The Indjirdjian Trust ν. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ, Γενική Αίτηση 1171/09, 19 Νοεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A369 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Γενική Αίτηση 1171/09 Μεταξύ: The Indjirdjian Trust Αιτητής και ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ Καθ΄ης η Αίτηση ............ 19 Νοεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ.Χρ.Νεοφύτου για Νεοφύτου & Νεοφύτου ΔΕΠΕ. Για την Καθ΄ ης η αίτηση: Καμία εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Eναρκτήρια Aίτηση (Originating Summons) το Καταπίστευμα με την ονομασία "The Indjirdjian Trust" (εφεξής "ο αιτητής") ζητά την έκδοση τριών διαταγμάτων/αποφάσεων του Δικαστηρίου που να καθορίζουν το δικαίωμα ιδιοκτησίας των πιο κάτω κατασχεθέντων αντικειμένων:
- Τέσσερεις
(4)βιτρίνες. 2. Τρεις
(3)πάγκους εργασίας. 3. Ένα
(1)ηλεκτρονικό υπολογιστή.
- Ποσότητα εργαλείων επιδιόρθωσης ρολογιών.
- Πενήντα
(50)ρολόγια τοίχου. 6. Ένα
(1)ρολόϊ αντίκα. 7. Ογδόντα
(80)ρολόγια τσέπης. 8. Δύο
(2)βιολιά.
- Ένα ραδιόφωνο μάρκας AIWA.
- Εργαλεία επιδιόρθωσης επίπλων, ήτοι 1 πριόνι, 1 πολυεργαλείο,1 εργαλείο αμμοβολής, 2 κομπρεσόρων,, 1 πλάνια. Τα εν λόγω αντικείμενα κατασχέθηκαν από τον δικαστικό επιδότη Πέτρο Δημητρίου από υποστατικό που βρίσκεται στην οδό Βασιλείου Βουλγαροκτόνου στη Λευκωσία. Η κατάσχεση έγινε στα πλαίσια του εντάλματος εκποίησης κινητής περιουσίας με αριθμό 2893/09 που εκδόθηκε προς ικανοποίηση της διαταγής καταβολής εξόδων ημερ.25.6.2007 και 17.2.2009 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λευκωσίας στην Αίτηση Ε5/2004 και της συνακόλουθης διαταγής του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 10.2.2009 που εκδόθηκε στα πλαίσια της Πολιτικής Έφεσης 22/
- Η Αίτηση κατά κύριο λόγο εδράζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 θ.11, 15-17, Δ.44 θ.11 και 12, Δ.48 θ.1-4 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Από πλευράς γεγονότων πλαισιώνεται από τις εξής ένορκες δηλώσεις:
- Αρχική ένορκη δήλωση του καταπιστευματοδόχου (trustee) Haig G. Indjirdjian ημερ. 12.11.09
- Συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ιδίου προσώπου ημερ. 8.7.10
- Ένορκη δήλωση του δικηγόρου Εύδωρα Μυριανθεύς ημερ. 21.3.
- Ένορκη δήλωση της διαθέτου (setlor) Araxi Indjirdjian, ημερ. 10.9.
- Ένορκη δήλωση του προστάτη (protector) Levon Aradjian ημερ. 10.9.
- Ένορκη δήλωση του Derek Douglas, ημερ. 14.9.
- Εν συντομία, η θέση "του αιτητή" είναι ότι τα κατασχεθέντα αντικείμενα ανήκουν στο Καταπίστευμα που δημιουργήθηκε στις 23.11.1996 προς όφελος των παιδιών και δικαιούχων (beneficiaries) Kathrin Sara Indjirdjian και Araxi Georgia Indjirdjian και δεν υπόκεινται σε κατάσχεση στα πλαίσια του προαναφερθέντος εντάλματος εκποίησης κινητής περιουσίας, αφού οι υποθέσεις από τις οποίες εκδόθηκε στρέφονταν και αφορούσαν αποκλειστικά τον καταπιστευματοδόχο υπό την προσωπική του ιδιότητα. Αρχικά η καθ΄ης η αίτηση εμφανίστηκε στη διαδικασία δια της συνηγόρου κας Παρούτη και καταχώρησε μάλιστα στις 5.2.2010 πολυσέλιδη Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης. Στη συνέχεια όμως το ενδιαφέρον της ατόνησε με αποκορύφωμα τη δήλωση της συνηγόρου στις 23.6.2010, ότι, το προαναφερθέν ένταλμα είχε αποσυρθεί άνευ βλάβης με σχετική επιστολή (τεκμήριο Α) και πως θεωρούσε πλέον την όλη δικαστική διαδικασία άνευ αντικειμένου και κατ' επέκταση δεν προτίθετο να λάβει περαιτέρω μέρος σ' αυτή. Παρόλα ταύτα, ο συνήγορος "του αιτητή" κ. Νεοφύτου, επέμενε στην προώθηση της Aίτησης, εξηγώντας πως υπάρχουν ευρύτερες διαστάσεις που θα πρέπει να αποσαφηνιστούν/ επιλυθούν από το Δικαστήριο. Έτσι δόθηκε δικάσιμος ημερομηνία κατά την οποία ο συνήγορος επιχειρηματολόγησε, καταθέτοντας γραπτή αγόρευση των θέσεων του. Πρώτον και μείζον ζήτημα προς εξέταση είναι η νομική υπόσταση "του αιτητή". Yυπενθυμίζω πως ως αιτητής παρουσιάζεται το ίδιο το Καταπίστευμα (The Indjirdjian Trust). Το Καταπίστευμα που στην προκειμένη περίπτωση καταμαρτυρείται από το έγγραφο καταπιστεύματος (trust deed) ημερ. 25.6.1996, αποτελεί βασικά μια εμπνευσμένη επινόηση του δικαίου της επιεικείας (equity) βάσει της οποίας δημιουργήθηκε ένας μηχανισμός που επιτρέπει σε ένα πρόσωπο να κατέχει, να διαχειρίζεται και να διαθέτει περιουσία προς όφελος άλλου ή άλλων προσώπων. Στο σύγγραμμα "Modern Equity" των Hanbury & Maudsley (13η έκδοση) σελ.46-47 το καταπίστευμα ερμηνεύεται ως εξής: "A trust is a relationship recognised by equity which arises where property is vested in (a person or) persons called the trustees, which those trustees are obliged to hold for the benefit of other persons called cestuis que trust or beneficiaries. The interests of the beneficiaries will usually be laid down in the instrument creating the trust, but may be implied or imposed by law. The beneficiary's interest is proprietary in the sense that it can be bought and sold, given away or disposed of by will; but it sill ceases to exist if the legal estate in the property comes into the hands of a bona fide purchaser for value without notice of the beneficial interest. The subject-matter of the trust must be some form of property. Commonly, it is legal ownership of land or of invested funds; but it may be of any sort of property― land, money, chattels, equitable interests, choses in action, etc...". Ενδιαφέρουσα ερμηνεία του καταπιστεύματος συναντούμε και στο σύγγραμμα "The Law of Trusts" των Keeton and Sheridan (10η έκδοση) σελ. 2-
- Ως προκύπτει από τα πιο πάνω ένα ιδιωτικό καταπίστευμα (private trust) όπως το υπό συζήτηση, δεν αποτελεί ούτε φυσική ούτε νομική οντότητα ή πρόσωπο που να δύναται αυτοτελώς να ενάγει, να ενάγεται και γενικά να ενεργοποιεί και να συμμετέχει σε δικαστικές διαδικασίες. Μόνο ο καταπιστευματοδόχος και σε εξαιρετικές περιπτώσεις, οι δικαιούχοι, απολαμβάνουν αυτό το δικαίωμα. Στο σύγγραμμα "The Law of Trusts" του JE Penner (7η έκδοση) σελ. 22 (παρ. 2.18) υπό τον τίτλο "No legal personality of the Trust" αναφέρονται σχετικά τα εξής: "The trust itself has no legal personality like a company, on behalf of which agents of the company make contracts that bind the company as a legal person itself. Having no legal personality, one cannot sue the trust itself for breach of contract; one sues the trustee for his own breach of contract, even though the breach was of a contractual obligation he took to benefit the trust." Συναφώς στο σύγγραμμα "Commentary and Cases on the Law of Trusts and Equitable Remedies των Hayton and Mitchell" (13η έκδοση) σελ. 12 (παρ. 1.46) υπό τον τίτλο "The Trustee's position when a 3rd party commits a tort or breach of contract" παρατίθενται τα ακόλουθα: " If a 3rd party commits a tort or a breach of contract in the course of his dealings with the trustee, while the trustee is acting as such, then it is generally ONLY the trustee who has standing to sue the 3rd party for his wrongdoing. Only in exceptional cases, where in breach of trust the trustee has refused to sue a 3rd party, will the beneficiaries be permitted to sue the 3rd party themselves joining the trustee as a co-defendant, so that all interested parties are bound by the court's judgment... In such cases a beneficiary sues not in his own right but "in right of the trust and in the room of the trustee"...." Συνεπώς η παρούσα διαδικασία ως κινηθείσα από ανύπαρκτο πρόσωπο ήταν θνησιγενής και εκ προοιμίου καταδικασμένη σε απόρριψη. Ακόμα και αν η διαδικασία είχε κινηθεί από τον καταπιστευματοδόχο (ή τους δικαιούχους), πάλι θα απέρριπτα την Αίτηση, καθ' ότι το ένδικο μέτρο που έχει χρησιμοποιηθεί ήτοι, η εναρκτήρια αίτηση (originating summons) δεν είναι υπό τις περιστάσεις το ορθό. Ο ορισμός της εναρκτήριας κλήσης δίδεται στους ίδιους τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, όπου στη Διαταγή 1 θεσμός 2 αναφέρεται ότι "σημαίνει οιαδήποτε κλήση, εκτός από κλήση σε αιτία ή ζήτημα που εκκρεμεί". Η Διαταγή 55, θεσμός 1 εξειδικεύει ρητά τις περιπτώσεις όπου μπορεί να χρησιμοποιηθεί η διαδικασία της εναρκτήριας κλήσης αφού αναφέρει ότι "οιοδήποτε πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι είναι ενδιαφερόμενο σύμφωνα με έγγραφο μεταβιβάσεως, διαθήκη ή άλλη γραπτή πράξη μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο δια εναρκτήριας κλήσης για τον καθορισμό οποιουδήποτε ερωτήματος εφαρμογής που προκύπτει από την πράξη και για διακήρυξη των δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων προσώπων" ("any person claiming to be interested under a deed, will, or other written instrument, may apply to the Court by originating summons for the determination of any question of construction arising under the instrument, and for a declaration of the rights of the persons interested.") Το ίδιο λεκτικό ενυπάρχει και στην τότε Αγγλική Διαταγή 54Α, θεσμός 1 (βλ. Annual Practice
(1956)σελ.1062). Η διαδικασία χρησιμοποιείται και σε άλλες περιπτώσεις, αλλά γι΄ αυτές υπάρχει ρητή πρόνοια. Μάλιστα υπάρχουν περιπτώσεις όπου η χρήση εναρκτήριας κλήσης ως ένδικο μέσο καθίσταται υποχρεωτική είτε από νομοθετική διάταξη, είτε από διαδικαστικούς θεσμούς (βλ. Atkin´s Court Forms (2η έκδοση), (Τόμος 1) σελ. 139-149, Odgers´ on Pleadings and Practice (21η Έκδοση), σελ. 314). Σχετική επί του θέματος είναι και η υπόθεση Χ¨Χαμπής v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(1986)1 Α.Α.Δ. 386, όπου σε Εκλογική Αίτηση για ακύρωση εκλογών Χωρητικής Αρχής, χρησιμοποιήθηκε δυνάμει της Διαταγής 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η διαδικασία της ενδιάμεσης αίτησης στα πλαίσια της κυρίως Αίτησης. Η ορθή διαδικασία υποδείχθηκε θα ήταν με εναρκτήρια κλήση. Ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Α. Λοϊζου ανέφερε στις σελ. 391-392 τα εξής: «If the matter is not incidental to pending proceedings already before the court, then the course cannot be brought before the court in any other manner than that which is prescribed by the rules, that is either by a writ or in exceptional cases by originating summons where provision to that effect exists in the Law or the regulations». Στην Αγγλία η χρήση της εν λόγω διαδικασίας εφαρμοζόταν ανέκαθεν με επιτυχία και αποτελεσματικότητα σε περιπτώσεις ερμηνείας εγγράφων. Αυτό οδήγησε σε σταδιακή αύξηση των περιπτώσεων στις οποίες περιλαμβάνεται ρητή πρόνοια για χρήση της. Οι βασικοί λόγοι και πλεονεκτήματα μιας τέτοιας διαδικασίας είναι η απλότητα και βραχύτητα διάρκειάς της, η μη αναγκαιότητα καταχώρισης εγγράφων προτάσεων, το ασύνηθες ύπαρξης προδικαστικών διαδικασιών και το γεγονός ότι η μαρτυρία δίδεται με ένορκες δηλώσεις (βλ. Atkin´s, Encyclopedia of Court Forms and Precedents (Τόμος 12), σελ. 161 και Odgers (πιο πάνω) σελ. 315). Ως διαδικασίες οι οποίες αρχίζουν με εναρκτήρια κλήση στην Αγγλία, εκτός από αυτές που αναφέρονται και στη Διαταγή 55, θεσμός 1 είναι κάποιες Αιτήσεις Εταιρειών, Διαιτησίας, Εκλογικές Αιτήσεις κ.α. Σχεδόν όλες πάντως οι διαδικασίες προνοούνται από ειδικές νομοθετικές και δικονομικές διατάξεις (βλ. Annual Practice
(1956)σελ.1041, Atkin´s, Encyclopedia of Court Forms and Precedents, (Τόμος 12), σελ. 161, Halsbury´s Laws of England, (3η έκδοση), Τόμος 30, σελ. 303). Στον αντίποδα περιπτώσεις όπου υπάρχει αμφισβήτηση ως προς τα γεγονότα και την αξιοπιστία μαρτύρων, είναι άκρως ακατάλληλες για εκδίκαση με εναρκτήρια κλήση (βλ. Atkin´s, Encyclopedia of Court Forms and Precedents Τόμος 12, σελ. 163 και Odgers´ (πιο πάνω) σελ. 314). Στην προκειμένη περίπτωση η διαδικασία της εναρκτήριας κλήσης δεν προβλέπεται από κάποια ειδική νομοθετική ή δικονομική διάταξη. Ούτε και ζητείται η νομική ερμηνεία ή η πρακτική εφαρμογή οποιουδήποτε όρου του καταπιστεύματος και/ή η διακήρυξη των δικαιωμάτων των δικαιούχων του καταπιστεύματος, ως αναφύονται από μια τέτοια ερμηνεία ή εφαρμογή. Ως εκ τούτου δεν τυγχάνει εφαρμογής ούτε και η Διαταγή 55, θεσμός
- Εδώ ζητείται (όχι από τον καταπιστευματοδόχο ή τους δικαιούχους) διάταγμα που να καθορίζει τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί αντικειμένων που κατ' ισχυρισμό ανήκουν στο Καταπίστευμα. Η αναγκαιότητα αυτή δεν προέκυψε λόγω ασάφειας, αβεβαιότητας ή δυσκολίας στην ερμηνεία οποιουδήποτε όρου του Καταπιστεύματος, αλλά εξ αφορμής της κατάσχεσης των αντικειμένων στα πλαίσια του εντάλματος εκποίησης κινητής περιουσίας ως περιγράφεται ανωτέρω. Με άλλα λόγια το ζήτημα, παρά την ευρύτερη διάσταση που επιχειρήθηκε να δοθεί, προέκυψε και είναι παρεμπίπτον (incidental) αυτού ακριβώς του εντάλματος που εκδόθηκε για εκτέλεση των διαταγών του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων και συνακόλουθα του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συνεπώς, θα έπρεπε κατά την κρίση μου, το ζήτημα να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων (του εκδικάζοντος δηλαδή δικαστηρίου) με ενδιάμεση αίτηση δυνάμει της Διαταγής 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στα πλαίσια πάντοτε της κυρίως Αίτησης Ε5/
- Επ' αυτού υποδεικνύω ότι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων έχει τη δική του Γραμματεία απ' όπου και εκδόθηκε το ένταλμα, χωρίς προηγουμένως να υφίστατο ανάγκη οι διαταγές να εγγραφούν στο Επαρχιακό Δικαστήριο για σκοπούς εκτέλεσης. Το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκε επιδότης του Επαρχιακού Δικαστηρίου για σκοπούς εκτέλεσης (όπως συμβαίνει πάντοτε σε ανάλογες περιπτώσεις), δεν αλλοιώνει τα πράγματα. Αυτό αποτελεί απλώς μια πρακτική ρύθμιση ένεκα του ότι δεν υπάρχουν δικαστικοί επιδότες, ενταγμένοι στις τάξεις του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Σαφώς τούτο δεν μεταθέτει τη δικαιοδοσία από το ένα Δικαστήριο στο άλλο. Από τα πιο πάνω καταφαίνεται αφενός ότι χρησιμοποιήθηκε εσφαλμένο ένδικο μέτρο για προώθηση της Αίτησης και αφετέρου ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται έτσι και αλλιώς καθ' ύλη δικαιοδοσίας για εκδίκαση της. Η κατάληξη αυτή συνάδει και με τις πρόνοιες της Διαταγής 40 θεσμός 15 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (..."if any person interested or affected by the execution therof wishes to have the directions of the Court in any matter relating to it he may apply to the Court out of which the writ was issued or to a Judge therof."), της Διαταγής 44, Θεσμός 12 (α) (από την οποία επιχειρήθηκε απεμπλοκή, γεγονός το οποίο θα σχολιάσω στη συνέχεια) και του άρθρου 21 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Σχετική με το θέμα είναι η Αίτηση για την έκδοση Διατάγματος Certiοrari και Prohibition 8/97
(1997)1 A.A.Δ.267, όπου φαίνεται ακριβώς ότι η αίτηση που υποβλήθηκε από πρόσωπο που διεκδικούσε κυριότητα επί κατασχεθέντων αντικειμένων, ήταν ενδιάμεση αίτηση και καταχωρήθηκε στα πλαίσια της κυρίως υπόθεσης (αγωγή 4769/05). Παρά το γεγονός ότι η τύχη της Αίτησης έχει ήδη σφραγιστεί, θεωρώ καθήκον του Δικαστηρίου να αναδείξω και να στηλιτεύσω τρία σημαντικά στοιχεία που προκύπτουν από την Αίτηση. Το πρώτο φανερώνει κακή πίστη και τα άλλα δύο ασέβεια προς τα δικαστικά θέσμια. Το στοιχείο που καταδεικνύει κακή πίστη αφορά στο κατά πόσο τα αντικείμενα έχουν ή όχι τελικώς κατασχεθεί. Στην Αίτηση και ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει προκύπτει σαφώς ότι τα αντικείμενα κατασχέθηκαν. Στα αιτούμενα διατάγματα γίνεται λόγος για κατασχεθέντα αντικείμενα ενώ στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης αναφέρεται ρητά ότι ο δικαστικός επιδότης "κατάσχε από το υποστατικό που βρίσκεται επί της οδού Βασιλείου Βουλγαροκτόνου στη Λευκωσία τα αντικείμενα.." Συναφώς προς τούτο επισυνάπτεται και η θεσμική ειδοποίηση του δικαστικού επιδότη, όπου και πάλι γίνεται λόγος για "κατασχεθέντα κινητά" (τεκμήριο 5). Στη συνέχεια όμως και αφού εν τω μεταξύ η άλλη πλευρά ήγειρε το ζήτημα της μη συμπερίληψης στη νομική βάση της Αίτησης του άρθρου 21 του Κεφ.6 που καθορίζει το δικαιοδοτικό πλαίσιο για διεκδίκηση κυριότητας επί κατασχεθέντων αντικειμένων, υπήρξε αναδίπλωση εκατόν ογδόντα μοιρών. Συγκεκριμένα στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του καταπιστευματοδόχου ημερ.8.7.2010, προβάλλεται όψιμα και αναιρετικά, ισχυρισμός ότι τα αντικείμενα τελικά δεν κατασχέθηκαν και βρίσκονται ακόμα υπό την κατοχή και φύλαξη του. Με την αναφορά σε "κατάσχεση" λέει, εννοούσε ότι ο επιδότης απλά κατέγραψε μερικά αντικείμενα χωρίς ποτέ να τα κατάσχει. Μάλιστα προσθέτει ότι οι επιδότες κατόπιν που ενημερώθηκαν για την ύπαρξη του Trust έφυγαν από το υποστατικό "άπρακτοι μέχρι την διεκπεραίωση της διαδικασίας"..(παράγραφο 6). Τα πράγματα κατά την κρίση μου βοούν. Δεν υπήρξε αποσαφήνιση μιας ασαφούς και αμφίσημης αναφοράς αλλά προσπάθεια ανασκευής και απόκλισης από ουσιαστική και ξεκάθαρη αρχική τοποθέτηση. Η προσπάθεια αυτή καταδεικνύει κακοπιστία. Το πρώτο στοιχείο που φανερώνει ασέβεια προς τα δικαστικά θέσμια συναντάται στην παράγραφο 12 της ίδιας ένορκης δήλωσης όπου αναφέρονται τα εξής: "Επιπρόσθετα, όσον αφορά την ίδια παράγραφο είναι πραγματικά αβάσιμη διότι ουδέποτε ο Αιτητής (Trust) ή/και οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι του προσπάθησαν να καταδολιεύσουν οιονδήποτε ανύποπτο πιστωτή. Η αρχική αίτηση των Καθ΄ων η Αίτηση ήταν προς το πρόσωπο μου, και άσχετη με την ιδιότητά μου σαν Καταπιστευματοδόχος (Trustee) του Αιτητή (Trust) και εγώ την υποστήριξα στο έντιμο Δικαστήριο, το οποίον κατ΄εμένα δυστυχώς είχε πάρει λανθασμένη απόφαση, ευνοώντας την άλλη πλευρά, χωρίς να λάβει υπ΄ όψιν τους σχετικούς Νόμους της Δημοκρατίας, τας συνθήκας και τις περιστάσεις της υπόθεσης όπως και το καταστροφικό αποτέλεσμα που θα δημιουργούσε μια απόφαση υπέρ των αντιδίκων τόσο προς την επιχείρηση μου, όσο και προς την οικογενειακή και προσωπική μου ζωή. Τόσο οι κακοί χειρισμοί του πρώην δικηγόρου μου, όσο και η επιμονή (insistence) του Δικαστηρίου να αγνοήσει κάθε νόμιμή μου προσπάθεια διά να αποτρέψω αυτή την παράφορη και καταστροφική απόφαση η δικαστική ζυγαριά είχε ήδη λυγίσει προς την άλλη μεριά, και σε τρελή τροχιά ικανοποιούσε πάσης φύσης αίτημα της άλλης πλευράς χωρίς να ληφθούν υπ΄ όψιν οι επιπτώσεις των αποφάσεων που είχαν ως αποτέλεσμα τη σημερινή κατάσταση που βρίσκεται ενώπιον σας". Ο διάδικος ασφαλώς δικαιούται να διατηρεί τις απόψεις του περί δικαίου ακόμα και μετά την έκδοση κάποιας δικαστικής απόφασης. Δεν είναι όμως θεσμικά ανεκτό, απευθυνόμενος προς Δικαστήριο για να ζητήσει θεραπεία, να αφήνει υπονοούμενα και αιχμές εναντίον άλλου Δικαστηρίου του τύπου "δεν έλαβε υπόψη τους σχετικούς νόμους" και ότι "η δικαστική ζυγαριά είχε ήδη λυγίσει προς την άλλη μεριά και σε τρελή τροχιά ικανοποιούσε πάσης φύσεως αιτήματα της άλλης πλευράς.." Το δεύτερο στοιχείο που καταδεικνύει ασέβεια συναντάται στην ένορκη δήλωση της Araxi Indjirdjian ημερ. 10.9.2010 και συγκεκριμένα στην παράγραφο 8 όπου αναφέρονται τα εξής: "Δηλώνω δε ρητά και απερίφραστα ότι εάν κρίνει το δικαστήριο ότι το Trust δεν θα κριθεί νόμιμο τότε θα διεκδικήσω να μου επιστραφούν όλα τα αντικείμενα που βρίσκονται κάτω από το Trust και τα οποία παρέδωσα εγώ προς τον υιό μου και Trustee, στα πλαίσια του Trust αφού θα χαθούν ασκόπως της δημιουργίας του που είναι να ωφεληθούν τα εγγόνια μου". Με άλλα λόγια η ενόρκως δηλούσα εκ προοιμίου διακηρύττει ότι θα ανεχτεί την ετυμηγορία του Δικαστηρίου μόνο αν είναι σύμφωνα με τις αξιώσεις της. Σε διαφορετική περίπτωση, προφανώς σε παραγνώριση της δικαστικής ετυμηγορίας, θα διεκδικήσει να της επιστραφούν τα κατασχεθέντα (ή τα υπό κατάσχεση αντικείμενα). Θέτει δηλαδή κατά τρόπο άκομψο κάποιου είδους τελεσίγραφο προς το Δικαστήριο. Με αυτές τις επισημάνσεις η Αίτηση απορρίπτεται. Λαμβάνοντας υπόψη μου αφενός ότι η πλευρά της καθ' ης η αίτηση δήλωσε δια της συνηγόρου της και πράγματι δεν έλαβε μέρος στο στάδιο της ακρόασης και αφετέρου ότι "ο αιτητής" είναι έτσι κι αλλιώς ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο, δεν θα εκδώσω καμία διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.) ......... Στ. Ν. Σταύρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο