ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. Μάριου Σάββα κ.α., Αρ. Αγωγής: 3783/06, 15.11.10 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A365 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3783/06 Μεταξύ: ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας -και-
- Μάριου Σάββα
- Κλείτου Σάββα
- Γεωργίας Χριστοφόρου Εναγομένων Ημερομηνία: 15.11.10 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κος Μακρίδης για κ. Λ. Παπαφιλίππου & Σία Για τους Εναγόμενους: κος Σ. Ζαννούπας Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα απαιτεί εναντίον των εναγομένων το ποσό των ΛΚ4239,40 δυνάμει χρέους και/ή λογαριασμού και/ή συμφωνίας δανείου ή χρηματοδοτήσεως και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, τόκο από 13.5.05 και έξοδα. Το πιο πάνω ποσό περιορίστηκε σε ΛΚ3692,07 (€6308,28) κατά την διάρκεια της ακρόασης. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης με γραπτή συμφωνία που έγινε μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου 1, η ενάγουσα διόρισε τον εναγόμενο 1 ως δόκιμο αντιπρόσωπο της υπό τους όρους που αναφέρονται στη συμφωνία που υπέγραψαν η οποία θα αναφέρεται ως η «τριμερής συμφωνία». Οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν τον εναγόμενο 1 για την πιστή τήρηση των προνοιών της συμφωνίας και οποιωνδήποτε χρηματικών υποχρεώσεων του εναγομένου 1 που τυχόν θα δημιουργούνταν προς την ενάγουσα. Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της πιο πάνω «Τριμερούς Συμφωνίας» ότι η εταιρεία θα είχε τη δυνατότητα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο να χορηγήσει στο Δόκιμο Αντιπρόσωπο χρηματικά ποσά είτε υπό μορφή επιχορήγησης, επιδόματος είτε έναντι των μελλοντικών του προμηθειών και/ή προκαταβολές εκπαίδευσης του. Περαιτέρω η «Τριμερής Συμφωνία» περιελάμβανε μεταξύ άλλων και τον ρητό και/ή εξυπακουόμενο όρο ότι σε περίπτωση που ο Δόκιμος Αντιπρόσωπος αποτύχει να καταστεί Αντιπρόσωπος ή παραιτηθεί προτού καταστεί Αντιπρόσωπος ή αν συνεχίσει την δοκιμασία του με άλλη εταιρεία καθώς και σε περίπτωση τερματισμού και/ή ακύρωσης της εν λόγω συμφωνίας τότε οποιαδήποτε ποσά έχουν δοθεί στο Δόκιμο Αντιπρόσωπο από την ενάγουσα εταιρεία θα καθίστανται αμέσως απαιτητά και πληρωτέα. Στα πλαίσια της πιο πάνω «Τριμερούς Συμφωνίας» η ενάγουσα χρηματοδότησε και/ή δανειοδότησε τον εναγόμενο 1 με το συνολικό ποσό εκ ΛΚ4.239.40 σεντ κατά την περίοδο από 29.11.2002 μέχρι 13.5.2005 περίπου και προς τούτο άνοιξε σχετικό λογαριασμό ο οποίος κατά ή περί την 13.5.2005 εδείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο ΛΚ4.239.40 σεντ. Η ενάγουσα με διπλοσυστημένη επιστολή της ημερ. 13.5.2005 προς τον εναγόμενο 1 τερμάτισε την «Τριμερή Συμφωνία» ημερ. 29.11.2005 λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς του εναγόμενου 1 και/ή λόγω παράβασης της από τον εναγόμενο 1 και τον κάλεσε όπως της πληρώσει όλα τα οφειλόμενα ποσά κατά την ημερομηνία τερματισμού της εν λόγω συμφωνίας, κοινοποιώντας την και στους εναγόμενους 2 και
- Περαιτέρω με διπλοσυστημένη επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 16.12.05 απαίτησε την πληρωμή του πιο πάνω ποσού όμως οι εναγόμενοι παρέλειψαν να το πληρώσουν. Στην Έκθεση Υπεράσπισης τους οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενος 1 υπέγραψε την τριμερή συμφωνία υπό συνθήκες αθέμιτου και/ή ψυχικού επηρεασμού μετά από παροτρύνσεις και/ή πίεση και/ή επηρεασμό των εναγόντων χωρίς να διαπραγματευθεί τους όρους της συμφωνίας και/ή να του επεξηγηθούν οι όροι της και αφού οι ενάγοντες του υποσχέθηκαν ότι θα είχε μια εξασφαλισμένη καριέρα, το οποίο ήταν αναληθές. Ισχυρίζονται επίσης ότι ήταν ρητός όρος της συμφωνίας ότι θα υπόκειτο στη δοκιμασία υπό την επίβλεψη του Α. Αντωνίου, διευθυντή των εναγόντων και/ή θα παρακολουθούσε τα απαραίτητα μαθήματα και/ή θα περνούσε τρίμηνη εκπαίδευση με σκοπό να εξασφαλίσει πιστοποιητικό του Εφόρου Ασφαλιστικών Εταιρειών και/ή να εγγραφεί στο μητρώο. Αποτελεί θέση τους ότι ο εναγόμενος 1 ουδέποτε χρηματοδοτήθηκε ή ότι τυχόν χρηματοδότηση ήταν παράνομη, αφού πιέστηκε να ενεργεί ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος χωρίς να πληροί τα προσόντα που απαιτούνταν από το Νόμο και χωρίς να εγγραφεί ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος. Στη παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης υπάρχει ισχυρισμός για ψυχική πίεση και ψευδείς παραστάσεις, οι οποίες εξειδικεύονται, με σκοπό να πειστεί ο εναγόμενος 1 να υπογράψει τη συμφωνία. Ισχυρίζονται επίσης ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 εξαναγκάστηκαν να υπογράψουν ως εγγυητές και/ή ότι η υπογραφή τους ήταν προϊόν ψευδών παραστάσεων που εξειδικεύονται στη παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται επίσης ότι η συμφωνία είναι παράνομη και ότι τα ποσά που ζητούνται από αυτούς είναι υπερβολικά ψηλά και αδικαιολόγητα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο πρώτος μάρτυρας για την ενάγουσα ήταν ο υπάλληλος της από το 1993 Μαρίνος Στυλιανίδης, ΜΕ
- Είναι υπεύθυνος εξυπηρέτησης των αντιπροσώπων μέσω όλων των συστημάτων. Στα καθήκοντα του περιλαμβάνονται οι προμήθειες, τα υπόλοιπα, η εξέταση των προτάσεων. Μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή έχει πρόσβαση σε όλα τα υπόλοιπα . Κατέθεσε στο Δικαστήριο Τριμερή Συμφωνία αντιπροσώπου μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου 1, τεκμήριο 1, «Οργανόγραμμα Δυναμικού Πωλήσεων», τεκμήριο 2, κατάσταση παραγωγής του εναγομένου 1, τεκμήριο 3, κατάσταση λογαριασμού του εναγομένου 1, τεκμήριο 4 και επιστολή τερματισμού ημερ. 13.5.05, τεκμήριο
- Για τους πελάτες που θα συστήσει ο δόκιμος αντιπρόσωπος ακολουθείται η διαδικασία του όρου 2(α) και (β) της συμφωνίας, τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον όρο 4 οι δόκιμοι αντιπρόσωποι δεν έπαιρναν μισθό αλλά ποσά υπό μορφή επιχορήγησης, επιδόματος ή έναντι μελλοντικών προμηθειών. Σε περίπτωση που ο δόκιμος αντιπρόσωπος παρουσίαζε πρόταση προς την ασφάλεια και πληρωνόταν ένα μηνιαίο ασφάλιστρο έπαιρνε 30% του ετήσιου ασφάλιστρου. Στη σελίδα 22 του τεκμηρίου 2 φαίνεται στη παράγραφο 4 «40% του πρώτου ετήσιου ασφαλίστρου». Το ποσοστό πληρωνόταν αν πληρωνόταν το σύνολο του ετήσιου ασφαλίστρου. Βεβαίως για να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν έπαιρναν την προμήθεια προκαταβολικά πριν να την δικαιούνται, με την καταβολή του κάθε ασφαλίστρου κάθε μήνα. Κάθε μήνα το ποσοστό πιστωνόταν στη μερίδα που ισοδυναμούσε στο 40% του συνόλου της προμήθειας. Στο τέλος του χρόνου αν δεν πληρωνόταν το ετήσιο ασφάλιστρο δεν θα πιστωνόταν η μερίδα. Οι χρεώσεις στη μερίδα ήταν η επιταγή που εκδίδετο κάθε φορά που έφερνε πρόταση ο δόκιμος αντιπρόσωπος και οι πιστώσεις κάθε τέλος του χρόνου ανάλογα με τις πληρωμές ασφαλίστρων της κάθε πρότασης. Στο τεκμήριο 4 οι χρεώσεις είναι μεγαλύτερες των πιστώσεων. Η συμφωνία, τεκμήριο 1, τερματίστηκε με την επιστολή τεκμήριο 5, ημερομηνίας 13.5.
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στη συμφωνία δεν προνοείτο η πληρωμή προκαταβολικής προμήθειας, τέτοια ήταν η τακτική της εταιρείας. Πολλές φορές έδωσαν έναντι για να βοηθήσουν τους δόκιμους αντιπροσώπους. Δεν γνώριζε αν το ποσό των €854,30 του τεκμηρίου 4 ήταν για συμβόλαια ή αν δόθηκε έναντι. Για το 2003 ο εναγόμενος πληρώθηκε €8872, για το 2004 €2000 και για το 2005 €24,
- Τα ποσά υπολογίστηκαν με βάση τις επιταγές που έχει πάρει ο εναγόμενος. Ο εναγόμενος είχε την εξουσία να εισπράττει τα συμβόλαια. Ο ΜΕ1 δέχθηκε ότι η εταιρεία ενήργησε κατά παράβαση των όρων του τεκμηρίου 2 αφού ο εναγόμενος εργαζόταν και μετά τις 29.11.03, ενώ δηλαδή δεν είχε αποκτήσει άδεια εντός ενός χρόνου από την υπογραφή της συμφωνίας. Τερμάτισαν τη συμφωνία γιατί ο εναγόμενος έπαυσε να εργάζεται το τέλος του
- Καθυστέρησαν 1½ χρόνο να στείλουν το τεκμήριο 5 επειδή πιθανόν να «επανερχόταν». Η εταιρεία θα τον αποδεχόταν. Σε ερώτηση πως είναι δυνατόν ο εναγόμενος να έκανε συμβόλαια 26.1.04, 25.3.04 κλπ, αφού είχε φύγει, απάντησε πως δεν μπορούσε να θυμηθεί. Ο υπεύθυνος για την εκπαίδευση του εναγομένου ήταν ο Ανδρέας Αντωνίου ο οποίος από το 2007 δεν εργάζεται στην ενάγουσα. Δεν γνωρίζει τι λέχθηκε μεταξύ τους. Επανεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι περίπου 13 συμβόλαια συμπλήρωσαν ένα έτος και ότι το οργανόγραμμα, τεκμήριο 2 υπήρχε πάντοτε στο κατάστημα και μπορούσε να είχε πρόσβαση ο εναγόμενος. Η ΜΕ2 ήταν η υπεύθυνη κλάδου ζωής στο λογιστήριο, Αγάθη Ανδρέου. Κατά τα έτη 2002-2005 η διαδικασία που ακολουθείτο για την πληρωμή ήταν η εξής: Ο διευθυντής πωλήσεων κλάδου ζωής έδινε στο λογιστήριο εντολές για έκδοση επιταγών και απόδειξη παραλαβής οι οποίες στέλλονταν στα υποκαταστήματα και αφού υπογραφόταν απόδειξη επιστρεφόταν στο λογιστήριο. Στον εναγόμενο εκδόθηκαν επιταγές των υπογραμμένων αποδείξεων 7Α-Κ, ύψους ΛΚ3692,07 (€6308,28). Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι εκτός από τις υπογραμμένες αποδείξεις 7Α-Κ δεν υπάρχουν άλλες αποδείξεις παραλαβής χρημάτων. Ο ΜΥ1 ήταν ο εναγόμενος. Υιοθέτησε γραπτή δήλωση, τεκμήριο 9 στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Ψάχνοντας δουλειά για τις πρωινές ώρες κατά τις οποίες δεν είχε προπονήσεις του σύστησαν τον Ανδρέα Αντωνίου, ασφαλιστικό αντιπρόσωπο των εναγόντων. Ήρθε σε επαφή με τον τελευταίο ο οποίος του ανέφερε ότι οι ενάγοντες αναζητούν ασφαλιστές και οι προοπτικές που πρόσφεραν είναι πολύ καλές. Του ανέφερε ότι θα ξεκινήσει δοκιμαστικά, θα περάσει από μαθήματα τα οποία θα προσφέρει η εταιρεία, και μετά θα πηγαίνει με κάποιον αδειούχο ασφαλιστή σε ραντεβού για να βλέπει τον τρόπο πώλησης. Το μόνο που θα έκανε ο ίδιος ήταν να του συστήνει τον πελάτη και να πηγαίνει μαζί του να μιλήσουν με τον πελάτη για να βλέπει και να μαθαίνει τη διαδικασία. Ο κος Αντωνίου τον διαβεβαίωσε ότι σε περίπτωση που αποφάσιζε να γίνει ασφαλιστικός αντιπρόσωπος η επιτυχία του θα ήταν δεδομένη αφού οι ενάγοντες είναι από τις μεγαλύτερες ασφαλιστικές εταιρείες στην Κύπρο με μεγάλο κύκλο εργασιών. Του ανέφερε επίσης, ότι θα γίνονταν σχετικά μαθήματα με σκοπό την προετοιμασία του για εξετάσεις για να γίνει ασφαλιστικός αντιπρόσωπος, τα οποία θα δίδασκαν εξουσιοδοτημένα πρόσωπα της εταιρείας. Όταν ανέφερε στον κ. Ανδρέα Αντωνίου ότι ήθελε απλά μια θέση κλητήρα για να βγάζει ένα επιπλέον εισόδημα τις πρωινές ώρες, και καμία πρόθεση δεν είχε να γίνει ασφαλιστής μιας και το επάγγελμα του ήταν ποδοσφαιριστής, του ανέφερε ότι έτσι ακριβώς θα γινόταν, απλά η εταιρεία του προσέφερε την δυνατότητα να γίνει ασφαλιστικός αντιπρόσωπος της σε περίπτωση που αυτό τον ενδιέφερε. Τον παρότρυνε να προχωρήσει αφού αυτό θα ήταν προς δικό του συμφέρον. Περαιτέρω, τον διαβεβαίωσε ότι θα υπόγραφαν μια συμφωνία τυπικής φύσεως χωρίς κανένα ουσιαστικό περιεχόμενο και ότι τα όποια χρήματα του δοθούν, σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν απαιτητά από τους ενάγοντες. Στις 29.11.2002 δείχνοντας πλήρη πίστη στα όσα του ανέφερε ο κ. Ανδρέας Αντωνίου, υπέγραψε συμφωνία με τους ενάγοντες (τεκμήριο 1) την οποία του παρουσίασαν οι ενάγοντες χωρίς να κάνουν αναφορά σε οποιαδήποτε άλλα έγγραφα με τα οποία πιθανόν να σχετιζόταν η συμφωνία. Μετά την έναρξη της εργοδότησης του και την πάροδο 10 ημερών, περίοδο κατά την οποία γίνονταν μαθήματα από τον Ανδρέα Αντωνίου του είπαν ότι θα σταματούσαν τα μαθήματα γιατί ήταν περίοδος Χριστουγέννων και έπρεπε να γίνει παραγωγή. Ο Ανδρέας Αντωνίου, του είπε να βγει έξω στο παζάρι και να αναζητήσει πιθανούς πελάτες για την εξασφάλιση ασφαλιστικών συμβολαίων προς όφελος των εναγόντων χωρίς να έχει ουσιαστικά καμία γνώση προς τούτο. Μετά την πάροδο λίγων ημερών τους είπαν ότι θα πήγαιναν μόνοι τους να πουλάνε γιατί αν δεν έκαναν παραγωγή δεν θα πληρώνονταν. Μετά έκαναν παραγωγή και δεν πληρώνονταν βάσει προμηθειών που δικαιούνταν. Πάντα τους έκοβαν λεφτά, και όταν τους ζητούσαν αναλυτική κατάσταση αρνούνταν να τους στείλουν. Καθ΄ όλο το χρονικό διάστημα που βρισκόταν στην υπηρεσία των εναγόντων εργαζόταν έναντι προμήθειας - αμοιβής κάνοντας ουσιαστικά το διαμεσολαβητή στο να φέρνει πελάτες στην εταιρεία, ενώ ουδέποτε ήταν εγγεγραμμένος στα μητρώα σύμφωνα με το Νόμο για να εξασκεί αυτού του είδους εργασίες. Στην ουσία, πρόσθεσε, του λέχθηκε από τον Αντωνίου ότι θα παρακολουθούσε τα μαθήματα για να πάρει άδεια, θα έπαιρνε ΛΚ500 τον μήνα και θα δούλευε ως κλητήρας. Αρχές του 2005 σταμάτησε αφού πήρε επιστολή ότι τερματιζόταν η συνεργασία τους. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι θα υπόγραφε τη συμφωνία για 3 μήνες μαθήματα και τότε θα καθόταν σε εξετάσεις για να πάρει άδεια. Δεν υπέγραψε γραπτή συμφωνία ως κλητήρας. Ο Αντωνίου τον διαβεβαίωσε, σε σχέση με τη συμφωνία τεκμήριο 1 την οποία δέχθηκε ότι υπόγραψε, ότι θα ίσχυε εφόσον έπαιρνε την άδεια και ότι η συμφωνία ήταν τυπική μέχρι να πάρει την άδεια και να αρχίσει να παίρνει και προμήθειες. Το ότι θα έπρεπε να γίνουν μαθήματα το δέχθηκε και ο ΜΕ
- Τους ανάγκαζαν να πηγαίνουν μαζί τους, σε δικούς του γνωστούς για να βλέπουν τον τρόπο πώλησης και να κάνουν τις πωλήσεις οι αδειούχοι. Σε ερώτηση σε σχέση με την πρόνοια της παραγράφου 4 του τεκμηρίου 1 ανέφερε πως θα ίσχυε εφόσον ο ίδιος έφευγε και αν αποτύγχανε στις εξετάσεις. Σε υπόδειξη ότι δεν αναφέρεται κάτι σε σχέση με αποτυχία στις εξετάσεις ανέφερε πως του αναφέρθηκε πως έπρεπε να «δώσει εξετάσεις». Δεν έδωσε εξετάσεις ούτε και πέρασε τα μαθήματα. Οι δε προμήθειες που έπαιρνε δεν ήταν βάσει των ποσοστών που έπρεπε. Ο Αντωνίου τους έλεγε ότι αυτά τους αναλογούν χωρίς να τους δώσει κατάσταση λογαριασμού. Δεν παραπονέθηκε γιατί του λέχθηκε από τον Αντωνίου ότι έπρεπε να πάρει την άδεια. Η εταιρεία είχε υποχρέωση να παρέχει τα μαθήματα. Δεν έφυγε γιατί είχε ανάγκη τα λεφτά. Αρνήθηκε πως αυτό ήταν σκέψη εκ των υστέρων. Ο Αντωνίου όχι μόνο δεν τήρησε τη συμφωνία αλλά τον σταμάτησε χωρίς προειδοποίηση ζητώντας και λεφτά. Αρνήθηκε υποβολή ότι τα λεφτά τα έπαιρνε έναντι μελλοντικών προμηθειών. Κάποιο μέρος ήταν προμήθεια αλλά όχι μελλοντική. Αρνήθηκε υποβολή ότι με την αποτυχία του να καταστεί αντιπρόσωπος παραβίασε τη συμφωνία. Δεν έδωσε εξετάσεις. Δεν τον κατάρτησαν ανάλογα ούτε και στις εξετάσεις δε τον παρέπεμψαν παρά το ότι το ζήτησε. Δεν μπορούσε να πάει μόνος του, χωρίς την εταιρεία. Αρνήθηκε υποβολή ότι οφείλει να επιστρέψει τα λεφτά. Στο τέλος της υπόθεσης οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν. Έχω θέσει ενώπιον μου όσα ανέφεραν και θα σταθώ σε αυτό όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Ο ΜΕ1 μου έκανε σχετικά καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του ήταν σε γενικές γραμμές σαφής και πειστική. Ο μάρτυρας ήταν σταθερός στις απαντήσεις του και δεν έχω εντοπίσει κανένα στοιχείο ασυνέπειας ή αντιφατικότητας στη μαρτυρία του. Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι παρά τη δικογραφημένη θέση της υπεράσπισης ότι τα ποσά που απαιτούνται από τον εναγόμενο είναι υπερβολικά, δεν υπεβλήθη στο ΜΕ1 ότι έγινε λάθος υπολογισμός ή ποιο κατά τον ισχυρισμό τους ποσό οφείλεται ή ότι ο εναγόμενος δεν πληρώθηκε τις επιταγές ή επιταγές του ύψους που ισχυρίστηκε ο ΜΕ
- Παρατηρώ επίσης ότι οι υποβολές προς το μάρτυρα για παράβαση των συμφωνιών δεν βρίσκουν έρεισμα στις δικογραφημένες θέσεις της υπεράσπισης. Καλή εντύπωση μου έκανε και η ΜΕ2, η μαρτυρία της οποίας ήταν τυπική και παρέμεινε αναντίλεκτη. Χρήζει εδώ ειδικής μνείας ότι η μαρτυρία της για πληρωμή των επιταγών τεκμήρια Α-Κ, ύψους ΛΚ3692,07 (€6308,28) προς τον εναγόμενο δεν αμφισβητήθηκε. Ο εναγόμενος δεν μου άφησε καλή εντύπωση. Θεωρώ ότι η μαρτυρία του στο σύνολο της ήταν ασαφής και στερείτο πειστικότητας. Ο ισχυρισμός του ότι πίστεψε ότι η συμφωνία που υπέγραψε ήταν «τυπικής φύσεως» δεν πείθει. Είναι δε άξιον απορίας ότι αναμένει από το Δικαστήριο να πιστέψει ότι τα όσα αναφέρονται στο τεκμήριο 1 που υπέγραψε κατά τον καταρτισμό της συμφωνίας ήταν τυπικά και δεν ισχύουν ενώ ισχύουν τα περί ΛΚ500 το μήνα και εργασίας του ως κλητήρα παρακολουθώντας μαθήματα τα οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο σήμερα που πιέζεται να αποπληρώσει την οφειλή του. Στερείται, θεωρώ επίσης πειστικότητας ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι δεν παραπονέθηκε στην εταιρεία γιατί του λέχθηκε ότι για να παραπονεθεί έπρεπε να είχε άδεια παρόλο που οι προμήθειες που έπαιρνε ήταν λιγότερες απ΄ ότι έπρεπε. Ούτε και πείθει ο ισχυρισμός του ότι δεν έφευγε από την εταιρεία γιατί είχε ανάγκη τα λεφτά, ειδικότερα έχοντας υπόψη το ύψος του ποσού του που πληρώθηκε κατά το έτος
- Όσο δε αφορά το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα σε σχέση με τα λεχθέντα σ΄ αυτόν τόσο από τον Αντωνίου όσο και από άλλα πρόσωπα δεν χωρεί αμφιβολία ότι πρόκειται για εξ΄ ακοής μαρτυρία στην οποία δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Δεν δόθηκε από πλευράς του εναγομένου οποιαδήποτε εξήγηση γιατί είτε ο Αντωνίου είτε τα άλλα πρόσωπα δεν κλήθηκαν ως μάρτυρες στο Δικαστήριο. Πέραν τούτου θεωρώ ότι το ποιες ακριβώς ήταν οι δηλώσεις προς τον εναγόμενο και το πλαίσιο στο οποίο έγιναν δεν αναφύεται επαρκώς από τη μαρτυρία του εναγομένου. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω καθώς και το ότι ο ενάγοντας θα μπορούσε να είχε προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία (βλ. άρθρο 27
(3)του Ν.32(Ι)/04) κρίνω ότι δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στο μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ1 που αφορά το τι του λέχθηκε από τα πιο πάνω πρόσωπα. Πλην του γεγονότος ότι ο εναγόμενος υπέγραψε τη συμφωνία τεκμήριο 1, ότι έλαβε τις επιταγές ύψους €6308,28 και ότι δεν παρακάθισε στις απαιτούμενες εξετάσεις για απόκτηση άδειας αντιπροσώπου δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του. Έχοντας αποδεχθεί την εκδοχή των μαρτύρων της ενάγουσας προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα τα οποία συνοψίζονται βασικά, και μεταξύ άλλων, στα ακόλουθα: Στις 29.11.02 η ενάγουσα και ο εναγόμενος υπέγραψαν την «Τριμερή Συμφωνία» τεκμήριο 1 την πιστή τήρηση της οποίας εγγυήθηκαν οι εναγόμενοι 2 και
- Ο εναγόμενος 1 με την υπογραφή της πιο πάνω συμφωνίας διορίστηκε δόκιμος αντιπρόσωπος της ενάγουσας. Σε διάφορες ημερομηνίες και σύμφωνα με τις αποδείξεις παραλαβής, που υπέγραψε, τεκμήρια 7Α-Κ, ο εναγόμενος πληρώθηκε από την ενάγουσα €6308,28 που αποτελούσε πληρωμή προκαταβολικών προμηθειών. Ο εναγόμενος δεν παρακάθισε σε σχετικές εξετάσεις και δεν απέκτησε άδεια εξάσκησης του επαγγέλματος του αντιπροσώπου. Με επιστολή της ημερομηνίας 13.5.2005, τεκμήριο 5 προς τον εναγόμενο 1, η ενάγουσα τερμάτισε την τριμερή συμφωνία και κάλεσε τον εναγόμενο να της πληρώσει το χρεωστικό υπόλοιπο του. Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα νομικά σημεία που έχουν εγερθεί κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο τον όρο 4 της τριμερούς συμφωνίας, τεκμήριο 1: «
- Αν ο Δόκιμος Αντιπρόσωπος αποτύχει να καταστεί Αντιπρόσωπος ή αν παραιτηθεί προτού καταστεί Αντιπρόσωπος ή αν συνεχίσει τη δοκιμασία του με άλλη Εταιρεία τότε κάθε πιστωτικό υπόλοιπο στην Μερίδα θα καθίσταται περιουσία της Εταιρείας το δε χαρτοφυλάκιο θα μεταφέρεται στο χαρτοφυλάκιο της Εταιρείας και οποιαδήποτε ποσά έχουν δοθεί στον Δόκιμο Αντιπρόσωπο από την Εταιρεία είτε υπό μορφή επιχορήγησης, επιδόματος είτε σαν έναντι των μελλοντικών του προμηθειών θα καθίστανται αμέσως απαιτητά και πληρωτέα .». ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ (ΚΑΙ ΟΙ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ) ΕΓΙΝΑΝ ΚΑΤΟΠΙΝ ΨΥΧΙΚΗΣ ΠΙΕΣΗΣ ΚΑΙ/Η ΨΕΥΔΩΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί ψευδών παραστάσεων θεωρώ ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία που να στοιχειοθετεί την ύπαρξη ψευδούς παράστασης με βάση το άρθρο 18 του ΚΕΦ.
- Συνεπώς ο εναγόμενος απέτυχε να αποδείξει θετικά την υπεράσπιση των ψευδών παραστάσεων. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η συμφωνία έγινε κατόπιν ψυχικής πίεσης αναφέρω ότι το άρθρο 16
(1)του κεφ. 149 προνοεί ότι η σύμβαση θεωρείται ότι συνήφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου. Ειδικότερα θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί στη θέληση κάποιου, κάθε πρόσωπο το οποίο έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επ΄ αυτού ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του ή καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι επηρεασμένη. (Βλ. ΣΠΕ Αγίας Φύλας v. Ουρανίας Κώστα Πούλλα κ.α.
(2004)1 ΑΑΔ 961). Οι συμβάσεις που μπορούν να καταργηθούν λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει μεταξύ των μερών ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει (Βλ. Μιχαήλ Κεφάλας κ .α. v. Μυριάνθης Κυριάκου Νικόλα
(2000)1ΑΑΔ 1226). Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του εναγόμενου 1 και της ενάγουσας ή οποιαδήποτε άλλη ειδική σχέση. Από μόνη της στην απουσία άλλων παραμέτρων η σχέση αντιπροσωπείας δεν παραπέμπει σε τέτοια σχέση. Ούτε βεβαίως και έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η σύμβαση δανείου ήταν επαχθής για τον εναγόμενο. Θεωρώ ότι ο εναγόμενος ο οποίος είχε το βάρος να αποδείξει την ψυχική πίεση απέτυχε να αποδείξει θετικά ότι η ενάγουσα άσκησε οποιαδήποτε επιρροή η οποία υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για την συνομολόγηση της συμφωνίας. Όσο δε αφορά τους εναγόμενους 2 και 3 δεν έχει τεθεί ενώπιον μου ίχνος μαρτυρίας αξιόπιστης ή άλλης που να υποστηρίζει την υπεράσπισή τους. ΤΟ ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ Η ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΝΟΜΗ Ο κος Ζαννούπας εισηγήθηκε ότι η συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου 1 ήταν παράνομη εφόσον ο εναγόμενος 1 ενεργούσε ως διαμεσολαβητής της ενάγουσας λαμβάνοντας προμήθειες ενώ δεν ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο προσώπων που είχαν το δικαίωμα άσκησης ασφαλιστικών εργασιών κατά παράβαση του άρθρου 179 του περί Άσκησης Ασφαλιστικών Εργασιών Νόμου Ν. 35Ι/02 γεγονός που συνιστούσε ποινικό αδίκημα. Από την άλλη ο κος Μακρίδης εισηγήθηκε αφενός πως η παρανομία της συμφωνίας, τεκμήριο 1, δεν έχει δικογραφηθεί και συνεπώς δεν μπορεί να εξεταστεί και αφετέρου ότι η συμφωνία είναι καθ΄ όλα νόμιμη. Είναι γεγονός ότι παρά το ότι έχει δικογραφηθεί στις παραγράφους 5 και 9 της Έκθεσης Υπεράσπισης ισχυρισμός για παρανομία αυτό δεν έγινε με αναφορά στο γεγονός ότι συνιστούσε ποινικό αδίκημα η διαμεσολάβηση του εναγομένου ως ήταν η εισήγηση του κου Ζαννούπα κατά τις αγορεύσεις, ούτε και υπεβλήθηκαν ευθέως στον ενάγοντα κατά την αντεξέταση του τα περί παράνομης συμφωνίας. Συνεπώς κρίνω πως δεν μπορεί να εξεταστεί (Βλ. Χριστόφορος Αθηνοδώρου κ.α. v. Ανδρέα Κωνσταντίνου
(2000)1 ΑΑΔ 615). Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση του κου Ζαννούπα. Στην υπόθεση Gary Wayne White v. Σωματείου Αθλητική Ένωσις Κίτιον (ΑΕΚ Λάρνακας), Πολ.Έφ. 49/06, ημερ. 20.6.2007 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το πότε μια σύμβαση είναι άκυρη: «Το άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 καθιστά άκυρη κάθε συμφωνία της οποίας ο σκοπός ή η αντιπαροχή είναι παράνομη. Σύμφωνα με τη διάταξη, παράνομη είναι κάθε συμφωνία της οποίας είτε ο σκοπός είτε η αντιπαροχή απαγορεύεται από το νόμο ή είναι τέτοιας φύσης ώστε να καταστρατηγεί τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου. Στην Glamor Development v. Christodoulou
(1984)1 CLR 444 η συμφωνία αφορούσε παροχή υπηρεσιών από δημόσιο υπάλληλο προς ιδιώτη κατά παράβαση του άρθρου 64 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου του 1967. Αποφασίστηκε ότι κάθε συμφωνία η οποία συνομολογείται κατά παράβαση του νόμου είναι παράνομη και άκυρη, ανεξάρτητα από την έκταση της συμμετοχής εκάτερου των συμβαλλομένων στην επίτευξή της. Το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσο η εφαρμογή της σύμβασης είναι αντίθετη με τη δημόσια τάξη που καθορίζει ότι ένας πολίτης δεν μπορεί να πράττει ο,τιδήποτε που τείνει να παραβλάψει το κοινό ή που συγκρούεται με το δημόσιο συμφέρον. Η συμφωνία κρίθηκε παράνομη και άκυρη εξ αρχής ως αντίθετη προς τις πρόνοιες του άρθρου 23 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149». Έχοντας ως βάση τα πιο πάνω αδυνατώ να δω με ποιο τρόπο ο σκοπός του τεκμηρίου 1 ήταν η παρανομία, ή με ποιο τρόπο το τεκμήριο 1 απαγορεύεται από το Νόμο. Αντίθετα, σκοπός της σύμβασης ήταν ο εναγόμενος να καταστεί αδειούχος αντιπρόσωπος, όπως αναφέρεται στο προοίμιο της. Για το σκοπό αυτό θα συνεργαζόταν με αδειούχο αντιπρόσωπο ο οποίος θα τον παρακολουθούσε και επέβλεπε (βλ. τον όρο 1, του τεκμηρίου 1). Δεν υπάρχει ενώπιόν μου αποδεκτή μαρτυρία ότι ο εναγόμενος ασκούσε «εργασίες διαμεσολάβησης» όπως αυτές ερμηνεύονται στο μέρος ΧΙΙ του Ν.35(Ι)/02, οι οποίες εν πάση περιπτώσει δεν περιλαμβάνουν δόκιμο αντιπρόσωπο σε περίοδο δοκιμασίας. Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ 4 ΤΟΥ ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 1 Οδηγός για την ερμηνεία των προνοιών εγγράφου είναι η γραμματική έννοια της λέξης ή φράσης που χρησιμοποιείται στο πλαίσιο όπου απαντάται κρινόμενη υπό το πρίσμα των σκοπών της συμφωνίας όπως αυτοί αποκαλύπτονται από τη συμφωνία στο σύνολο της (βλ. Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 ΑΑΔ 240). Το κριτήριο της ερμηνείας είναι η έννοια που μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο (βλ. Πολύφημος Hotels Ltd και Γεώργιος Ν. Μουτση
(2000)1 ΑΑΔ 1809. Όπως έχω προαναφέρει σκοπός της συμφωνίας ήταν ο εναγόμενος να καταστεί αδειούχος αντιπρόσωπος αφού πρώτα συνεργαστεί με την ενάγουσα ως δόκιμος αντιπρόσωπος. Η μόνη λογική ερμηνεία της παραγράφου που παραθέτω πιο πάνω είναι ότι ο εναγόμενος απέτυχε να καταστεί αντιπρόσωπος, ανεξάρτητα από το αν έλαβε μέρος στις εξετάσεις, κατά παράβαση της συμφωνίας, γεγονός που έδωσε το δικαίωμα στην ενάγουσα να τερματίσει τη συμφωνία και να του ζητήσει τα ποσά που του έδωσε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και δεδομένου ότι το ποσό που έλαβε ο εναγόμενος των ΛΚ3692,07 δεν έχει αμφισβητηθεί, εκδίδω απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3 αλληλέγγυα και/ή προσωπικά για ΛΚ3692,07( €6308,28) πλέον νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης. Επιδικάζονται επίσης υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων έξοδα όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο