← Κύπρος

Ζήνωνα Σωκράτη Ηλιάδη ν. Κωστάκη Λοΐζου, Αγωγή Αρ. 5742/08, 4.11.2010

Ζήνωνα Σωκράτη Ηλιάδη ν. Κωστάκη Λοΐζου, Αγωγή Αρ. 5742/08, 4.11.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A351 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 5742/08 Μεταξύ: Ζήνωνα Σωκράτη Ηλιάδη Ενάγοντα - και -

  1. Κωστάκη Λοΐζου
  2. Marfin Popular Bank Public Ltd
  3. Λαϊκή Επενδυτική Ε.Π.Ε.Υ. Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων Αίτηση εναγομένου 1 ημερ. 8.6.2010 για Λεπτομέρειες Ημερομηνία: 4.11.2010 Εμφανίσεις: Για εναγόμενο 1/αιτητή: κ. Αβρααμίδης για κ. Παπαφιλίππου Για ενάγοντα/καθ΄ ου η αίτηση: κ. Χαβιαράς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο εναγόμενος 1 (στο εξής ο αιτητής) αποβλέπει σε περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες βάσει των σχετικών Κανονισμών της Δ.19, οι οποίες θα προσδιορισθούν αφού πρώτα σκιαγραφηθεί η φύση της απαίτησης του ενάγοντα (στο εξής ο καθ΄ ου η αίτηση) και γίνει αναφορά κυρίως στους ισχυρισμούς για τους οποίους ζητούνται οι λεπτομέρειες. Η απαίτηση του καθ΄ ου η αίτηση έχει στο επίκεντρο της δύο θέματα. Το πρώτο, τη συμμετοχή του το καλοκαίρι του 1999 στο «Σχέδιο Επενδυτής» (στο εξής το Σχέδιο) της εναγόμενης 3 - θυγατρικής εταιρείας της εναγόμενης 2 η οποία και τον χρηματοδότησε με το άνοιγμα Επενδυτικού Λογαριασμού - και, το δεύτερο, με το άνοιγμα από την εναγόμενη 2 στο όνομα του δεύτερου λογαριασμού (στο εξής ο Δεύτερος Λογαριασμός) για επίσης αγοραπωλησίες μετοχών που διαπραγματεύονταν στο ΧΑΚ. Επιρρίπτοντας σχετικά στους εναγόμενους παρανομίες, παράβαση συμβατικών και/ή νόμιμων υποχρεώσεων, παράβαση οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας, δόλο, απάτη, καταδολίευση του και συμπαιγνία, διατείνεται ότι:- Κατά το άνοιγμα του Επενδυτικού Λογαριασμού οι εναγόμενες 2 και 3 του έδωσαν - ρητά και/ή εξυπακουόμενα - διάφορες διαβεβαιώσεις, τις οποίες όχι μόνο παραβίασαν αλλά ως αποτέλεσμα των παράνομων ενεργειών τους και της κακοδιαχείρισης του Λογαριασμού του προξένησαν τεράστια ζημία. Όσον αφορά το Δεύτερο Λογαριασμό, αυτός ανοίχθηκε εν αγνοία του και για πρώτη φορά πληροφορήθηκε την ύπαρξη του στις 22.11.02 και για διερεύνηση του θέματος είχε κατά τους επόμενους μήνες επαφές με αξιωματούχους των εναγομένων 2 και
  4. Όπως δε προέκυψε από την πληροφόρηση που έτυχε πολύ αργότερα (παρ. 31 της έκθεσης απαίτησης), ο εν λόγω Λογαριασμός ανοίχθηκε στις 27.8.99 και έκλεισε 21.12.02 και μέσω του πραγματοποιούνταν εν αγνοία του χρηματιστηριακές πράξεις αποκλειστικά σε μετοχές Louis, της εταιρείας δηλαδή που ο καθ΄ ου η αίτηση - επ΄ αδελφή γαμβρός του - ήταν μεγαλομέτοχος. Προέκυψε επίσης ότι στο Λογαριασμό αυτό έγιναν καταθέσεις συνολικού ποσού Λ.Κ.1.310.000, οι οποίες δεν έγιναν από τον ίδιο και στη βάση των πληροφοριών και εγγράφων που περιήλθαν σε γνώση του το άνοιγμα του Λογαριασμού ήταν προϊόν δόλου και/ή απάτης και/ή συμπαιγνίας των εναγομένων προκειμένου να πετύχει ο αιτητής να καταδολιεύσει το επενδυτικό κοινό και να χειραγωγήσει τις μετοχές Louis. Και συνεχίζει:- Ο αιτητής του παραδέχθηκε ότι ο Δεύτερος Λογαριασμός ανοίχθηκε για χειραγώγηση των μετοχών (παρ. 35 της έκθεσης απαίτησης) και τον διαβεβαίωσε ότι σε καμιά περίπτωση δεν θα ζημιωνόταν, αλλά τελικά υπαναχώρησε. Δεν περιορίστηκε όμως σε επαφές μόνο με τον αιτητή, παράλληλα αποτάθηκε στον Μ. Ξιούρο - αξιωματούχο τότε της εναγόμενης 3 - από τον οποίο ζήτησε λεπτομέρειες για το άνοιγμα του Δεύτερου Λογαριασμού (παρ. 36 της έκθεσης απαίτησης), ο οποίος με επιστολή του ημερ. 18.4.05 του παρουσίασε δύο πληρεξούσια που είχε δώσει στον αιτητή. Το ένα απ΄ αυτά, όπως ισχυρίζεται, υπογράφτηκε εν λευκώ για σκοπούς ανοίγματος του Επενδυτικού Λογαριασμού και το δεύτερο, του 2002, για άλλο σκοπό και επομένως οι εναγόμενοι δεν μπορούν να τα επικαλούνται. Σχετικά προβάλλει και τον ισχυρισμό ότι ο ίδιος δεν υπέγραψε την αίτηση για συμμετοχή του στο Σχέδιο στις 14.7.99 - που είναι η ημερομηνία που φέρει η αίτηση - αλλά πολύ αργότερα (παρ. 38 της έκθεσης απαίτησης) και η εν λόγω ημερομηνία τέθηκε εκ των υστέρων από την εναγόμενη 3 για να εξυπηρετήσει δικά της συμφέροντα. Στη βάση των πιο πάνω αξιώνει εναντίον των εναγομένων: Α. Ακυρότητα της Συμφωνίας και του πληρεξουσίου που υπόγραψε προς την εναγόμενη 3, όλων των συναλλαγών στις οποίες προέβη η εναγόμενη 3 στον Επενδυτικό Λογαριασμό μετά τις 12.5.00, καθώς επίσης και ακυρότητα οποιασδήποτε συμφωνίας που σχετίζεται με τη συμμετοχή του στο Σχέδιο. Β. Διαγραφή του χρέους που παρουσιάζει ο Επενδυτικός Λογαριασμός και επιστροφή οποιουδήποτε ποσού κατέθεσε στο Σχέδιο. Γ. Δηλωτική απόφαση ότι ο Δεύτερος Λογαριασμός ανοίχθηκε εν αγνοία του και όποια ποσά κατέθεσε σ΄ αυτόν ο αιτητής χρησιμοποιήθηκαν για χειραγώγηση της μετοχής της Louis Cruise Lines Ltd και Δ. €2.904.620 για ζημίες που υπέστη, πλέον γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Οι εναγόμενοι αρνούνται τις αξιώσεις του καθ΄ ου η αίτηση και όσα ισχυρίζεται για τεκμηρίωσή τους. Ωστόσο ό,τι εδώ ενδιαφέρει είναι δύο σημεία από την Έκθεση Υπεράσπισης του αιτητή και πώς αυτά αντικρούσθηκαν από την Απάντηση του καθ΄ ου η αίτηση. Το πρώτο (παρ.1α), ότι τα ισχυριζόμενα από τον καθ΄ ου η αίτηση αστικά αδικήματα, επί των οποίων στηρίζει τις εναντίον του αξιώσεις, έχουν παραγραφεί δυνάμει του άρθρου 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 και, το δεύτερο (παρ. 14), οι ισχυρισμοί περί δόλου, απάτης και/ή συμπαιγνίας των εναγομένων αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις τους οποίους επινόησε για να εκδικηθεί τον αιτητή και/ή τη σύζυγό του - αδελφή του καθ΄ ου - λόγω των οικονομικών και/ή άλλων διαφορών που έχουν. Το πρώτο λοιπόν σημείο από την υπεράσπιση του αιτητή απαντάται στην παρ. 4 της Απάντησης του καθ΄ ου η αίτηση, όπου προβάλλεται ότι τα αστικά αδικήματα που αποδίδει στον αιτητή δεν έχουν διαγραφεί για το λόγο ότι ο ίδιος «. έλαβε γνώση των γεγονότων που συνιστούν την αιτία αγωγής εναντίον όλων των εναγομένων το 2005». Σ΄ ότι δε αφορά το δεύτερο, απαντάται στην παρ. 11 της Απάντησης, όπου αφενός μεν απορρίπτεται το κίνητρο που του αποδίδεται και αφετέρου ότι ο ίδιος «. αντιλήφθηκε το modus operandi των εναγομένων περί το 2004 όταν ο εναγόμενος τον κάλεσε και τον πληροφόρησε ότι οι πράξεις που έγιναν στο ΧΑΚ στο όνομα του μέσω της Λαϊκής έγιναν από τον ίδιο τον εναγόμενο για να βοηθήσει τη Louis και του ζήτησε ταυτόχρονα να παύσει να δημιουργεί έρευνες για το θέμα αυτό». Οι ισχυρισμοί του καθ΄ου η αίτηση των παρ. 31, 35, 36 και 38 της έκθεσης απαίτησης και αυτοί των παρ. 4 και 11 της Απάντησης κρίθηκαν από τον αιτητή ότι αφορούν ουσιώδη γεγονότα, για τα οποία θα πρέπει να δοθούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες ώστε να μη καταληφθεί εξ απήνης κατά την ακροαματική διαδικασία. Κατ΄ ακολουθία τούτου οι δικηγόροι του απέστειλαν στις 21.5.2010 επιστολή στους δικηγόρους του καθ΄ ου η αίτηση, με την οποία του ζητούσαν τις ακόλουθες λεπτομέρειες:-
  5. Παρ. 31, πότε πληροφορήθηκε ο καθ΄ ου η αίτηση ότι ο Δεύτερος Λογαριασμός έκλεισε 21.12.
  6. Παρ. 35, πότε ο αιτητής προέβη στις κατ΄ ισχυρισμό παραδοχές ή/και διαβεβαιώσεις και/ή υποσχέσεις.
  7. Παρ. 36, πότε αποτάθηκε ο καθ΄ ου η αίτηση στο Μ. Ξιούρο για να εξασφαλίσει λεπτομέρειες για το Δεύτερο Λογαριασμό.
  8. Παρ. 38, πότε ο καθ΄ ου η αίτηση υπέγραψε την αίτηση για συμμετοχή στο Σχέδιο και, Από τις παρ. 4 και 11 της Απαίτησης,
  9. Σε ποια γεγονότα αναφέρεται ο καθ΄ ου η αίτηση και πότε ακριβώς έλαβε γνώση των εν λόγω γεγονότων και
  10. Πότε ακριβώς πληροφορήθηκε ο καθ΄ ου η αίτση το modus operandi των εναγομένων και/ή πότε ακριβώς πληροφορήθηκε από τον αιτητή τα όσα ισχυρίζεται. Οι δικηγόροι του καθ΄ ου η αίτηση αγνόησαν την πιο πάνω επιστολή, γεγονός που όπως προβάλλεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αποτέλεσε και το λόγο καταχώρισής της. Ο καθ΄ ου η αίτηση, επικαλούμενος τα γεγονότα του φακέλου της υπόθεσης, ενίσταται στην αίτηση προβάλλοντας ότι (α) οι ζητούμενες λεπτομέρειες δεν είναι αναγκαίες για προώθηση της υπεράσπισης του αιτητή (β) δεν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για ικανοποίηση του αιτήματος, (γ) η αίτηση αποβλέπει σε ψάρεμα μαρτυρίας και (δ) στην Υπεράσπιση (σημ. εννοεί προφανώς έκθεση απαίτησης) δίδονται επαρκείς λεπτομέρειες. Στο στάδιο των αγορεύσεων προβλήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του αιτητή ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες είναι αναγκαίες για να ξέρει η πλευρά του τι θα αντιμετωπίσει στη δίκη και επέσυρε την προσοχή του δικαστηρίου στις λεπτομέρειες που ζητούνται για τις παρ. 31, 35, 36 και 38 της έκθεσης απαίτησης οι οποίες σχετίζονται με το θέμα της παραγραφής και επομένως είναι ιδιαίτερα αναγκαίες. Με τη σειρά του ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ΄ου η αίτηση αντέτεινε ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για δύο λόγους. Ο πρώτος, στην συνοδευτική ένορκη δήλωση δεν αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο ζητούνται οι λεπτομέρειες και, για το δεύτερο που αφορά το χρόνο, παρέπεμψε στην παρ. 4 της Απάντησης όπου προβάλλεται ότι ο καθ΄ ου η αίτηση έλαβε γνώση των γεγονότων το
  11. Έχω εξετάσει την αίτηση και την ένσταση και ό,τι υποστήριξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατά τις αγορεύσεις τους. Οι νομικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται αίτημα για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες αποτέλεσαν αντικείμενο νομολογιακής εξέτασης κατ' επανάληψη. Σχετικές, μεταξύ άλλων, είναι οι υποθέσεις Σάββας ν. Κυπριακές Αερογραμμές

(1992)1(B) ΑΑΔ 1146, Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2000)1(A) ΑΑΔ 157, Θεοδούλου ν. Α. Panayides Contracting Ltd
(1999)1 (Γ) ΑΑΔ 2134, Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ κ.α. v. Credit Lebanais S.A.L.
(1991)1 ΑΑΔ 648, Τζακούρα ν. Οικονομίδη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 669 και Athina Leather Goods Ltd v. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1(B). Όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αυθεντίες, περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίδονται δε ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιασθεί στη δίκη για να μην καταληφθεί εξ απήνης. Οι λεπτομέρειες αποσκοπούν στην διευκρίνηση και εξειδίκευση των ισχυριζόμενων ουσιαστικών γεγονότων αλλά σε καμιά περίπτωση στην εκμαίευση ή αποκάλυψη της μαρτυρίας με την οποία θα αποδειχθούν. Εκεί όπου το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ζητούμενες λεπτομέρειες είναι αναγκαίες, προκειμένου ο αιτητής να γνωρίζει τι θα προσπαθήσει να αποδείξει εναντίον του κατά τη δίκη η άλλη πλευρά, ασκεί θετικά τη σχετική ευχέρεια που έχει με την έκδοση σχετικού διατάγματος. Μπορεί, όμως, να απορρίψει το αίτημα αν οι ζητούμενες λεπτομέρειες αφορούν γεγονότα που είναι σε γνώση του αιτητή (βλ. Σάββα ν. Κυπριακές Αερογραμμές, ανωτέρω) για τον απλό λόγο ότι δεν είναι αναγκαίες, ούτε εξυπηρετείται ο σκοπός που παρέχονται οι λεπτομέρειες. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές, εξέτασα προσεκτικά το είδος και τη φύση των ζητούμενων λεπτομερειών και όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν με τις αγορεύσεις τους. Κρίνω ότι η ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο επί του θέματος πρέπει να ασκηθεί θετικά επί του αιτήματος προκειμένου να διευκρινισθεί ο χρόνος κατά τον οποίο τα διάφορα γεγονότα που ισχυρίζεται ο καθ΄ ου η αίτηση περιήλθαν σε γνώση του, αφενός μεν για ουσιαστικούς λόγους και αφετέρου για το θέμα της παραγραφής που εγείρει ο αιτητής στην Υπεράσπισή του. Είναι αρκετό επί του προκειμένου να επισημάνω ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί άπτονται ουσιωδών γεγονότων και ο χρόνος που έλαβαν χώρα τα ισχυριζόμενα γεγονότα παρουσιάζεται στην έκθεση απαίτησης ιδιαίτερα σημαντικός, στοιχείο που δικαιολογούσε τον αιτητή να ζητήσει σε πρώτο στάδιο με επιστολή την παροχή περαιτέρω λεπτομερειών και σε δεύτερο να τις επιδιώξει με την παρούσα αίτηση. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του καθ΄ ου η αίτηση ότι η αίτηση για συμμετοχή του στο Σχέδιο δεν υπεγράφη στις 14.7.99 αλλά πολύ αργότερα κρίνεται αόριστος, όπως σχετικά αόριστος κρίνεται και ο ισχυρισμός του ότι πληροφορήθηκε το modus operandi των εναγομένων μέσα στο 2004 τη στιγμή που όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης του ο αιτητής του είχε ήδη παραδεχθεί ότι ο Δεύτερος Λογαριασμός ανοίχθηκε για χειραγώγηση των μετοχών Louis. Πρόκειται κατά την άποψή μου για ουσιώδη γεγονότα τα οποία πρέπει να διευκρινισθούν περαιτέρω ώστε ο αιτητής να γνωρίζει τι έχει να αντιμετωπίσει στη δίκη και ενόψει τούτου κρίνω ότι οι ζητούμενες λεπτομέρειες είναι αναγκαίες. Παρά την πιο πάνω κατάληξη κρίνω ότι θα πρέπει να εξετασθεί και η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του καθ΄ ου η αίτηση ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί στη συνοδευτική ένορκη δήλωση δεν αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο ζητούνται οι λεπτομέρειες. Πρόκειται κατά την άποψή μου για εισήγηση που παραβλέπει δύο πράγματα. Το πρώτο, ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό 6 της Δ.19 μπορεί να εκδοθεί σχετικό διάταγμα κατόπιν αίτησης και το πότε ασκείται η ευχέρεια του Δικαστηρίου επί του θέματος έχει ξεκαθαριστεί κατ΄ επανάληψη από τη Νομολογία, όπως πιο πάνω. Το δεύτερο, σύμφωνα με τη Δ.48 θ.9(i) η αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες δεν χρειάζεται να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και επομένως να αναφέρεται ο λόγος που ζητούνται. Και αυτό γιατί αν δικαιολογείται η έκδοση του διατάγματος ή όχι αποφασίζεται στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται σε ένα δικόγραφο. Έπεται ότι η σχετική εισήγηση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Για όλα τα πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα ως η αίτηση, με έξοδα προς όφελος του αιτητή και εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, αλλά θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.