας, αλλά το Σεπτέμβριο διαπιστώθηκε επιδείνωση της νόσου και από τότε μέχρι το Μάρτιο του 2007 η αποβιώσασα υποβλήθηκε ξανά σε χημειοθεραπεία. Έκτοτε όμως, διεκόπη λόγω της γενικής της κατάστασης και αποφασίσθηκε να συνεχίσει με συμπτωματική υποστήριξη. Παρολ΄ αυτά, ο ίδιος δεν διαπίστωσε σημαντική διακύμανση της φυσικής, νοητικής και ψυχολογικής της κατάστασης, κάτι που παρατηρήθηκε όταν στις 4.9.07 ο ΜΕ.7 της χορήγησε το φάρμακο Lexotanil. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω κλήθηκε να σχολιάσει το πιστοποιητικό (τεκμ.8) του ΜΕ.6, με το περιεχόμενο του οποίου διαφώνησε. Παρατήρησε σχετικά ότι στην αποβιώσασα χορηγήθηκε Γεμψιταβίνη και όχι Γενταμικίνη, που ως αντιβιοτικό φάρμακο δεν θεραπεύει τον καρκίνο. Περαιτέρω, η κατάσταση της επιβαρύνθηκε το Μάρτιο του 2007 οπόταν παραπέμφθηκε για παρηγορητική θεραπεία και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα η θέση του ΜΕ.6 ότι η χημειοθεραπεία επιβάρυνε σοβαρά την κατάστασή της. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, εξήγησε, θα σταματούσαν τη χημειοθεραπεία και σ΄ ότι αφορά τις παρενέργειες επικαλέσθηκε το Φύλλο Παρακολούθησης της αποβιώσασας, το οποίο περιέχεται στο φάκελο τεκμ. 3, για να υποδείξει ότι καθ΄ όλη τη διάρκεια της χημειοθεραπείας η αποβιώσασα δεν είχε ούτε ναυτία ούτε τάση για εμετό και η αδυναμία που παρουσίασε ήταν ελαφριάς μορφής και αναμενόμενη λόγω και της ηλικίας της. Τέλος, σ΄ ότι αφορά το ψυχικό της κόσμο, πρόβαλε ότι ο ίδιος δεν σχημάτισε την εντύπωση ότι η αποβιώσασα λόγω της χημειοθεραπείας είχε καταστεί ευάλωτη, αλλά πρόσθεσε ότι ο ίδιος δεν είναι ψυχίατρος και δεν «μπήκε» στο ψυχολογικό μέρος. Κατά την αντεξέταση δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην κατάρριψη της άποψης του μάρτυρα ότι μέχρι 4.9.07 δεν υπήρξε σημαντική διακύμανση της νοητικής και ψυχολογικής κατάστασης της αποβιώσασας. Παραδέχθηκε σχετικά ότι στο φάκελο της (τεκμ.3) δεν υπάρχει οτιδήποτε καταγεγραμμένο επί του θέματος και δεν είναι δουλειά του να γνωρίζει κατά πόσο ήταν επιρρεπής σε πιέσεις ή μπορούσε να επηρεαστεί, ούτε γνωρίζει αν εξετάσθηκε από νευρολόγο και αν υποβλήθηκε και σε τεστ. Επέμενε όμως, ότι μέχρι το Μάρτιο του 2007 η κατάσταση της γενικά δεν παρουσίασε σημαντική διακύμανση. Η μαρτυρία του Νευρολόγου Κυριακίδη (ΜΥ.3) - εργάζεται στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής - είχε στο επίκεντρο του το τεστ ΜΜSE που έκανε στην αποβιώσασα ο ΜΕ.
  3. Πρόκειται, ανάφερε, για αξιόπιστο μέσο αξιολόγησης που χρησιμοποιείται διεθνώς και στη βάση του περιεχομένου των τεκμ. 9 και 10 φαίνεται ότι η αποβιώσασα έπασχε με ήπιας μορφή άνοια, δηλαδή παρουσίαζε ήπια έκπτωση των γνωστικών της ικανοτήτων. Του υποδείχθηκαν επί του προκειμένου το πληρεξούσιο και δωρητήριο που υπόγραψε η αποβιώσασα στις 23.1.97 και ερωτήθηκε αν τότε μπορούσε να αντιληφθεί το περιεχόμενο τους. Απάντησε ότι αν της το εξηγούσαν με απλά λόγια θα το καταλάβαινε, αλλά κάποιους όρους όπως «ειδικό πληρεξούσιο», «διορίζω και αποκαθιστώ ως ειδικόν πληρεξούσιο αντιπρόσωπο μου, επίτροπον και αντίκλητο» κ.λ.π. δεν ήταν σε θέση να τους αντιληφθεί και κατέληξε:- Με όσα πληροφορήθηκε σε σχέση με την κατάσταση της αποβιώσασας, η άποψη του είναι ότι ενδεχομένως, αλλά όχι απαραίτητα, να ήταν επιρρεπής. Ωστόσο δεν μπορεί να ξέρει κατά πόσο όταν υπέγραφε τα δύο έγγραφα ήταν ή όχι σε θέση να καταλάβει το περιεχόμενο τους, αλλά όταν κάποιος κάμνει κάτι τη μια μέρα και την επομένη το αναιρεί αυτό δείχνει ότι πιθανό να είναι επιρρεπής. Η υπόλοιπη μαρτυρία για την πλευρά της ενάγουσας προέρχεται από την ίδια (ΜΕ.8) και τη δικηγόρο Μ. Πετουφά (ΜΕ.4), ενώ για την εναγόμενη κατέθεσαν η ίδια (ΜΥ.5), ο δικηγόρος Κ. Μακρίδης (ΜΥ.1) και η υπάλληλος της Σ.Π.Ε. Στροβόλου Α. Σωτηρίου (ΜΥ.4). Η ΜΕ.4 παρουσίασε τη διαθήκη ημερ. 2.10.98 (τεκμ.6) η οποία συντάχθηκε στο γραφείο της και ανέφερε ότι μέσω του γραφείου της καταχωρήθηκε και η αίτηση διαχείρισης 727/07 (τεκμ.12), βάσει της οποίας παραχωρήθηκαν έγγραφα διαχείρισης της περιουσίας της αποβιώσασας στην ενάγουσα. Στη συνοδευτική ένορκη δήλωση, ανάφερε, δηλώθηκε ότι η αποβιώσασα δεν άφησε διαθήκη για δύο λόγους. Ο πρώτος, γιατί το μόνο περιουσιακό στοιχείο που είχε και το οποίο ήταν το αντικείμενο της πιο πάνω διαθήκης είχε ήδη μεταβιβασθεί στην εναγόμενη και, ο δεύτερος, γιατί την ύπαρξη της δεύτερης διαθήκης ημερ. 24.5.06 (τεκμ.1) την πληροφορήθηκαν μόλις το Φεβρουάριο του
  4. Στις 19.1.07, ανάφερε η ΜΥ.4, δέχθηκε επίσκεψη στο γραφείο της από την αποβιώσασα, την οποία συνόδευε η εναγόμενη. Κατ΄ αυτή η αποβιώσασα της είπε ότι ήθελε να μεταβιβάσει την επίδικη οικία στην κόρη της και για το σκοπό αυτό ζήτησε την έγκριση της Συνεργατικής, προς όφελος της οποίας η οικία ήταν υποθηκευμένη. Της εξήγησε ότι το αίτημα της θα γινόταν αποδεκτό, αλλά το χρέος θα συνέχιζε να ΄ναι στο όνομα της και η οικία θα παρέμενε υποθηκευμένη, κάτι που η αποβιώσασα δέχθηκε. Είναι στη βάση αυτή, πρόβαλε, που η Συνεργατική έδωσε την έγκρισή της την ίδια ημέρα (τεκμ. 4) και, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις, ανάφερε ότι δεν μπορεί να περιγράψει την αποβιώσασα και ό,τι μπορεί να πει είναι ότι της φάνηκε να ΄ναι μια χαρά κι αν την έβλεπε διστακτική θα την παρέπεμπε στο διευθυντή. Η ουσία της μαρτυρίας του δικηγόρου Μακρίδη (ΜΥ.1) είναι ότι τόσο το πληρεξούσιο όσο και το δωρητήριο τα σύνταξε κατόπιν οδηγιών της αποβιώσασας, τα οποία η αποβιώσασα υπόγραψε - όπως ο ίδιος αντελήφθηκε - με την ελεύθερη βούληση της και αφού κατανόησε το περιεχόμενο τους. Αναλυτικά:- Αναμείχθηκε στις κτηματικές διαφορές των τριών αδελφών ως δικηγόρος της εναγόμενης, αλλά για κάποια θέματα ενήργησε και ως δικηγόρος της αποβιώσασας. Μεταξύ αυτών ήταν και η διαθήκη ημερ. 29.5.06 (τεκμ.1), την οποία σύνταξε κατόπιν οδηγιών της. Σ΄ ότι αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες η αποβιώσασα υπόγραψε τα δύο έγγραφα, το πληρεξούσιο και το δωρητήριο, ανάφερε τα ακόλουθα:- Η επίσκεψη της αποβιώσασας και της εναγόμενης στο γραφείο του διευθετήθηκε κατόπιν τηλεφωνήματος της αποβιώσασας, η οποία του ανέφερε ότι ήθελε να τον δουν για κάποια θέματα. Πράγματι ήλθαν στο γραφείο του και εκεί η αποβιώσασα του ζήτησε να ενεργήσει προκειμένου να γίνει μεταβίβαση της επίδικης οικίας στην εναγόμενη. Επειδή όμως είχε προηγηθεί η διαθήκη ημερ. 29.5.06, που αυτός συνέταξε, τη ρώτησε να του πει το λόγο. Του απάντησε ότι τις άλλες δύο κόρες της τις είχε βοηθήσει προηγουμένως και επέμενε να γίνει η δωρεά. Σε δεύτερη ερώτηση κατά πόσο θα πήγαινε η ίδια στο Κτηματολόγιο, ρώτησε αν υπήρχε άλλος τρόπος και της εξήγησε ότι η δωρεά θα μπορούσε να γίνει με πληρεξούσιο και στη βάση της εξήγησης αυτής του είπε να προχωρήσει. Ετοίμασε λοιπόν το πληρεξούσιο και το δωρητήριο και στη συνέχεια κάλεσε τηλεφωνικώς στο γραφείο του τον πιστοποιούντα υπάλληλο Α. Αντωνίου για τη σχετική πιστοποίηση, όπως και έγινε. Πριν όμως υπογράψει η αποβιώσασα, της διάβασε λέξη προς λέξη και τα δύο έγγραφα και αφού συμφώνησε τότε τα υπόγραψε και κατέληξε:- Η αποβιώσασα παρέμεινε στο γραφείο του γύρω στην 1 1/2 ώρα και ο ίδιος δεν αντελήφθηκε να μην καταλάβαινε αυτά που υπόγραφε, τα οποία ετοιμάσθηκαν κατόπιν οδηγιών της. Η αντεξέταση του μάρτυρα στόχευε ασφαλώς στην κατάρριψη της θέσης ότι η υπογραφή των δύο εγγράφων έγινε με την ελεύθερη βούληση της αποβιώσασας και, περαιτέρω, ότι ο πιστοποιών υπάλληλος την γνώριζε προσωπικά. Για το πρώτο θέμα η θέση του μάρτυρα ήταν σταθερή:- Χωρίς να είναι ειδικός, ο ίδιος σχημάτισε την εντύπωση ότι η αποβιώσασα - παρά την ηλικία της και την ασθένεια της (καρκίνος) - ήθελε να δωρίσει το σπίτι στην εναγόμενη και η κατάσταση της δεν ήταν τέτοια που να μην αντιλαμβανόταν τις πράξεις της. Παραδέχτηκε ωστόσο ότι καθόλη τη διάρκεια της συνάντησης του με την αποβιώσασα παρούσα ήταν και η εναγόμενη, η οποία του πλήρωσε και την αμοιβή του. Για το δεύτερο θέμα, που αφορά το πληρεξούσιο, ανέφερε ότι δεν ξέρει αν ο πιστοποιών υπάλληλος γνώριζε προσωπικά την αποβιώσασα. Όμως, αν θυμάται καλά, μόλις ο εν λόγω υπάλληλος μπήκε στο γραφείο του χαιρέτησε την αποβιώσασα με τη φράση «γεια σου Γαλάτεια μου, τι κάνεις;». Τέλος, ανάφερε ότι τα πρωτότυπα των δύο εγγράφων που ετοίμασε τα έβαλε μαζί με τη δήλωση μεταβίβασης, την οποία είχε συμπληρώσει ο ίδιος, σε φάκελο που παρέδωσε στην αποβιώσασα κι αυτός κράτησε αντίγραφα. Παρέμεινε η παράθεση της μαρτυρίας των δύο αδελφών, την οποία επέλεξα να παραθέσω τελευταία για ευνόητους λόγους. Πρόκειται για εκτεταμένη μαρτυρία, στοιχεία της οποίας ήδη έχουν ενσωματωθεί στο γενικό πλαίσιο της υπόθεσης. Κατά συνέπεια θα επιχειρηθεί σύνοψη των υπολοίπων στοιχείων, αφού πρώτα σημειωθεί ότι η μεσαία αδελφή, η Ανδρούλλα, ναι μεν δεν κλήθηκε να καταθέσει ως μάρτυρας αλλά δεν επέδειξε αδιαφορία για την υπόθεση. Αντίθετα, με επιστολή ημερ. 7.1.2010 ζητούσε από το δικαστήριο να της επιτραπεί να προβαίνει σε έρευνα του φακέλου της υπόθεσης στη βάση ότι δεν τυγχάνει καμιάς απολύτως ενημέρωσης από τη διαχειρίστρια αδελφή της. Απάντηση στην επιστολή αυτή έδωσε ο Πρωτοκολλητής, ο οποίος την παρότρυνε να απευθυνθεί στο δικηγόρο της για διασφάλιση των δικαιωμάτων της. Έχοντας παραθέσει σε συντομία τα πιο πάνω είναι το κατάλληλο στάδιο να συνοψισθεί η μαρτυρία της ενάγουσας. Έχει ως ακολούθως: Επισκεπτόταν καθημερινά τους άρρωστους γονείς της και δεχόταν συχνά παράπονα από τη μητέρα της ότι η εναγόμενη της φώναζε για την δήθεν απροθυμία τους να πωλήσουν κοινή περιουσία, κάτι που στεναχωρούσε πολύ τη μητέρα και επιβάρυνε την ήδη πολύ κακή ψυχολογική της κατάσταση. Στις 22.1.07 η εναγόμενη μετέφερε τη μητέρα τους σε προγραμματισμένη χημειοθεραπεία, αλλά όταν επέστρεψαν στο σπίτι άρχισε να της φωνάζει «τι θα γίνει με αυτές τις υποθέσεις». Αυτό της το είπε το ίδιο βράδυ η μητέρα της, η οποία εκείνη την ημέρα ήταν πάρα πολύ καταβεβλημένη. Και συνέχισε:- Την επομένη, γύρω στις 11 το βράδυ, μετέφερε εσπευσμένα τον πατέρα της, ο οποίος έπασχε και από Parkinson, στις Πρώτες Βοήθειες και ενώ βρισκόταν στο Νοσοκομείο πληροφορήθηκε από την οικιακή του βοηθό ότι το απόγευμα η μητέρα της πήγε κάπου με την εναγόμενη, θέμα το οποίο είχε την πρόθεση να εξετάσει όταν θα επέστρεφαν στο σπίτι. Όταν λοιπόν τα ξημερώματα είδε τη μητέρα της ανησύχησε γιατί ήταν κατάχλωμη και συγχυσμένη και τη ρώτησε:- «Μάμα είσαι καλά;» Πριν όμως προλάβει να απαντήσει επέμβηκε η οικιακή βοηθός που ρώτησε «Μα γιαγιά πού πήγες με τη Χρυσούλλα» και αυτή απάντησε «δεν πήγα σε γιατρό». Το πού πήγαν, όμως, δεν είπε. Ωστόσο λίγες ώρες αργότερα, στις 9.30 το πρωί, επαναλήφθηκαν τα ερωτήματα και η μητέρα της χωρίς κανένα δισταγμό της απάντησε αμέσως ότι «μου φώναζε η εναγόμενη και μου είπε να πάμε στο δικηγόρο της να μου πουν κάτι για το σπίτι» και ότι υπόγραψε ένα χαρτί που της έδωσαν χωρίς να καταλάβει τι ήταν. Επίσης της είπε ότι η ίδια δεν ήθελε να πάει αλλά εξαναγκάστηκε. Ακούγοντας ολ΄ αυτά επέλεξε να την αφήσει να ξεκουραστεί και, για να μην την στεναχωρήσει περισσότερο, της είπε ότι θα περάσει το απόγευμα να ξαναμιλήσουν. Πράγματι όταν ξανασυζήτησαν το θέμα, η μητέρα της τής ξαναείπε ότι δεν ήθελε να πάει με τη Χρυσούλλα στο δικηγόρο και ότι ανησυχούσε τι έγινε με το σπίτι. Μάλιστα της είπε «Μα Μαρία, η Χρυσούλλα έπιασε όλο το σπίτι;» και σε ερώτηση της αν κατάλαβε τι είχε υπογράψει απάντησε ότι δεν κατάλαβε και ούτε έχει τα χαρτιά που υπέγραψε. Της είπε επίσης, με τη σύμφωνη γνώμη και του πατέρα, ότι «εμείς θέλουμε το σπίτι μας, είμαστε και άρρωστοι, τι θα γίνει;» και στη συνέχεια (οι γονείς της) συναποφάσισαν να συμβουλευτούν το μόνο έμπιστο δικηγόρο που ήξεραν, δηλαδή τον κ. Α. Πετουφά. Τόνισε επί του προκειμένου ότι όταν ο κ. Πετουφάς επισκέφθηκε τους γονείς της, αυτή δεν ήταν παρούσα. Κι αυτό γιατί δεν ήθελε να ανακατευτεί στην υπόθεση και η στάση της για το θέμα ήταν διακριτική και όλες οι ενέργειες του κ. Πετουφά έγιναν κατόπιν οδηγιών της μητέρα της. Τέλος, ισχυρίσθηκε ότι η μητέρα της δεν θυμόταν αν επήγε στη ΣΠΕ Στροβόλου, αλλά της είπε ότι το μόνο πιστοποιούντα υπάλληλο που χρησιμοποιούσε ήταν ο Πίτσιακκος και αυτόν που πιστοποίησε το πληρεξούσιο δεν τον γνώριζε προσωπικά. Ισχυρίσθηκε επίσης ότι μετά τη μεταβίβαση η εναγόμενη, που μέχρι τότε έπαιρνε τη μητέρα τους στις εβδομαδιαίες χημειοθεραπείες, σταμάτησε να την επισκέπτεται και η μόνη επαφή που είχε μαζί της ήταν να της τηλεφωνά για να της φωνάζει να αποσύρει την αγωγή. Μάλιστα αρκετές φορές άκουσε τη μητέρα της να λέει στο τηλέφωνο «Χρυσούλα μου σε παρακαλώ, είμαι άρρωστη, δεν μπορώ άλλο», αλλά η εναγόμενη συνέχισε να της φωνάζει. Ένα από τα θέματα της αντεξέτασης ήταν και η αιτία των προστριβών των τριών αδελφών, με σκοπό βεβαίως να προωθηθεί η θέση ότι η επίδικη δωρεά έγινε και ως αντιστάθμισμα στην παρεμβολή εμποδίων από τις αδελφές της εναγόμενης στην πώληση συνιδιόκτητων κτημάτων. Απαντώντας επί του προκειμένου σε σχετικές ερωτήσεις ισχυρίσθηκε ότι (α) η ίδια δεν συμφώνησε στην πώληση γιατί τότε οι τιμές ήταν χαμηλές (β) η εναγόμενη ευεργετήθηκε με δωρεές κτημάτων αξίας δισεκατομμυρίων λιρών και αυτό σε βάρος τόσο της ίδιας όσο και της άλλης αδελφής και (γ) για τις μεταξύ τους προστριβές η εναγόμενη έβαζε τις φωνές της μητέρας της με αποτέλεσμα η παρουσία της και μόνο να της προκαλεί φόβο. Βεβαίως οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έγιναν αποδεκτοί και απορρίφθηκαν με σχετικές υποβολές. Ένα άλλο θέμα της αντεξέτασης ήταν οι συνθήκες υπό τις οποίες πληροφορήθηκε τα της δωρεάς και ο ρόλος της ίδιας και του συζύγου της στην ανάθεση της υπόθεσης σε δικηγόρο. Σε σχέση με το πρώτο σκέλος επέμενε σ΄ αυτά που ισχυρίσθηκε στην κυρίως εξέταση και για το δεύτερο πρόβαλε ότι η ίδια και ο σύζυγος της, από διακριτικότητα, δεν είχαν οποιαδήποτε ανάμειξη και η μόνη ενημέρωση που είχαν ήταν από τη μητέρα της. Επί του προκειμένου της διαβάστηκε η παρ. 5 της ένορκης δήλωσης που έκαμε στις 26.5.09 (τεκμ.13) στην οποία αναφέρει ότι την υπόθεση ανέθεσε η ίδια στους δικηγόρους Α. Πετουφά & Σία και της ζητήθηκαν εξηγήσεις. Απάντησε ότι πρόκειται για παραδρομή ή τυπογραφικό λάθος, γιατί η ίδια αφενός μεν δεν είχε χρόνο να ασχολείται με αυτά τα θέματα και αφετέρου δεν ήθελε να ασχολείται. Ρωτήθηκε επίσης γιατί στην ένορκη δήλωση που έκαμε στην αίτηση διαχείρισης 727/07 δήλωσε ότι η αποβιώσασα δεν άφησε διαθήκη. Απάντησε ότι τη δεύτερη διαθήκη την πληροφορήθηκε το Φεβρουάριο του 2009 και απέρριψε υποβολή ότι η δωρεά έγινε με την ελεύθερη θέλησή της μητέρας της και ότι οι μετέπειτα ενέργειες της επί του θέματος ήταν προϊόν πιέσεων της ίδιας και του συζύγου της. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της εναγόμενης είχε στο επίκεντρο της δύο θέματα. Το πρώτο, ότι με τις δωρεές των γονιών της αδικήθηκε και, το δεύτερο, ότι η κύρια αιτία των προστριβών με τις αδελφές της ήταν οι διαφωνίες τους στην αξιοποίηση των συνιδιόκτητων κτημάτων. Ωστόσο ό,τι εδώ ενδιαφέρει είναι ο ισχυρισμός της ότι η μητέρα της είχε παραδεχθεί ότι την αδίκησε και, περαιτέρω, ότι με τη δωρεά εκπληρώθηκε επιθυμία της μητέρας της, την οποία είχε εκφράσει από το
  5. Αναλυτικά:- Το 1990 η μητέρα της τής παραχώρησε την επίδικη οικία στην οποία κατοίκησε με τον πρώην σύζυγό της και από τότε εξέφρασε την επιθυμία να τής τήν μεταβιβάσει. Όμως, η ίδια απέφευγε να το ζητήσει και τελικά η δωρεά έγινε το 1995, κάτι που προσέκρουσε σε έντονες αντιδράσεις των αδελφών της, γι΄ αυτό όταν η μητέρα της το ζήτησε πίσω δέχτηκε χωρίς κανένα δισταγμό και συνέχισε:- Δέκα χρόνια μετά - μέσα Ιανουαρίου 2007 - της τηλεφώνησε η μητέρα της ότι ήθελε να της μεταβιβάσει το σπίτι και της ζήτησε να την επισκεφθεί για να κανονίσουν τα σχετικά, όπως και έγινε. Τόνισε επί του προκειμένου ότι κατά τη συνάντηση η μητέρα της τής ανέφερε επί λέξει «σε αδίκησα, ήταν λάθος μου που σου το πήρα πίσω» και ότι ήδη είχε τηλεφωνήσει στη ΣΠΕ Στροβόλου για τη σχετική έγκριση. Κατ΄ ακολουθία τούτων επισκέφθηκαν μαζί τη Συνεργατική και η μητέρα της, προκειμένου να μην ταλαιπωρηθεί στο Κτηματολόγιο, τηλεφώνησε στο δικηγόρο της, τον κ. Μακρίδη, με τον οποίο διευθέτησαν συνάντηση για το απόγευμα της 23.1.07, όπου και ετοιμάσθηκαν τα δύο έγγραφα και υπογράφηκαν υπό τις συνθήκες που περιέγραψε ο ΜΥ.1 και στη βάση του πληρεξουσίου έγινε την επόμενη η μεταβίβαση. Ακολούθως επισκέφθηκε τη μητέρα της, η οποία φαινόταν ήρεμη, και σε ερώτηση της «αν τέλειωσε» απάντησε καταφατικά. Τόνισε επί του προκειμένου ότι η μητέρα της δεν της ανάφερε ότι το προηγούμενο βράδυ ο πατέρας της μεταφέρθηκε στις Πρώτες Βοήθειες και ο σχετικός ισχυρισμός της αδελφής της είναι αναληθής, κάτι που επιβεβαιώνεται και από βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου (τεκμ.22) ότι τον Ιανουάριο του 2007 ο πατέρας της επισκέφθηκε το εν λόγω τμήμα μόνο στις 27.
  6. Ισχυρίσθηκε, επίσης, ότι η ενάγουσα δεν επισκεπτόταν τη μητέρα της και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της είναι αναληθείς. Αυτό που πράγματι έγινε στις 24.1.07, ισχυρίσθηκε, ήταν ότι το απόγευμα εκείνης της ημέρας τηλεφώνησε στη μητέρα της, η οποία υπό καθεστώς αναστάτωσης της ανέφερε ότι την επισκέφθηκε ο γαμπρός της στον οποίο, μετά από επίμονη ανάκριση, αναγκάσθηκε να πει πού πήγε και τι έκαμε την προηγούμενη ημέρα. Σε σχέση με το τι έγινε την επόμενη ημέρα ανάφερε τα ακόλουθα:- Το απόγευμα της 25.1 ξαναεπισκέφθηκε τη μητέρα της και παραξενεύτηκε όταν έμαθε ότι περίμενε την ενάγουσα να την πάρει στο γιατρό Πούγιουρο. Εκ των υστέρων όμως κατάλαβε ότι θα επισκέπτονταν το δικηγόρο της ενάγουσας, η οποία την ταλαιπωρούσε για χρόνια και ο ρόλος της στην έγερση της αγωγής ήταν πρωταγωνιστικός. Και κατέληξε:- Η μητέρα της, παρά την ασθένειά της, καταλάβαινε το καθετί που έκαμνε, αυτό-εξυπηρετείτο στις βασικές της ανάγκες, έβλεπε τηλεόραση, μελετούσε βιβλία και η δωρεά έγινε με δική της πρωτοβουλία και χωρίς να της ασκήσει οποιαδήποτε πίεση. Πιέσεις, τόνισε, δεχόταν η μητέρα της όχι από την ίδια αλλά από τις αδελφές της, οι οποίες ένεκα πλεονεξίας και απληστίας πρόβαλλαν εμπόδια στην αξιοποίηση/πώληση συνιδιόκτητων κτημάτων, συμπεριφορά που της δημιούργησε σοβαρά οικονομικά προβλήματα με κίνδυνο να χάσει το σπίτι που τότε έκτιζε. Κατά την αντεξέταση, επικαλούμενη ως μάρτυρες το Θεό και όλους τους αγίους, απέρριψε ότι η δωρεά ήταν προϊόν πιέσεων που άσκησε στη μητέρα της και ισχυρίσθηκε ότι ναι μεν η μητέρα της ήταν ευάλωτη σε πιέσεις, αλλά μόνο έναντι των αδελφών της και όχι της ίδιας. Περαιτέρω, απαντώντας σε πλήθος ερωτήσεων που τις υποβλήθηκαν, ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα:- (α) Η ίδια δεν γνώριζε ότι η μητέρα της έκαμε τη διαθήκη ημερ. 2.10.98, ούτε γνώριζε το περιεχόμενο της δεύτερης διαθήκης ημερ. 24.5.
  7. Συμφώνησε ωστόσο ότι αυτή πλήρωσε την αμοιβή του δικηγόρου που τη σύνταξε και αυτή συνόδευσε τη μητέρα της στο Πρωτοκολλητείο για τη σχετική καταχώρηση. Της υποβλήθηκε ότι γνώριζε το περιεχόμενο της δεύτερης διαθήκης και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι στις 23.1.07 ο δικηγόρος Μακρίδης αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της, κι αυτό στην παρουσία της. Απάντησε ότι τέτοια αναφορά δεν έγινε. (β) Ο λόγος που επαναμεταβίβασε στις 8.2.97 την οικία στη μητέρα της δεν ήταν γιατί της το ζήτησε προσωπικά, αλλά γιατί δεχόταν καθημερινά έντονες πιέσεις από κάποια ξαδέλφη της και για να μη θίγεται η αξιοπρέπεια της συμφώνησε. Της υποβλήθηκε ότι προέβηκε στην επαναμεταβίβαση αφού η μητέρα της εξόφλησε δάνειο ύψους Λ.Κ.20.000 που είχε στη ΣΠΕ Στροβόλου. Απάντησε ότι το δάνειο αυτό έγινε στις 28.3.96 και εξοφλήθηκε στις 7.4.97, με την καταβολή Λ.Κ.19.430,29 (τεκμ.28α και 28β). Της διευκρινίσθηκε ότι δεν της ζητείται να πει πότε εξοφλήθηκε, αλλά ποιος το εξόφλησε. Απάντησε ότι έκαμε άλλο δάνειο για να το εξοφλήσει και όταν της υποδείχθηκε βεβαίωση της Συνεργατικής ότι στις 7.4.97 η μητέρα της έκαμε δάνειο για Λ.Κ.35.000 και από το ποσό αυτό χρησιμοποιήθηκαν Λ.Κ.19.430,29 για εξόφληση του δανείου της, απάντησε ότι δεν γνωρίζει ότι η μητέρα της έκανε τέτοιο δάνειο και το μόνο που γνωρίζει είναι ότι αυτή έδωσε στη μητέρα της τα χρήματα για εξόφληση του δανείου της και διερωτήθηκε:- «Δεν δικαιούμουν να τα δώσω στη μητέρα μου να τα εξοφλήσει;». Στη συνέχεια, παραδέχτηκε ότι η μητέρα της τής έδωσε κάποια χρήματα, αλλά ισχυρίσθηκε ότι τα πήρε για να της δίδει περιοδικά ό,τι χρειαζόταν και ένα σημαντικό ποσό ήταν επιθυμία της μητέρας της να δοθεί σε τάματα. (γ) Η δωρεά της οικίας έγινε μυστικά από τις αδελφές της γιατί αυτή ήταν η επιθυμία της μητέρα της, η οποία φοβόταν μήπως και το μάθουν και μόνο όταν την πίεσε ο γαμπρός της αναγκάσθηκε να το πει. (δ) Η μητέρα της πριν τη διάγνωση καρκίνου δεν είχε κανένα πρόβλημα υγείας και ούτε έπαιρνε φάρμακα, εκτός από κάποιες ενοχλήσεις στην κοιλιά. (ε) Δεν θεώρησε αναγκαίο, ούτε τη συμβούλευσε σχετικά ο δικηγόρος της, να καλέσουν ως μάρτυρα το γιατρό που υπόγραψε το τεκμ. 22 για να επιβεβαιωθεί ο ισχυρισμός της ότι στις 23.1.07 ο πατέρας της δεν επισκέφθηκε τις Πρώτες Βοήθειες και (στ) Την επόμενη ημέρα που της επιδόθηκε η αγωγή πήγε, όπως έκανε κάθε μέρα, να δει τη μητέρα της και της είπε:- «Μητέρα μού κίνησες αγωγή;» και αυτή της απάντησε:- «Εγώ σου κίνησα αγωγή; Ξέρεις.». Έκτοτε, κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου της και επειδή ένοιωθε ανεπιθύμητη, σταμάτησε να την επισκέπτεται και η εικόνα που διατηρεί στη μνήμη της για τη μητέρα της είναι όπως στις φωτογραφίες τεκμ. 28α και 28β. Πρόκειται για δύο φωτογραφίες που απεικονίζουν τους δύο ηλικιωμένους γονείς, με τον πατέρα να κάθεται σε τροχοκάθισμα και την αδύνατη μητέρα δίπλα του. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες αφενός μεν σχολιάζεται η προσαχθείσα μαρτυρία και αφετέρου γίνεται επίκληση αυθεντιών που σχετίζονται με τα δύο επίδικα θέματα της υπόθεσης, δηλαδή κατά πόσο το πληρεξούσιο είναι ή όχι άκυρο και κατά πόσο η επίδικη δωρεά έγινε ή όχι με την ελεύθερη βούληση της αποβιώσασας. Για το πρώτο θέμα, ο κ. Κληρίδης εισηγήθηκε ότι στη βάση της μαρτυρίας της ενάγουσας ο πιστοποιών υπάλληλος δεν γνώριζε προσωπικά την αποβιώσασα και επομένως σύμφωνα με το Νόμο είναι άκυρο. Αντίθετη βεβαίως είναι η εισήγηση του κ. Βορκά. Καμιά μαρτυρία, αντέτεινε, δεν προσκομίσθηκε που να καταρρίπτει τη βεβαίωση του πιστοποιούντα υπαλλήλου, η οποία αποτυπώνεται στο πληρεξούσιο, ότι γνώριζε προσωπικά την αποβιώσασα και, επομένως, η σχετική εισήγηση της άλλης πλευράς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Σε σχέση δε με το δεύτερο θέμα, ο μεν κ. Κληρίδης εισηγήθηκε ότι στη βάση τόσο της ιατρικής όσο και της υπόλοιπης μαρτυρίας έχει αποδειχθεί ότι η σύμβαση της δωρεάς καταρτίσθηκε υπό καθεστώς επηρεασμού και κατά συνέπεια είναι άκυρη, ο δε κ. Βορκάς εισηγήθηκε ακριβώς το αντίθετο. Επεσήμανε επίσης ότι με την αγωγή δεν προσβάλλεται η εγκυρότητα του ίδιου του δωρητηρίου, αλλά μόνο η εγκυρότητα του πληρεξουσίου και η μεταβίβαση που έγινε στη συνέχεια. Έχω διεξέλθει με προσοχή την προσαχθείσα μαρτυρία, έχοντας συνεχώς κατά νου τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των διαδίκων και όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν με τις αγορεύσεις τους. Κρίνω ότι προέχει η αξιολόγηση της ιατρικής μαρτυρίας, με την επισήμανση ότι όλοι οι ιατροί που κατέθεσαν κρίνονται εμπειρογνώμονες αλλά η βαρύτητα που θα δοθεί στη μαρτυρία έκαστου θα είναι ανάλογη με την ειδικότητα του. Υπενθυμίζω επί του προκειμένου τη διαχρονική αρχή ότι αποτελεί υποχρέωση των εμπειρογνωμόνων να προμηθεύσουν το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων τους, έτσι ώστε να μπορεί ο δικαστής να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (βλ. Davie v. Edinborough Magistrates
(1953)SC94, Ευαγγέλου ν. Αμπίζας
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ.1, Vasilico Cement Works Ltd v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746 κ.α.). Σφαιρική θεώρηση της ιατρικής μαρτυρίας αποκαλύπτει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο ότι η αποβιώσασα αντιμετώπιζε χρόνια προβλήματα υγείας. Προσδιορίσθηκαν από τη ΜΕ.5 τη μαρτυρία της οποίας δέχομαι ανεπιφύλακτα, με την επισήμανση ότι ναι μεν η ίδια σχημάτισε κλινικά την εικόνα ότι η ψυχική της κατάσταση ήταν πολύ άσχημη, αλλά λόγω ειδικότητας η μάρτυρας δεν προμήθευσε το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση να διαμορφώσει ανεξάρτητη γνώμη για τη νοητική και ψυχολογική της κατάσταση. Ό,τι σχετικά μπορεί να γίνει αποδεκτό - και γίνεται - είναι ότι η αποβιώσασα όταν την επισκεπτόταν έκλαιγε και λόγω και της προσωπικής τους σχέσης της εκμυστηρευόταν ενδοοικογενειακά προβλήματα. Όπως δε προκύπτει και από τη μαρτυρία των δύο αδελφών τα προβλήματα αυτά είχαν στο επίκεντρο τους τις προστριβές και παράπονα για την τεράστια περιουσία που τους δώρισε, στοιχείο που δίδει έρεισμα στη γνώμη της μάρτυρος ότι έκλαιγε μάλλον από θυμό και παράπονο. Κατά συνέπεια αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι η αποβιώσασα, πέραν από τα χρόνια προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, ένοιωθε θυμό και παράπονο για τις προστριβές των θυγατέρων της, οι οποίες ήταν φυσιολογικό να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στη ψυχική της κατάσταση. Και σαν να μην έφταναν τα χρόνια προβλήματα υγείας και οι προστριβές των θυγατέρων της, το Δεκέμβριο του 2005 διαγνώσθηκε ότι προσβλήθηκε από καρκίνο και έκτοτε, μέχρι τέλος Μαρτίου του 2007, λάμβανε χημειοθεραπεία στο Ογκολογικό Κέντρο της Τράπεζας Κύπρου. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι καθόλο το διάστημα που η αποβιώσασα λάμβανε θεραπεία στο πιο πάνω Κέντρο παρακολουθείτο από τον ΜΥ.2, ενώ ο ΜΕ.6 την είδε μόνο μία φορά, στις 17.9.07, δέκα ημέρες πριν αποβιώσει. Αυτό και μόνο το γεγονός είναι αρκετό κατά την άποψή μου για υιοθέτηση της θέσης ότι ο ΜΥ.2 ήταν σε καλύτερη θέση απ΄ ότι ο ΜΕ.6 για παράθεση στοιχείων για την πορεία της κατάστασης της αποβιώσασας και τις παρενέργειες που ενδεχομένως να επέφεραν τα φάρμακα που της χορηγήθηκαν, θέματα τα οποία καταγράφονται και στο σχετικό φάκελο (τεκμ.3) που τηρούσε το Κέντρο. Ενόψει τούτου και λαμβανομένων υπόψη των ορθών, κατά την άποψή μου, παρατηρήσεων που έκαμε ο ΜΥ.2 για το περιεχόμενο του πιστοποιητικού του ΜΕ.6, κρίνω ότι είναι πιο ασφαλές για το Δικαστήριο να στηριχθεί στη μαρτυρία του ΜΥ.2 παρά σ΄ αυτή του ΜΕ.
  1. Και κάτι ακόμη, το πλέον σημαντικό στοιχείο της μαρτυρίας του ΜΕ.6 είναι η άποψή του ότι κατά τον επίδικο χρόνο η αποβιώσασα δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί τις πράξεις της, άποψη που καμιά από τις δύο πλευρές δεν αποδέχεται. Κατά συνέπεια η μαρτυρία του ΜΥ.2 γίνεται αποδεκτή και ανάλογα θα είναι και τα ευρήματα του δικαστηρίου, με τη διευκρίνιση ότι ναι μεν ο ΜΥ.2 δεν διαπίστωσε σημαντική διακύμανση της νοητικής και ψυχολογικής κατάστασης της αποβιώσασας αλλά, όπως ο ίδιος ανάφερε, δεν ήταν δουλειά του να διερευνήσει τον τομέα αυτό. Ιδιαίτερα σημαντική για την υπόθεση κρίνεται η μαρτυρία των δύο νευρολόγων, των ΜΕ.7 και ΜΥ.3, η οποία είχε στο επίκεντρο της τη νοητική κατάσταση της αποβιώσασας. Και οι δύο νευρολόγοι συμφώνησαν ότι το τεστ, στο οποίο υποβλήθηκε η αποβιώσασα από τον ΜΕ.7 στις 12.7.06, είναι ένα αξιόπιστο μέσο το οποίο χρησιμοποιείται διεθνώς για αξιολόγηση της νοητικής κατάστασης του εξεταζόμενου και στη βάση των εξηγήσεων που έδωσαν το σχετικό στοιχείο της μαρτυρίας τους γίνεται αποδεκτό ως εύρημα του δικαστηρίου. Περαιτέρω, με τις εξηγήσεις που έδωσαν βοήθησαν το δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη ότι στη βάση των αποτελεσμάτων του τεστ η αποβιώσασα έπασχε, κατά το χρόνο που υποβλήθηκε στο τεστ, με ήπιας μορφή άνοια, δηλαδή παρουσίαζε ήπια έκπτωση των γνωστικών της ικανοτήτων και το περιεχόμενο των εγγράφων που υπόγραψε στις 23.1 και 2.2.07 μόνο αν της το εξηγούσαν με πολύ απλά λόγια θα μπορούσε να το αντιληφθεί. Σημαντική επίσης κρίνεται και η λογική παρατήρηση του ΜΥ.3 - την οποία υιοθετώ πλήρως - ότι όταν κάποιος κάμνει κάτι τη μια μέρα και την επόμενη το αναιρεί αυτό δείχνει ότι είναι επιρρεπής σε πιέσεις. Κατ΄ ακολουθία τούτων και λαμβανομένου υπόψη ότι με βάση το σύνολο της προσαχθείσας ιατρικής μαρτυρίας η κατάσταση της αποβιώσασας, από την ημέρα που υποβλήθηκε στο τεστ μέχρι την υπογραφή των αναφερθέντων εγγράφων, δεν άλλαξε προς το καλύτερο - μάλλον το αντίθετο συνέβη - βρίσκω ότι κατά το χρόνο υπογραφής του πληρεξουσίου και του δωρητηρίου εγγράφου, καθώς επίσης και της ένορκης δήλωσης ημερ. 2.2.07, η αποβιώσασα παρουσίαζε ήπια έκπτωση των γνωστικών της ικανοτήτων και αφετέρου ήταν επιρρεπής σε πιέσεις. Το κατά πόσο όμως η επίδικη δωρεά έγινε κατόπιν πιέσεων ή λόγω εκμετάλλευσης της κατάστασης της είναι θέμα το οποίο θα εξετασθεί στη συνέχεια. Η μαρτυρία της δικηγόρου Πετουφά για το θέμα δεν είναι διαφωτιστική. Ωστόσο δεν στερείται σημασίας το γεγονός ότι η αποβιώσασα σε ανύποπτο χρόνο, στις 2.10.98, κατήρτισε διαθήκη με την οποία κληροδοτούσε την επίδικη οικία μόνο στις δύο της θυγατέρες και με πρόνοια αν η εναγόμενη αμφισβητούσε την εγκυρότητα της να ληφθεί υπόψη ό,τι της είχε δώσει κατά τη διάρκεια που ήταν εν ζωή. Η διαθήκη αυτή, κατά την άποψή μου, εξέφραζε τότε τη γνήσια και πραγματική της βούληση, την οποία όμως διαφοροποίησε με τη δεύτερη διαθήκη ημερ. 24.5.06, αφού στο μεταξύ διαγνώσθηκε ότι προσβλήθηκε από καρκίνο. Σε σχέση λοιπόν με τη δεύτερη ό,τι έχει σημασία είναι το γεγονός ότι τότε την οικία δεν ήθελε να την πάρει μόνο η εναγόμενη και η πρόνοια για πώληση της και διαμοιρασμό του προϊόντος εξίσου στις τρεις της θυγατέρες έγινε προφανώς - κι αυτό είναι το εύρημα του δικαστηρίου - για να αποφευχθούν επιπρόσθετες προστριβές, παρόμοιες με αυτές που δημιουργήθηκαν ως αποτέλεσμα των δωρεών με μερίδια για τα υπόλοιπα κτήματα. Παρέμεινε η αξιολόγηση της μαρτυρίας του δικηγόρου Μακρίδη, της υπαλλήλου της ΣΠΕ Στροβόλου και των δύο αδελφών. Ο δικηγόρος Μακρίδης και η υπάλληλος της Συνεργατικής δεν μου έδωσαν την εντύπωση ότι απέβλεπαν να μην πουν την αλήθεια ή να την αποκρύψουν προς όφελος οποιασδήποτε πλευράς. Αντίθετα, κρίνω ότι οτιδήποτε γνώριζαν για την υπόθεση το κατάθεσαν με ειλικρίνεια, με την επισήμανση ωστόσο ότι καμιά βαρύτητα δεν θα δοθεί στη μαρτυρία τους σε σχέση με την εικόνα που σχημάτισαν για τη ψυχονοητική κατάσταση της αποβιώσασας. Κι αυτό γιατί ούτε ειδικοί είναι επί του θέματος, ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζουν τι ώθησε την αποβιώσασα να παρουσιασθεί ενώπιον τους για εκτέλεση των πράξεων στις οποίες αναφέρθηκαν. Από τη μαρτυρία των δύο αδελφών δέχομαι δύο πράγματα. Το πρώτο ότι αμφότερες επισκέπτονταν συχνά τους γονείς τους, αλλά κατά τις επισκέψεις αυτές δεν απουσίαζαν παράπονα και αλληλοκατηγορίες που σχετίζονταν με τις προστριβές τους. Τα ίδια παράπονα και αλληλοκατηγορίες διατύπωσαν και ενώπιον του δικαστηρίου και όπως προκύπτει από τη μαρτυρία τους δεν τις άφηνε αδιάφορες ότι η μητέρα τους κράτησε επ΄ ονόματί της μόνο την επίδικη οικία. Αντίθετα, φαίνεται να τις απασχολούσε ιδιαίτερα η τύχη της και το γεγονός ότι η πρώτη διαθήκη συντάχθηκε από το δικηγόρο της ενάγουσας και η δεύτερη από το δικηγόρο της εναγόμενης, η οποία του πλήρωσε και την αμοιβή του, είναι αφ΄ εαυτού αποκαλυπτικό του ενδιαφέροντος τους για την οικία ως και της ανάμειξης τους στη σύνταξη των διαθηκών. Όπως αποκαλυπτικό, ως στοιχείο αμοιβαίας καχυποψίας και κατ΄ ιδίαν συζητήσεων με τη μητέρα τους, είναι και το γεγονός ότι οι δύο αδελφές γνώριζαν μόνο τη διαθήκη που σύνταξε ο δικηγόρος τους. Το δεύτερο στοιχείο που γίνεται αποδεκτό από τη μαρτυρία τους είναι ότι η μητέρα τους - όπως είναι και η ιατρική μαρτυρία που έγινε αποδεκτή - ήταν ευάλωτη σε πιέσεις, έστω κι αν η κάθε μια φρόντισε να ισχυρισθεί ότι ήταν ευάλωτη σε πιέσεις μόνο από την άλλη. Επί του προκειμένου είναι φανερό ότι, σ΄ ότι αφορά την τύχη της επίδικης οικίας, οι μόνες που ήταν σε θέση της ασκήσουν πιέσεις αν ήθελαν ήταν οι θυγατέρες της, οι οποίες την επισκέπτονταν συχνά και είχαν μαζί της τη στενή σχέση μητέρας - θυγατέρας. Η υπόλοιπη όμως μαρτυρία των δύο αδελφών δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, όχι μόνο γιατί υποκειμενικά σχημάτισα την εντύπωση ότι δεν είπαν στο δικαστήριο την αλήθεια αλλά και για τους πιο κάτω λόγους:-
  2. Η αποβιώσασα, πέραν των άλλων σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, έπασχε και από ήπιας μορφής άνοια και για να αντιληφθεί κάποια πράγματα έπρεπε να της τα εξηγήσουν με απλό και σύντομο τρόπο. Με αυτό το δεδομένο αδυνατώ να δεχθώ από τη μαρτυρία της ενάγουσας ότι η μητέρα της:- (α) Της είπε όσα λεπτομερώς ισχυρίσθηκε ότι της είπε. (β) Χωρίς τη δική της ανάμειξη και αφού συζήτησε με τον άρρωστο πατέρα, ο οποίος έπασχε και από Parkinson, αποφάσισε να αναθέσει την υπόθεση σε δικηγόρο. (γ) Ήταν σε θέση να εξηγήσει στο δικηγόρο τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η δωρεά και μάλιστα να του δίδει και οδηγίες για το χειρισμό της υπόθεσης, χωρίς και πάλιν τη δική της ανάμειξη. (δ) Δεν είχε τα «χαρτιά» που υπόγραψε, τη στιγμή που αντίγραφα των δύο εγγράφων που υπόγραψε - το δωρητήριο και πληρεξούσιο - επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση ημερ. 2.2.07 και (ε) Όσες φορές συναντήθηκε με το δικηγόρο κ. Πετουφά, η ίδια δεν ήταν παρούσα αφενός από διακριτικότητα και αφετέρου γιατί δεν είχε το χρόνο και την επιθυμία να αναμειχθεί και για ό,τι γινόταν ενημερωνόταν εκ των υστέρων μόνο από τη μητέρα της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η σχετική μαρτυρία της ενάγουσας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Συναφώς δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι τα όσα έγιναν εξ ονόματος της μητέρας της έγιναν ουσιαστικά από την ίδια και όσα περί του αντιθέτου ισχυρίσθηκε δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Εξάλλου το ότι αυτή ανάθεσε την υπόθεση στον εν λόγω δικηγόρο το παραδέχθηκε ρητά στην ένορκη της δήλωση ημερ. 26.5.09 και οι εξηγήσεις που έδωσε ότι η εν λόγω παραδοχή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα στερούνται παντελώς πειστικότητας.
  3. Ανάλογες παρατηρήσεις γίνονται και για τη μαρτυρία της εναγόμενης. Συγκεκριμένα ο ισχυρισμός της ότι:- (α) Επαναμεταβίβασε το 1997 την επίδικη οικία στη μητέρα της λόγω έντονων πιέσεων από κάποια ξαδέλφη έκδηλα δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Όπως σχετικά προκύπτει από τη μαρτυρία, στις 7.4.97 η μητέρα της συνήψε δάνειο από τη ΣΠΕ Στροβόλου ύψους Λ.Κ.35.000 και από το δάνειο αυτό ποσό Λ.Κ.19.430,39 χρησιμοποιήθηκε την ίδια ημέρα για εξόφληση δικού της χρέους στην εν λόγω Συνεργατική (τεκμ. 28α και 28β) και, επομένως, ο ισχυρισμός της ότι η εξόφληση του δανείου της έγινε με χρήματα που έδωσε στη μητέρα της κρίνεται παντελώς αναληθής. (β) Η μητέρα πριν τη διάγνωση καρκίνου δεν είχε κανένα πρόβλημα υγείας και ούτε έπαιρνε φάρμακα, αντιστρατεύεται τη μαρτυρία της καθόλα αξιόπιστης ΜΕ.
  4. Όπως αντιστρατεύεται και την ιατρική μαρτυρία που έγινε αποδεκτή και ο ισχυρισμός της ότι η μητέρα της παρά την ασθένεια της «μελετούσε και βιβλία», τη στιγμή που λόγω άνοιας για να αντιληφθεί το περιεχόμενο ακόμη και μικρού εγγράφου - όπως ήταν το δωρητήριο και πληρεξούσιο - θα έπρεπε να της το εξηγήσουν με απλά λόγια και (γ) Σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η δωρεά αφενός μεν δεν συνάδουν με τις δικογραφημένες θέσεις της και αφετέρου εγείρουν σοβαρά ερωτηματικά και εμβάλλουν σε ισχυρές υποψίες για το τι πραγματικά έγινε. Συγκεκριμένα:- Στην Έκθεση Υπεράσπισης προβάλλει ότι η δωρεά έγινε ως αντιστάθμισμα στην παρεμβολή εμποδίων από τις αδελφές της σε σχέση με την αξιοποίηση των μεριδίων που είχαν στα συνιδιόκτητα κτήματα, ενώ με τη μαρτυρία της ισχυρίσθηκε ότι ο λόγος που η μητέρα της αποφάσισε - από μόνη της - να προβεί στη δωρεά ήταν γιατί, όπως της είπε, «την αδίκησε και ήταν λάθος που της το πήρε πίσω». Πρόκειται κατά την άποψη μου για δύο διαφορετικούς ισχυρισμούς και εν πάση περιπτώσει αδυνατώ να δεχθώ ότι της είπε κάτι τέτοιο η μητέρα της, τη στιγμή που ο λόγος της επαναμεταβίβασης ήταν όπως πιο πάνω έχει προσδιορισθεί. Σε σχέση δε με τα ερωτηματικά και τις υποψίες είναι αρκετό να παραπέμψω στην κατάσταση της υγείας της αποβιώσασας, η οποία ήταν τόσο άσχημη και στη βάση της είναι δύσκολο να γίνει πιστευτό ότι είχε τη νηφαλιότητα και την καθαρότητα σκέψης να αναλάβει από μόνη της πρωτοβουλία για να προβεί στη δωρεά και μάλιστα να ζητήσει από την εναγόμενη να την κρατήσουν μυστική από τις άλλες δύο θυγατέρες. Για όλα τα πιο πάνω είναι κατάληξη του δικαστηρίου ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η δωρεά πράγματι εγείρουν σοβαρά ερωτηματικά και εμβάλλουν σε ισχυρές υποψίες για το τι πραγματικά έγινε. Κατ΄ ακολουθία της αξιολόγησης που έγινε ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Επισημαίνω ιδιαίτερα τα ακόλουθα:
  5. Κατά το χρόνο που έγινε η επίδικη δωρεά η αποβιώσασα ήταν ηλικίας 80 χρονών και σε πολύ άσχημη κατάσταση υγείας. Είχε χρόνια προβλήματα, όπως η ιατρική μαρτυρία που έγινε αποδεκτή και από το Δεκέμβριο του 2005 μέχρι και το Μάρτιο του 2007 λάμβανε συστηματικά χημειοθεραπεία στο Ογκολογικό Κέντρο της Τράπεζας Κύπρου, όπου κατά το τελευταίο πριν τη δωρεά διάστημα τη μετέφερνε η εναγόμενη.
  6. Πέρα από τα σοβαρά σωματικά προβλήματα υγείας, η αποβιώσασα έπασχε και από ήπιας μορφή άνοια και ήταν ευάλωτη σε πιέσεις.
  7. Οι συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η επίδικη δωρεά εγείρουν σοβαρά ερωτηματικά και υποψίες και
  8. Για την έγερση της παρούσας αγωγής πρωτοστάτησε η ενάγουσα, η οποία ήταν και το πρόσωπο που ανέθεσε την υπόθεση σε δικό της δικηγόρο. Στη βάση των πιο πάνω δύο είναι τα ερωτήματα που εγείρονται για το δικαστήριο. Το πρώτο αφορά την εγκυρότητα του πληρεξουσίου που υπόγραψε η αποβιώσασα κι αυτό, όπως είναι η θέση της ενάγουσας, στη βάση ότι ο πιστοποιών υπάλληλος δεν την γνώριζε προσωπικά. Και, το δεύτερο, κατά πόσο η δωρεά ήταν προϊόν «ψυχικής πίεσης» της εναγόμενης. Για το πρώτο ερώτημα η απάντηση κατά την άποψή μου δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα. Με την απόρριψη της μαρτυρίας της ενάγουσας ότι η μητέρα της τής είπε όσα της απέδωσε, η βάση πάνω στην οποία προωθήθηκε η ακυρότητα του πληρεξουσίου εκθεμελιώθηκε και παρέμεινε αναντίλεκτη η γραπτή δήλωση του πιστοποιούντα υπαλλήλου ότι την γνώριζε προσωπικά. Σ΄ ότι αφορά το δεύτερο ερώτημα σχετικό είναι το άρθρο 16 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, το οποίο έχει ως ακολούθως:- «16-
(1)Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία «ψυχικής πίεσης» όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο - (α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3)Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου.» Οι πρόνοιες που πιο πάνω άρθρου έγιναν αντικείμενο εξέτασης από σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων και οι υποθέσεις Χαραλάμπους κ.α. ν. Κούτα
(1997)1 Α.Α.Δ. 23, Σωκράτους ν. Σιβιτανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1602, Κεφάλας κ.α. Νικόλα
(2000)1 Α.Α.Δ. 1226, Δημητρίου κ.α. ν. Κωνσταντινίδη κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1503, Χριστοφόρου ν. Ιακώβου
(2002)1 Α.Α.Δ. 33 και Σ.Π.Ε. Αγίας Φυλάξεως ν. Πούλλα κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ.
  1. Για τους σκοπούς ωστόσο της παρούσας είναι αρκετό να παραθέσω αυτούσια τα πιο κάτω αποσπάσματα πρώτα από την υπόθεση Κεφάλας και στη συνέχεια από την υπόθεση Χριστοφόρου (ανωτέρω): « Εκ των ανωτέρω, καθίσταται πρόδηλο ότι η ψυχική πίεση, ως δόγμα του δικαίου της επιείκειας, δεν περιορίζεται στις περιπτώ­σεις εξαναγκασμού αλλά επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται κατάχρηση της εμπιστοσύνης που αποκτάται ή όπου έχει προδοθεί η εμπιστοσύνη που δόθηκε. Η έννοια της ψυχικής πίεσης δεν έχει προσδιοριστεί με ακρί­βεια από τη νομολογία και συνεπώς δεν υπάρχουν στεγανά. Τα αγγλικά δικαστήρια έχουν περιγράψει την ψυχική πίεση ως some unfair and improper conduct, some coercion from outside, some overreaching, some form of cheating and generally, though not always, some personal advantage obtained by the guilty party". Βλ. Allcard v. Scinner (ανωτέρω). Στην Allcard v. Skinner (ανωτέρω) ο Cotton L.J. προσέγγισε 15 το θέμα με τον εξής τρόπο: "First, where the court has been satisfied that the gift was the result of influence expressly used by the donee for the purpose; second, where the relations between the donor and donee have at or shortly before the execution of the gift been such as to raise a presumption that the donee had influence over the donor. In such a case the Court sets aside the voluntary gift, unless it is proved that in fact the gift was the spontaneous act of the donor acting under circumstances which enabled him to exercise an independent will and which justifies the Court in holding that the gift was the result of a free exercise of the donor's will. The first class of cases may be considered as depending on the principle that no one shall be allowed to retain any benefit arising from his own fraud or wrongful act. In the second class of cases the Court interferes, not on the ground that any wrongful act has in fact been committed by the donee, but on the ground of public policy and to prevent the relations which existed between the parties and the influence arising therefrom being abused." Οι συμβάσεις που μπορούν να καταργηθούν λόγω ψυχικής πίε­σης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία πε­ριλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών. Η δεύτερη κατηγορία περι­λαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει μεταξύ των μερών ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση, η ψυχική πίεση πρέπει να απο­δεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη, η ψυχική πίε­ση τεκμαίρεται ότι υπάρχει. Σε μια αντιδικία, ο ενάγων μπορεί να ισχυρισθεί ότι υπάρχουν και οι δύο περιπτώσεις· ότι δηλαδή, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει και ότι όντως υπάρχει. Στο τέλος, δεν αποκλείεται να αποβεί επιτυχής η επίκληση και των δύο περιπτώσεων, εφόσον η μια δεν ουδετεροποιεί την άλλη. Βλ. Re Craig Meneces and Another v. Middleton and Others [1970] 2 All E.R.
  2. Στην περίπτωση, όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, απαραιτήτως πρέπει να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη συνομολόγηση της συμφωνίας, η οποία δεν θα γι­νόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Σ' αυτή την πε­ρίπτωση, ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλα­γή έχει το βάρος να αποδείξει τη ψυχική πίεση. Στην δεύτερη περίπτωση, όπου τεκμαίρεται η ύπαρξη της ψυχι­κής πίεσης, το μέρος στο οποίο έχει εναποτεθεί η εμπιστοσύνη, έχει το βάρος να καταδείξει ότι αυτός που τον εμπιστεύθηκε και τώρα επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής, ενήργησε οικειοθελώς υπό την έννοια ότι ήταν ελεύθερος και καλά πλη­ροφορημένος να προβεί ο ίδιος σε ανεξάρτητη εκτίμηση της ωφε­λιμότητας της σύμβασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, χωρίς αυτό να αποτελεί τον κανόνα, ο μόνος τρόπος ανατροπής του τεκμηρί­ου είναι η απόδειξη ότι το μέρος που επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής πήρε ανεξάρτητη συμβουλή πριν από τη σύναψη της συμφωνίας την οποία και ακολούθησε.» ......................... « Η εφαρμογή του δόγματος του αθέμιτου επηρεασμού, σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας, σκοπό είχε να εξασφαλίσει ότι κανέ­νας δεν θα επιτρέπεται να διατηρεί τα οφέλη του δόλου του ή της άδικης του πράξης (Chitty on Contracts, 27η Έκδοση, Τόμος 1ος, παραγρ. 7-042). Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Allcard v. Skinner [1887] Ch. D. 145,
  3. η αντιμετώπιση αυτή δεν είναι περιορισμός που τίθεται στο δωρητή, αλλά εμπόδιο στη συνείδηση του αποδέκτη της δωρεάς, το οποίο βασίζεται στο δημόσιο συμφέρον και στην ορθή συμπεριφορά. Όταν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι η δωρεά ήταν αποτέλεσμα επηρεασμού που ασκήθηκε άμεσα από το δωρεοδόχο για το σκοπό αυτό ή όπου οι σχέσεις μεταξύ του δωρητή και του δωρεοδόχου κατά το χρόνο της δωρεάς ή λίγο πριν από αυτή, εί­ναι τέτοιες που να δημιουργούν τεκμήριο ότι ο δωρεοδόχος έχει επηρεάσει το δωρητή, το δικαστήριο ακυρώνει τη δωρεά. Για να είναι έγκυρη θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η δωρεά συνιστούσε αυ­θόρμητη πράξη του δωρητή, ο οποίος ενεργούσε υπό περιστάσεις που τον καθιστούσαν ικανό να εκδηλώσει ανεξάρτητη βούληση και μόνο αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι η δωρεά ήταν το απο­τέλεσμα της ελεύθερης βούλησης του δωρητή (κατά το Λόρδο Cotton L.J.. στην υπόθεση Allcard v. Skinner, ανωτέρω).» Στην υπόθεση που εδώ εξετάζεται, είναι φανερό ότι τα γεγονότα που την συνθέτουν την κατατάσσουν στη δεύτερη κατηγορία και κατά συνέπεια τεκμαίρεται ότι η επίδικη δωρεά έγινε ως αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης. Όπως δε έχει νομολογηθεί (βλ. Σ.Π. Εταιρεία Αγίας Φυλάξεως, ανωτέρω), για να καταρριφθεί το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης του άρθρου 16
(2)του περί Συμβάσεων Νόμου, το δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο δωρητής (η αποβιώσασα) ενήργησε ανεξάρτητα οιασδήποτε επιρροής από το δωρεοδόχο (την εναγόμενη) και με πλήρη συνείδηση του τι έπραττε. Εγείρεται επομένως το ερώτημα κατά πόσο η εναγόμενη με τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης ότι η δωρεά δεν ήταν προϊόν ψυχικής πίεσης. Η απάντηση κατά την άποψή μου είναι σαφώς αρνητική. Όπως κρίθηκε οι συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η δωρεά εγείρουν σοβαρά ερωτηματικά και υποψίες και με την απόρριψη της σχετικής επί του θέματος μαρτυρίας της εναγόμενης είναι έκδηλο ότι δεν έχει αποσείσει το εν λόγω αποδεικτικό βάρος. Ούτε βοηθά την υπόθεση της η μαρτυρία του δικηγόρου Μακρίδη. Επί του προκειμένου είναι αρκετό να παρατηρηθεί ότι η συνάντηση που είχε ο εν λόγω δικηγόρος στις 23.1.07 με την αποβιώσασα και την εναγόμενη δεν κατέληξε στην παροχή νομικής συμβουλής ως προς τα επακόλουθα της δωρεάς, αλλά ο ρόλος του δικηγόρου ουσιαστικά περιορίσθηκε σε τρία τινά. Πρώτο, να ρωτήσει την αποβιώσασα γιατί ήθελε να μεταβιβάσει το σπίτι μόνο στην εναγόμενη, δεύτερο να ετοιμάσει τα δύο έγγραφα και, τρίτο, ότι ο ίδιος δεν αντελήφθηκε ότι η αποβιώσασα δεν καταλάβαινε το περιεχόμενο των εγγράφων που υπόγραψε. Κάτω απ΄ αυτά τα δεδομένα, και λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας και της πολύ άσχημης ψυχοσωματικής υγείας της αποβιώσασας, έχω την άποψη ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση της εναγόμενης ότι η υπογραφή των δύο εγγράφων από την αποβιώσασα ήταν αποτέλεσμα και ανεξάρτητης νομικής συμβουλής που έλαβε. Για όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η εναγόμενη απέτυχε να αποσείσει το αναφερθέν αποδεικτικό βάρος και ενόψει τούτου εκδίδεται διάταγμα ακύρωσης της μεταβίβασης ως το απαιτητικό της παρ. 20(Α) της έκθεσης απαίτησης. Όσον αφορά το απαιτητικό υπό Β, το οποίο προβάλλεται ως «εναλλακτική» αξίωση, λόγω της ακύρωσης της μεταβίβασης έπαυσε να έχει αντικείμενο και απορρίπτεται. Η εναγόμενη καταδικάζεται και στα έξοδα, τα οποία να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου προς έγκριση. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.