← Κύπρος

SOBOH PETROLEUM (CYPRUS) LTD ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Αγ. Αρ. 9184/10, 5 Νοεμβρίου 2010

SOBOH PETROLEUM (CYPRUS) LTD ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Αγ. Αρ. 9184/10, 5 Νοεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A354 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Παρπαρίνου, Π.Ε.Δ. Αγ. Αρ. 9184/10 ΜΕΤΑΞΥ:- SOBOH PETROLEUM (CYPRUS) LTD ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ - και - Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, εκ Λευκωσίας ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ---------------------------- Ημερομηνία: 5 Νοεμβρίου 2010 Αίτηση ημερ. 3.11.10 Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Τρίγκας για κ. Κ. Ευσταθίου Παρών ο κ. Δημητρίου ------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Εx-Tempore) Αφού άκουσα και την αγόρευση του ευπαίδευτου συνήγορου για την Αιτήτρια κρίνω ότι δεν είναι αναγκαίο να δοθεί άδεια στην άλλη πλευρά να εμφανιστεί διότι μόνο έξοδα και παράταση στη διαδικασία θα προκαλέσει, αχρείαστα, όπως θα φανεί αμέσως μετά. Η αίτηση είναι εκ των πραγμάτων καταδικασμένη σε αποτυχία. Είναι καταδικασμένη σε αποτυχία εν όψει του ότι τα ποσά των δύο εγγυητικών για τα οποία καλείται το Δικαστήριο να απαγορεύσει (α) την είσπραξη από την καθ΄ ης η αίτηση-εναγομένη και (β) την πληρωμή από την Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, σύμφωνα με το ιστορικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν ήδη πληρωθεί. Συνεπώς, η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου σήμερα και ανέμενα από πλευράς των Αιτητών πιο υπεύθυνη θέση. Παρόλα ταύτα η αίτηση ήταν καταδικασμένη σε απόρριψη και για τους ακόλουθους λόγους. Η Αιτήτρια καταχώρισε στις 3.11.10 την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με την οποία εξαιτείται τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Δήλωση και/ή Διαταγή του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι οι Συμφωνίες και/ή τα Συμβόλαια για την Προμήθεια και Παράδοση Μαζούτ (Heavy Fuel Oil) για τους Ηλεκτροπαραγωγικούς Σταθμούς Δεκέλειας και Μονής υπ' αριθμό 4600001590(RFQ 107/2009) ημερομηνίας 5.12.2009 και για τον Ηλεκτροπαραγωγικού Σταθμού Βασιλικού υπ' αριθμό 4600001588 (RFQ 107/2009 ) ημερομηνίας 1.12.2009 μεταξύ των εναγόντων ως Προμηθευτών και των εναγομένων ως Αγοραστών έχουν αντικατασταθεί και/ή έχουν τερματισθεί και/ή δεν υφίστανται και/ή έχουν υποκατασταθεί και/ή είναι άνευ νομικής ισχύος συνεπεία του υπό των εναγομένων μεταγενέστερου διορισμού και/ή καθορισμού ως Προμηθευτών των εταιρειών GUNVOR International B.V, Amsterdam -Geneva Branch Ελβετίας και GALAXY ENERGY INTERNATIONAL LTD εκ Tortola, British Virgin Islands και/ή συνεπεία της μεταγενέστερης υπογραφής και/ή μεταγενέστερων Συμφωνιών μεταξύ των εναγομένων και των ως άνω εταιρειών δυνάμει των οποίων οι εταιρείες GUNVOR International B.V, Amsterdam - Geneva Branch Ελβετίας και GALAXY ENERGY INTERNATIONAL LTD εκ Tortola , British Virgin Islands, αντικατέστησαν και/ή υπεκατέστησαν τους ενάγοντες ως Προμηθευτές των εναγομένων ως ανωτέρω και/ή ανέλαβαν τα δικαιώματα και/ή τις υποχρεώσεις των και/ή απέκλεισαν τους ενάγοντες από τις ως άνω Συμφωνίες ημερομηνίας 1.12.2009 και 5.12.2009 στα πλαίσια της προσφοράς 107/2009, εν τοις εφεξής η «Συμφωνία με αριθμό 107/2009». Β. Δήλωση και/ή Διαταγή του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι κατέστησαν δια συμπεριφοράς και/ή δια της συνομολόγησης και/ή δια της αποδοχής Μαζούτ από τις εταιρείες GUNVOR International B.V, Amsterdam -Geneva Branch Ελβετίας και GALAXY ENERGY INTERNATIONAL LTD εκ Tortola, British Virgin Islands, για τους Ηλεκτροπαραγωγικούς Σταθμούς Δεκέλειας και Μονής αφ' ενός και Βασιλικού αφ' ετέρου αντί και/ή προς αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση και/ή προς αποκλεισμό και/ή προς απαλλαγή των εναγόντων, άνευ νομικής σημασίας και/ή περιεχομένου και/ή ανενεργείς. Γ. Δήλωση και/ή διαταγή του Σεβαστού Δικαστηρίου η οποία να διαγιγνώσκει και/ή να διατάσσει ότι οι εναγόμενοι δεν δικαιούνται στην πληρωμή προς αυτούς οιουδήποτε ποσού την οποία επιβάλλουν στους ενάγοντες υπό μορφή αποζημιώσεως και/ή προστίμου και/ή αναπροσαρμογής τιμών στα πλαίσια της συμφωνίας υπ' αρ. 107/2009 μεταξύ εναγόντων και εναγομένου. Δ. Οιανδήποτε άλλη ή περαιτέρω θεραπείαν ήν το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελεν κρίνει εύλογη υπό τις περιστάσεις. Ε. Νόμιμο Τόκο» Την ίδια μέρα καταχώρισε την υπό εξέταση αίτηση άνευ κλήσεως με την οποία επιζητά ουσιαστικά την παρεμπόδιση της καθ΄ ης η αίτηση να εισπράξει οποιοδήποτε ποσό δύο τραπεζικών εγγυήσεων ύψους €5 εκατομμυρίων η κάθε μια οι οποίες λήγουν 30.4.11, της Ελληνικής Τράπεζας και επίσης επιζητείται διάταγμα που να απαγορεύει στην Ελληνική Τράπεζα, Δημόσια Εταιρεία Λτδ από του να καταβάλει και/ή πληρώσει και/ή επιτρέψει την ανάληψη οιουδήποτε ποσού εκ των ως άνω τραπεζικών εγγυήσεων προς την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, που είναι η Καθ΄ ης η Αίτηση, μέχρι εκδικάσεως της αγωγής. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Δημήτρη Δημητρίου ο οποίος είναι Οικονομικός Διευθυντής της Ενάγουσας αιτήτριας. Επί της ένορκης δήλωσης αυτής εδράζεται η αίτηση. Στην ένορκη δήλωση του πιο πάνω αναφέρεται στο ιστορικό της συμβατικής σχέσης των μερών στην ισχυριζόμενη παράβαση των μεταξύ των μερών συμφωνίας και στο κατά τη γνώμη του ομνύοντα ότι η άλλη πλευρά δεν δικαιούται να ενεργήσει με τον τρόπου που ενήργησε και με περαιτέρω αποτέλεσμα να αξιώνει την είσπραξη των δύο εγγυητικών. Αυτά είναι σε πολύ περιληπτική μορφή που τίθενται διότι όπως θα φανεί και αργότερα δεν έχουν και τόση μεγάλη σημασία. Εν πάση περιπτώσει η ένορκη δήλωση είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και την έχει εξετάσει με προσοχή. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όπως έχει τροποποιηθεί και στα άρθρα 3,4,5,6 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας ΚΕΦ. 6. Επίσης στηρίζεται και στην πρακτική και Νομολογία, επί της Συμφυούς και Γενικής Εξουσίας του Δικαστηρίου και άλλα. Θα πρέπει εξ αρχής να αναφερθεί ότι όπως προκύπτει από την πλούσια Νομολογία Αγγλική και Κυπριακή αναφέρω ενδεικτικά ορισμένες, την Edward Owen Engineering Ltd v. Barclays Bank International Ltd

(1978)1 All E.R. 967, R.D. Harbottle (Mercantile) Ltd v. National Westminster Bank Ltd
(1977)1 All E.R 86 και την Court of Appeal (CD) Transcript No. 270 of
(1977)C.A Dentsche Ruckversicherung v. Welbrook Ins
(1994)4 All E.R 181 διαπιστώνεται ότι σε όλες αυτές τις αποφάσεις, η διστακτικότητα αν όχι αρνητική διάθεση των Δικαστηρίων να εμποδίσουν την πληρωμή ή είσπραξη εγγυητικής πίστωσης ή παρόμοιας μορφής, στην απουσία δόλου. Η σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων μερών στη βασική συμφωνία δεν ενδιαφέρει. Αν έχουν εκτελεσθεί ή όχι οι συμβατικές υποχρεώσεις ή εάν υπάρχει παράλειψη ή όχι ενδιαφέρουν μόνο τα συμβαλλόμενα μέρη στη βασική συμφωνία. Εκείνο που ενδιαφέρει σε τέτοιες περιπτώσεις είναι κατά πόσο πληρούνται οι όροι της εγγύησης. Αν πληρούνται τότε η τράπεζα θα αφεθεί ελεύθερη να τιμήσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Η μόνη εξαίρεση είναι η περίπτωση που προβάλλεται ο ισχυρισμός του φανερού δόλου (obvious fraud) για τον οποίο η τράπεζα έχει γνώση. Η μαρτυρία η οποία θα πρέπει να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για την ύπαρξη δόλου πρέπει να είναι καθαρότατη τόσο όσον αφορά τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τον δόλο αλλά και τη γνώση του εγγυητή. Το Δικαστήριο κατά κανόνα σε τέτοιες περιπτώσεις χρειάζεται ισχυρή επιβεβαιωτική μαρτυρία η οποία μπορεί να είναι έγγραφα που συνομολογήθηκαν ή εκδόθηκαν συγχρόνως με την εγγυητική ή την πίστωση γενικά, ιδιαίτερα προερχόμενα από τον δικαιούχο της εγγυητικής (βλ. United Trading Corp. SA v. Elliad Arab Bank Ltd
(1985)2 Lloyd's Rep 554 στη σελ. 561). Εκείνο επίσης το οποίο θα πρέπει να αναφερθεί ακόμη είναι ότι στα τεκμ. 6α και 6β της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση - και είναι αντίγραφα των δύο εγγυητικών - αναφέρονται τα ακόλουθα κατά το μέρος που ενδιαφέρει. «Therefore, we, Hellenic Bank Public Company Ltd, whose registered office is situtated at 200, corner Limassol, and Athalassas Avenue, 2025 Strovolos Nicosia, hereby affirm that we are guarantors and responsible to you, on behalf of the contractor, up to a total of USD5.000.000,00 (U.S Dollars five million only) and we undertake to pay you, upon your first written demand, declaring the contractor to be in default under the contract and without cavil or argument any sum or sums within the limits of USD5.000.000,00 (U.S Dollars five million only) as aforesaid, without your needing to prove or to show grounds or reasons for your demand or the sum specified therein". Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν προβάλλεται οτιδήποτε για μη πλήρωση των προϋποθέσεων αυτών. Η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων ρυθμίζεται από το άρθρο 32 του Ν14/60 ανεξάρτητα από τη φύση του διατάγματος είτε αυτό αφορά απαγόρευση πληρωμή τραπεζιτικής εγγύησης ή όχι και συνεπώς θα πρέπει να εξεταστεί κάτω από αυτό. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 επίσης, υπενθυμίζεται ότι δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του νόμου 14/60 αλλά απλά κάμνει ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρεται. Το συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από τη νομολογία είναι ότι οι πρόνοιες του άρθρου 32 του νόμου 14/60 καλύπτουν ευρύτερο φάσμα από αυτό του άρθρου 4 του ΚΕΦ. 6 με αποτέλεσμα όταν εξετάζεται αίτηση με βάση το άρθρο 32 να λαμβάνονται υπόψη οι πρόνοιες του άρθρου 4. Oι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 είναι: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (β) Η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και (γ) Ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (Βλέπε μεταξύ άλλων Odvsseos v. Pieris Estates
(1982)1 A.A.Δ 557, Jonitexo Ltd v. Addidas
(1984)1 AAA 263). Περαιτέρω στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. (Βλ. Ιπποδρομιακή Aρχή Κύπρου ν. Χ'Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 152). Σε σχέση με τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 πρέπει να λεχθεί ότι αναφορικά με την (α) προϋπόθεση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα και με τη (β) προϋπόθεση ότι η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά ταυτόχρονα, κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, που είναι το επίπεδο απόδειξης αστικής υπόθεσης. Αναμένεται από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή δυνατότητα επιτυχίας. Το τρίτο κριτήριο - προϋπόθεση - όπως φαίνεται κι από την επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 και όπως εξηγήθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο «θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν' απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο» αν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή του. Μια περίπτωση που μπορεί να εμπίπτει σ' αυτή την προϋπόθεση είναι εκείνη κατά την οποία ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων όπου θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι όταν αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα θα είναι αδύνατη η ικανοποίηση, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του εναγόμενου, τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου φαίνεται η ύπαρξη διαφοράς μεταξύ των διαδίκων όπως αυτό προβάλλεται από την Αιτήτρια. Παράλληλα εκείνο που προκύπτει από τα τεκμ. 6α και 6β είναι ότι η Ελληνική Τράπεζα αναπόφευκτα και αμετάκλητα εγγυάται την πληρωμή στην Καθ΄ ης η Αίτηση ποσού με την υποβολή γραπτής απαίτησης για πληρωμή δηλώνοντας ότι η αιτήτρια, στην παρούσα περίπτωση, βρίσκεται σε παράβαση της συμφωνίας χωρίς οτιδήποτε άλλο ουσιαστικά. Συνεπώς η τράπεζα θα πρέπει να πληρώσει ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διαφορά η οποία πιθανόν να υπάρχει μεταξύ ενάγουσας και ΑΗΚ. Αυτό συμβαίνει είτε υπάρχουν ουσιώδεις παραβάσεις της βασικής συμφωνίας είτε υπάρχουν μικρότερης σημασίας ή και ασήμαντες παραβάσεις που παρέχουν μόνο δικαίωμα για αποζημιώσεις ή ακόμη και εκεί όπου οι παραβάσεις συνιστούν απλούς ισχυρισμούς χωρίς ίχνος απόδειξης. Η εξαίρεση έχει αναφερθεί και είναι εκεί που η τράπεζα γνωρίζει ότι τα έγγραφα είναι πλαστά, ή η αξίωση για πληρωμή έχει υποβληθεί δόλια κάτω από περιστάσεις που δεν δημιουργούν δικαίωμα για τέτοια αξίωση. Τότε η τράπεζα δεν πρέπει να πληρώσει. (Βλ. Hamrgh Moils & Sons v. British Inex Industries Ltd
(1958)1 Q.B 127). Στην υπόθεση Edward Owen (πιο πάνω) τα γεγονότα έφεραν τους ίδιους τους εναγομένους που είχαν ζητήσει και την πληρωμή προς όφελος τους της εγγυητικής να είχα διαρρήξει τη σύμβαση, ενώ οι ενάγοντες δεν ήταν με οποιονδήποτε τρόπο ένοχοι αντισυμβατικής υποχρέωσης στη γνώση και της ίδιας της Τράπεζας και επομένως δεν μπορούσε η απαίτηση των εναγομένων να ήταν καλόπιστη. Παρά ταύτα στην απουσία ύπαρξης στοιχείων δόλου, που δεν μπορούσαν να απορρέουν από τα πιο πάνω, το Αγγλικό Εφετείο επικύρωσε την απόφαση για ακύρωση του Διατάγματος. Η οποιαδήποτε συμβατική σχέση των αιτητών ως εργολάβων είναι με τους δικαιούχους της εγγυητικής, με βάση τη συμφωνία εργολαβίας η οποία είναι ανεξάρτητο συμβόλαιο από την εγγυητική που δόθηκε από την τράπεζα. Η όλη φιλοσοφία που διέπει τέτοιες εγγυητικές, όπως και τις τραπεζικές πιστώσεις, ιδιαίτερα τα «irrevocable and confirmed credits" είναι ακριβώς όπως το έθεσε ο Diplock J. στην Ian Stach Ltd v. Baker Bosley Ltd
(1958)2 Q.B 130 "a direct undertaking by the banker that the seller, if he presents the documents as required in the required time, will receive payment". Και όπως το θέτει και ο Schmitthoff στο σύγγραμμα Τhe Export Trade, 5η έκδοση, σελ. 212, «the bank cannot withdraw from its liability to the exporter even if instructed by the buyer to cancel the credit". Η όποια συμβατική σχέση μεταξύ αιτήτριας και καθ΄ ης η αίτηση και διαφορές τους από τη σχέση αυτή δεν αφορούν την αυτόνομη ύπαρξη της εγγυητικής ως ανεξαρτήτου συμβολαίου που έγινε μεταξύ της τράπεζας και της καθ΄ ης η αίτηση. Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης όπως έχω αναφέρει και στις 24 παραγράφους της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, δεν αναφέρεται ίχνος δόλου είτε από τη μια πλευρά είτε από την τράπεζα. Ως εκ τούτου οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 δεν ικανοποιούνται. Φυσικό επακόλουθο αυτού είναι η μη ικανοποίηση και της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου
  1. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω δεν είμαι ικανοποιημένος ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τίθενται από το Νόμο (άρθρο 32 Ν.14/60)αλλά ούτε συντρέχουν άλλες περιστάσεις για να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η κατάληξη μου αυτή σφραγίζει τη μοίρα της αίτησης και στο βαθμό και έκταση που αυτή βασίζεται στο άρθρο 4 του ΚΕΦ.
  2. Για τους λόγους αυτούς, και πολύ συνοπτικά όπως έχω αναφέρει, η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Καμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ) Λ. Παρπαρίνος Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\parparinos 2010-11/interim decisions cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.