Αναφορικά με την Luchian Marina Tudor, Αίτηση Έκδοσης: 8/09, 03 Νοεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A350 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Αίτηση Έκδοσης: 8/09 Αναφορικά με τον Περί Εκδόσεων Φυγόδικων Νόμο και Αναφορικά με την Luchian Marina Tudor ------------------------------ Ημερομηνία: 03 Νοεμβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κα Ε. Λοϊζίδου (κα Σπηλιωτοπούλου για να ακούσει απόφαση) Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση: κος Μ. Γεωργίου Καθ΄ ης η Αίτηση: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσης συνιστά η εγκυρότητα αιτήματος του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για έκδοση της καθ΄ ης η αίτηση στη Μολδαβία, χώρα η οποία ζητά τούτην. Προς το σκοπό αυτό οι αιτητές προσκόμισαν στο Δικαστήριο σωρεία εγγράφων τα οποία κατέθεσαν ως τεκμήρια, ενώ περαιτέρω κάλεσαν και τέσσερις μάρτυρες. Στον αντίποδα η εκζητούμενη δεν κάλεσε οιονδήποτε μάρτυρα και περιορίστηκε στη δική της ένορκη μαρτυρία. Την 08/12/09 η αστυνομία έθεσε την εκζητούμενη ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον ενωρίτερα εκτέλεσε ένταλμα συλλήψεως που εκκρεμούσε εναντίον της. Την ίδια ημέρα οι συνήγοροι των δυο πλευρών, αιτητών και εκζητουμένης, εκ συμφώνου κατέθεσαν εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως (στη συνέχεια Υ.Δ.Δ.Τ.), ημερομηνίας 08/12/09, για έναρξη της διαδικασίας. Το εν λόγω τεκμήριο αριθμήθηκε ως
- Σύμφωνα με ό,τι αναφέρεται στην εξουσιοδότηση, την 21 Φεβρουαρίου 2007 το εφετείο της πόλης Balti ανέτρεψε αθωωτική απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο της πόλης Edinet και εν συνεχεία επέβαλε στην εκζητούμενη ποινή φυλάκισης 15 ετών και 6 μηνών. Αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε η εκζητούμενη είναι εκείνο της εμπορίας και εκμετάλλευσης προσώπων και παιδιών, το οποίο, σύμφωνα με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1, συνιστά αδίκημα και στην Κυπριακή Δημοκρατία, εφόσον αντιβαίνει των διατάξεων των άρθρων 2, 5, 6, 9 και 10 του περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας Θυμάτων Νόμου, Ν.87(Ι)/2007και επισύρει ποινή φυλάκισης πέραν του ενός έτους. Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με την εξουσιοδότηση, κατά το μήνα Οκτώβριο του 2002, η εκζητούμενη, σε συνεργασία με άλλα πρόσωπα, υποσχέθηκε σε νεαρές γυναίκες από τη Μολδαβία, μεταξύ των οποίων και δυο ανήλικες, να τους προσφέρει εργασία στη Μόσχα και αφού τις κατακράτησε παράνομα στην οικία της στην πόλη Edinet για διάστημα δυο ημερών, τις μετέφερε στη Μόσχα, όπου εκεί εξαναγκάστηκαν σε πορνεία για περίοδο τεσσάρων μηνών. Πρώτος μάρτυρας των αιτητών ήταν η Έλλη Κανάρη Μορφάκη. Ανέφερε ότι εργάζεται στο Υ.Δ.Δ.Τ. καθώς και ότι είναι υπεύθυνη της μονάδας διεθνούς συνεργασίας. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, τον Απρίλιο του 2009 το Υ.Δ.Δ.Τ. έλαβε μήνυμα από το αντίστοιχο υπουργείο της Μολδαβίας ότι η εκζητούμενη καταζητείτο, προκειμένου να εκτίσει ποινή φυλάκισης δεκαπέντε ετών και έξι μηνών που της επέβαλε το εφετείο της πόλης Balti στη Μολδαβία. Ως εκ τούτου, ετοιμάστηκε προσωρινό ένταλμα σύλληψης το οποίο εκδόθηκε την 23/07/
- Το προσωρινό ένταλμα σύλληψης και ο όρκος του αστυφύλακα που το υποστήριξε, καθώς και το σχετικό μήνυμα των Μολδαβικών αρχών το οποίο επισυνάφθηκε στο προσωρινό ένταλμα ως παράρτημα Α, κατατέθηκαν ως τεκμήριο
- Επιπλέον, στο ίδιο προσωρινό ένταλμα επισυνάπτετο - παράρτημα Β - πιστοποιητικό του Υπουργού Εξωτερικών της Δημοκρατίας το οποίο βεβαίωνε ότι η Μολδαβία προσχώρησε στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων. Το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε ως τεκμήριο 2Α. Ανάλογο, δηλαδή έγγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών που πιστοποιούσε ότι η Μολδαβία προσχώρησε στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων, είναι και το τεκμήριο
- Σύμφωνα λοιπόν με τον όρκο του αστυφύλακα που αιτήθηκε την έκδοση προσωρινού εντάλματος συλλήψεως εναντίον της εκζητουμένης, καθώς και τα παραρτήματα Α και Β τούτου, συνάγεται ότι˙ σύμφωνα με τις Μολδαβικές αρχές το 2002 η εκζητούμενη, μαζί με άλλα πρόσωπα, υποσχέθηκε σε αριθμό νεαρών κοριτσιών να τους εξεύρει εργασία στη Μόσχα και προς τούτο τις φιλοξένησε στο σπίτι της. Στη συνέχεια τις μετέφερε στη Μόσχα όπου για περίοδο τεσσάρων μηνών τις εξωθούσε σε πορνεία, ασκώντας εναντίον τους φυσική και ψυχολογική βία. Για την εν λόγω υπόθεση το 2004 διώχθηκε ποινικά και εν τέλει αθωώθηκε από το Δικαστήριο του Edinet. Παρόλα αυτά, το 2007 το Εφετείο του Balti ανάτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και καταδίκασε την εκζητούμενη σε φυλάκιση 15 ετών και 6 μηνών. Σύμφωνα με το ένταλμα, οι εν λόγω ενέργειες της εκζητουμένης συνιστούν αδίκημα σύμφωνα με τα άρθρα 165 Μέρος 2(δ) και 206 Μέρος 2(Α) του Μολδαβικού Ποινικού Κώδικα. Περαιτέρω, τέτοιες πράξεις αντιβαίνουν τις διατάξεις των άρθρων 2, 5, 6, 9 και 10 του περί της Καταπολέμησης Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας Θυμάτων, Ν.87(Ι)/07και επισύρουν ποινή φυλάκισης μέχρι 20 έτη. Τόσο η Κυπριακή Δημοκρατία όσο και η Μολδαβική Δημοκρατία είναι συμβαλλόμενα μέρη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων. Πέραν των πιο πάνω, στο μήνυμα των Μολδαβικών Αρχών - παράρτημα Α στο τεκμήριο 2 - παρατίθεται το σύνολο των προσωπικών στοιχείων της εκζητουμένης καθώς και των εξωτερικών χαρακτηριστικών της. Ανάλογη περιγραφή περιέχεται και στο τεκμήριο
- Στη συνέχεια, σύμφωνα με τη μάρτυρα - λειτουργό του Υ.Δ.Δ.Τ., και συγκεκριμένα την 03/08/09 οι Μολδαβικές αρχές απέστειλαν αίτηση έκδοσης υπογεγραμμένη από τον αρμόδιο υπουργό. Στην αίτηση επισυνάπτετο και η απόφαση του εφετείου της πόλης Balti, τόσο στη Ρουμανική γλώσσα όσο και στην Αγγλική (βλ. τεκμήριο 4). Ακολούθως, με επιστολή ημερομηνίας 17/08/09 (βλ. τεκμήριο 5), οι αρχές της Δημοκρατίας ζήτησαν διευκρινήσεις από τις Μολδαβικές αρχές οι οποίες, διευκρινήσεις, απεστάλησαν την 28/08/09 (βλ. τεκμήριο 6). Σύμφωνα με αυτή την τελευταία διευκρινιστική επιστολή - τεκμήριο 6 - η εκζητούμενη κατηγορήθηκε και παρουσιάστηκε στο πρωτόδικο Δικαστήριο της πόλης Edinet. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της δίκης, της επιβλήθηκε περιοριστικός όρος να μην φύγει από την περιοχή που διέμενε (not to leave the locality). Στη συνέχεια η πρωτόδικη αθωωτική απόφαση του Δικαστηρίου του Edinet εφεσιβλήθηκε στο εφετείο του Balti, το οποίο την 21/02/07 ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, καταδίκασε την εκζητούμενη και της επέβαλε ποινή φυλάκισης 15 ετών και 6 μηνών. Στην έφεση, σύμφωνα με τη διευκρινιστική επιστολή - τεκμήριο 6 - η εκζητούμενη δεν ήτο παρούσα αλλά εκπροσωπείτο από συνήγορο, κάποιον Revenco E. Εν κατακλείδι, η απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της Μολδαβίας, δηλαδή του Δικαστηρίου του Balti, μπορεί να αμφισβητηθεί εντός δυο μηνών από την ημερομηνία έκδοσης, ή για πρόσωπο που ήταν απών κατά την έκδοση, εντός δυο μηνών από την ημερομηνία που παρέλαβε σχετική γραπτή ειδοποίηση. Εν πάση όμως περιπτώσει, αναφέρει η διευκρινιστική επιστολή, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Δεύτερου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης Φυγοδίκων, η εκζητούμενη έχει δικαίωμα επανεκδίκασης. Μετά την παραλαβή όλων των πιο πάνω, ανέφερε η μάρτυρας, ετοίμασε σχετική εξουσιοδότηση για έναρξη διαδικασίας έκδοσης, η οποία υπεγράφη από τον αρμόδιο υπουργό την 28/08/09 (βλ. τεκμήριο 7). Περαιτέρω, την 26/10/09 οι Μολδαβικές αρχές απέστειλαν στις αντίστοιχες αρχές της Δημοκρατίας πρόσθετες πληροφορίες αναφορικά με τα περιοριστικά μέτρα που προβλέπει η νομοθεσία τους και τα οποία εφαρμόστηκαν από το Δικαστήριο του Edinet κατά την πρωτόδικη διαδικασία. Στην εν λόγω επιστολή, η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 8, επισυνάπτεται και αγγλική μετάφραση των σχετικών άρθρων, άρθρα 176 και 178 του κώδικα ποινικής δικονομίας της Δημοκρατίας της Μολδαβίας. Ας σημειωθεί εδώ ότι αγγλική μετάφραση των άρθρων που θεσπίζουν τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε η εκζητούμενη επισυνάπτεται στο τεκμήριο
- Σύμφωνα με τη λειτουργό του Υ.Δ.Δ.Τ. αφότου η εξουσιοδότηση του υπουργού - τεκμήριο 7 - κατατέθηκε στο Δικαστήριο, άρχισε η διαδικασία έκδοσης η οποία συνεχίστηκε μέχρι και το Δεκέμβριο του
- Την 07/12/09 και για λόγους που φαίνονται σε πρακτικό του Δικαστηρίου, η αίτηση απερρίφθη. Το αναφερόμενο πρακτικό κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Ως αναφέρεται και ως συνάγεται από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 9, την 07/12/09 και ώρα 11:00 ήταν ορισμένη για συνέχιση της ακρόασης η αίτηση φυγοδίκου υπ΄ αριθμό 3/09, η οποία στρέφετο εναντίον της εκζητούμενης στην παρούσα αίτηση. Κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου της εκζητούμενης, και εφόσον μέχρι η ώρα 11:15 ουδείς εμφανίστηκε για τους αιτητές, το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε έλλειψη ενδιαφέροντος προώθησης της αίτησης και γι΄ αυτό το λόγο απέρριψε τούτην. Παρόλα αυτά, ερωτηθείς η λειτουργός του Υ.Δ.Δ.Τ. ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ούτε οι Μολδαβικές αρχές αλλά ούτε και το υπουργείο απέσυραν καθ΄ οιονδήποτε στάδιο το ενδιαφέρον τους. Αποτέλεσμα δε της απόρριψης της αίτησης 3/09 ήτο η ετοιμασία νέας εξουσιοδότησης του υπουργού - τεκμήριο 1 - και η προώθηση της παρούσης. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας δέχθηκε ότι η εκζητούμενη ήλθε στην Κύπρο δυνάμει άδειας εισόδου. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν ήτο εις θέση να απαντήσει κατά πόσο η εκζητούμενη γνώριζε αν ασκήθηκε έφεση εναντίον της, όπως ούτε αν εξασφάλισε άδεια εξόδου για να φύγει από την Μολδαβία ή ακόμη κατά πόσο υφίστατο τότε οιονδήποτε περιοριστικό μέτρο. Ο αστ. 2867 Κ. Σοφοκλέους ανέφερε ότι την 07/12/09 εμφανίστηκε σε δικαστή και αιτήθηκε την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον της εκζητούμενης. Το περιεχόμενο του όρκου που χρησιμοποιήθηκε από το μάρτυρα για την έκδοση του εντάλματος και τα έντυπα που επισυνάπτονται σε αυτό, κατατέθηκαν ως τεκμήριο
- Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας δέχθηκε ότι δεν ήλεγξε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εισήλθε η εκζητούμενη στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο η εκζητούμενη έφυγε από τη χώρα της δυνάμει άδειας εξόδου. Ο λοχίας 953 Πέτρος Πανόρκου ανέφερε ότι την 07/12/09 συνέλαβε την εκζητούμενη δυνάμει εντάλματος συλλήψεως. Τα όσα αναφέρθησαν στο μάρτυρα από την εκζητούμενη κατά τη σύλληψη τα κατέγραψε στο έντυπο του εντάλματος, το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Ούτε αυτός ο μάρτυρας γνώριζε πώς η εκζητούμενη εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία και πώς εξήλθε από τη χώρα της. Ως τελευταίος μάρτυρας των αιτητών κλήθηκε η Στάλα Χ˝ Κωσταντή η οποία εργάζεται στη νομική υπηρεσία ως δημόσιος κατήγορος. Ό,τι ανέφερε αυτή η μάρτυρας αφορά την αίτηση 3/09 που απορρίφθηκε την 07/12/
- Ανέφερε ότι την εν λόγω ημέρα και σε ώρα πολύ πριν την καθορισμένη ο συνήγορος της εκζητούμενης της ζήτησε να μεταβούν στο γραφείο του δικαστή για να τον ενημερώσει ότι αργότερα θα υπέβαλλε αίτημα αναβολής. Σύμφωνα με τη μάρτυρα ούτω και έπραξαν, για να λάβουν όμως την απάντηση πως το Δικαστήριο θα επιλαμβανόταν οιουδήποτε αιτήματος την ώρα που η αίτηση ήτο ορισμένη. Αργότερα την ίδια ημέρα, συνέχισε η μάρτυρας, η ίδια εξήλθε της αίθουσας κατά το χρόνο που η εν λόγω αίτηση ήταν ορισμένη και δεν είχε περαιτέρω ανάμιξη. Επιπλέον, ανέφερε ότι την 11/11/09 της ζητήθηκε από την κα Λοϊζίδου, συνήγορο των αιτητών στην αίτηση 3/09, όπως εμφανιστεί εκ μέρους της και ζητήσει αναβολή. Εκείνη την ημέρα, 11/11/09, υπέβαλε το σχετικό αίτημα και η εκδίκαση της αίτησης ανεβλήθη. Η κα Λοϊζίδου δεν επικοινώνησε μαζί της αργότερα αλλά ούτε και η ίδια την ενημέρωσε αναφορικά με τη νέα ημερομηνία ορισμού της αίτησης, υποθέτοντας ότι η τελευταία ενημερώθηκε είτε από το Υ.Δ.Δ.Τ., είτε από το πρωτοκολλητείο. Όπως προανέφερα ενόρκως κατέθεσε και η εκζητούμενη. Η θέση της εκζητούμενης έχει κοινό κορμό και σε βασικές πτυχές της είναι προσαρμοσμένη στη μαρτυρία των αιτητών. Σύμφωνα με την εκζητούμενη το 2001 γνώρισε μια γυναίκα ρωσικής καταγωγής, ονόματι Λαρίσα, η οποία ζητούσε κόσμο να πάει στη Μόσχα να εργαστεί. Μετά πάροδο έξι μηνών η αστυνομία κάλεσε την εκζητούμενη να καταθέσει αναφορικά με το πώς γνώρισε την εν λόγω γυναίκα. Στη συνέχεια η Λαρίσα κατηγορήθηκε και η εκζητούμενη κλήθηκε ως μάρτυρας. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της δίκης, δηλαδή δύο έτη, η εκζητούμενη δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τη Μολδαβία. Όταν ολοκληρώθηκε η υπόθεση και η Λαρίσα καταδικάστηκε σε φυλάκιση, η εκζητούμενη εξασφάλισε visa για την Ιρλανδία όπου μετέβη για εργασία. Ενόσω εργάζετο στην Ιρλανδία ήρθε στην Κύπρο όπου και συνάντησε τον υιό και την αδελφή της, οι οποίοι είχαν εν τω μεταξύ εγκατασταθεί στην Κύπρο. Στη συνέχεια, και πάλιν ενόσω βρίσκετο στην Ιρλανδία, ένεκα του ότι ασθένησε ο πατέρας της επιχείρησε να μεταβεί στη Μολδαβία μέσω Πολωνίας. Όταν όμως μετέβη στην Πολωνία συνελήφθη με τη δικαιολογία ότι καταζητείτο από την Interpol. Αφότου έμεινε στη φυλακή για τέσσερις μήνες μεταφέρθηκε εν τέλει στη Μολδαβία όπου εκεί την κατηγόρησαν ότι εργαζόταν με αυτή τη Λαρίσα. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της δίκης υποχρεούτο να παραμείνει στη Μολδαβία, ενώ την 01/03/06 η δίκη ολοκληρώθηκε και η εκζητούμενη αθωώθηκε. Παρέμεινε στη Μολδαβία μέχρι την 19/12/06 οπόταν, αφότου εξασφάλισε σχετική άδεια, αναχώρησε για την Κύπρο. Το έγγραφο της σχετικής άδειας παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Σύμφωνα με την εκζητούμενη ουδέποτε ενημερώθηκε ότι εφεσιβλήθηκε η απόφαση ημερομηνίας 01/03/06, ενώ η ίδια δεν έδωσε οδηγίες σε συνήγορο να την εκπροσωπήσει σε οιανδήποτε αναθεωρητική διαδικασία. Μετά τη μαρτυρία της εκζητούμενης οι δυο συνήγοροι προχώρησαν σε αγορεύσεις. Ήταν εν προκειμένω η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η αίτηση των αιτητών υπόκειται σε απόρριψη για δυο λόγους. Ο πρώτος, ανέφερε ο κος Γεωργίου, είναι ότι η διαδικασία έφεσης, δηλαδή εκείνη που απέληξε στην καταδίκη της εκζητούμενης, έλαβε χώρα στην απουσία της τελευταίας. Όπως ανέφερε ο συνήγορος, οι αιτητές δεν απέδειξαν ότι επιδόθηκε στην εκζητούμενη οιαδήποτε ειδοποίηση έφεσης. Γι΄ αυτούς τους λόγους, ανέφερε ο κος Γεωργίου, η διαδικασία που ακολουθήθηκε στη Μολδαβία και απέληξε στην καταδίκη της εκζητούμενης, παραβιάζει βασικά ανθρώπινα δικαιώματα και συγκεκριμένα εκείνο του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, και έτσι αυτό το Δικαστήριο οφείλει να διαφυλάξει τα δικαιώματα της εκζητούμενης απορρίπτοντας την αίτηση. Από την άλλη, ανέφερε ο κος Γεωργίου, το αίτημα υπόκειται σε απόρριψη και λόγω κωλύμματος ένεκα δεδικασμένου. Επικαλούμενος την απόφαση Αναφορικά με την αίτηση του Παμπορίδη
(1995)1 Α.Α.Δ. 670 εισηγήθηκε ότι η καταχώριση της αίτησης 3/09 εναντίον της εκζητούμενης και η εν συνεχεία απόσυρσή της, αποστερεί τους αιτητές ευχέρειας επαναφοράς των ίδιων επίδικων θεμάτων. Στον αντίποδα η κα Λοϊζίδου, για τους αιτητές, εισηγήθηκε ότι˙ αφενός αποδείχθηκε καθετί το οποίο έπρεπε να αποδειχθεί, αφετέρου οι εισηγήσεις της υπεράσπισης είναι ασύστατες νομικού ερείσματος. Πλείστες τόσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίζουν ότι η διαδικασία έκδοσης εδράζεται σε διεθνείς υποχρεώσεις που απορρέουν από αμοιβαίες συμφωνίες μεταξύ κρατών και συνεπάγουν πλήρη ευθύνη και δέσμευση από τα συμβαλλόμενα κράτη. Τέτοιες μάλιστα διεθνείς συμβάσεις τυγχάνουν ευρείας ερμηνείας (βλ. Petrov ν. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1996)1 Α.Α.Δ. 856 και In re Vaskevıtch
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 136). Σκοπός της σχετικής νομοθεσίας, η οποία βασίζεται στις απλές αρχές της δικαιοσύνης και είναι μείζονος σημασίας για τη δημόσια απονομή τούτης και την εσωτερική ασφάλεια των χωρών, είναι η κατάργηση του φραγμού των συνόρων και η παρεμπόδιση έτσι προσώπων που διέπραξαν αδίκημα σε μια χώρα να βρίσκουν άσυλο σε άλλη (βλ. Αναφορικά με τον Altieri (αρ. 2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 576). Σκοπός περαιτέρω της διαδικασίας, είναι η εξακρίβωση των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος για την έκδοση εκζητούμενου προσώπου (βλ. Μελάς ν. Αρχηγού Αστυνομίας
(1998)1 Α.Α.Δ. 2261, 2266). Σημειώνεται εδώ ότι η προϋπόθεση για αμφοτερόπλευρη εγκληματικότητα υφίσταται και σε κάθε περίπτωση για την οποία επιζητείται η έκδοση, δηλαδή είτε πρόκειται για έκτιση ποινής είτε πρόκειται για άσκηση ποινικής δίωξης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Perella
(1997)1(A) Α.Α.Δ. 521, 528). Επιπλέον, έχει αποφασιστεί ότι το στοιχείο της διπλής εγκληματικότητας παραπέμπει στο χρόνο διάπραξης του εγκλήματος και όχι στο χρόνο που υποβάλλεται το αίτημα στη χώρα από την οποία ζητείται η έκδοση (βλ. Αναφορικά με τον Στ. Νικολαϊδη
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1964, 1972). Στην υπό κρίση αίτηση νομικό υπόβαθρο παρέχει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων που συνήφθη στο Παρίσι την 13/12/57 και η οποία κυρώθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία με τον περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως Φυγοδίκων (Κυρωτικό) Νόμο του 1970, Ν.95/70, ενώ σχετικός είναι και ο έτερος ημεδαπός νόμος˙ περί Εκδόσεως Φυγοδίκων, Ν.97/70, ως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 2 της Σύμβασης που κυρώθηκε με το Ν.95/70(στη συνέχεια η Σύμβαση), έκδοση χωρεί˙ δια πράξεις κολάσιμους υπό των νόμων του αιτούντος μέρους και του μέρους παρ΄ ου αιτείται η έκδοση, οι οποίες τιμωρούνται με ποινή στερητική της ελευθερίας ενός τουλάχιστον έτους, ή εκεί όπου ο εκζητούμενος καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως ή επεβλήθη σε αυτόν μέτρο ασφάλειας στο έδαφος του αιτούντος μέρους διαρκείας τεσσάρων, τουλάχιστον, μηνών. Σημειώνεται ακόμη ότι το άρθρο 12 της Σύμβασης καθώς και το άρθρο 13 του Ν.97/70 αναφέρουν ό,τι χρειάζεται να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου εις απόδειξη του αιτήματος. Η δε γλώσσα των εγγράφων που προσκομίζονται είναι, σύμφωνα με το άρθρο 23 της Σύμβασης, εις τη γλώσσαν ενός εκ των δυο χωρών, με τη χώρα όμως από την οποία επιζητείται η έκδοση να δύναται να αξιώσει μετάφραση εις την επίσημον γλώσσα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Εν κατακλείδι, δεν παραγνωρίζεται ότι ο νόμος (Ν.97/70)προβλέπει και για ό,τι σχετικό τόσο για την εξουσιοδότηση του υπουργού και των εγγράφων που τη συνοδεύουν (βλ. άρθρο 7), όσο και για το ότι αμφότερες οι χώρες κύρωσαν τη Σύμβαση (βλ. άρθρα 3, 5 και 7 του νόμου) και περαιτέρω, πως η επίδικη συμπεριφορά για την οποία επιζητείται η έκδοση συγκεκριμένου προσώπου, είτε για δίωξη είτε για έκτιση ποινής, συνιστά αδίκημα και στις δυο χώρες (βλ. άρθρο 5
(1)(γ) του νόμου). Επανέρχομαι τώρα στο μαρτυρικό υλικό και την αξιολόγηση τούτου. Υποδεικνύεται ότι ο λόγος της απόφασης Μελάς (πιο πάνω) καθώς και από τα συμφραζόμενα της απόφασης Αναφορικά με τον Vladimir Petrov
(1996)1 Α.Α.Δ. 535, συνάγεται ότι σκοπός της διαδικασίας είναι κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις οι οποίες τάσσονται από τη νομοθεσία. Κατ΄ επέκταση οι προϋποθέσεις είναι ό,τι καθίσταται επίδικο θέμα και σε αυτό το επίδικο θέμα οφείλει το Δικαστήριο να προσδώσει σημασία και να περιορίσει την αξιολόγηση της μαρτυρίας και όχι σε καθετί το οποίο λέχθηκε εκ του περισσού. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της διαδικασίας. Οι μάρτυρες των αιτητών έκαναν εξαιρετική εντύπωση. Αφενός η μαρτυρία των δυο αστυφυλάκων - Σοφοκλέους και Πανόρκου - περιορίστηκε σε αναμφισβήτητες ενέργειες στις οποίες προέβησαν οι ίδιοι, αφετέρου η λειτουργός του υπουργείου υποστήριξε καθεμία ξεχωριστά τις θέσεις που προέβαλε στο Δικαστήριο μέσα από την πληθώρα των εγγράφων που προσκόμισε. Η μαρτυρία της δικηγόρου Στάλας Χ˝ Κωνσταντή κρίνω πως είναι παντελώς άσχετη με τα επίδικα θέματα. Παρόλα αυτά σημειώνω ότι η μαρτυρία της δεν άφησε την εντύπωση είτε επιτηδευμένης είτε μεροληπτικής στάσης. Κρίνω εν προκειμένω ότι όλοι οι μάρτυρες των αιτητών ήτο ανεξάρτητοι, αμερόληπτοι, αντικειμενικοί και κατ΄ επέκταση μάρτυρες της αλήθειας. Από την άλλη η εκζητούμενη δεν άφησε καλή εντύπωση. Αναφορικά με το τεκμήριο 12, ήτοι άδεια εξόδου από τη Μολδαβία, προσπάθησε να παρουσιάσει τη Μολδαβία ως χώρα που δεν νοείται να αγοράζονται τέτοια έγγραφα, ενώ στη συνέχεια άφησε να νοηθεί πως ο λόγος που αιτούνται την έκδοσή της είναι γιατί πρόσωπα εξουσίας νέμονται τη θέση τους προσπαθώντας να αποκομίσουν χρήματα. Έκανε συναφώς αναφορές σε τηλεφωνήματα που δέχθηκε και σχετικές απειλές. Από την άλλη δεν ήταν σε θέση να απαντήσει πλείστα τόσα κρίσιμα ερωτήματα δηλαδή, κατά πόσο είχε συνήγορο κατά τη διαδικασία έκδοσης στην Πολωνία, ποια ήταν τότε η θέση της και ποιος ήτο ο συνήγορος της στη δίκη που απέληξε σε αθώωση της το
- Η μαρτυρία της, στο σύνολό της, καλύπτετο από πέπλο μυστηρίου και αοριστίας, ενώ πλείστες τόσες εξηγήσεις της εκζητούμενης ήτο γενικές, αόριστες και ασαφείς. Ως εκ των πιο πάνω κρίνω ότι η εκζητούμενη δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Αναφορικά με το τεκμήριο Α για αναγνώριση αποφεύγω οιονδήπτοε σχολιασμό εφόσον δεν προωθήθηκε και δεν εξελίχθηκε σε τεκμήριο. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω προβαίνω στις ακόλουθες διαπιστώσεις.
- Μολδαβία και Κύπρος είναι συμβαλλόμενα μέρη στη Σύμβαση των Παρισίων την οποία έχουν κυρώσει (βλ. τεκμήρια 2Α και 3).
- Την 03/08/09 η Δημοκρατία της Μολδαβίας υπέβαλε, δια της διπλωματικής οδού, αίτηση για έκδοση της εκζητούμενης προς το σκοπό έκτισης ποινής φυλάκισης 15 ετών και 6 μηνών (βλ. τεκμήριο 4).
- Η αίτηση της Δημοκρατίας της Μολδαβίας συνεπληρώθη στη συνέχεια με πρόσθετα στοιχεία (βλ. τεκμήρια 6 και 8).
- Τα πρόσθετα στοιχεία ζητήθηκαν από την αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας (βλ. τεκμήριο 5).
- Η σχετική εξουσιοδότηση του Υ.Δ.Δ.Τ. εκδόθηκε κατόπιν υποβολής της αίτησης των Μολδαβικών αρχών, δηλαδή την 08/12/09 (βλ. τεκμήριο 1).
- Εξουσιοδότηση με ανάλογο περιεχόμενο εκδόθηκε και παλιότερα (βλ. τεκμήριο 7) και δυνάμει αυτής καταχωρίστηκε η αίτηση 3/09 εναντίον της εκζητούμενης δια της οποίας επιδιώκετο η έκδοσή της, αίτηση όμως που απερρίφθη την 07/12/09 λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος (βλ. τεκμήριο 9).
- Στην προκείμενη περίπτωση εις απόδειξη του αιτήματος προσκομίστηκαν έγγραφα που συνάδουν με τις διατάξεις του άρθρου 12 της Σύμβασης. Τα έγγραφα που απεστάλησαν είναι τόσο στη μητρική γλώσσα της χώρας που υποβάλλει το αίτημα όσο και στην αγγλική που που είναι μια από τις δυο επίσημες γλώσσες του Συμβουλίου της Ευρώπης. Τέτοια έγγραφα είναι τα ακόλουθα˙ (α) καταδικαστική απόφαση εναντίον της εκζητούμενης, η ποινή της οποίας δεν έχει εκτελεστεί (βλ. τεκμήριο 4). (β) έκθεση πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση (βλ. παράρτημα Α τεκμηρίου 2, καταδικαστική απόφαση ημερομηνίας 21/02/07 στο τεκμήριο 4 και έγγραφο writ to impose sentence στο τεκμήριο 4). (γ) τα πιο πάνω έγγραφα φανερώνουν τόσο τον τόπο όσο και το χρόνο που αφορά η έκνομη πράξη. (δ) ο κατά νόμον χαρακτηρισμός της πράξης εμφαίνεται στο έγγραφο Writ to impose sentence (βλ. τεκμήριο 4) και είναι trafficking in human being expressed by recruitment, transportation and shelter of persons in view of commercial sexual exploitation committed by false pretences and abuse of position of vulnerability, καθώς επίσης trafficking of children expressed by recruitment, transportation and shelter of a child in view of commercial sexual exploitation. (ε) Τόσο στο τεκμήριο 4 όσο και στο τεκμήριο 6 επισυνάπτονται αντίγραφα των σχετικών άρθρων που καθιστούν την εν λόγω συμπεριφορά κολάσιμη. (στ) Περιγραφή της εκζητούμενης δίδεται τόσο στο παράρτημα Α του τεκμηρίου 2 (βλ. φωτογραφία), όσο και στο τεκμήριο
- Στα ίδια έγγραφα αναφέρονται και στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα και εθνικότητα του προσώπου που ζητείται η έκδοση. Δεν έχω εν προκειμένω καμία αμφιβολία ότι το πρόσωπο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμει του εντάλματος (βλ. τεκμήριο 2) είναι η εκζητούμενη της οποίας οι Μολδαβικές Αρχές αιτούνται την έκδοση. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω διαπιστώσεις στρέφομαι σε εξέταση των εισηγήσεων της υπεράσπισης. Πρώτη ελέγχεται η εισήγηση περί δεδικασμένου και του παρεπόμενου, σύμφωνα με την υπεράσπιση, κωλύματος επαναφοράς των ίδιων επίδικων θεμάτων. Κρίνω πως επί του προκειμένου εύστοχη είναι η παραπομπή της κας Λοϊζίδου στην απόφαση Μελάς ν. Αρχηγού Αστυνομίας
(1998)1 Α.Α.Δ. 2261 όπου στη σελίδα 2266 λέχθηκε ότι˙ «Η διαδικασία, η οποία διέπει την έκδοση φυγοδίκου ρυθμίζεται από τον περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμον του 1970, (Ν. 97/70), ιδιαίτερα από το ΜΕΡΟΣ III. Πρόκειται για ειδική διαδικασία, προσαρμοσμένη στη φύση του αντικειμένου αίτησης για την έκδοση φυγοδίκου. Κύριος σκοπός της είναι η διαπίστωση της ύπαρξης των προϋποθέσεων για την έκδοσή του. Ο νόμος δεν απαγορεύει την επανάληψη αίτησης για την έκδοση φυγοδίκου. Ελέγχεται, όμως, η διαδικασία, όπως και κάθε δικαστική διαδικασία, προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του δικαστηρίου. Το δεδικασμένο στην πολιτική δικαιοδοσία συναρτάται με την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος και, γενικά, με τον καθορισμό των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Το αντικείμενο της διαδικασίας έκδοσης είναι διάφορο. Έχει ως λόγο τη διαπίστωση ύπαρξης των προϋποθέσεων για την κίνηση του διεθνούς μηχανισμού για τη μεταφορά του κατ΄ ισχυρισμό αδικοπραγήσαντα σε άλλη χώρα, για να δικαστεί ή να εκτίσει την ποινή του. Το έργο του δικαστηρίου είναι ανακριτικό. Η διαπίστωση της ύπαρξης των προϋποθέσεων για την έκδοση φυγόδικου δεν είναι ρυθμιστική ή καθοριστική των δικαιωμάτων του. Η διαφορά μεταξύ του επιδίκου θέματος πολιτικής αγωγής, εγειρόμενης βάσει της Δ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, και αίτησης για την έκδοση φυγοδίκου, δεν αφήνει κανένα πεδίο για παραλληλισμό του αντικειμένου τους ή της διαδικασίας για την εξέτασή τους. Το δεδικασμένο έχει ως λόγο τη λύση διαφοράς, αναφορικά με δικαιώματα, όχι την πιστοποίηση προϋποθέσεων για παραπομπή προσώπου σε δίκη ή έκδοσή του σε άλλη χώρα, προκαταρκτικό ζήτημα, που δεν άπτεται της ουσίας. Συνεπώς, ούτε ως θέμα αρχής ούτε ως θέμα νομολογίας δημιουργείται δεδικασμένο, ως αποτέλεσμα της απόρριψης αιτήματος για έκδοση φυγοδίκου και δεν παρεμβάλλεται κώλυμα στην υποβολή δεύτερου όμοιου αιτήματος». Περαιτέρω στην απόφαση Αναφορικά με την αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα (αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 361, 368 λέχθηκε ότι˙ «Στη Rees v. Secretary of State [1986] 2 All E.R. 321, κρίθηκε, σε σχέση με την ερμηνεία της Αγγλικής νομοθεσίας για την έκδοση φυγοδίκων, που αντιστοιχεί, ουσιαστικά, προς τις διατάξεις της κυπριακής νομοθεσίας, ότι παρέχεται η δυνατότητα έκδοσης δεύτερης εξουσιοδότησης για την έκδοση φυγοδίκου. Όπως αποφασίστηκε στην Περρέλλα, η εξουσιοδότηση αυτή συναρτάται με την εγκατάλειψη της πρώτης εξουσιοδότησης˙ εγκατάλειψη που συνεπάγεται και τον τερματισμό κάθε διαδικασίας που εδράζεται σ΄ αυτή. Η παράλληλη προώθηση δύο διαδικασιών για την έκδοση φυγοδίκου κρίθηκε ότι συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, που επιβάλλει την παρέμβαση του δικαστηρίου για την αποτροπή της. Διαφυλάσσεται έτσι η διαδικασία έκδοσης από καταχρήσεις που την εκτρέπουν από το σκοπό της, που είναι η διαπίστωση, μετά από εξουσιοδότηση του Υπουργού, κατά πόσο τα στοιχεία που παρέχονται δικαιολογούν την έκδοση του καθ΄ ου η αίτηση». Απ΄ όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι μεμπτή και καταχρηστική είναι η παράλληλη προώθηση δυο ταυτόσημων αιτήσεων έκδοσης. Εκεί όμως όπου η μια εκ των δυο αιτήσεων αποσύρεται ή απορίπτεται, όπως στη δοσμένη περίπτωση, δεν δημιουργείται δεδικασμένο εφόσον αντικείμενο της διαδικασίας είναι η διαπίστωση των προϋποθέσεων που τάσσει ο νόμος, διαπίστωση η οποία δεν είναι ρυθμιστική ή καθοριστική των δικαιωμάτων του εκζητούμενου. Καταλήγω συνεπώς πως η εν λόγω εισήγηση δεν βρίσκει έρεισμα στην υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία και έτσι απορρίπτεται. Το άλλο θέμα που ήγειρε η υπεράσπιση αφορά τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στη Μολδαβία και συγκεκριμένα ότι η καταδικαστική απόφαση εκδόθηκε στην απουσία της εκζητούμενης και δίχως η ίδια να λάβει οιανδήποτε προηγούμενη ειδοποίηση. Ομολογουμένως συνιστά διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η εκζητούμενη ήτο παρούσα στην πρωτόδικη διαδικασία, στα πλαίσια της οποίας αθωώθηκε την 01/03/06, και όχι στην έφεση ενώπιον του Δικαστηρίου Balti. Διαπίστωση του Δικαστηρίου συνιστά επίσης ότι δεν επιδόθηκε στην εκζητούμενη οιονδήποτε εφετήριο, εφόσον τέτοια ενέργεια δεν αναφέρεται σε οιονδήποτε έγγραφο ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά ούτε και προσκομίστηκε οιαδήποτε σχετική απόδειξη. Από την άλλη είναι διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η εκζητούμενη εκπροσωπήθηκε κατ΄ έφεση από συνήγορο, το όνομα του οποίου αναγράφεται στην απόφαση ημερομηνίας 21/02/07. Πριν οτιδήποτε άλλο σημειώνω πως πέραν των αναφορών των αρμόδιων αρχών της Μολδαβίας ότι συγκεκριμένος δικηγόρος εκπροσώπησε την εκζητούμενη, και πέραν των τεκμηρίων (βλ. τεκμήριο 4) που σημειώνουν τη σχετική εκπροσώπηση, η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου δεν επεξηγεί πως το εν λόγω πρόσωπο διορίστηκε συνήγορος της εκζητούμενης, αν έλαβε σχετικές οδηγίες από την εκζητούμενη, ή αν το κράτος ανέλαβε κάτι τέτοιο εν τη απουσία της εκζητούμενης, ως διαδικασία παράκαμψης τούτης της απουσίας. Ενόψει του αναπάντητου των πιο πάνω ερωτημάτων δεν είμαι διατεθειμένος να αποδεχθώ την παρουσία του συνηγόρου στην αναθεωρητική διαδικασία ως ικανοποίηση των προνοιών του άρθρου 6 της Σύμβασης για την Προάσπιση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Περαιτέρω, σύμφωνα με την εισήγηση του κου Γεωργίου η ακολουθητέα διαδικασία η οποία απέληξε στην επίδικη καταδικαστική απόφαση παραβιάζει βασικά ανθρώπινα δικαιώματα και δη εκείνο του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Είναι ομολογουμένως ορθή η αναφορά της υπεράσπισης ότι, σε αντίθεση με ότι συνέβαινε παλαιότερα η σύγχρονη νομική τάση θέλει το Δικαστήριο να μην απορρίπτει αίτημα έκδοσης δια το λόγο ότι η καταδικαστική απόφαση λήφθηκε στην απουσία εκζητούμενου δίχως περαιτέρω διερεύνηση, αλλά επιβάλλει εξέταση σωρείας άλλων παραγόντων που καθοδηγούν˙ αφενός σε ιεράρχηση των πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση και αφετέρου σε διερεύνηση βασικών νομικών ζητημάτων που οδηγούν σε απάντηση του ερωτήματος κατά πόσο εξασφαλίστηκε το δικαίωμα του εκζητούμενου που απορρέει από το άρθρο 6 της Σύμβασης για την Προάσπιση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Stefan Trechsel, Human Rights in Criminal Proceedings, έκδοση 2005, οι παράγοντες οι οποίοι εξετάζονται, τόσο νομικά όσο και πραγματικά είναι˙ (i) possibility of a retrial (ii) conditions for a trial in absentia without the possibility of a retrial (iii) waiver and its limitations. Στη δοσμένη περίπτωση οι τελευταίες δυο προϋποθέσεις δεν τυγχάνουν εφαρμογής εφόσον˙ αφενός καμία από τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι η εκζητούμενη αποποιήθηκε του δικαιώματος της να λάβει μέρος στη διαδικασία, αφετέρου οι Μολδαβικές αρχές δεσμεύθηκαν για δικαίωμα επανεκδίκασης, ως εκ τούτου η δεύτερη προϋπόθεση είναι άνευ αντικειμένου. Ως αναφέρεται στο τεκμήριο 6 - διευκρινήσεις που απέστηλαν οι Μολδαβικές αρχές - δυνάμει του άρθρου 3 του δεύτερου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Έκδοση Φυγοδίκων, εκζητούμενος που καταδικάστηκε εν τη απουσία του, δικαιούται επανεκδίκασης. Σύμφωνα τώρα με το προαναφερόμενο σύγγραμμα, και συγκεκριμένα στη σελίδα 254 αναφέρεται ότι «A trial in absentia does not create any problems with regard to fairness as long as it is possible either for the person convicted to obtain a full retrial merely by asking for it, or for a retrial to be ordered automatically». Ως προανέφερα, τούτη είναι η περίπτωση και στην παρούσα αίτηση. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω πως, παρότι η διαδικασία που οδήγησε στην καταδίκη της εκζητούμενης ήτο στην απουσία της, εν τούτοις οι διατάξεις του άρθρου 6 της Σύμβασης για την Προάσπιση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων πληρούται, εφόσον η Μολδαβία είναι δεσμευμένη από το άρθρο 3 του Δεύτερου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης για Έκδοση Φυγοδίκων, το οποίο προβλέπει δικαίωμα επανεκδίκασης σε περιπτώσεις ως η παρούσα. Συνεπώς ούτε αυτή η εισήγηση επιτυγχάνει και απορρίπτεται. Παρότι οι αιτιάσεις της υπεράσπισης έχουν απορριφθεί η διερεύνηση του Δικαστηρίου δεν ολοκληρώνεται εδώ. Άλλο ένα ζήτημα που απομένει να εξεταστεί είναι το αμφοτερόπλευρο της εγκληματικότητας, δηλαδή ότι οι πράξεις για τις οποίες η εκζητούμενη καταδικάστηκε ήτο κατά πάντα ουσιώδη χρόνο έκνομες, σύμφωνα με το δίκαιο και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα συμφραζόμενα της απόφασης Αναφορικά με τον Perella (πιο πάνω) και δη η ερμηνεία των άρθρων 2.1 της Σύμβασης και 5
(1)(γ) του Ν.97/70, δεν αφήνουν αμφιβολία ότι η εν λόγω προϋπόθεση υφίσταται τόσο όπου η έκδοση επιζητείται για δίωξη, όσο και όπου επιζητείται για έκτιση ποινής. Περαιτέρω, στην απόφαση Αναφορικά με τον Στ. Νικολαϊδη (πιο πάνω) διευκρινίζεται ότι το στοιχείο της διπλής εγκληματικότητας ανάγεται στο χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, εφόσον είναι το σοβαρό και κοινό έγκλημα που καθιστά τη δίκη φυγοδίκου κοινή υπόθεση της κοινότητας των κρατών. Στην προκείμενη περίπτωση ό,τι συνάγεται από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο (βλ. τεκμήρια 1, 2, 4 και 6) η εκζητούμενη, σε συνεργασία με άλλα πρόσωπα - συγκεκριμένα κάποια γυναίκα ονόματι Larisa Ostrovschaia - τον Οκτώβριο του 2002 υποσχέθηκε σε νεαρές γυναίκες από τη Μολδαβία να τους προσφέρει εργασία στη Μόσχα. Οι υποσχέσεις της εκζητούμενης συνίστατο σε εξεύρεση εργασίας με καλό μισθό, καθώς ότι οι νεαρές θα ήτο υπό την προστασία της. Ανταυτού, η εκζητούμενη, σε συνεργασία με άλλο πρόσωπο, τις κατακράτησε, αρχικά στην οικία της στο Edinet και στη συνέχεια στη Μόσχα, όπου εντέλει εξαναγκάστηκαν σε πορνεία για περίοδο τεσσάρων μηνών. Σύμφωνα με την εξουσιοδότηση του υπουργού - τεκμήριο 1 - η προαναφερόμενη συμπεριφορά της εκζητούμενης, για την οποία καταδικάστηκε στη Μολδαβία, είναι έκνομη και στην Κυπριακή Δημοκρατία εφόσον αντιβαίνει των διατάξεων ημεδαπού νόμου και συγκεκριμένα των άρθρων 2, 5, 6, 9 και 10 του περί Καταπολέμησης Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας Θυμάτων Νόμου, Ν.87(Ι)/
- Δεν υπεισέρχομαι σε ουσιαστική διερεύνηση των αδικημάτων που θεσπίζουν τα άρθρα που αναφέρονται στο τεκμήριο 1 εφόσον έχω την άποψη ότι στην προκείμενη περίπτωση τέτοια εξέταση παρέλκει. Ο λόγος έγκειται στο εξής. Ο σχετικός νόμος (Ν.87(Ι)/2007)δημοσιεύτηκε, και ως εκ τούτου έλαβε υπόσταση στο νομικό οπλοστάσιο της χώρας μας, την 13/07/07, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο, τόσο της έκνομης συμπεριφοράς που η αιτήτρια χώρα προσάπτει στην εκζητούμενη, όσο και της έκδοσης της καταδικαστικής απόφασης (η απόφαση εκδόθηκε την 21/02/07). Εν πάση όμως περιπτώσει καθοριστικός χρόνος δεν είναι άλλος από εκείνο που η αιτήτρια χώρα αναφέρει ως χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, δηλαδή Οκτώβριος του
- Δεν παραλείπω να σημειώσω ότι αποτελεί δικαστική γνώση πως ο Ν.87(Ι)/2007κατήργησε το προηγούμενο νομικό καθεστώς, δηλαδή το Ν.3(Ι)/
- Έχω περαιτέρω την άποψη ότι η επίδικη συμπεριφορά ή πράξη της εκζητούμενης θα μπορούσε ενδεχομένως να υπαχθεί κάτω από τις πρόνοιες των άρθρων 3 και 5 του Ν.3(I)/
- Τούτη όμως η θέση γεννά το εξής ερώτημα, ποια η ισχύς της εξουσιοδότησης στην οποία αναφέρεται ο Ν.87(Ι)/2007και όχι ο Ν.3(Ι)/2000και ποια η δέσμευσης του Δικαστηρίου από αυτήν. Απάντηση στο εν λόγω ερώτημα θα καθορίσει και την τύχη της αίτησης. Στην απόφαση Αναφορικά με την αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα (αρ. 1)
(1993)1 Α.Α.Δ. 54 λέχθηκε ότι˙ «Η εξουσιοδότηση του Υπουργού θεμελιώνει την έναρξη της διαδικασίας για την έκδοση φυγοδίκου και συγχρόνως προσδιορίζει το αντικείμενο της διαδικασίας, δηλαδή το επίδικο θέμα (θέματα) σε σχέση προς το οποίο συναρτάται και η επίλυση όλων των παρεμφερών θεμάτων, όπως η σχετικότητα και το παραδεκτό μαρτυρίας η οποία προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης. [Αναφορικά με το παραδεκτό με την αποδοχή μαρτυρίας σε αίτηση για την έκδοση φυγοδίκου, βλ. Houssein Jamil Hachem -
(1991)1 Α.Α.Δ. 723 και κατ΄ έφεση
(1992)1 Α.Α.Δ. 191]». Περαιτέρω, στην απόφαση Αναφορικά με την αίτηση του Golov
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1109 λέχθηκε ότι˙ «Στην απόφαση Hachem v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1992)1 Α.Α.Δ. 191 με την οποία η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με βάση αγγλική νομολογία, στις σελ. 197, 198, επιβεβαίωσε την αρχή ότι το κριτήριο κατά την απόφαση έκδοσης φυγόδικου δεν είναι το κατά πόσο το αδίκημα που αναφέρεται στο αλλόδαπό ένταλμα σύλληψης είναι ουσιαστικά παρόμοιο με αδίκημα δυνάμει του ημεδαπού νόμου, αλλά κατά πόσο η συμπεριφορά του φυγόδικου, αν αυτή παρατηρηθεί στη χώρα από την οποία ζητείται η έκδοση, θα συνιστούσε αδίκημα σύμφωνα με το νόμο της χώρας αυτής. Η έρευνα της μαρτυρίας συγκεντρώνεται στα αδικήματα για τα οποία παρασχέθηκε η εξουσιοδότηση». Εν κατακλείδι στην απόφαση Hachem (πιο πάνω) αναφέρθηκε ότι˙ «Η τελευταία αυτή υπόθεση ήταν αντικείμενο σχολιασμού στην All E.R. Rev. 1984. Το συμπέρασμα είναι ότι η έρευνα της μαρτυρίας συγκεντρώνεται στα αδικήματα για τα οποία παρασχέθηκε η εξουσιοδότηση. Το πρώτο σχόλιο είναι στη σελ. 109: «The important case of Government of Denmark v. Neilsen
(1984)2 All E.R. 81 decides that the proper test in considering the liability to surrender of fugitive offender is not whether the offence specified in the foreign warrant was substantially similar to a crime under English Law within Sch 1 to the 1870 Act, but rather whether the conduct of the accused if committed in England would have constituted a crime falling within one of the descriptions included in the Schedule.» Η επόμενη παρατήρηση, που δίνει απευθείας την απάντηση σε ότι μας απασχολεί, είναι στη σελ. 164: «The reasoning which supports the conclusion is essentially negative: there is nothing in the Extradition Act which makes provisions of foreign law relevant to anything which the magistrate has to decide. The expression «the crime of which he (the fugitive) is accused» in s 10 means the crime specified in an order by the Secretary of State to the magistrate to proceed to issue his warrant for the apprehension of the fugitive and that specified crime must be described in terms of a crime according to the law of England.» Η ερμηνεία αυτή συνάδει και με τις διατάξεις του άρθρ. 9
(5)του ν. 97/70 που αναφέρεται στην αναγκαία μαρτυρία σε συσχετισμό με το αδίκημα «εις ό αφορά η τοιαύτη εξουσιοδότησις» (του υπουργού δικαιοσύνης)». Όλα τα πιο πάνω, καθώς και οι διατάξεις του Ν.97/70 που αφορούν την έκδοση τέτοιας εξουσιοδότησης, αποκαλύπτουν ότι η ισχύς τούτης είναι απεριόριστη εφόσον αυτή είναι που συνιστά το εναρκτήριο λάκτισμα της διαδικασίας. Τα δε αναφερόμενα σε αυτή καθορίζουν και τα επίδικα θέματα. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν δύναται ούτε να παραβλέψει αλλά ούτε και να τροποποιήσει τη σχετική εξουσιοδότηση. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι ο Ν.87(Ι)/2007δεν καλύπτει τον επίδικο χρόνο και συνεπώς οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο - Οκτώβριο 2002 - η επίδικη συμπεριφορά της εκζητούμενης ήτο έκνομη και στην Κυπριακή Δημοκρατία ως το τεκμήριο 1 - εξουσιοδότηση - αναφέρεται. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. (Υπ.) ...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο