← Κύπρος

Κύπρος Θεοφάνους ν. Αλλαντοποιεία Πίττας Ξενοφώντος Λτδ., Αρ. Αγωγής 1204/05, 19.11.10

Κύπρος Θεοφάνους ν. Αλλαντοποιεία Πίττας Ξενοφώντος Λτδ., Αρ. Αγωγής 1204/05, 19.11.10 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A370 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1204/05 Μεταξύ: Κύπρος Θεοφάνους Ενάγοντας και Αλλαντοποιεία Πίττας Ξενοφώντος Λτδ. Εναγόμενης . . . . . . Ημερομηνία: 19.11.10 Εμφανίσεις Για τον ενάγοντα: κ. Α. Νεοκλέους Για την εναγόμενη: κ. Φρ. Βαρκάρης. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας απαιτεί το ποσό των ΛΚ1857,00 από την εναγόμενη εταιρεία για λογιστικές υπηρεσίες που τους παρείχε για τα έτη από 1.1.00 μέχρι 31.12.

  1. Ο ενάγοντας παρείχε τις εν λόγω υπηρεσίες και οι εναγόμενοι αποδεχόμενοι τις εν λόγω υπηρεσίες σιωπηρά συμφώνησαν να πληρώσουν την αμοιβή του ενάγοντα για τις υπηρεσίες. Ο ενάγοντας παρουσίασε αναλυτικό τιμολόγιο για τις υπηρεσίες που παρείχε στους εναγόμενους για την επίδικη περίοδο. Περαιτέρω κατέθεσε ως τεκμήριο 3 τα έντυπα των κοινωνικών ασφαλίσεων και φορολογικών δηλώσεων για την επίδικη περίοδο για να αποδείξει ότι πράγματι παρείχε στους εναγόμενους τις εν λόγω υπηρεσίες. Εξάλλου με την υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι δεν αρνήθηκαν ότι ο ενάγοντας έκανε την εργασία και ούτε έγειραν υπεράσπιση ότι η τιμή που χρέωσε ο ενάγοντας για τις υπηρεσίες δεν ήταν η ενδεικνυόμενη ή ότι ήταν υπερβολικά ακριβή. Η μόνη υπεράσπιση που προβάλλεται από τους εναγόμενους είναι πρώτο ότι οι εν λόγω υπηρεσίες πληρώθηκαν και δεύτερο ότι κάποιο άλλο γραφείο ανέλαβε να διεκπεραιώσει τις εργασίες. Ο ενάγοντας ήταν πολύ θετικός μάρτυρας. Παρουσίασε αναλυτική κατάσταση όλης της εργασίας που έκανε για την επίδικη περίοδο. Εξήγησε αναλυτικά πώς έκανε χρεώσεις για τις προσφερόμενες υπηρεσίες. Εξήγησε επί παραδείγματι ότι για να υποβάλει έντυπα για τις φορολογικές δηλώσεις έπρεπε να περισυλλέξει στοιχεία να τα επεξεργαστεί για να ετοιμάσει τις δηλώσεις. Εξήγησε γιατί θεωρεί ότι παραμένει η οφειλή παρά το γεγονός ότι οι εναγόμενοι με τραπεζικά εμβάσματα του πλήρωναν ένα ποσό κάθε μήνα. Εξήγησε ότι πληρώθηκε έναντι του οφειλόμενου ποσού το ποσό των ΛΚ2300,00 αλλά οι υπόλοιπες πληρωμές πιστώθηκαν έναντι οφειλών που δημιουργήθηκαν για υπηρεσίες για την περίοδο πριν την 1.1.
  2. Τούτο επιβεβαιώθηκε και από τεκμήριο που κατέθεσε η υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του ενάγοντα, τεκμήριο 5, όπου φαίνεται καθαρά ότι για υπηρεσίες για το έτος 1998 εκδόθηκε τιμολόγιο το
  3. Επομένως, η θέση του ενάγοντα ότι μετά το 2000 οι εναγόμενοι εξακολουθούσαν να πληρώνουν για οφειλές που δημιουργήθηκαν προ του 2000 τεκμηριώνεται επαρκώς. Εξήγησε επίσης ότι εξέδωσε τιμολόγιο το 2005 κατά τον τερματισμό των υπηρεσιών του επειδή προηγουμένως, και ενώ συνέχιζε η συνεργασία του με τους εναγόμενους, πλήρωναν ένα ποσό έναντι της οφειλής και έτσι δεν κατέστη αναγκαίο να εκδώσει τιμολόγιο για όλο το ποσό αμέσως. Ο διευθυντής της εταιρείας Χαράλαμπος Πίττας δεν πρόβαλε ως θέση ότι υπήρχε ρητή συμφωνία μεταξύ των μερών σε σχέση με την αμοιβή του ενάγοντα για τις προσφερόμενες υπηρεσίες. Συνεπώς, τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου η υπεράσπιση και αφορούν το παράλογο των χρεώσεων του ενάγοντα είναι άσχετα πρώτο, διότι τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφείται και δεύτερο, επειδή ουδέποτε υπήρξε ρητή συμφωνία μεταξύ των μερών σε σχέση με την αμοιβή του ενάγοντα. Ο ενάγοντας παρείχε τις εν λόγω υπηρεσίες στους εναγόμενους και αυτή τις αποδέχθηκαν. Ο ΜΥ1 παραδέχθηκε ενόρκως ότι ο ενάγοντας του προσέφερε υπηρεσίες για τα έτη 2000-2004 και ούτε αμφισβήτησε με την αντεξέταση του ότι ο ενάγοντας πράγματι παρείχε σ'αυτούς τις εν λόγω υπηρεσίες. Οι εναγόμενοι όχι μόνο αποδέχθηκαν τις υπηρεσίες αλλά πλήρωσαν χρήματα έναντι των προσφερόμενων υπηρεσιών. Επομένως, το ποσό που ζητεί ο ενάγοντας οφείλεται εκτός και εάν η αμοιβή του δεν ήταν λογική και κάτι τέτοιο δεν δικογραφείται από τους εναγόμενους στην Έκθεση Υπεράσπισης. Η δήλωση του ΜΥ1 ότι έκανε εμβάσματα στον λογαριασμό του ενάγοντα περισσότερο για να ετοιμάσει τους ελεγκτικούς λογαριασμούς είναι ασαφής και αόριστος. Αυτός ο ισχυρισμός δεν γίνεται πιστευτός επειδή δεν θα ήταν λογικό για τους εναγόμενους να πληρώνουν τον ενάγοντα για κάτι το οποίο δεν είχε κάνει ακόμη. Το μεγάλο παράπονο του ΜΥ1 ήταν ότι ο ενάγοντας δεν έκλεισε τα βιβλία της εταιρείας για τα έτη 2000 μέχρι
  4. Ισχυρίσθηκε ότι η εταιρεία κλήθηκε να πληρώσει τόκους υπερημερίας εξαιτίας της καθυστέρησης του ενάγοντα στην ετοιμασία των ισολογισμών. Παρόλο τούτο και επί μηναία βάση πλήρωνε τον ενάγοντα ποσό έναντι λογαριασμού για υπηρεσίες που ο ενάγοντας αμελούσε να παρέχει στην εταιρεία. Οι ίδιοι οι εναγόμενοι κατέθεσαν το τεκμήριο 5 που είναι έγγραφη απόδειξη ότι τα εμβάσματα αυτά αφορούσαν παλαιές οφειλές των εναγομένων για υπηρεσίες που ο ενάγοντας είχε ήδη προσφέρει. Ο ΜΥ1 παραδέχθηκε ότι ο ενάγοντας εκτελούσε λογιστικές υπηρεσίες για την ενάγουσα εταιρεία. Το 2000 χρησιμοποιήθηκε πρόγραμμα του ηλεκτρονικού υπολογιστή για να ετοιμασθούν τα στοιχεία αναγκαία για την ετοιμασία των βιβλίων και ετοιμασία των φορολογικών δηλώσεων. Όμως ακόμη και μετά την εισαγωγή του προγράμματος ο ΜΥ1 παραδέχθηκε ότι ο ενάγοντας εξακολουθούσε να παρέχει υποστήριξη στην υπάλληλο που είχε προσλάβει η εταιρεία για το χειρισμό του προγράμματος. Είχα την αίσθηση ότι οι υπηρεσίες που παρείχε ο ενάγοντας ήταν σημαντικές για την εταιρεία αφού παρά το παράπονο του ΜΥ1 ότι ο ενάγοντας δεν ετοίμασε τα βιβλία δεν είναι η εταιρεία που τον έπαυσε αλλά ο ίδιος ο ενάγοντας που διέκοψε τη συνεργασία. Λογικά θα πρέπει να είχε συμβεί το αντίθετο επειδή όπως ο ΜΥ1 είπε τα βιβλία για τα έτη 2000-2004 δεν είχαν κλείσει και η εταιρεία χρεώθηκε για την καθυστέρηση. Ο ΜΥ1 δέχθηκε ότι εν μέρει τα βιβλία δεν είχαν κλείσει επειδή τα στοιχεία που παρουσίαζε στον ενάγοντα είχαν προβλήματα και παρατυπίες αλλά θεωρεί ότι ο ενάγοντας ως ελεγκτής έμπειρος έπρεπε να ήταν σε θέση να διεκπεραιώσει την εργασία. Δεν θεωρώ ότι ο ΜΥ1 ήταν απόλυτα ειλικρινής με το Δικαστήριο σε σχέση με την αιτία που οδήγησε τον ενάγοντα να διακόψει τη συνεργασία και ούτε έκανε την αναγκαία αυτοκριτική για να αντιληφθεί γιατί τερματίστηκε μία μακρόχρονη συνεργασία. Η εταιρεία πάντοτε πλήρωνε έναντι του λογαριασμού του ενάγοντα. Εκείνο που προκύπτει από το τεκμήριο 11, που αναγνώρισε ο ΜΥ1, είναι ότι η εταιρεία συνήθιζε να πληρώνει τον ενάγοντα έναντι του υπολοίπου με αρκετή καθυστέρηση. Υπήρχε υπόλοιπο λογαριασμού το 2000 για εργασία που έγινε για τα έτη 1998 και
  5. Ο ΜΥ1 παρουσίασε τα εμβάσματα που έκανε στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντα για τα έτη 2002, 2003 και 2004 αλλά δεν παρουσίασε αναλυτικά στοιχεία για να αποδείξει τι ποσό χρημάτων αφορούσε αποπληρωμή του λογαριασμού του ενάγοντα. Επομένως, δεν έχει αποδείξει τον δικογραφημένο ισχυρισμό ότι το οφειλόμενο ποσό έχει πληρωθεί. Ο ενάγοντας απέδειξε ότι μόνο το ποσό των ΛΚ2300,00 αφορούσε πληρωμές έναντι του λογαριασμού του για λογιστικές υπηρεσίες. Το υπόλοιπο ποσό του εμβάσματος αφορούσε πληρωμή για τις κοινωνικές ασφαλίσεις της εταιρείας. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία του ενάγοντα καταλήγω στα ακόλουθα πραγματικά συμπεράσματα.
  6. Ο ενάγοντας παρείχε υπηρεσίες στην εναγόμενη εταιρεία για τα έτη 2000-
  7. Αυτές τις υπηρεσίες τις αποδέχθηκε η εναγόμενη εταιρεία.
  8. Η εναγόμενη εταιρεία πλήρωνε έναντι του λογαριασμού της αλλά παραμένει οφειλόμενο το ποσό της απαίτησης. Η συνεργασία του ενάγοντα με την εναγόμενη εταιρεία ήταν μακρόχρονη. Ο ενάγοντας παρείχει υπηρεσίες στην εταιρεία και η εταιρεία τον πλήρωνε. Δεν υπήρχε ρητή συμφωνία μεταξύ των μερών για τον καθορισμό της αμοιβής του ενάγοντα. Η εταιρεία αποδέχθηκε τις εν λόγω υπηρεσίες κατά τον επίδικο χρόνο και πλήρωνε ποσό έναντι των υπηρεσιών επομένως το ποσό οφείλεται. Δεν υπάρχει δικογραφημένος ισχυρισμός στην Έκθεση Απαίτησης ότι η αμοιβή του ενάγοντα δεν ήταν λογική για τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Οι χρεώσεις άλλου λογιστή δεν μπορεί να είναι σημείο αναφοράς, δεν τέθηκε ενιαίο μέτρο σύγκρισης μεταξύ των χρεώσεων των δύο ελεγκτών και της εργασίας τους. Το ζήτημα της αμοιβής του ενάγοντα διέπεται αποκλειστικά από τη συμφωνία μεταξύ των μερών. Τα μέρη συνεργάζονταν για πολλά έτη και η πρακτική που ακολουθούσαν για τις λογιστικές υπηρεσίες ήταν πάντοτε η ίδια. Ο ενάγοντας παρείχε τις λογιστικές υπηρεσίες και η εταιρεία αποδεχόταν τις υπηρεσίες και ο ενάγοντας παρείχε τις υπηρεσίες επί πιστώσει. Ο ενάγοντας απέδειξε με στοιχεία ότι πράγματι παρείχε τις υπηρεσίες. Οι εναγόμενοι δεν κατάφεραν να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους ότι οι υπηρεσίες είχαν πληρωθεί. Ο ενάγοντας απέδειξε ότι παραμένει οφειλόμενο ποσό. Η δικογραφημένη απαίτηση του ενάγοντα αφορά λογιστικές υπηρεσίες που παρείχε στην εναγόμενη εταιρεία για τα έτη 2000 μέχρι
  9. Στην απαίτηση, ως προκύπτει από το τεκμήριο 2, περιλαμβάνεται και απαίτηση του ενάγοντα για την πληρωμή κοινωνικών ασφαλίσεων για έξη έτη. Τα δύο από τα έξη έτη δεν περιλαμβάνονται στην δικογραφημένη απαίτηση του ενάγοντα. Επομένως, η απαίτηση του ενάγοντα για τους δύο από τους έξη μήνες αποτυγχάνει διότι αφορά απαίτηση που δεν είναι δικογραφημένη. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των ευρώ 2831.00 (ΛΚ1657.00) πλέον νόμιμο τόκο. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται εναντίον της εναγόμενης όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.