MIRZA FEIZ HASAN ν. ΜΙΧΑΛΗ ΑΝΔΡΕΟΥ, Αρ.Αγωγής: 5490/06, 17 Νοεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A366 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 5490/06 Μεταξύ: MIRZA FEIZ HASAN Ενάγοντος και ΜΙΧΑΛΗ ΑΝΔΡΕΟΥ Εναγομένου ------------------- 17 Νοεμβρίου, 2010 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Μ. Φιλίππου για Δημόκριτος Αριστείδης & Σία. Για τον Εναγόμενο: κ. Χρ. Πουτζιουρής για Ορφανίδης, Χριστοφίδης, Πουτζιουρής & Δαμιανού Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή, ο ενάγοντας διεκδικεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις σε σχέση με εργατικό ατύχημα που φέρεται να συνέβη στις 28 Φεβρουαρίου
- Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους στην Έκθεση Απαιτήσεως ισχυρισμούς, εκείνη την ημέρα έλαβε οδηγίες από τον εναγόμενο- εργοδότη του (εργολάβο καλουπιών) να μεταβεί σε υπό ανέγερση κατοικία στη Λακατάμεια και να ασχοληθεί με την αφαίρεση καλουπιών. Κατά την αφαίρεση των καλουπιών (μεγάλα πλακάτ) και ενώ στεκόταν επί βαρελιού, έχασε ξαφνικά την ισορροπία του με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος και να τραυματιστεί. Το εν λόγω ατύχημα, πάντα κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, οφείλεται στην αποκλειστική ή συντρέχουσα αμέλεια του εναγομένου και/ή των αντιπροσώπων του και/ή της παράβασης των όρων της σύμβασης εργοδότησης μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου. Σχετικές λεπτομέρειες παρατίθενται στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης. Ως αποτέλεσμα του ατυχήματος, ο ενάγοντας, κατά κύριο λόγο, υπέστη σοβαρό κάταγμα του δεξιού καρπού. Πλήρεις λεπτομέρειες των σωματικών του βλαβών για τις οποίες διεκδικεί γενικές αποζημιώσεις, της θεραπείας, του πόνου και της ταλαιπωρίας που υπέστη παρατίθενται στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης. Ως περαιτέρω συνέπεια του ατυχήματος, ο ενάγοντας, μεταξύ άλλων, απώλεσε εισοδήματα από την εργασία του, υπέστη και θα υποστεί ιατρικά έξοδα, συμποσούμενα σε £5450, ποσό το οποίο επίσης διεκδικεί υπό μορφή ειδικών ζημιών. Από πλευράς του ο εναγόμενος στην Υπεράσπιση που καταχώρησε, εκφράζει άγνοια και άρνηση σε σχέση με το ατύχημα, τις σωματικές βλάβες και γενικά τις απαιτήσεις του ενάγοντος. Πιο συγκεκριμένα αρνείται ότι ήταν εργοδότης του ενάγοντος κατά τον ουσιώδη χρόνο ή και οποτεδήποτε στο παρελθόν. Ο ίδιος, ως ισχυρίζεται, ήταν υπάλληλος τρίτου προσώπου και καμία προσωπική ευθύνη ή έλεγχο ασκούσε επί της εργασίας του ενάγοντος. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο ίδιος ο ενάγοντας εξέθεσε τον εαυτό του σε κίνδυνο με τις πράξεις και παραλείψεις του και δεν ακολούθησε τις οδηγίες του εναγομένου ο οποίος ενεργούσε ως υπάλληλος τρίτου προσώπου. Συναφώς αρνείται τις λεπτομέρειες αμέλειας και τα άλλα συναφή που του αποδίδονται και διατείνεται ότι το ατύχημα οφείλεται στην αμέλεια, συντρέχουσα αμέλεια και/ή την παράβαση των νομίμων καθηκόντων του ίδιου του ενάγοντος. Σχετικές λεπτομέρειες παρατίθενται στην παράγραφο 7 της Υπεράσπισης. Περαιτέρω αρνείται την ύπαρξη και/ή την έκταση των σωματικών βλαβών και ειδικών ζημιών του ενάγοντος, εναποθέτοντας στους ώμους του, το καθήκον αυστηρής απόδειξης των. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας κωλύεται εκ της συμπεριφοράς του να υποβάλλει απαίτηση εναντίον του αφού σε ανύποπτο χρόνο του δήλωσε, ότι, ο τραυματισμός του οφείλεται σε πτώση από τη σκάλα του σπιτιού του. Τέλος ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας δεν κατείχε την απαιτούμενη άδεια για να δικαιούτο να εργαστεί στην Κύπρο κατά τον ουσιώδη χρόνο και ως εκ τούτου η όποια συμφωνία εργοδότησης είναι άκυρη και παράνομη. Στη βάση αυτού του δικογραφημένου πλαισίου η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Κατά την ακρόαση έδωσαν μαρτυρία τρία πρόσωπα, ο ενάγοντας (Μ.Ε.1), ο φίλος και ομοεθνής του Rolan Nijirvan Ahmet (Μ.Ε.2) και ο ιατρός Νικόλας Μαρουδιάς (Μ.Ε.3). Ο εναγόμενος, ως είχε δικαίωμα, επέλεξε να μη προσκομίσει μαρτυρία. Ο ενάγοντας (Μ.Ε.1) ανέφερε ότι από το 2000 που ήρθε στην Κύπρο μέχρι και την ημερομηνία του ατυχήματος (28.2.2005) εργαζόταν ως καλουψιής στον εναγόμενο (τον οποίο χαρακτήριζε ως μάστρο του). Αρχικά ο μισθός του ήταν £24 ημερησίως αλλά περίπου τρεις μήνες πριν το ατύχημα αυξήθηκε σε £
- Η πληρωμή γινόταν πάντοτε σε μετρητά. Την ημέρα του ατυχήματος, του είπε ο μάστρος να μεταβεί σε ένα σπίτι στη Λακατάμεια και μαζί με ένα Σριλανκέζο εργάτη (τον οποίο φώναζαν maradona) να ξεκαλουπώσουν. Καθ' οδόν προς το σπίτι, του τηλεφώνησε ο μάστρος και του είπε να αγοράσει και "λιβέρι" για να μπορέσει να διεκπεραιώσει την ανατεθείσα εργασία, πράγμα που έπραξε. Περαιτέρω του είπε να αφαιρέσει ένα-ένα τα καλούπια (ξύλινα πλακάτ) για να μη σπάσουν. Του υπέδειξε να τοποθετήσει τέσσερα βαρέλια στις τέσσερεις γωνιές του δωματίου και επ' αυτών να τοποθετήσει ξύλινους "πόντους" για να πατά. Ανέβηκε στα βαρέλια, κρατώντας "λιβέρι" και σκεπάρνι και άρχισε να αφαιρεί ένα-ένα τα καλούπια τα οποία ήταν τοποθετημένα σε ύψος περίπου 2μ.70εκ από το έδαφος. Τα καλούπια που αφαιρούσε τα έδινε στον maradona, ο οποίος στεκόταν δίπλα του στο έδαφος. Ο μάστρος του είπε να μη χρησιμοποιήσει τη σκαλωσιά, διότι ήταν κοντή και δεν έφτανε. Σε κάποια στιγμή, ενώ στεκόταν στα βαρέλια (ή στους πόντους) έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος. Ένοιωσε ένα ξαφνικό πόνο στο χέρι και δεν μπορούσε να το κινήσει. Ο maradona τηλεφώνησε στον μάστρο, o οποίος τουs είπε ότι θα έστελνε κάποιο Μιχάλη για να τον πάρει στο νοσοκομείο. Πράγματι μετά από περίπου μισή ώρα έφτασε στο μέρος ο Μιχάλης, ο οποίος αφού τον πήρε πρώτα από το σπίτι για να αλλάξει ρούχα, στη συνέχεια τον πήρε στο Απολλώνειο νοσοκομείο. Εκεί του είπαν ότι το χέρι του ήταν σπασμένο και χρειαζόταν εγχείριση. Στο νοσοκομείο τον επισκέφθηκε και ο μάστρος και τον διαβεβαίωσε ότι θα ήταν δίπλα του για ότι χρειαζόταν, φτάνει να έλεγε ότι ο τραυματισμός του προκλήθηκε από πτώση από τη σκάλα του σπιτιού του. Κατά την αντεξέταση ισχυρίστηκε ότι ακόμα δεν δουλεύει και λαμβάνει επίδομα €630 μηνιαίως. Τότε δεν είχε άδεια εργασίας αλλά είχε "visa" αφού ήταν αιτητής πολιτικού ασύλου και δικαιούτο, κατά τα λεγόμενα του, να δουλεύει. Την αίτηση την υπέβαλε το 2000 αλλά η δικηγόρος του το 2005, του είπε να υποβάλει νέα αίτηση, πράγμα που έπραξε (τεκμήριο 3). Επέμενε ότι μάστρος του ήταν ο εναγόμενος και ότι αυτός τον πλήρωνε και του έδινε οδηγίες για την εργασία που έπρεπε να κάμει. Ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση ούτε και είναι σίγουρος για το ποιος ήταν ο κύριος εργολάβος της οικοδομής. Την ημέρα του ατυχήματος και συγκεκριμένα 10-15 λεπτά μετά που έγινε, πέρασε από το μέρος ο φίλος του (Μ.Ε.2) και διαπίστωσε και αυτός τι είχε συμβεί. Τέλος ερωτηθείς για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής ανέφερε ότι οφείλεται στο γεγονός ότι δεν ήθελε να βλάψει τον μάστρο και ανέμενε ότι θα τηρούσε τις υποσχέσεις του (να τον αποζημιώσει), πράγμα όμως που δεν έπραξε. O Μ.Ε.2, ομοεθνής του ενάγοντος από το Ιράκ, ανέφερε ότι από τον 8/2002 μέχρι τον 12/2004 εργάζονταν μαζί ως καλουψιήδες στον εναγόμενο, Μιχάλη Ανδρέου. Ο ίδιος αναγκάστηκε να σταματήσει διότι είχε δύο ατυχήματα αλλά ο ενάγοντας συνέχισε. Την ημέρα του ατυχήματος, ο ενάγοντας του τηλεφώνησε από το Απολλώνειο και τον ενημέρωσε για τα καθέκαστα. Ο Μ.Ε.3 που κατέχει την ειδικότητα του ορθοπεδικού -χειρουργού αφού υιοθέτησε και κατάθεσε δύο χειρόγραφα ιατρικά πιστοποιητικά (τεκμήρια 5Α και 5Β) ανέφερε ότι εξέτασε τον ενάγοντα στο Απολλώνειο νοσοκομείο στις 28.2.
- Διαπίστωσε ότι είχε υποστεί κάταγμα δεξιού καρπού (κερκίδος και ωλένης). Το κάταγμα ήταν ενδοαρθριτικό. Υπήρχαν και ενδείξεις εκφυλιστικών αλλοιώσεων (οστεοαρθρίτιδα). Την ίδια ημέρα κάτω από γενική αναισθησία έγινε ανάταξη με εξωτερική οστεοσύνθεση και με τη χρήση δύο μεταλλικών καρφιών. Έπειτα το χέρι τοποθετήθηκε σε γύψινο νάρθηκα κάτω από τον αγκώνα. Μετεγχειρητικά χορηγήθηκε αναλγητική και αντιφλεγμονώδης φαρμακευτική αγωγή. Στις 5.4.2005 αφαιρέθηκε η εξωτερική οστεοσύνθεση και στις 21.4.2005 ο ενάγοντας παραπέμφθηκε σε φυσιοθεραπεία. Δεν διατήρησε στοιχεία ωστόσο για την περίοδο αναρρωτικής άδειας που χορηγήθηκε στον ενάγοντα. Έκτοτε εξέτασε τον ενάγοντα πολλές φορές με πιο πρόσφατη στις 16.6.
- Διαπίστωσε ότι υπάρχει οστεοαρθρίτιδα που επιδεινώνεται με την πάροδο του χρόνου. Έχει 25% αναπηρία στο συγκεκριμένο σημείο με βάση τους συντελεστές αναπηρίας της "Αμερικανικής Ορθοπεδικής Εταιρείας μεταφοράς από Δρ. Ντούμης". Ο ενάγοντας του παραπονέθηκε για πόνο ο οποίος μπορεί να μειωθεί με αρθρώδεση, κάτι όμως που θα αυξήσει την αναπηρία του στο συγκεκριμένο σημείο σε 35%. Για μια τέτοια επέμβαση θα χρειαστεί δύο μήνες ανάρρωση (ακινητοποίηση του χεριού). Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι δεν γνωρίζει την προέλευση του τραυματισμού ούτε και πόσες φυσιοθεραπείες έκαμε ο ενάγοντας. Η πλευρά του εναγομένου ως προανέφερα επέλεξε να μην καλέσει οποιουσδήποτε μάρτυρες και έτσι μετά το περάς της κατάθεσης του Μ.Ε.3, ο λόγος δόθηκε στους δικηγόρος για να αγορεύσουν. Αμφότεροι ετοίμασαν και υιοθέτησαν γραπτές αγορεύσεις στις οποίες αναλύουν με εμπεριστατωμένο τρόπο τις διάφορες παραμέτρους της όλης υπόθεσης. Η ευπαίδευτη συνήγορος του ενάγοντος κατόπιν της δικής της ανάλυσης, κάλεσε το Δικαστήριο να καταμερίσει την πλήρη ευθύνη για το ατύχημα στον εναγόμενο και να επιδικάσει στον ενάγοντα ποσό €34000 ως γενικές αποζημιώσεις συν τις δικογραφημένες ειδικές ζημιές (πλην της αξίωσης για €150 έξοδα μετακινήσεων, την οποία και απέσυρε). Στον αντίποδα ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου αφού χαρακτήρισε τον ενάγοντα και τον Μ.Ε.2 αναξιόπιστους, κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή σε όλη της την έκταση και να επιδικάσει τα έξοδα υπέρ του εναγόμενου. Η προηγηθείσα σύνοψη των δικογραφημένων θέσεων των μερών, της προσκομισθείσας μαρτυρίας και των αγορεύσεων των δικηγόρων με φέρνει στις ενότητες αυτής της απόφασης που άπτονται αυτής καθαυτής της κρίσης του Δικαστηρίου. Ξεκινώ με την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ο ενάγοντας (Μ.Ε.1) δεν μου προξένησε καλή εντύπωση. Για να κριθεί ένας μάρτυρας αξιόπιστος, δεν αρκεί να πει την αλήθεια επί των θεμάτων που τον βολεύουν. Θα πρέπει να είναι ειλικρινής επί όλων των ουσιωδών θεμάτων. Με άλλα λόγια ο πυρήνας της μαρτυρίας του θα πρέπει να είναι αμόλευτος και απαλλαγμένος από σημαντικές αναλήθειες. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην περίπτωση του Μ.Ε.
- Η προσπάθεια του να ισχυροποιήσει τις θέσεις του, τον οδήγησε σε απόκρυψη γεγονότων, σε υπερβολές, ανασκευές ακόμα και σε ψεύδη. Ξεκινώ από την όλη μαρτυρία που αφορά το καθεστώς του στην Κύπρο και στο δικαίωμα του να αναλάβει εργασία στον εναγόμενο. Επ' αυτού η μαρτυρία του ήταν τουλάχιστον αμφίσημη. Είπε ότι ήρθε στην Κύπρο το 2000 και υπέβαλε τότε αίτηση για πολιτικό άσυλο. Χωρίς να παρουσιάσει την αίτηση που υπέβαλε ή οποιαδήποτε άλλα συναφή στοιχεία, ισχυρίστηκε ότι υπό αυτό το καθεστώς εργαζόταν νόμιμα και δικαιωματικά στον εναγόμενο μέχρι και το
- Στη συνέχεια όμως παρουσίασε βεβαίωση υποβολής αίτησης για πολιτικό άσυλο τον 9/2005 (τεκμήριο 3), σε ημερομηνία δηλαδή μεταγενέστερη του επίδικου ατυχήματος. Δεν εξήγησε όμως με πειστικότητα πώς και γιατί υπέβαλε δύο αιτήσεις που είχαν τον ίδιο ακριβώς σκοπό, με χρονική διαφορά πέντε χρόνια η μια από την άλλη. Ούτε και εξήγησε τι απέγινε η πρώτη αίτηση. Το ζήτημα αυτό πέραν του ότι αναδεικνύει την αναξιοπιστία του μάρτυρος, έχει και ευρύτερες διαστάσεις με τις οποίες θα ασχοληθώ στη συνέχεια. Στην όλη προσπάθεια του να ισχυροποιήσει τις θέσεις του, εντάσσεται και το ψέμα που ευστόχως εντόπισε και ο συνήγορος του εναγομένου, ότι τάχατες πέρασε από το μέρος λίγο χρόνο μετά το ατύχημα, ο φίλος του Μ.Ε.2 και διαπίστωσε ιδίοις όμμασι το τι είχε συμβεί. Αυτό το ψέμα το ξεσκέπασε ο ίδιος ο Μ.Ε.2 αναφέροντας ότι ενημερώθηκε για το συμβάν από τηλεφώνημα που δέχτηκε από τον Μ.Ε.1 όταν ο τελευταίος ήταν ήδη στο Απολλώνειο νοσοκομείο. Άλλη αναλήθεια ή τουλάχιστον σοβαρή ανακολουθία ήταν ο ισχυρισμός ότι 4 μήνες μετά το ατύχημα της 28ης Φεβρουαρίου 2005, άρχισε να λαμβάνει δημόσιο βοήθημα. Ο ισχυρισμός αυτός τέθηκε για να αποδείξει ότι δεν ήταν σε θέση να ξανά εργαστεί μετά το ατύχημα. Στη συνέχεια όμως παρουσίασε βεβαίωση του γραφείου ευημερίας (τεκμήριο 2Α) ότι δημόσιο βοήθημα άρχισε να λαμβάνει μόλις τον Οκτώβριο του
- Συναφώς, αντίφαση με τη θέση ότι δεν μπορούσε να ξανά εργαστεί, ήταν και ο μεταγενέστερος ισχυρισμός ότι δεν προχώρησε αμέσως με την καταχώρηση αγωγής, διότι ο εναγόμενος υποσχέθηκε ανάμεσα σ' άλλα να τον ξανά εργοδοτήσει. Αναλήθεια αποτελεί κατά την κρίση μου και ο ισχυρισμός του μάρτυρος, ότι, ο εναγόμενος τάχατες του είπε να μη χρησιμοποιήσει τη σκαλωσιά ξανά διότι ήταν κοντή. Κατ' αρχάς είναι αξιοπερίεργο πως μια σκαλωσιά που εξ ορισμού αποτελείται από σανίδες, στηριγμένες σε δοκάρια και υψώνεται ανάλογα με τις ανάγκες, ακριβώς για να επιτρέπει την εκτέλεση εργασίας σε ύψος, δεν έφτανε για να αφαιρέσει ο Μ.Ε.1 τα καλούπια που βρισκόντουσαν σε ύψος μόλις 2μ 70εκ. Περαιτέρω δεν θα είχε κανένα λόγο ο εναγόμενος να απέτρεπε τον Μ.Ε.1 από το να χρησιμοποιήσει τη σκαλωσιά, αν όντως υπήρχε στον χώρο και χρειαζόταν για την εκτέλεση της ανατεθείσας εργασίας. Το όλο θέμα της σκαλωσιάς ήταν προφανώς επινόηση του μάρτυρος για να καταδείξει ευθύνη και αμέλεια του εναγομένου. Ένα τελευταίο ζήτημα που κατά κάποιο τρόπο επιστέγασε την αναξιοπιστία του μάρτυρος, ήταν η ομολογία του, ότι στον γιατρό (Μ.Ε.3) ανέφερε ότι το ατύχημα το έπαθε στο σπίτι του, πέφτοντας από τη σκάλα. Αν ο μάρτυρας τόσο αβασάνιστα, επί του πλέον ουσιώδους ζητήματος ήταν έτοιμος να παραπλανήσει τον ίδιο τον θεράποντα ιατρό, είναι προφανές ότι δεν θα είχε αναστολές να πράξει κάτι ανάλογο και στο Δικαστήριο όπου το διακύβευμα ήταν πολύ σπουδαιότερο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 στην ολότητα της. Ομοίως απορρίπτω και τη μαρτυρία του Μ.Ε.
- Πέραν της ουσιαστικής αντίφασης για το πώς έμαθε για το ατύχημα, η ζωντανή παρουσία και τα λεγόμενα του μάρτυρος δεν μου άφησαν καλές εντυπώσεις. Η μαρτυρία του ήταν γενικόλογη και μη πειστική και ως τέτοια την απορρίπτω. Από την άλλη ο ιατρός (Μ.Ε.3) μου προξένησε θετική εντύπωση. Η μαρτυρία του παρέμεινε κατ' ουσία αναντίλεκτη. Έτσι και αλλιώς ήταν τεκμηριωμένη, σαφής και πειστική και ως τέτοια την αποδέχομαι στην ολότητα της. Η εν λόγω μαρτυρία είναι η μόνη που προσφέρεται για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Συμπεράσματα επομένως εξαγάγω μόνο σε σχέση με τις σωματικές βλάβες του Μ.Ε.
- Για ότι λοιπόν αξίζει, βρίσκω ότι οι σωματικές βλάβες και ευρύτερα η μετατραυματική πορεία του Μ.Ε.1, είναι ως την περίγραψε ο Μ.Ε.3 και καταγράφεται στη μαρτυρία του πιο πάνω. Η απόρριψη της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 έχει σφραγίσει και την τύχη της υπόθεσης αφού δεν απομένει πλέον μαρτυρία για απόδειξη των ισχυρισμών του για τις συνθήκες και την ευθύνη για το ατύχημα. Παρ' όλα ταύτα αξίζει πιστεύω να γίνει μια ανάλυση της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Η αγωγή του ενάγοντος έχει ως νομική βάση το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Η αμέλεια διέπεται από το Άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 που κωδικοποιεί, όχι όμως εξαντλητικά το Αγγλικό κοινοδίκαιο το οποίο τυγχάνει εφαρμογής στην Κύπρο βάσει του Άρθρου 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, (βλ. Πάϊκος ν. Κοντεμενιώτης
(1989)1(Α) Α.Α.Δ. 50 και Στρατμάρκο Λτδ ν. Μιχαήλ
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 453). Στην υπόθεση Σοφοκλέους ν. Καλογήρου
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 369, 374, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Σε αγωγή για αμέλεια το βάρος απόδειξης το φέρει ο ενάγοντας. Στο σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence, 8η έκδοση, παρ. 5-22, το ζήτημα του βάρους απόδειξης τίθεται ως πιο κάτω: «Σε αγωγή για αμέλεια το βάρος απόδειξης το φέρει ο ενάγοντας, ο οποίος ισχυρίζεται αμέλεια, να αποδείξει το κάθε ένα από τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος. Εναπόκειται επομένως στον ενάγοντα να δώσει μαρτυρία περί των γεγονότων επί των οποίων βασίζει την αξίωσή του για αποζημιώσεις. Η μαρτυρία του πρέπει να αποτελείται από γεγονότα είτε αποδειχθέντα ή αποδεκτά, και μετά την συμπλήρωση της εγείρονται δύο ζητήματα:
(1)Κατά πόσο με βάση εκείνη τη μαρτυρία μπορεί εύλογα να συναχθεί αμέλεια, και
(2)Κατά πόσο, υποθέτοντας ότι μπορεί εύλογα να συναχθεί, πράγματι συνάγεται αμέλεια». Τέλος στην υπόθεση Ράλλης Μακρίδης και Υιοί Λτδ ν. Λουκά,
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ 447 επιβεβαιώθηκε η αρχή ότι ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του αντίδικου του και των ζημιών που έχει υποστεί. Δεν εναπόκειται στον εναγόμενο να απαλλάξει τον εαυτό του αποδεικνύοντας ότι το δυστύχημα ήταν είτε αναπόφευκτο ή ότι δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής του αμέλειας. Ο ζημιωθείς θα πρέπει θετικά να αποδείξει ότι η ζημιά ήταν αποτέλεσμα της αμέλειας του εναγομένου. Η αιτιώδης συνάφεια είναι θέμα πραγματικό που θα πρέπει να αποφασίζεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κατά τη δίκη. Στον τομέα των εργατικών ατυχημάτων και ευρύτερα των καθηκόντων του εργοδότη προς τον εργαζόμενο, η Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ιδιαιτέρως πλούσια. Έχει νομολογηθεί ότι η υποχρέωση των εργοδοτών για την κατοχύρωση της ασφάλειας των εργαζομένων στον τόπο και κατά την εκτέλεση της εργασίας τους, επιβάλλει τη λήψη κάθε προφύλαξης που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να εκθέσει την ασφάλεια τους σε κίνδυνο. Στα πλαίσια του ευρύτερου αυτού καθήκοντος, ο κάθε εργοδότης έχει ειδική υποχρέωση έναντι των εργαζομένων του να παράσχει ένα ασφαλές σύστημα διεξαγωγής της εργασίας. Ομοίως μέρος του γενικότερου καθήκοντος του εργοδότη είναι η υποχρέωση να παράσχει και διατηρεί τον χώρο εργασίας ασφαλή (βλ. Μανθόπουλος Πλάστικς Λτδ ν. Χατζηϊωσήφ
(1983)1 C.L.R 291 και Δήμος Λεμεσού ν. Χαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ. 423). Η ευθύνη αυτή βαρύνει αποκλειστικά τον εργοδότη και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να μετατεθεί στους ώμους του εργαζόμενου (βλ. Αγγελή v. Κάρκα κ.α
(2006)1 Α.Α.Δ. 1118). Στην υπόθεση United Brickworks Ltd v. Ευαγγέλου
(1992)1 Α.Α.Δ.123, 127 αναφέρονται τα εξής: "Η υποχρέωση του εργοδότη για την κατοχύρωση της ασφάλειας των εργοδοτουμένων του στον τόπο και κατά την εκτέλεση της εργασίας τους, επιβάλλει τη λήψη κάθε προφύλαξης που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να εκθέσει την ασφάλεια του εργοδοτούμενου σε κίνδυνο. Με την πρόοδο της τεχνολογίας και τη διεύρυνση των μηχανισμών αποτροπής κινδύνων κατά την εργασία, καθίσταται ευχερέστερη η πρόβλεψη των κινδύνων καθώς και η αποτροπή τους (βλ. μεταξύ άλλων Vassiliko Cement Works v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389 και McCafferty v. Metropolitan Police Receiver
(1977)2 All E.R. 756 (C.A.)..." Στην υπόθεση Fysko Constructions Co Ltd v. Γεωργίου
(1991)1 CLR 1094, εργάτης οικοδομών (καλουψιής) έπεσε στο έδαφος από τον τέταρτο όροφο οικοδομής όταν στην προσπάθεια του να στερεώσει το πάνω μέρος του καλουπιού, πάτησε σε σιδερένια ράβδο αντιστήριξης του. Λέχθηκε πως, όταν η μόνη εκλογή που έχει εργοδοτούμενος είναι είτε να εκτελέσει επικίνδυνη εργασία είτε να χάσει την εργασία του, τότε δεν μπορεί να επιβαρύνεται με συντρέχουσα αμέλεια. Από την άλλη αν δεν τίθεται ένα τέτοια δίλημμα ή αν η εργασία δεν είναι εξαιρετικά επικίνδυνη, τότε μπορεί κάλλιστα να αποδοθεί συντρέχουσα αμέλεια στον εργαζόμενο (βλ. Εταιρεία Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λτδ ν. Ανδρέου
(1994)1 Α.Α.Δ. 553.) Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. The Cyprus Phasouri Plantations
(1992)1 Α.Α.Δ. 720 λέχθηκε ότι δεν υπάρχει απόλυτη υποχρέωση του εργοδότη να επινοήσει σύστημα εργασίας απόλυτα απαλλαγμένο από κινδύνους. Πρέπει να αποδεικνύεται πάντοτε η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της τυχόν αδυναμίας του συστήματος εργασίας ή της τυχόν παράλειψης μέριμνας από τον εργοδότη με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Το ίδιο επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Μιχαήλ v. Ττουνιά κ.α
(2005)1 Α.Α.Δ. 19. Στην υπόθεση Al Dandan v. C & A Toumazis Company Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ.1346 εργάτης που χρησιμοποίησε εξωτερικό κιγκλίδωμα ικριώματος ως σκάλα για να ανέβει σε όροφο της υπό ανέγερση οικοδομής, το οποίο υποχώρησε με αποτέλεσμα την πτώση του, κρίθηκε αποκλειστικά υπεύθυνος για το ατύχημα, καθ' ότι δεν ήταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια προστατευτικών μέτρων που οδήγησαν στο ατύχημα αλλά η αμελής πράξη του ιδίου. Στην προκειμένη περίπτωση ακόμα και αν μπορούσε να γίνει δεκτή η μαρτυρία του ενάγοντος ως αξιόπιστη και καταδεικνυόταν έτσι η απαραίτητη σχέση εργοδότη -εργαζόμενου μεταξύ εναγομένου και ενάγοντος, πάλι θα απέρριπτα την αγωγή καθ' ότι δεν αποδεικνύετο στον απαιτούμενο βαθμό από τη μαρτυρία του και μόνο, ότι, ο εναγόμενος υπήρξε αμελής κατά τον αναφερθέντα ή οποιοδήποτε τρόπο. Δεν είναι σε κάθε εργατικό ατύχημα που ο εργοδότης έχει ευθύνη ή πλήρη ευθύνη για το συμβάν. Θα πρέπει ως υπέδειξα και ανωτέρω να καταδειχθεί πως ο εργοδότης δεν παρέσχε ασφαλές σύστημα εργασίας και/ή ότι δεν διατήρησε τον χώρο εργασίας ασφαλή. Για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα, ο ενάγοντας οφείλει να θέσει το υπόβαθρο. Δηλαδή να προσκομίσει μαρτυρία προσδιοριστική της φύσης και των ιδιαιτεροτήτων του χώρου όπου επεσυνέβη το ατύχημα αλλά και των λεπτομερειών της εργασίας και των μέτρων που ενδείκνυντο υπό τις περιστάσεις να ληφθούν για αποτροπή αναφυόντων κινδύνων. Αυτή η μαρτυρία θα μπορούσε για παράδειγμα να δοθεί από λειτουργό του γραφείο εργασίας ή άλλο πρόσωπο κατάλληλα καταρτισμένο και κατατοπισμένο. Ομοίως μαρτυρία για την πρακτική που ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις θα ήταν χρήσιμη. Δεν αρκεί μια πρόχειρη, ασαφής και ελλειμματική περιγραφή, όπως αυτή στην οποία προέβη ο ενάγοντας. Περαιτέρω θα πρέπει να καταδειχθεί και αιτιώδης συνάφεια. Δηλαδή να συναρτηθούν στην πράξη (και όχι στη θεωρία) οι όποιες παραλείψεις του εργοδότη με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Και επ' αυτού υπήρξε κενό, αφού ο ενάγοντας ανέφερε απλώς ότι έχασε την ισορροπία του και έπεσε. Δεν υποχώρησε λόγω ακαταλληλότητας η οριζόντια δοκός επί της οποίας στεκόταν, ούτε μετακινήθηκε από τη θέση του κάποιο βαρέλι. Δεν έγινε λόγος για κάποια ιδιαιτερότητα που καθιστούσε το συγκεκριμένο σύστημα εργασίας ανασφαλές. Αντίθετα λέχθηκε ότι το έδαφος ήταν επίπεδο και τα καλούπια σε χαμηλό ύψος. Συναφώς η εργασία που θα εκτελείτο ήταν σχετικά απλή και δεν περιέκλειε ιδιαίτερους ορατούς κινδύνους. Ως εκ τούτου ο ενάγοντας όφειλε να αποδείξει ότι η χρήση ικριώματος ή οποιουδήποτε άλλου συστήματος εργασίας θα ήταν όντως πιο ασφαλής ή θα απέτρεπε κατά λογική πρόβλεψη τον συγκεκριμένο κίνδυνο. Έρχομαι τώρα στο τελευταίο σκέλος αυτής της απόφασης που αφορά τις αποζημιώσεις, γενικές και ειδικές. Με αυτό το σκέλος θα ασχοληθώ για να υπάρχει κρίση επί όλων των επιδίκων θεμάτων σε περίπτωση έφεσης. Αναφορικά με τις γενικές αποζημιώσεις σχετική είναι η υπόθεση Lankutis v. Νικόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 1128, 1134 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: ²Η πρόσφατη σταθερή νομολογία μας θέλει τις αποζημιώσεις για σωματική αναπηρία, φυσικό και ψυχικό πόνο να αυξάνονται εξελικτικά. Η τάση αυτή της νομολογίας δεν οφείλεται σε συναισθηματική απόκλιση προς τα θύματα. Βασίζεται στις πραγματικότητες της ζωής. Τα δικαστήρια έχουν επίγνωση της υψηλής αξίας που συνεχώς αποδίδεται από πολιτισμένες κοινωνίες στη σωματική ακεραιότητα και ψυχική υγεία του ατόμου μέλους της. Η πνευματική και σωματική υγεία συναποτελούν το προαπαιτούμενο στοιχείο για την καλή ποιότητα ζωής του ανθρώπου. Οι αποζημιώσεις, που εκφράζονται σε χρήμα, αποσκοπούν όσο είναι δυνατό με το υλικό τους στοιχείο να προσφέρουν κάποια ποιότητα ζωής στο θύμα, επαναφέροντας την, όσο είναι δυνατό, στην προ του δυστυχήματος κατάσταση. Γι΄ αυτό και οι αποζημιώσεις πρέπει να αντικατοπτρίζουν την αγοραστική αξία του χρήματος ώστε να προσεγγίζεται η εύλογη αποκατάσταση της ζημιάς.² Πιο πρόσφατα στην υπόθεση Αζοφ v. Προδρόμου κ.α,
(2006)1 Α.Α.Δ. 331,340 υποδείχθηκε ότι: "Έχει νομολογηθεί ότι οι αποζημιώσεις είναι το μέσο, με το οποίο εκτιμάται ο πόνος και η ταλαιπωρία του θύματος, χωρίς να αποσκοπούν στην τιμωρία του αδικοπραγήσαντος. Το ύψος των αποζημιώσεων πρέπει να αντανακλά στη φύση και την έκταση των τραυμάτων, καθώς και στον πόνο του θύματος. Τα δικαστήρια, κατά την επιδίκαση των αποζημιώσεων για τραύματα, παρά την ανοδική πορεία που ακολουθείται, ώστε ο ανθρώπινος πόνος και η ταλαιπωρία να αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη ευαισθησία, δεν πρέπει να εκφεύγουν από τα λογικά πλαίσια - (βλ. Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ.66)." Χωρίς ποσώς να επιχειρώ παραλληλισμό, αξίζει να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Θεμιστοκλέους v. Παρασκευά
(1992)1(Α) Α.Α.Δ.498 ο εφεσίβλητος τραυματίσθηκε μετά από σύγκρουση του ποδηλάτου του με αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εφεσείων. Σαν αποτέλεσμα του δυστυχήματος, ο εφεσίβλητος, ο οποίος τότε ήταν ηλικίας 21 ετών, υπέστη σύνθετο κάταγμα του δεξιού γόνατος, κάταγμα του δεξιού καρπού, κάταγμα της ρινός, εκτεταμένες κακώσεις του μετώπου της κεφαλής και διάσειση. Το κάταγμα του καρπού αποθεραπεύθηκε χωρίς να αφήσει μόνιμα κατάλοιπα. Το κάταγμα του γόνατος αποθεραπεύθηκε ικανοποιητικά αλλά παρέμειναν μόνιμα κατάλοιπα ελαφράς μορφής, ήτοι πόνος και αστάθεια μετά από εκτεταμένη χρήση του γόνατος. Το ποσό των £5000 που του επιδικάστηκε πρωτοδίκως επικυρώθηκε. Στην υπόθεση Ρούσου v. Αλεξάνδρου κ.α
(1999)1(Β) Α.Α.Δ.106 η εφεσείουσα συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος υπέστη κατάγματα στους καρπούς των δύο χεριών και συγκεκριμένα του κάτω άκρου της κερκίδας και της ωλένης που επουλώθηκαν πλήρως και δεν υπήρχε ενδεχόμενο οστεοαρθρίτιδας. Περαιτέρω έπαθε μωλωπισμό κάτω και γύρω από το δεξιό μάτι, συμπίεση της δεξιάς ζυγωματικής χώρας, ελαφρά εγκεφαλική διάσειση και θλαστικό τραύμα στην αριστερή επιγονατίδα. Της επιδικάστηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο £5000 γενικές αποζημιώσεις οι οποίες χαρακτηρίσθηκαν ότι ευρίσκοντο κοντά στα χαμηλά όρια του πλαισίου, αλλά επικυρώθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη (α) τη φύση και την έκταση των σωματικών βλαβών του ενάγοντος (β) τον πόνο και την ταλαιπωρία που αναμφίβολα υπέστη (γ) τη δημιουργία οστεοαρθρίτιδας (δ) το ποσοστό αναπηρίας στο συγκεκριμένο σημείο ως έχει προσδιοριστεί από τον ιατρό (Μ.Ε.3) και (ε) τα έξοδα πιθανής μελλοντικής αρθρώδεσης, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής θα επιδίκαζα στον ενάγοντα ποσό €18000 ως γενικές αποζημιώσεις. Σε ότι αφορά τις ειδικές ζημιές, οι εναπομείνασες, αφορούν κατ' ισχυρισμό απώλεια εισοδημάτων. Για τους τέσσερις μήνες μετά το ατύχημα (£960 Χ 4 = £3840) και για 20 ημέρες περίοδο ανάρρωσης από την πιθανή μελλοντική αρθρώδεση (£960). Ο υπολογισμός έγινε προφανώς με βάση την αναφορά του ενάγοντος ότι ελάμβανε £48 την ημέρα ως μισθό από τον εναγόμενο. Ως γνωστό, οι ειδικές ζημιές θα πρέπει να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Δεν αρκεί ο ενάγων "να ρίχνει" προς το μέρος του Δικαστηρίου την απαίτηση του και να αναμένει ότι θα βρει ανταπόκριση. Στην εδώ περίπτωση ακόμα και αν γινόταν δεκτή η μαρτυρία του ενάγοντος ως αξιόπιστη, δεν θα του επιδίκαζα τα εν λόγω ποσά καθ' ότι ουδόλως ικανοποιείται ο κανόνας αυστηρής απόδειξης. Ο ενάγοντας δεν παρουσίασε κανένα χειροπιαστό στοιχείο που να καταδεικνύει το πραγματικό ύψος των απολαβών του. Ούτε και έγινε καμία αναφορά σε κοινωνικές ασφαλίσεις, φόρο εισοδήματος ή σε άλλες αποκοπές, στοιχεία απαραίτητα για την επιδίκαση απολεσθέντων απολαβών. Ο δε ιατρός (Μ.Ε.3) ανέφερε πως δεν κατείχε καν στοιχεία για την περίοδο αναρρωτικής άδειας που δόθηκε στον ενάγοντα. Τα ποσά αυτά δεν θα τα επιδίκαζα και για τον επιπλέον λόγο πως δεν αποδείχθηκε η νομιμότητα της εργοδότησης. Το Δικαστήριο δεν συνδράμει, δεν αποζημιώνει και βεβαίως δεν ανταμείβει την παρανομία. Μια παράνομη σύμβαση εργοδότησης δεν παράγει νόμιμα αποτελέσματα (βλ. Άρθρο 23 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 και White v. Σωματείο ΑΕΚ Λάρνακας μέσω του Γενικού Γραμματέα Ηλία Πιτσιλλίδη κ.α
(2007)1 Α.Α.Δ. 742). Σε αντίθεση με τις γενικές αποζημιώσεις που απορρέουν εξολοκλήρου από το αστικό αδίκημα της αμέλειας, η αξίωση για απώλεια απολαβών έχει ως γενεσιουργό υπόβαθρό τη σύμβαση εργοδότησης. Στην εδώ περίπτωση ο ενάγων δεν παρουσίασε ούτε άδεια εργασίας, ούτε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που να αποδεικνύει το νόμιμο της εργοδότησης του από τον εναγόμενο. Αντίθετα οι ισχυρισμοί του σε συνάρτηση με τα έγγραφα που παρουσίασε συνθέτουν μια αμφίσημη και ύποπτη εικόνα που χρήζει διερεύνησης. Μετά και την επισήμανση αυτή η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα όπως θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εναντίον του ενάγοντος. Αντίγραφο της παρούσας απόφασης μαζί με αντίγραφα των κατατεθέντων τεκμηρίων να σταλούν στο Γενικό Εισαγγελέα για διερεύνηση του ενδεχομένου διάπραξης ποινικού ή ποινικών αδικημάτων που απορρέουν από την κατ' ισχυρισμό υποβολή δύο αιτήσεων για πολιτικό άσυλο, μια το 2000 και μία το 2005. (Υπ) .............................. Στ. N. Σταύρου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο