ROYAL ARTEMIS CLINIC LTD κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αγ. Αρ. 5872/08, 12 Νοεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A361 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Παρπαρίνου, Π.Ε.Δ. Αγ. Αρ. 5872/08 ΜΕΤΑΞΥ:- 1. ROYAL ARTEMIS CLINIC LTD 2. Δρ. Γεώργιος Πέτρου (Λαυρέντης) 3. MI.STE SPYROU LTD 4. ΙΑΤΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΦΟΥ ΚΥΑΝΟΥΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΛΤΔ 5. Δρ. Νικάνδρου Γεώργιος 6. Δρ. Γεώργιος Εφραίμης 7. Δρ. Θεοδώρα Καραφυλλίδου 8. Δρ. Αντώνιος Οικονομίδης 9. SAINT GEORGE'S PRIVATE HOSPITAL LTD 10 Δρ Μιχάλης Ν. Μάρκου 11 Δρ. Μαρία Παπαδοπούλου 12 Δρ Βαρνάβας Παπαναστασίου 13 Δρ Πολυξένη Σωτηριάδου 14 Δρ Ανδρέας Γ. Δημητρίου 15 Δρ Κώστας Συμεού -MEDICENT CLINIC LTD 16 Δρ. Κωνσταντία Βλοτομά ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ - και - Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ---------------------------- Ημερομηνία: 12 Νοεμβρίου 2010 Αίτηση ημερ. 15.4.10 δια παραπομπή ερωτήματος δι΄ έκδοση προδικαστικής απόφασης από το ΔΕΚ Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Λουκαϊδης Για τον Εναγόμενο-Καθ΄ ου η Αίτηση: κα Στυλιανού ------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες που είναι 16 ιδιωτικές κλινικές και ιατροί κατεχώρισαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με την οποία αξιώνουν εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας πλην αποζημιώσεων και την ακόλουθη Δήλωση του Δικαστηρίου:- «Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συνεχιζόμενη από την 1/5/2004 πρακτική του Υπουργείου Υγείας και γενικότερα του κράτους σύμφωνα με την οποία ο Κανονισμός (ΕΚ) αρ. 1408/71 Άρθρο 22 Περί Εφαρμογής των Συστημάτων Κοινωνικής Ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και ειδικότερα το δικαίωμα των εν λόγω προσώπων σε παροχές σε είδος που καθίστανται ιατρικά αναγκαίες, για λογαριασμό του αρμοδίου φορέα από τον φορέα του τόπου διαμονής και κατοικίας εκτός του κράτους των σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον φορέα αυτό σαν να ήταν ασφαλισμένοι σ' αυτόν, να περιορίζεται σε παροχές μέσω του Υπουργείου Υγείας μόνο στα κρατικά νοσοκομεία αποκλειομένων των ιδιωτικών γιατρών και των ιδιωτικών νοσηλευτικών ή νοσοκομειακών ιδρυμάτων είναι παράνομη και άκυρη διότι η πρακτική αυτή αντιβαίνει: α) προς τις πρόνοιες της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Άρθρο 49) που ρυθμίζουν το δικαίωμα στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών (χωρίς απαράδεκτους ή δυσανάλογους προς τον επιδιωκόμενο σκοπό περιορισμούς) που καλύπτει τόσο τον υπήκοο ενός κράτους μέλους που παρέχει μια υπηρεσία σε άλλο κράτος μέλος όσο και τον αποδέκτη της υπηρεσίας σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος του, δικαίωμα που συνεπάγεται ελεύθερη επιλογή ιατρικών υπηρεσιών από τον αποδέκτη και αντίστοιχο δικαίωμα-ελευθερία σε επαγγελματίες όπως οι ενάγοντες να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε αποδέκτες από άλλες χώρες της EE και β) προς και τις πρόνοιες της εν λόγω Συνθήκης που ρυθμίζουν τον ανταγωνισμό (Άρθρα 81-86) και την απαγόρευση δυσμενών διακρίσεων (στην προκειμένη περίπτωση σε βάρος των ιδιωτών γιατρών) όπως κατοχυρώνεται από την εν λόγω Συνθήκη και το Πρωτόκολλο 12 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων δικαιωμάτων και γ) προς το συνταγματικό δικαίωμα άσκησης οποιουδήποτε επαγγέλματος (Άρθρο 25) χωρίς περιορισμούς που δεν επιτρέπει το Σύνταγμα ή το Κοινοτικό Κεκτημένο.» Μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων οι αιτητές κατεχώρισαν την υπό εξέταση αίτηση με την οποία αιτούνται Διαταγή του Δικαστηρίου δια παραπομπή στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) δι΄ έκδοση προδικαστικής απόφασης το ακόλουθο Ερώτημα:- «Κατά πόσο η εφαρμογή στην Κύπρο του Κανονισμού 1408/71/ΕΕ από την 1/5/2004 παρέχοντας ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σε Ευρωπαίους πολίτες μόνο στα Κυβερνητικά Ιατρικά Ιδρύματα και όχι σε ιδιώτες Ιατρούς της επιλογής των ασθενών αντιβαίνει με τους Κανονισμούς 3 και 22 του Κανονισμού 1408/71 ή/και με τις πρόνοιες της Συνθήκης της Ε.Ε (Άρθρο 49) που ρυθμίζουν το δικαίωμα στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ή/και με τις πρόνοιες της εν λόγω Συνθήκης που ρυθμίζουν τον ανταγωνισμό (Άρθρα 81-86) και την απαγόρευση δυσμενών διακρίσεων όπως κατοχυρώνεται από την εν λόγω Συνθήκη και το Πρωτόκολλο 12 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων δικαιωμάτων.» Η Αίτηση εδράζεται επί των ακόλουθων γεγονότων τα οποία είναι παραδεκτά από τον Καθ΄ ου η αίτηση. «1. Από την 01/05/2004 τα πρόσωπα που κατοικούν σε μια από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δικαιούνται ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στην Κύπρο. Το δικαίωμα αυτό απορρέει από το άρθρο 3 του Κανονισμού 1408/71/ ΕΚ, το οποίο προβλέπει ότι τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη της ΕΚ υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολάβουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νομοθεσία κάθε κράτους - μέλους, υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του κράτους στο οποίο διαμένουν. 2. Το Υπουργικό Συμβούλιο στην συνεδρία του ημερομηνίας 04/2/04 αποφάσισε ότι ο πιο πάνω Κανονισμός θα έχει άμεση εφαρμογή στην Κύπρο από την 01/05/2004, χωρίς καμία νομοθετική διαδικασία, ενώ περαιτέρω αποφάσισε ότι το Υπουργείο Υγείας, μέχρι και την εφαρμογή του Γενικού Συστήματος Υγείας (ΓεΣΥ) θα παρέχει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σε Ευρωπαίους πολίτες, δυνάμει του εν λόγω Κανονισμού με τρόπο ανάλογο όπως σε Κύπριους δικαιούχους, δηλαδή μόνο στα κυβερνητικά ιατρικά ιδρύματα [και όχι σε ιδιώτες ιατρούς]. 3. Η παροχή της ανάλογης φροντίδας σε Κύπριους πολίτες σε κυβερνητικά ιατρικά ιδρύματα διέπεται από τους περί Κυβερνητικών Ιατρικών Ιδρυμάτων Γενικούς Κανονισμούς του 2000-2007, οι οποίοι τροποποιήθηκαν ανάλογα ώστε να συνάδουν με τον πιο πάνω Κανονισμό. Συγκεκριμένα η ΚΔΠ 455/2004 για σκοπούς συμβατότητας με το άρθρο 3 του 1408/71/ΕΚ όπως τροποποιήθηκε, τροποποιεί τους βασικούς Κανονισμούς προσθέτοντας στην παράγραφο 4 του Κανονισμού 4 πρόνοια για συμπερίληψη στην έννοια των δικαιούχων και τους υπηκόους κράτους - μέλους για τους οποίους ισχύουν οι διατάξεις της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης που προαναφέρθηκε. Με τον ίδιο τρόπο τροποποιήθηκε και η παράγραφος 7 του Κανονισμού 9.» Ο Καθ΄ ου η Αίτηση με την ένσταση του επικαλείται τους ακόλουθους λόγους δι' απόρριψη της αίτησης. «1. Η παρούσα αίτηση δεν αφορά ερμηνεία διατάξεως των συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά ούτε και την εκτίμηση του κύρους κοινοτικής πράξης, δηλαδή του κανονισμού 1408/71/ΕΕ που υιοθετήθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 4/2/2004 και αριθμό σημειώματος 43/2004. 2. Το κατά πόσο οι Κανονισμοί 3 και 22 του Κανονισμού 1408/71/EE συγκρούονται με τα άρθρα 49, 81 - 86 της Συνθήκης της Ε.Ε. όπως αυτά είχαν αριθμηθεί πριν την ενοποιημένη απόδοση της Συνθήκης που έγινε μετά τη θέση σε ισχύ της απόφασης της Λισσαβόνας, δεν αποτελεί επίδικο θέμα στην παρούσα διαδικασία καθότι η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και οι τροποποιήσεις των Περί Κυβερνητικών Ιατρικών Ιδρυμάτων Γενικών Κανονισμών του 2000-2007 είναι παραδεκτό ότι συνάδουν με τον πιο πάνω Κανονισμό και είναι πλήρως συμβατές με αυτόν. Η θέσπιση των Κανονισμών για την συμπερίληψη στην έννοια των δικαιούχων ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και των υπηκόων των υπόλοιπων κρατών μελών της EE έγινε στη βάση της αμοιβαιότητας και οι υπήκοοι αυτοί απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα περίθαλψης που έχουν οι Κύπριοι πολίτες και δεν θα μπορούσε να τεθεί διάταξη που να τους θέτει σε προνομιακή θέση έναντι των Κυπρίων πολιτών. 3. Το ερώτημα αφορά τον τρόπο εφαρμογής του Κανονισμού 1408/71/EE στην Κύπρο και κατά πόσο η εφαρμογή αυτή αντιβαίνει με τους Κανονισμούς 3 και 22 ή/και τις πρόνοιες της Συνθήκης και όχι αν ο Κανονισμός αντιβαίνει με τις πρόνοιες της Συνθήκης. Όμως στα γεγονότα που εκτίθενται στην αίτηση γίνεται παραδεκτό ότι το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε ότι ο πιο πάνω Κανονισμός θα έχει άμεση εφαρμογή χωρίς καμιά νομοθετική διαδικασία και επομένως δεν μπορεί να τίθεται θέμα σύγκρουσης του τρόπου εφαρμογής του Κανονισμού με το κοινοτικό κεκτημένο. 4. Tα γεγονότα που εκτίθενται στην αίτηση δεν αποκαλύπτουν επεξήγηση του λόγου για τον οποίο ζητείται προδικαστική απόφαση. 5. Με το ερώτημα επιδιώκεται προδικαστικά η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και όχι η παροχή στοιχείων ως προς την ερμηνεία του, ρόλος που ανήκει στο Εθνικό Δικαστήριο. 6. Τα πραγματικά περιστατικά του κατά πόσο δηλαδή οι ιατροί και τα νοσηλευτικά ιδρύματα που παρουσιάζονται ως Ενάγοντες έχουν δικαίωμα να διεκδικούν την περίθαλψη υπηκόων της EE με χορηγία της Κυπριακής Κυβέρνησης αφορούν την κύρια δίκη και όχι την ερμηνεία ή την εφαρμογή των κανόνων του Κοινοτικού ή του Εθνικού Δικαίου, η οποία εκφεύγει της αρμοδιότητας του ΔΕΚ να αποφαίνεται προδικαστικά. 7. Ο Κανονισμός 1408/71/ΕΚ κατοχυρώνει το δικαίωμα των υπηκόων της Ευρωπαϊκής Ένωσης να απολαμβάνουν περίθαλψη και δεν προστατεύει οποιοδήποτε δικαίωμα Ιατρών και Ιατρικών Ιδρυμάτων να παρέχουν περίθαλψη. Επομένως οι Ενάγοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον να ζητήσουν τη παραπομπή οποιουδήποτε θέματος που αφορά τον τρόπο εφαρμογής του Κανονισμού ως προς την έκταση δικαιωμάτων τρίτων προσώπων, για έκδοση προδικαστικής απόφασης.» Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις ικανές αγορεύσεις τους προώθησαν όπως ήταν φυσικό τις αντίστοιχες θέσεις των διαδίκων που εκπροσωπούν. Βοήθησαν παράλληλα το Δικαστήριο στο εξεταζόμενο θέμα. Η εισήγηση του συνήγορου των Αιτητών πολύ συνοπτικά εκτίθεται ως ακολούθως: «Η ερμηνεία του Άρθρου 49 και των Άρθρων 81-86 που αναφέρονται ρητώς στο ερώτημα είναι αναγκαία. Το ερώτημα εγείρει θέμα έκτασης ερμηνείας και εφαρμογής των εν λόγω Άρθρων σε συνδυασμό με τον Κανονισμό 1408/71 του οποίου πάλι την ερμηνεία επιδιώκει το ερώτημα. Και όλα αυτά σε σχέση με τον τρόπο που το ερμηνεύει και εφαρμόζει τον Κανονισμό 1408/71 η Κυπριακή Δημοκρατία αποκλείοντας τους ιδιώτες γιατρούς από τα δικαιώματα που παραχωρούνται από αυτόν. Άρα και ερμηνεία της Συνθήκης και ερμηνεία της Κοινοτικής Νομοθεσίας εγείρει το ερώτημα. Τα Άρθρα δε 3 και 22 του Κανονισμού αναφέρονται ρητώς στο ίδιο ερώτημα». Η συνήγορος του Καθ΄ ου η Αίτηση από την άλλη εισηγήθηκε ότι με την «Αγωγή και κατ΄ επέκταση με το προδικαστικό ερώτημα που εγείρεται, επιδιώκεται η απάντηση στο κατά πόσο ουσιαστικά οι Ευρωπαίοι πολίτες που έρχονται στην Κύπρο δικαιούνται να έχουν μεταχείριση άλλη από εκείνη που απολαμβάνουν οι Κύπριοι, παραπεμπόμενοι σε ιδιωτικά και όχι αποκλειστικά σε κυβερνητικά ιατρικά Ιδρύματα». «Εκείνο δε που απομένει να εξεταστεί είναι αν ο τρόπος με τον οποίο ο Κανονισμός εφαρμόζεται στην Κύπρο αντιβαίνει στις αρχές του ελεύθερου ανταγωνισμού, της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και της αποφυγής δυσμενούς διάκρισης». Επίσης, εισηγήθηκε ότι το ερώτημα δεν αφορά ερμηνεία διατάξεων της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν επιδιώκει την εκτίμηση του κύρους κάποιας Κοινωνικής Πράξης ήτοι του Κανονισμού, δεν αποτελεί επίδικο θέμα το κατά πόσο τα άρθρα 3 και 22 του Κανονισμού συγκρούονται με το κοινοτικό κεκτημένο, το ερώτημα που τέθηκε στοχεύει να πλήξει τον τρόπο εφαρμογής του Κανονισμού στην Κύπρο, τα γεγονότα που τέθησαν στην αίτηση δεν αποκαλύπτουν το σκοπό της απάντησης στο εισηγούμενο να διατυπωθεί ερώτημα και τέλος αμφισβητήθηκε η νομιμοποίηση των εναγόντων - γιατρών δι΄ έγερση της παρούσης αγωγής αναφορικά με δικαίωμα άλλων ήτοι των δικαιούχων σε νοσηλεία. Αναμφίβολα κάθε Δικαστήριο κράτους μέλους δύναται να ζητήσει από το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) να ερμηνεύσει κανόνα κοινοτικού δικαίου όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο για την επίλυση διαφοράς που εκδικάζει. Αυτό μπορεί να γίνει μέσω της διαδικασίας που προβλέπεται από το άρθρο 267 (πρώην άρθρο 234 της ΣΕΚ) της Ενοποιημένης Συνθήκης δια την Ίδρυση και Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το άρθρο 267 έχει ως ακολούθως:- «Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί έπ' αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο. Όταν ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, η οποία αφορά πρόσωπο υπό κράτηση, το Δικαστήριο αποφαίνεται το συντομότερο δυνατόν.» Η διαδικασία αυτή έχει κύριο σκοπό την αποτροπή του κινδύνου έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, «κίνδυνο τον οποίο συνεπάγεται η αποκέντρωση - η λεγόμενη αρχή της Επικουρικότητας - που χαρακτηρίζει το δικαιοδοτικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Α. Ευχέρεια ή υποχρέωση παραπομπής Το κατά πόσο υπάρχει ευχέρεια ή υποχρέωση παραπομπής αυτό συναρτάται από δύο παράγοντες. Ο πρώτος αφορά το κατά πόσο το θέμα του κοινοτικού δικαίου που αναφύεται είναι ενώπιον Δικαστηρίου οι αποφάσεις του οποίου υπόκεινται σε ένδικα μέσα και ο δεύτερος κατά πόσο το ζήτημα κοινοτικού δικαίου που τίθεται αφορά ερμηνεία ή αμφισβήτηση του κύρους πράξεως που έχει εκδώσει Όργανο της Κοινότητας. (α) Δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις υπόκεινται σε ένδικα μέσα. Τα Δικαστήρια αυτά έχουν απλώς ευχέρεια παραπομπής οσάκις το αναφυόμενο ζήτημα αφορά ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου. Όταν πρόκειται όμως για αμφισβήτηση της πράξεως κοινοτικού οργάνου όπου το ΔΕΚ θεωρεί ότι έχει αποκλειστική αρμοδιότητα, ο εθνικός Δικαστής ακόμη και ο Δικαστής της ουσίας, έχει υποχρέωση παραπομπής (βλ. απόφαση 22.10.87, C-314/85, Foto-Frost (Συλλογή 1987, σελ. 4199) (β) Δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα. Κατ΄ αρχήν τα Δικαστήρια αυτά έχουν υποχρέωση παραπομπής όταν το αναφυόμενο θέμα αφορά ερμηνεία κοινοτικού δικαίου. Τέτοια υποχρέωση δεν υπάρχει αν διαπιστώσει ότι το θέμα δεν είναι ουσιώδες ή ότι η οικεία κοινοτική διάταξη έχει ήδη ερμηνευθεί από το ΔΕΚ ή ότι η ορθή εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου είναι τόσο προφανής, ώστε να μην αφήνει περιθώριο για καμία αμφιβολία (βλ. υπόθεση 283/81 απόφαση 6.10.82, Συλλογή 1982, σελ. 3415) Όταν αμφιβάλλουν για το κύρος πράξεως κοινοτικού οργάνου έχουν υποχρέωση παραπομπής. Εις τη Γ. Μιχαλιάς ν. Χρ. Μιχαλιά [Π.Ε 15/07 ημερ. 14.7.09, (Απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ως Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου)] το τιθέν ερώτημα αφορούσε ερμηνεία άρθρων του Κανονισμού 1347/2000 (ΕΚ) και το Ανώτατο Δικαστήριο αποφασίζοντας να παραπέμψει το ερώτημα στο ΔΕΚ είπε τα ακόλουθα στη σελ. 8:- «Δ. Η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. 14. Το θέμα που εγείρεται, φαίνεται πως δεν είναι ξεκάθαρο. Επειδή προβλέπουμε ότι η όποια ερμηνεία του Κανονισμού με αναφορά στο υπό κρίση θέμα, θα έχει αντίκτυπο στο κοινοτικό δίκαιο, θεωρούμε σκόπιμο να ζητήσουμε την αρωγή του Δ.Ε.Κ για την αυθεντική ερμηνεία του Κανονισμού. Στην απόφαση μας για την παραπομπή του θέματος στο Δ.Ε.Κ υπό μορφή ερωτήματος, λάβαμε υπόψη ότι: (
- i)Δεν υπήρξε παρόμοιο θέμα αντικείμενο εξέτασης από τα Δικαστήρια των άλλων χωρών κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από το Δ.Ε.Κ, (
- ii)το θέμα είναι αρκετά σοβαρό και η ερμηνεία των προεκτάσεων της εφαρμογής του που θα επηρεάσει όλα τα κράτη μέλη, θα πρέπει να δοθεί από το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και (iii) η γνωμάτευση κρίνεται αναγκαία μέσα στα πλαίσια της επίλυσης των διαφορών των διαδίκων.» Τέλος όσον αφορά το χρόνο υποβολής του προδικαστικού ερωτήματος το εθνικό Δικαστήριο είναι ελεύθερο στην επιλογή του χρόνου υποβολής του στο ΔΕΚ δεδομένου ότι η απόφαση του θα πρέπει να εκθέτει τόσον τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης όσο και το νομικό της πλαίσιο, ιδίως από απόψεως κανόνων του εθνικού δικαίου. Είναι επιθυμητό να λαμβάνεται η απόφαση σε ένα στάδιο της Δίκης όπου το (Εθνικό) Δικαστήριο είναι σε θέση να προσδιορίσει - πιθανολογήσει έστω - το πραγματικό και νομικό πλαίσιο του υποβαλλόμενου ζητήματος. (βλ. Απόφαση 15.5.86, 222/84, Johnston - Συλλογή 1986, σελ. 1651) Έχω εξετάσει με μεγάλη προσοχή την αίτηση, ένσταση, παραδεκτά γεγονότα, εισηγήσεις των ευπαιδεύτων δικηγόρων και όλο το υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου. Είμαι της γνώμης ότι στο παρόν στάδιο η αίτηση είναι πρόωρη. Ενώπιον του Δικαστήριο τα μόνα παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα είναι η ιδιότητα των Εναγόντων και όσα αναφέρονται στις σελ. 3 και 4 της παρούσας απόφασης ως παραδεκτά γεγονότα. Δια να γίνει πιο κατανοητή, η ανυπαρξία συμφωνημένου ή παραδεκτού υποβάθρου γεγονότων, αναφέρεται απλά ότι από τις 8 παραγράφους που αποτελούν την Έκθεση Απαίτησης, με την Έκθεση Υπεράσπισης είναι παραδεκτό μόνο το μέρος της παραγρ. 2 που αφορά την ιδιότητα των Εναγόντων. Ακόμη και στο στάδιο των αγορεύσεων ο συνήγορος των αιτητών αμφισβήτησε αυτά που παρέθεσε ως βάση της αίτησης και έγιναν παραδεκτά από την άλλη πλευρά. Συγκεκριμένα, είπε:- «Για παράδειγμα όταν λέμε στα γεγονότα ότι «η παροχή της ανάλογης φροντίδας σε Κύπριους πολίτες σε κυβερνητικά ιατρικά ιδρύματα διέπεται από τους γενικούς κανονισμούς του 2000 έως 2007 οι οποίοι τροποποιήθηκαν ανάλογα ώστε να συνάδουν με τον πιο πάνω Κανονισμό» αποδίδουμε αυτά που το κράτος έκανε και σκόπευε να κάνει με τις δικές του ερμηνείες. Δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε ότι οι κανονισμοί συνάδουν πράγματι με τον πιο πάνω Κανονισμό αφού αυτό είναι το αμφισβητούμενο από την αγωγή από δε το ερώτημα προκύπτει να είναι το ζητούμενο. Το ίδιο ισχύει και για άλλα γεγονότα που παρατίθενται στην αίτηση π.χ «το Υπουργείο Υγείας... θα παρέχει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σε Ευρωπαίους πολίτης, δυνάμει του εν λόγω Κανονισμού με τρόπο ανάλογο όπως σε Κύπριους δικαιούχους δηλαδή μόνο στα κυβερνητικά ιατρικά ιδρύματα.» Αυτή η πραγματική βάση είναι η αναμφισβήτητη θέση του Κράτους. Παραθέτοντας την δεν σημαίνει ότι δεχόμαστε και ως σωστή την ερμηνεία και τον τρόπο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού αφού αυτό είναι το αμφισβητούμενο και το ζητούμενο. Η αμφισβήτηση αυτή δεν μπορούσε να υπεισέλθει στα «αναμφισβήτητα» γεγονότα που ισχυρίζεται το κράτος.» Περαιτέρω η έρευνα μου με οδήγησε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ε.Ε ημερ. 30.4.04 όπου δημοσιεύτηκε ο Κανονισμός αρ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, ημερ. 29.4.04. Στο άρθρο 90 του Κανονισμού προβλέπεται ότι «ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθμός 1408/71 του Συμβουλίου καταργείται από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος Κανονισμού» πλην τριών περιπτώσεων που αναφέρονται και που δεν ενδιαφέρουν την παρούσα υπόθεση. Στο άρθρο 91 του άνω Κανονισμού αναφέρεται ότι «ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εφαρμόζεται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού εφαρμογής. Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος». Στην Επίσημη Εφημερίδα της Ε.Ε ημερ. 30.11.2009 δημοσιεύθη ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθμός 987/09 που είναι ο «κανονισμός εφαρμογής» του Κανονισμού 883/2004 (άνω). Στο προοίμιο του Κανονισμού αυτού παράγρ. 24 αναφέρονται: «
(24)Ο παρών κανονισμός αντικαθιστά τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας». Στο ΄Αρθρο 96 του Κανονισμού 987/2000 ρητά αναφέρεται ότι «ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 καταργείται από 1.5.2010» και παραμένει σε ισχύ δια τρεις περιπτώσεις που δεν αφορούν την παρούσα περίπτωση. Στο άρθρο 97 του άνω Κανονισμού αναφέρεται ότι ο Κανονισμός αυτός δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αρχίζει να ισχύει την 1.5.2015 - και στο τέλος του Κανονισμού ότι «ο παρόν κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος». Όλα τα πιο πάνω δεν τέθησαν στο Δικαστήριο και δεν συζητήθηκαν κατά την ακρόαση της Αίτησης. Έχοντας υπόψη ότι το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης είναι ελλειπές και μη συμφωνημένο και ότι το νομικό πλαίσιο που ενδεχομένως διέπει ταη διαφορά δεν έχει ξεκαθαρίσει και δεν συζητήθηκε, είμαι της γνώμης ότι η αίτηση είναι πρόωρη και συνεπώς δεν μπορεί να επιτύχει. Το Δικαστήριο διατηρεί το δικαίωμα του να επανέλθει επί του θέματος παραπομπής του ερωτήματος ή άλλου εις το κατάλληλο στάδιο εφόσον αυτό θεωρηθεί ορθό όπως επίσης και οι διάδικοι είναι ελεύθεροι να επανέλθουν στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας. Όσον αφορά τα έξοδα, αφού έλαβα υπόψη τη φύση της αίτησης και ιδιαίτερα ότι αφορούσε νέο θέμα αποφάσισα να μην επιδικάσω έξοδα. Η αίτηση απορρίπτεται χωρίς καμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ) Λ. Παρπαρίνος Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\parparinos 2010-11/interim decisions cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο