LOUGHRAN ENTERPRISES LTD κ.α. ν. Dmitry Aleksandrovich Kozlovskiy κ.α., Αγωγή Αρ. 6343/09, 19.11.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A372 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 6343/09 Μεταξύ:
- LOUGHRAN ENTERPRISES LTD, από Λευκωσία
- C.R.R. B.V., από Ολλανδία Ενάγουσες - Και -
- Dmitry Aleksandrovich Kozlovskiy, από Ρωσία
- Ballhause Trading Ltd, από Λευκωσία
- Constanic Services Ltd, από Belize
- Αmtinex Investments Ltd, από Λευκωσία Εναγόμενοι Αίτηση εναγόντων ημερ. 29.10.09 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 19.11.2010 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες/αιτητές: κ. Μούντης για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδη και Σία Για εναγόμενους/καθ΄ ων η αίτηση: κα Στυλιανού για Π. Παύλου και Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Δυνάμει Συμφωνίας Δανείου ημερ. 17.6.08 (στο εξής η Συμφωνία) η ενάγουσα 2 - εταιρικό όχημα που χρησιμοποιείται από την National Bank Trust Ολλανδίας για παροχή δανείων - παρεχώρησε στην ενάγουσα 1 - κυπριακή εταιρεία ρωσικών συμφερόντων με μόνο μέτοχο την εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους εταιρεία Northlnvest Project Ltd και με τελικό απόλυτο δικαιούχο (Ultimate Beneficial Owner) των μετοχών τον εναγόμενο 1 - δάνειο ύψους $37.500.000 (Δολάρια ΗΠΑ), με πρόνοια ότι οποιεσδήποτε διαφορές θα αναφύονταν μεταξύ τους θα παραπέμπονταν σε διαιτησία σύμφωνα με τους Κανονισμούς του LCIA. Την τήρηση των υποχρεώσεων της ενάγουσας 1 εγγυήθηκε προσωπικά σε πρώτο στάδιο ο εναγόμενος 1, ο οποίος είχε τον έλεγχο του ρωσικού ομίλου εταιρειών Incom-Auto Group (ακριβέστερα OJSC Holding Incom-Auto, στο εξής ο Όμιλος), και σε δεύτερο, στις 23.3.09, άλλες δύο εταιρείες του Ομίλου, οι εναγόμενες 3 και
- Περαιτέρω, δόθηκαν και άλλες εξασφαλίσεις από άλλες εταιρείες του Ομίλου, μεταξύ των οποίων και η ενεχυρίαση του 75% των μετοχών της ενάγουσας 1 για την οποία υπεγράφη εν λευκώ και έγγραφο μεταβίβασης τους. Βάσει της Συμφωνίας, διατείνεται η ενάγουσα 2, η ενάγουσα 1 όφειλε να της καταβάλει στις 23.12.08 $1.500.000 ως συσσωρευθέντα τόκο, κάτι που παρέλειψε να πράξει. Η παράλειψη αυτή θεωρήθηκε ότι συνιστούσε γεγονός παράβασης (event of default) της Συμφωνίας και στις 19.3.09 η ενάγουσα 2 προχώρησε στον τερματισμό της. Πέραν τούτου, εξάσκησε και τα δικαιώματα που είχε βάσει της συμφωνίας ενεχυρίασης για το 75% των μετοχών της ενάγουσας 1 και αφού κατέστη ιδιοκτήτης τους τις μεταβίβασε στις 17.6.09 στην εταιρεία Goldchest Holdings Ltd έναντι ασήμαντου ποσού. Κι΄ αυτό γιατί, όπως ισχυρίζονται οι ενάγουσες (στο εξής οι αιτήτριες), στο μεταξύ ο εναγόμενος 1 φρόντισε να μεταβιβαστεί το 100% του μεριδίου που είχε η ενάγουσα 1 σε τρεις εταιρείες του Ομίλου - στο Βelgorod-Oskol LCC, Τwins-Kaliningrad LCC και Express-Estate LCC - προς την κυπριακή εταιρεία εναγόμενη 2, με αποτέλεσμα την εκμηδένιση της αξίας των μετοχών της. Η μεταβίβαση του 100% του μεριδίου που είχε η ενάγουσα 1 στις αναφερθείσες ρωσικές εταιρείες, διατείνονται οι αιτήτριες, υλοποιήθηκε συνεπεία απάτης και/ή δόλου και/ή δόλιας μεταβίβασης και/ή αποξένωσης και/ή απόσπασης και/ή κλοπής και/ή παράνομης κατακράτησης και/ή παράνομης οικειοποίησης περιουσίας της ενάγουσας 1 και/ή συνωμοσίας και/ή παράβασης σύμβασης εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2 και στη βάση αυτή καταχώρισαν στις 29.10.09 αγωγή επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος με το οποίο αξιώνουν:- Α. Εναντίον των εναγομένων 1 και 2, γενικές, ειδικές και/ή άλλου είδους αποζημιώσεις. Β. Εναντίον της εναγόμενης 2, διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται να μεταβιβάσει και/ή εγγράψει στο όνομα της ενάγουσας 1 όλες τις μετοχές που κατέχει στις ρωσικές εταιρείες Belgorod-Oskol LCC, Τwins-Kaliningrad LCC, Express-Estate LCC, STR-Motors LCC και Market Service LCC. Γ. Εναντίον των εναγομένων 3 και 4, $47.767.727 ως αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και/ή για παράβαση συμφωνίας εγγύησης και Δ. Εναντίον όλων των εναγομένων, νόμιμο τόκο και έξοδα. Παράλληλα με την αγωγή, οι αιτήτριες καταχώρισαν την ίδια ημέρα και μονομερή αίτηση βάσει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, των άρθρων 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και των άρθρων 2, 4, 5 και 9 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 31
(1)/92 για προσωρινό διάταγμα. Η αίτηση τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου την επόμενη με τη διαδικασία του κατεπείγοντος και αφού μελετήθηκε το περιεχόμενο της πολυσέλιδης συνοδευτικής ένορκης δήλωσης - στην οποία επισυνάφθηκαν 32 έγγραφα ως τεκμ. 1-32 - εκδόθηκε αυθημερόν προσωρινό διάταγμα με το οποίο:- Εμποδίζονται οι εναγόμενοι (στο εξής οι καθ΄ ων η αίτηση) από του να πωλήσουν, δωρίσουν, μεταβιβάσουν, διαθέσουν, επιβαρύνουν, αποξενώσουν οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία κατέχουν, καθώς επίσης και μετοχές ή επενδύσεις σε οποιαδήποτε εταιρεία και ειδικά στις εταιρείες που αναφέρονται στο απαιτητικό Β του κλητηρίου εντάλματος μέχρι συνολικού ποσού €55.000.000, με ισχύ του διατάγματος μέχρι την παρέλευση 30 ημερών από της έκδοσης τελικής απόφασης στην αγωγή ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του δικαστηρίου. Η έκδοση του διατάγματος προσέκρουσε σε 30 λόγους ένστασης, οι οποίοι υποστηρίζονται από πολυσέλιδη ένορκη δήλωση δικηγόρου - συνεταίρου στο δικηγορικό γραφείο Πατρίκιου Παύλου & Σία, στους ουσιώδεις ισχυρισμούς του οποίου θα γίνει αναφορά αφού πρώτα ανιχνευθούν και συνοψισθούν οι ουσιώδεις ισχυρισμοί που πρόβαλαν οι αιτήτριες μέσω της ένορκης δήλωσης του Ilya Milyevich Tseytlin για εξασφάλιση του προσβαλλόμενου διατάγματος. Έχουν ως ακολούθως:- Υπήρξε ο μόνος διευθυντής της ενάγουσας 1 από 17.5.07 μέχρι 21.7.08, θέση από την οποία παραιτήθη στις 14.11.08, αφού στο μεταξύ, στις 22.7.08, διορίσθηκαν κατόπιν οδηγιών του εναγόμενου 1 ακόμη δύο διευθυντές (τεκμ.1). Πέραν από διευθυντής της ενάγουσας 1, εργαζόταν και για τον Όμιλο, τον οποίο αποτελούσαν υπεράκτιες εταιρείες (holding companies) και οι θυγατρικές τους στη Ρωσική Ομοσπονδία. Μεταξύ δε των καθηκόντων του ήταν και η προετοιμασία συγχωνεύσεων και απόκτησης εταιρειών του Ομίλου, η παροχή νομικής στήριξης για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των εταιρειών του Ομίλου στο εξωτερικό, ο έλεγχος της ροής των εγγράφων τους, το ιδιοκτησιακό καθεστώς και η δομή των περιουσιακών τους στοιχείων, η οργάνωση των εταιρικών διαδικασιών και η διανομή των περιουσιακών στοιχείων μεταξύ των εταιρειών του Ομίλου. Περαιτέρω, ήταν υπεύθυνος να εκτελεί τις συναλλαγές εκ μέρους των υπεράκτιων εταιρειών του Ομίλου και να δίδει επίσημες και δεσμευτικές οδηγίες στους διευθυντές τους. Προς τούτο του είχαν δοθεί και πληρεξούσια από εταιρείες του Ομίλου, μεταξύ των οποίων και από τις ενάγουσα 1 και εναγόμενες 2, 3 και 4, τα οποία όμως ακυρώθηκαν τον Απρίλιο του 2009 κατόπιν οδηγιών του εναγόμενου 1 (τεκμ.3). Η ενάγουσα 1, μοναδικός μέτοχος της οποίας ήταν η Northlnvest Project Ltd (τεκμ.2), ήταν η ιθύνουσα εταιρεία (holding company) μεγάλου αριθμού εταιρειών του Ομίλου - οι οποίες και κατονομάζονται - και η συμμετοχή της στις εν λόγω εταιρείες ήταν είτε 100% είτε 99.999%, με αποτέλεσμα η ενάγουσα 1 και κατ΄ επέκταση ο εναγόμενος 1 να ελέγχει πλήρως όλη την ακίνητη περιουσία και τις εμπορικές δραστηριότητες - πωλήσεις και συντηρήσεις αυτοκινήτων - του Ομίλου. Με τη Συμφωνία (τεκμ.4), όπως τροποποιήθηκε, η ενάγουσα 2 συμφώνησε να δανειοδοτήσει την ενάγουσα 1 μέχρι $100.000.000 και το πρώτο δάνειο ύψους $37.500.000 παραχωρήθηκε στις 23.6.08, αφού στο μεταξύ ο εναγόμενος 1 υπόγραψε ως προσωπικός εγγυητής (τεκμ. 6) και η ενάγουσα 1 ενεχυρίασε το 75% των μετοχών της (τεκμ.7) κάτι που έκαμαν και οι εταιρείες του Ομίλου Income Estate, Market Service και Temsi για το 100% των μετοχών τους (τεκμ. 8, 9 και 10). Μεταγενέστερα δόθηκαν περαιτέρω εξασφαλίσεις, όπως οι συμφωνίες ενεχυρίασης μετοχών και άλλων εταιρειών του Ομίλου (τεκμ. 11-15), η συμφωνία υποθήκευσης μεταξύ ενάγουσας 2 και Incom-Estate (τεκμ.16) και εγγυήσεις ημερ. 23.3.09 εκ μέρους των εναγομένων 3 και 4 (τεκμ. 18 και 19). Στις 23.12.08 η ενάγουσα 1 παρέλειψε να καταβάλει τον τρέχοντα τόκο ύψους $1.500.000, παράλειψη που συνιστούσε σύμφωνα με τη Συμφωνία γεγονός παράβασης και ενόψει τούτου η ενάγουσα 2 απέστειλε στις 13 και 19.3.09 ειδοποιήσεις συμμόρφωσης (notices of default) προς την ενάγουσα 2, τον μοναδικό της μέτοχο και την Orsio Solutions Corp (τεκμ.20). Περαιτέρω στις 16.3.09 επέδωσε προς την ενάγουσα 1 ειδοποίηση επίσπευσης (Acceleration Notice), την οποία η ενάγουσα 1 παράλαβε την επόμενη (τεκμ. 21), σύμφωνα με την οποία όλα τα ποσά που αφορούσαν το παραχωρηθέν δάνειο μαζί με τους τόκους είχαν καταστεί βάσει της Συμφωνίας άμεσα οφειλόμενα και πληρωτέα, όπως απέστειλε και διάφορες επιστολές απαίτησης (letters of default) στα εμπλεκόμενα μέρη (τεκμ. 22). Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, η ενάγουσα 2 άσκησε τα δικαιώματα που είχε βάσει της συμφωνίας ενεχυρίασης του 75% των μετοχών της ενάγουσας 1 και στις 17.6.09, αφού συμπλήρωσε τα κενά του μεταβιβαστηρίου εγγράφου, έγινε ιδιοκτήτης των μετοχών αυτών τις οποίες στη συνέχεια μεταβίβασε στην εταιρεία Goldchest έναντι ασήμαντου χρηματικού ποσού ενόψει του ότι στο μεταξύ ο εναγόμενος 1 φρόντισε να αποξενώσει περιουσιακά της στοιχεία με αποτέλεσμα η αξία των μετοχών της να εκμηδενισθεί. Παρόμοια εκτέλεσε τη συμφωνία ενεχυρίασης ημερ. 29.8.08 (τεκμ. 11) που αφορούσε το 5% των μετοχών της Auto Motors Co. Ltd, οι οποίες όμως δεν έχουν πωληθεί ακόμη και αν πωληθούν δεν θα εισπραχθεί ποσό πέραν των $1.000 λόγω της διεξαγωγής διαδικαστικής διαδικασίας για πτώχευση θυγατρικών της ετιαρειών στη Ρωσία. Κατά τη διάρκεια που ήταν διευθυντής της ενάγουσας 1 ουδέποτε εξουσιοδότησε ή περιήλθε σε γνώση του ότι διατέθηκαν περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας 1 , ούτε θα μπορούσε να γίνει τέτοια διάθεση γιατί κάτι τέτοιο θα συνιστούσε παραβίαση τόσο της Συμφωνίας όσο και της συμφωνίας ενεχυρίασης των μετοχών της. Ωστόσο, μέσα στο 2009 πληροφορήθηκε από την Ylia Vladislanovna Kazakova ότι υπογράφησαν συμβόλαια βάσει των οποίων μεταβιβάστηκε στην εναγόμενη 2 το 100% του μεριδίου που είχε η ενάγουσα 1 στις εταιρείες Belgorod-Oskol, Twins-Kaliningrad και Express-Estate LCC, πράξεις παράνομες λόγω του ότι το μόνο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει τέτοιου είδους συμβόλαια ήταν μόνο αυτός και είναι φανερό ότι είτε έχει πλαστογραφηθεί η υπογραφή του είτε τα σχετικά έγγραφα υπογράφησαν από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο μετά από διαταγή του εναγόμενου 1. Κι αυτό για να δημιουργηθεί νέα εταιρική δομή χωρίς χρέη. Περαιτέρω, για υλοποίηση του ίδιου σκοπού, μεταβιβάστηκαν στην εναγόμενη 2 και οι εταιρείες STR Motors και Market Service LLC και για τις παράνομες αυτές μεταβιβάσεις έγινε αναφορά στις αρμόδιες αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας, με αποτέλεσμα τον Ιούνιο του 2009 η Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της Διοικητικής Περιφέρειας Μόσχας να προχωρήσει με δύο ποινικές αγωγές εναντίον αγνώστων προσώπων - μία εναντίον της Incom-Prof LLC και η άλλη εναντίον της Incom Dealing LLC - για πλαστογράφηση της υπογραφής του, στο πλαίσιο των οποίων δεσμεύτηκαν όλες οι μετοχές και όλη η ακίνητη περιουσία των θυγατρικών εταιρειών των δύο αυτών εταιρειών του Ομίλου. Περαιτέρω, το Μάιο του 2009, η ενάγουσα 1 καταχώρισε αγωγές στο Δικαστήριο Διαιτησίας της Μόσχας για ακύρωση μεταβιβάσεων μετοχών που είχε σε άλλες ρωσικές εταιρείες - οι οποίες και κατονομάζονται (τεκμ.31) - μεταξύ των οποίων και εναντίον της εναγόμενης 2. Σ΄ ότι δε αφορά το δάνειο της παρούσας υπόθεσης, κατατέθηκε βάσει του όρου 34 της Συμφωνίας - η εγκυρότητα και ισχύς του οποίου επιβεβαιώνεται και από γνωμοδότηση αγγλικού δικηγορικού οίκου (τεκμ.5) - αίτημα για διαιτησία στο Λονδίνο (τεκμ.30) εναντίον μόνο του εναγόμενου 1, ενώ για τις εναγόμενες 3 και 4 καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Προβάλλεται συναφώς ότι σύμφωνα με τον όρο 32.2, και ανεξάρτητα από τη ρήτρα Διαιτησίας ή το γεγονός ότι έχει εγερθεί διαιτησία εναντίον του εναγόμενου 1, οι αιτήτριες νομιμοποιούνται σε αγωγή εναντίον των εναγόμενων 3 και 4 και επισημαίνεται η διαφορετική αιτία της αγωγής από την αιτία της διαιτητικής διαδικασίας κι αυτό για να υποστηριχθεί η θέση ότι το Κυπριακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία για εκδίκαση της υπόθεσης. Το ότι δε οι εναγόμενες 3 και 4 οφείλουν δυνάμει της εγγύησης τους το ποσό των $47.767.727, μαζί με τους τόκους και άλλες χρεώσεις, επισύρεται η προσοχή του δικαστηρίου στην επιστολή απαίτησης που τους στάληκε στις 23.10.09 (τεκμ.32), όπου η ενάγουσα 2 παραθέτει λεπτομέρειες στη βάση των οποίων δικαιολογείται το εν λόγω ποσό. Τέλος, ο ομνύοντας για τις αιτήτριες (ο Tseytlin) ισχυρίσθηκε και τα ακόλουθα:- Η εναγόμενη 2 - κυπριακή εταιρεία με μετόχους από 4.12.07 μέχρι 11.6.99 τις εταιρείες Northlnvest Project Ltd και την εναγόμενη 3 (τεκμ.24) - ελεγχόταν πλήρως από τον εναγόμενο 1 και το γεγονός αυτό βεβαιώνεται και από επιστολή του ημερ. 9.4.09 (τεκμ. 25). Παρόμοια, όπως επιβεβαιώνεται και από άλλα έγγραφα (τεκμ. 26, 27, 28 και 29), ήταν ο δικαιούχος και των εταιρειών Paistings Ltd, Constanic Services Ltd (εναγόμενη 3), Αronaron Holdings Ltd και Saletti Investments Ltd και το γεγονός ότι τα έγγραφα βάσει των οποίων μεταβιβάστηκε το 100% του μεριδίου της ενάγουσας 1 στις αναφερθείσες τρεις ρωσικές εταιρείες υπογράφηκαν από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο επιβεβαιώνεται και από τους διαχειριστές της - τους δικηγόρους George Y. Yiangou & Co - οι οποίοι με δήλωση τους ημερ. 23.3.09 (τεκμ. 23) αναφέρουν ότι δεν περιήλθε σε γνώση τους ότι οι διευθυντές της υπόγραψαν τα σχετικά έγγραφα. Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών, και αφού ο ενόρκως δηλών εξέφρασε την πίστη του ότι υπήρχε μεγάλος κίνδυνος οι καθ΄ ων η αίτηση να αποξενωθούν τα περιουσιακά τους στοιχεία μόλις θα πληροφορούνταν την καταχώριση της αγωγής, εκδόθηκε με τη διαδικασία του κατεπείγοντος το προσβαλλόμενο διάταγμα. Όπως έχει σημειωθεί, η έκδοση του διατάγματος προσέκρουσε σε σωρεία λόγων ένστασης οι οποίοι περιστρέφονται γύρω από τους ακόλουθους επτά
(7)άξονες:-
- Το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της υπόθεσης (Λόγος 10), λόγος που υποστηρίζεται από τη συνοδευτική ένορκη δήλωση ως ακολούθως:- Το απαιτητικό Β (ανωτέρω) - πέραν του ότι είναι ελλιπές γιατί δεν προτάσσεται αξίωση για ακύρωση των ισχυριζόμενων μεταβιβάσεων - δεν παρέχει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξουσία να επιληφθεί της υπόθεσης. Αντικείμενο του εν λόγω απαιτητικού, προβάλλεται, αποτελούν μετοχές ρωσικών εταιρειών και αν οι ισχυριζόμενες μεταβιβάσεις έγιναν νόμιμα ή όχι μόνο από τα ρωσικά δικαστήρια μπορεί να αποφασισθεί. Διαφορετικά, η έκδοση τέτοιου διατάγματος από το παρόν δικαστήριο θα ήταν αντίθετη με την αλλοδαπή έννομη τάξη αφού θα επέφερνε αλλαγή στο Ρωσικό Μητρώο Μετοχών. Περαιτέρω, η ενάγουσα 2 επέλεξε σύμφωνα με τον όρο 34.1 της Συμφωνίας τη διαιτησία και, έστω κι αν η διαιτησία αφορά μόνο τον εναγόμενο 1, η επιλογή αυτή στερεί από το παρόν δικαστήριο τη δικαιοδοσία να επιληφθεί της υπόθεσης.
- Δεν έχει καταδειχθεί το στοιχείο του κατεπείγοντος (Λόγος 10). Συναφώς προβάλλεται ότι με όσα οι αιτήτριες παραθέτουν στην ένορκη δήλωση του Tseytlin απέτυχαν να ικανοποιήσουν το στοιχείο του κατεπείγοντος και επομένως το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί.
- Οι αιτήτριες παρέλειψαν να προβούν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και, περαιτέρω, οι πληροφορίες που αποκαλύπτει ο Tseytlin καλύπτονται από το προνόμιο της εμπιστευτικότητας και πρέπει να αγνοηθούν (Λόγοι 14, 15, 16, 18 και 19). Αναλυτικά:- (α) Σκοπίμως δεν αποκαλύπτεται το ποσό που είσπραξε η ενάγουσα 2 από την πώληση των 3.750 μετοχών της ενάγουσας 1 (75%), όπως σκοπίμως δεν επισυνάφθηκε και η συμφωνία μεταβίβασης των μετοχών προς την Goldchest Holdings Ltd για να διαπιστωθεί εκ πρώτης όψεως η ζημιά ή απώλεια που έχει υποστεί, κάτι που επηρεάζει το απαιτητικό Δ (ανωτέρω). (β) Δεν αναφέρεται ότι η διαδικασία δεν στρέφεται εναντίον της ενάγουσας 1, η οποία ήταν και η οφειλέτρια, αλλά μόνο εναντίον του εναγόμενου
- Επισυνάπτεται συναφώς ως τεκμ. 7 η απαίτηση που κατέθεσε η ενάγουσα 2 στο πλαίσιο της διαιτησίας στο Λονδίνο για να υποδειχθεί ο κίνδυνος, ο οποίος σκοπίμως δεν επισημάνθηκε στο δικαστήριο κατά τη διαδικασία έκδοσης του διατάγματος, να εκδοθούν εναντίον του εναγόμενου 1 δύο παράλληλες αποφάσεις με ορατό τον κίνδυνο διπλής είσπραξης του ισχυριζόμενου χρέους. (γ) Δεν αποκαλύπτονται οποιαδήποτε στοιχεία βάσει των οποίων έγιναν οι ισχυριζόμενες αποξενώσεις και επιμελώς ο Tseytlin δεν αναφέρει πότε ακριβώς πληροφορήθηκε την αποξένωση τους, αλλά περιορίζεται αόριστα να αναφέρει ως χρόνο το
- Εν πάση περιπτώσει, τέτοιες αποξενώσεις δεν έγιναν και οι ρωσικές εταιρείες Belgorod-Oskol, Twins-Kaliningrad και Express Estate εξακολουθούν να είναι ιδιοκτησία της ενάγουσας
- (δ) Τηρείται σιγή για τον λανθασμένο και παράτυπο τρόπο εφαρμογής της Συμφωνίας Ενεχυρίασης του 75% των μετοχών της ενάγουσας 1, κι αυτό ενώ η ενάγουσα 2 γνώριζε ότι ο τρόπος που εφάρμοσε τη συμφωνία αυτή ήταν λανθασμένος και παράτυπος. Προβάλλεται σχετικά ότι στο έγγραφο μεταβίβασης των μετοχών τέθηκε ως ημερ. η 17.6.08, ενώ σύμφωνα με τη Συμφωνία Ενεχυρίασης η ενάγουσα 2 σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να καταστεί ιδιοκτήτρια των μετοχών πριν την 23.12.08 και η προχρονολόγηση του εγγράφου το καθιστά άκυρο. Επομένως, η ενάγουσα 2 απέκτησε τις μετοχές παράτυπα και ενόψει τούτου οι καθ΄ ων η αίτηση έχουν δώσει οδηγίες στους δικηγόρους τους να προχωρήσουν με αγωγή με την οποία, μεταξύ άλλων, θα αξιώνεται όπως η μεταβίβαση κηρυχθεί άκυρη. Περαιτέρω, η μεταβίβαση των εν λόγω μετοχών είναι άκυρη γιατί σύμφωνα με τον Καν. 34 του Καταστατικού (τεκμ.1) πριν τη μεταβίβαση θα έπρεπε να προσφερθούν στη μόνη μέτοχο Northlnvest, κάτι που δεν έγινε. Κατ΄ ακολουθία τούτων, στο μητρώο μετοχών της ενάγουσας 1 καταγράφηκε ότι η ενάγουσα 2 κατέστη μέτοχος για το 75% των μετοχών στις 17.6.08, ημερομηνία που άλλαξε σε 13.3.09 αφού στις 10.12.09 η ενάγουσα 1 κατέθεσε αίτηση στο δικαστήριο (τεκμ.2) βάσει της οποίας εξασφάλισε διάταγμα ημερ. 18.12.09 για διόρθωση του μητρώου της (τεκμ.3) και στη συνέχεια κατέθεσε νέα έγγραφα στον Έφορο Εταιρειών (τεκμ. 4 και 5). Ωστόσο, σε σχέση με το διάταγμα ημερ. 18.12.09 έχει καταχωρηθεί αίτηση παραμερισμού του (τεκμ.6) η οποία και εκκρεμεί. (ε) Αποφεύγεται επιμελώς η αναφορά ακόμα και στους ουσιώδεις όρους της Συμφωνίας, γεγονός που συνιστά παράβαση του καθήκοντος για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που άπτονται της υπόθεσης και (στ) Ο ενόρκως δηλών για τις αιτήτριες διετέλεσε διευθυντής και εσωτερικός νομικός σύμβουλος της ενάγουσας 1 και λόγω της ιδιότητας του αυτής είχε πρόσβαση σε διάφορα έγγραφα που αφορούσαν τις δραστηριότητες της. Επομένως, όποιες πληροφορίες περιήλθαν σε γνώση του ως αποτέλεσα της ιδιότητας αυτής καλύπτονται από το προνόμιο της εμπιστευτικότητας και εμποδίζεται να τις αποκαλύψει.
- Με όσα περιέχονται στην ένορκη δήλωση του Tseytlin δεν πληρούνται οι (γνωστές) τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 (Λόγοι 1, 2, 4, 5, 6, 7, 8, 11, 13, 17, 21 και 24). Σχετικά προβάλλονται τα ακόλουθα:- Είναι νομικά αντιφατικό η ενάγουσα 1 να αξιώνει επανάκτηση μετοχών που, όπως ισχυρίζεται, έχουν μεταβιβασθεί από την ίδια. Κατά συνέπεια θα έπρεπε να προστεθεί στην αγωγή ως εναγόμενη και όχι ως ενάγουσα. Όπως αντιφατικές και αντινομικές είναι και οι αξιούμενες θεραπείες, αφενός μεν γιατί η ενάγουσα 1 ως οφειλέτρια δεν νομιμοποιείται σε αξίωση ως το απαιτητικό Γ (ανωτέρω) και αφετέρου αμφότερες οι αιτήτριες δεν νομιμοποιούνται να αξιώνουν συγχρόνως με τη θεραπεία αυτή και επαναμεταβίβαση των μετοχών με αιτία αγωγής αόριστους ισχυρισμούς για συνωμοσία ή δόλο. Ενδεδειγμένο νομικό διάβημα, προβάλλεται, θα ήταν η έγερση δύο ξεχωριστών αγωγών. Η μία εκ μέρους της ενάγουσας 2, στην οποία η ενάγουσα 1 θα έπρεπε να προστεθεί εναγόμενη ως αναγκαίος διάδικος και με αιτία την ισχυριζόμενη συνωμοσία ή δόλο και, η δεύτερη, εκ μέρους της ενάγουσας 1 για επανάκτηση των περιουσιακών της στοιχείων, τα οποία εν πάση περιπτώσει εξακολουθούν να είναι στην ιδιοκτησία της. Στη βάση των πιο πάνω προβάλλεται ότι το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης - δηλαδή το κλητήριο ένταλμα - πάσχει νομικά και λόγω του περιεχομένου του οι αιτήτριες δεν νομιμοποιούνται στις αξιούμενες θεραπείες. Επομένως δεν εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και οι αιτήτριες δεν έχουν ορατή προοπτική να δικαιούνται στις αξιούμενες θεραπείες. Αντίθετα, δεν έχουν καμιά πιθανότητα επιτυχίας και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι παράτυπα και λανθασμένα εφάρμοσαν την συμφωνία ενεχυρίασης του 75% των μετοχών της ενάγουσας 1, όπως πιο πάνω στην παρ. 3(δ) αναφέρεται. Τέλος, διατυπώνεται η θέση ότι εν πάση περιπτώσει χωρίς το διάταγμα δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο για δύο λόγους. Ο πρώτος, γιατί η ενάγουσα 1 εξακολουθεί να είναι ιδιοκτήτρια των μετοχών στις 3 ρωσικές εταιρείες και ο ισχυρισμός για αποξένωση τους δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και, ο δεύτερος, γιατί η ενάγουσα 1/οφειλέτρια του δανείου είναι κάτοχος περιουσιακών στοιχείων περίπου $165 εκατομμυρίων και επομένως η ενάγουσα 2 καμιά ζημία δεν έχει υποστεί, ούτε πρόκειται να υποστεί. Συναφώς γίνεται αναφορά και σε εν εξελίξει εκτίμηση της LLC Buch-Pro σύμφωνα με την οποία, προκαταρκτικά, η αξία των περιουσιακών στοιχείων της ενάγουσας 1 για την περίοδο 1.7.08 μέχρι 1.4.09 ανέρχονταν περίπου στα $165 εκατομμύρια.
- Οι αιτήτριες προωθούν παράλληλες διαδικασίες και η αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας (Λόγοι 3, 9 και 12). Σε σχέση με το ζήτημα αυτό επισύρεται η προσοχή του δικαστηρίου στο γεγονός ότι η ενάγουσα 2 έχει ενεργοποιήσει τη ρήτρα διαιτησίας εναντίον (μόνο) του εναγόμενου 1 και, επομένως, η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική ως αποβλέπουσα σε δέσμευση περιουσιακών του στοιχείων στην Κύπρο. Το δόκιμο, επισημαίνεται, θα ήταν να κατατεθεί αίτηση για προσωρινό διάταγμα ως επικουρικό μέτρο της διαιτητικής διαδικασίας και η δικαστική διαδικασία στην Κύπρο αποβλέπει αθέμιτα σε επέκταση του βεληνεκούς του διατάγματος και σε άλλα πρόσωπα.
- Το προσωρινό διάταγμα πλήττει την συνήθη πορεία των εργασιών των καθ΄ ων η αίτηση, συνιστά ανεπίτρεπτη εισβολή στα περιουσιακά τους στοιχεία και στη βάση των περιστατικών της υπόθεσης το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση (Λόγοι 23, 25, 26, 27, 28 και 29). Όπως σχετικά προβάλλεται, το εκδοθέν διάταγμα συνιστά υπέρμετρο και επαχθές μέτρο για δύο λόγους. Ο πρώτος, γιατί αφαίρεσε από τους αιτητές τον έλεγχο των περιουσιακών τους στοιχείων τα οποία όχι μόνο δεν προσδιορίζονται αλλά είναι και εκτός δικαιοδοσίας και, ο δεύτερος, γιατί το διάταγμα ουσιαστικά έχει αποψιλώσει τα δικαιώματα τους επί των εν λόγω στοιχείων και
- Η προώθηση της αίτησης είναι καταχρηστική, αφού μέχρι τώρα οι αιτήτριες δεν καταχώρισαν έκθεση απαίτησης (Λόγος 30). Πράγματι τέτοια έκθεση δεν έχει ακόμη κατατεθεί και οι συνέπειες από την παράλειψη αυτή θα εξετασθούν σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Τις έχω μελετήσει με την επιβαλλόμενη προσοχή και ειδική αναφορά στις εκατέρωθεν εισηγήσεις - στο βαθμό και κατά την έκταση βεβαίως που κριθεί αναγκαίο - θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο. Επί του παρόντος προέχει η εξέταση των τριών πρώτων ενστάσεων, οι οποίες αφορούν τη δικαιοδοσία του (παρόντος) δικαστηρίου, το ζήτημα του κατεπείγοντος και το καθήκον των αιτητριών για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης. Η ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Η εισήγηση ότι το (παρόν) δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας βασίζεται αφενός μεν στη φύση και περιεχόμενο του απαιτηικού Β (ανωτέρω) και αφετέρου στην ενεργοποίηση της ρήτρας διαιτησίας σ΄ ότι αφορά τον εναγόμενο
- Έχω την άποψη ότι το πρώτο σκέλος της εισήγησης δεν ευσταθεί για ουσιαστικούς λόγους, όπως δεν ευσταθεί και το δεύτερο στη βάση των προνοιών του όρου 34 της Συμφωνίας. Αναλυτικά:- Το κατά πόσο το περιεχόμενο του απαιτητικού Β είναι ή όχι ελλειπές - στη βάση ότι δεν προτάχθηκε και αξίωση για κήρυξη των ισχυριζόμενων μεταβιβάσεων ως άκυρων - δεν είναι αφ΄ εαυτού στοιχείο που θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, αλλά ενδεχομένως στοιχείο που άπτεται των συνεπειών της παράλειψης, η εξέταση του οποίου ανάγεται σε μεταγενέστερο στάδιο. Σ΄ ότι δε αφορά τη φύση του απαιτητικού Β δεν με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση ότι με αυτό γίνεται οποιαδήποτε επέμβαση στο Ρωσικό Μητρώο Μετοχών και ότι το θέμα εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Ρωσικών Δικαστηρίων. Με το εν λόγω απαιτητικό ζητείται διάταγμα εναντίον κυπριακής εταιρείας (της εναγόμενης 2) για επαναμεταβίβαση και/ή επανεγγραφή σε επίσης κυπριακή εταιρεία (την ενάγουσα 1) μετοχών που κατ΄ ισχυρισμό απέκτησε κάτω από επιλήψιμες συνθήκες και αν τελικά η αξίωση επιτύχει ό,τι θα είναι υποχρεωμένη η εναγόμενη 2 είναι να εκτελέσει όλες εκείνες τις πράξεις που την αφορούν για υλοποίηση του διατάγματος, χωρίς ταυτόχρονα να διατάσσονται και οι αρμόδιες ρωσικές αρχές να εφαρμόσουν το διάταγμα. Έπεται ότι η σχετική εισήγηση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Σε σχέση με το δεύτερο σκέλος, ναι μεν ο όρος 34.1 της Συμφωνίας προνοεί ότι οποιαδήποτε διαφορά σχετίζεται με τη Συμφωνία θα παραπέμπεται για τελική επίλυση σε διαιτησία σύμφωνα με τους Κανονισμούς του LCIA, αλλά σύμφωνα με τον όρο 34.2 η ενάγουσα 2 διατήρησε το δικαίωμα και για άλλες επιλογές. Παρατίθεται αυτούσιος ο σχετικός όρος:- «Lender's Option 34.2.1 The Lender, but not the Core Obligors, shall have the exclusive option after giving notice in writing to the Core Obligors to require that a Dispute be referred to the courts of England. If the Lender gives such notice, the courts of England shall have non-exclusive jurisdiction to settle such Dispute. The Parties agree that the courts of England are the most appropriate and convenient courts to settle Disputes and accordingly no Party will argue to the contrary. 34.2.1 To the extent allowed by the law, the Lender may take: (A) proceedings in any other court; and (B) concurrent proceedings in any number of jurisdictions, and shall not be prevented from contending that any such court is appropriate and convenient.» Είναι προφανές από το κείμενο του πιο πάνω όρου ότι η ενάγουσα 2 είχε επιλογή, πέραν από την παραπομπή της οποιασδήποτε διαφοράς θα προέκυπτε από τη Συμφωνία σε διαιτησία, να λάβει και δικαστικές διαδικασίες σε οποιοδήποτε άλλο κατάλληλο δικαστήριο. Το δικαίωμα αυτό το άσκησε, επιλέγοντας να παραπέμψει την απαίτηση που είχε εναντίον του εναγόμενου 1 ως εγγυητή της ενάγουσας 1 σε διαιτησία στο Λονδίνο, την δε απαίτηση που είχε εναντίον των άλλων δύο εγγυητών - των κυπριακών εταιρειών εναγομένων 3 και 4 - να την εγείρει στο παρόν δικαστήριο. Επομένως, βάσει της Συμφωνίας το (παρόν) δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της απαίτησης της ενάγουσας 2 εναντίον των εναγομένων 3 και 4, όπως έχει και δικαιοδοσία να επιληφθεί της απαίτησης της ενάγουσας 1 για επανάκτηση των μετοχών που μεταβιβάσθηκαν στην εναγόμενη 2 ως αποτέλεσμα της ισχυριζόμενης συνωμοσίας ή δόλου των εναγομένων 1 και
- Για όλα τα πιο πάνω η εισήγηση ότι το (παρόν) δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της υπόθεσης απορρίπτεται και ακολουθεί η εξέταση της εισήγησης ότι οι αιτητές δεν έχουν αποδείξει το στοιχείο του κατεπείγοντος. ΤΟ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝ Είναι νομολογημένο ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο και μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται όλως εξαιρετικώς, η άσκηση δικαστικής εξουσίς στην απουσία της άλλης πλευράς, και αυτό για να αποτραπεί ο κίνδυνος ανατροπής της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων (βλ. Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 A.A.Δ. 1475 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 781). Υπό τα περιστατικά της υπόθεσης το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογήθηκε από τις αιτήτριες στη βάση ότι υπήρχε ο κίνδυνος μόλις οι καθ΄ ων η αίτηση πληροφορούνταν την δικαστική διαδικασία στην Κύπρο να αποξενώσουν περιουσιακά τους στοιχεία, όπως έγινε και με τα περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας 1 μετά τη σύναψη της Συμφωνίας. Το κατά πόσο έγινε τέτοια αποξένωση - την οποία οι καθ΄ ων η αίτηση αρνούνται - δεν είναι θέμα που μπορεί να αποφασισθεί στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της διαδικασίας, αλλά ο ισχυρισμός που προβλήθηκε ότι έγινε τέτοια αποξένωση αφ΄ εαυτού ικανοποιεί το στοιχείο του κατεπείγοντος στη βάση ότι θεμελιώνει κίνδυνο επανάληψης αποξένωσης και περαιτέρω περιουσιακών στοιχείων. Έπεται ότι οι αιτήτριες έχουν αποδείξει το κατεπείγον του αιτήματος και ακολουθεί η εξέταση της εισήγησης ότι οι αιτήτριες παρέλειψαν να προβούν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και, περαιτέρω, ότι οι πληροφορίες που αποκάλυψε ο Tseytlin καλύπτονται από το προνόμιο της εμπιστευτικότητας. ΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ΓΙΑ ΠΛΗΡΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΚΑΙ Η ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΌΤΗΤΑ Είναι γνωστό ότι βάσει διαχρονικής και απαρέκκλιτης νομολογίας ο διάδικος που προσφεύγει στο δικαστήριο μονομερώς έχει καθήκον όχι μόνο να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου, αλλά και να τα παρουσιάσει δίκαια και χωρίς παραπλάνηση. Διαφορετικά, το διάταγμα που εκδόθηκε στην απουσία του αντιδίκου παραμερίζεται άνευ ετέρου (βλ. Hardardskiy Prumyslovy Holdings A.S. v. Daventree Resources Ltd κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 801 η οποία κάμνει εκτενή αναφορά στην πάγια νομολογία επί του θέματος). Ουσιώδες δε σε κάθε περίπτωση είναι οτιδήποτε άπτεται και μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι του αιτούμενου διατάγματος (βλ. Μαυρομμάτης ν. Μιχαήλ
(2001)1 Α.Α.Δ. 467). Διεξήλθα με προσοχή όλα τα σημεία - διάσπαρτα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση - που επικαλέσθηκαν οι καθ΄ ων η αίτηση για τεκμηρίωση της θέσης ότι οι αιτητές είναι ένοχοι παράβασης του καθήκοντος για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Κρίνω ότι τα όσα σχετικά επικαλέσθηκαν δεν είναι ικανοποιητικά για τέτοια κατάληξη. Συναφώς παρατηρούνται τα ακόλουθα:- (α) Όπως προκύπτει από το κλητήριο ένταλμα οι αξιώσεις των αιτητριών βασίζονται σε δύο αιτίες. Η πρώτη, ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 αποξένωσαν περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας 1 κατά τρόπο επιλήψιμο και, η δεύτερη η οποία στρέφεται εναντίον των εναγομένων 3 και 4, δυνάμει εγγυήσεων. Σ΄ ότι λοιπόν αφορά την πρώτη αιτία (απαιτητικού Β), ορθά οι καθ΄ ων η αίτηση δεν πρόβαλαν ότι η ισχυριζόμενη παράλειψη την επηρεάζει. Το παράπονο ωστόσο σε σχέση με τη δεύτερη (απαιτητικού Δ) παραβλέπει ότι ο ενόρκως δηλών των αιτητριών διατύπωσε σχετικά δύο ισχυρισμούς. Ο πρώτος, ότι η ισχυριζόμενη αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων της ενάγουσας 1 επέφερε την εκμηδένιση της αξίας των μετοχών της και, ο δεύτερος, λόγω αυτής της εκμηδένισης το χρηματικό ποσό που είσπραξε η ενάγουσα 2 από την πώληση του 75% των μετοχών ήταν ασήμαντο. Υπό το φως αυτών των ισχυρισμών δεν βλέπω πώς η παράλειψη αναφοράς στο ακριβές ποσό που εισπράχθηκε από την πώληση θα μπορούσε να επιδράσει στην άσκηση της ευχέρειας του δικαστηρίου κατά το χρόνο που χορήγησε το προσβαλλόμενο διάταγμα. (β) Στην ένορκη δήλωση του ο Tseytlin αναφέρει ότι η διαιτητική διαδικασία στρέφεται εναντίον του εναγόμενου 1 και ο ισχυρισμός ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος να εκδοθούν εναντίον του δύο παράλληλες αποφάσεις, με κίνδυνο να κληθεί να καταβάλει δύο φορές το ισχυριζόμενο χρέος, παραβλέπει ότι η αγωγή εναντίον του δεν αποβλέπει σε ανάκτηση του ισχυριζόμενου χρέους αλλά σε αποζημιώσεις για την ισχυριζόμενη συνεργεία του στο δόλο ή συνωμοσία με αποτέλεσμα η ενάγουσα 1 να αποξενωθεί περιουσιακά της στοιχεία. (γ) Αδύνατο κρίνεται και το παράπονο ότι ο Tseytlin δεν αποκάλυψε στοιχεία για τις ισχυριζόμενες αποξενώσεις, κι αυτό γιατί ακόμη και να είχε τέτοια στοιχεία και δεν τα αποκάλυψε ουδόλως θα επηρέαζε τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για χορήγηση του διατάγματος, κι αυτό γιατί στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της διαδικασίας δεν μπορεί να αποφασισθεί αν έγιναν ή όχι οι ισχυριζόμενες αποξενώσεις. Περαιτέρω, δεν θα μπορούσε να επιδράσει στη σχετική ευχέρεια και ο ακριβής καθορισμός του χρόνου που περιήλθε σε γνώση του η πληροφορία για τις ισχυριζόμενες αποξενώσεις. (δ) Παρόμοια, ο ισχυρισμός ότι λανθασμένα και παράτυπα εφαρμόσθηκε η συμφωνία ενεχυρίασης του 75% των μετοχών της ενάγουσας 1 είναι θέμα που δεν μπορεί να αποφασισθεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, αλλά ως ουσιαστική Υπεράσπιση ανάγεται προς κρίση σε μεταγενέστερο στάδιο. Έπεται ότι η ισχυριζόμενη σιγή του Tseytlin επί του θέματος, ως και η σιγή του για τις προβαλλόμενες μεταγενέστερες διαδικασίες διόρθωσης του μητρώου της ενάγουσας 1, κρίνεται επουσιώδης και σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι απέφυγε να αναφερθεί ακόμα και στους ουσιώδεις όρους της Συμφωνίας είναι αρκετό να επισημανθεί ότι στην ένορκη του δήλωση γίνεται τέτοια αναφορά και όπως όφειλε, στην ένορκη του δήλωση επισύναψε και τη Συμφωνία. (ε) Τέλος, δεν έχω αντιληφθεί το προβληθέν προνόμιο εμπιστευτικότητας, και αυτό γιατί έκδηλα ουσιώδεις ισχυρισμοί του Tseytlin δεν μπορεί κατά την άποψή μου να κριθεί ότι εμπίπτουν στον τομέα του προβληθέντος προνομίου. Αφορούν τη σύναψη της Συμφωνίας και των ισχυρισθέντων εγγυήσεων ή εξασφαλίσεων, θέματα τα οποία συνοδεύονταν από διαφάνεια και, περαιτέρω, ισχυρισμούς για αποξενώσεις περιουσιακών στοιχείων της ενάγουσας 1 με τη χρησιμοποίηση, όπως προβάλλεται, παράνομα της υπογραφής του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι τα παράπονα των καθ΄ ων η αίτηση ότι οι αιτήτριες παραβίασαν το καθήκον για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Όπως δεν ευσταθεί και το παράπονο ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Tseytlin είναι τέτοιο που αντιστρατεύεται το προνόμιο της εμπιστευτικότητας. ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32 Το άρθρο 32 έτυχε νομολογιακής εξέτασης κατ΄ επανάληψη (βλ. Κarydas Taxi Co. v. Komodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v. Pierides
(1979)1 CLR 231, Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557 και άλλες) και είναι γνωστές οι τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν προκειμένου να επιτύχει ο αιτητής. Θα πρέπει να καταδείξει ότι:-
- Εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, κάτι που δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
- Έχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή του, προϋπόθεση που αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά πολύ λιγότερο από απόδειξη με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και
- Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, προϋπόθεση που φέρνει στο προσκήνιο το θέμα των αποζημιώσεων, δηλαδή αν η θεραπεία των αποζημιώσεων θα ήταν ικανοποιητική υπό τα περιστατικά της υπόθεσης. Εξέτασα με προσοχή τους ισχυρισμούς που προβάλλονται εκατέρωθεν στις συνοδευτικές ενόρκους δηλώσεις επί του θέματος, καθώς επίσης και τις σχετικές εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων στο στάδιο των αγορεύσεων. Κρίνω ότι έκδηλα η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται και σε σχέση με αυτή είναι αρκετο να παρατηρήσω ότι με όσα έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου έχει καταδειχθεί ότι εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση τόσο σε σχέση με τις ισχυριζόμενες αποξενώσεις των περιουσιακών στοιχείων της ενάγουσας 1, στις οποίες φαίνεται να εμπλέκονται οι εναγόμενοι 1 και 2, όσο και σε σχέση με τις εγγυήσεις που φαίνεται να έχουν δώσει οι εναγόμενες 3 και
- Όπως έκδηλα ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση σε σχέση με τις ισχυριζόμενες δόλιες αποξενώσεις και οι σχετικές εισηγήσεις για μη νομιμοποίηση των αιτητριών σε αξίωση επαναμεταβίβασης των μετοχών έκδηλα δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Ωστόσο, σ΄ ότι αφορά την ορατή προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούται η ενάγουσα 2 θεραπείας δυνάμει των εγγυήσεων (τεκμ.18 και 19) που φαίνεται να έδωσαν οι εναγόμενες 3 και 4, διαπιστώνεται πρόβλημα που σχετίζεται με το χρόνο, λόγο και συνθήκες υπό τις οποίες δόθηκαν. Αναλυτικά:- Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του Tseytlin οι εγγυήσεις των εναγομένων 3 και 4 δόθηκαν με επιστολές του ιδίου ημερ. 23.3.09 (τεκμ. 18 και 19), αφού στο μεταξύ στάληκαν και λήφθηκαν οι ειδοποιήσεις συμμόρφωσης, επίσπευσης και απαίτησης (τεκμ.20, 21 και 22). Το γεγονός αυτό, εισηγήθηκαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγομένων 3 και 4, δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής, ούτε θα ήταν από οικονομικό -εμπορική άποψη εύλογο να δεχθούν οι πελάτες τους τέτοιο βάρος τη στιγμή που με την ειδοποίηση τερματισμού της συμφωνίας όλα τα ονομαστικά ποσά (National Amounts) του δανείου κηρύχθηκαν άμεσα πληρωτέα. Εύλογη, κατά την άποψή μου, η εισήγηση και στα σχετικά ερωτήματα που εγείρει αναζήτησα απαντήσεις στην ένορκη δήλωση του Tseytlin και στα έγγραφα που επισυνάπτονται σ΄ αυτή, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ό,τι ανιχνεύθηκε είναι απλώς ο ισχυρισμός του ότι οι εναγόμενες 3 και 4 έγιναν πρόσθετοι εγγυητές με τις επιστολές προσχώρησης ημερ. 23.3.09 (τεκμ. 18 και 19). Εξέτασα τις εν λόγω επιστολές και διαπίστωσα ότι έχουν υπογραφεί από τον Tseytlin κατ΄ επίκληση πληρεξουσίων εγγράφων ημερ. 20.3.09 και 29.12.08 που είχε από τις εναγόμενες 3 και 4 αντίστοιχα, τα οποία ανακλήθηκαν μερικές ημέρες μετά την υπογραφή των επιστολών προσχώρησης. Το γιατί προχώρησε σε τέτοια ενέργεια δεν εξηγεί, όπως δεν εξηγεί και το λόγο που κατέστησε τις εναγόμενες 3 και 4 επιπρόσθετες εγγυήτριες ενός δανείου τη στιγμή που η Συμφωνία δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε τερματίσθηκε και όλα τα ονομαστικά ποσά είχαν ήδη κηρυχθεί άμεσα πληρωτέα. Τα αναπάντητα αυτά ερωτήματα θα μπορούσαν ενδεχομένως να προωθηθούν από τις εναγόμενες 3 και 4 ως παράβαση του καθήκοντος του Tseytlin για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση, κάτι που δεν έγινε. Προωθήθηκαν ωστόσο ως έχοντα επιπτώσεις στην ορατή προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούται η ενάγουσα 2 θεραπεία δυνάμει των επιστολών προσχώρησης, εισήγηση που κατά την άποψη μου ευσταθεί. Και αυτό γιατί η προσχώρηση των εναγομένων 3 και 4 στη Συμφωνία έγινε μέσω του Tseytlin μετά τον τερματισμό της, γεγονός που καθιστά την προοπτική επιτυχίας της σχετικής αξίωσης της ενάγουσας 2 απλή δυνατότητα. Για όλα τα πιο πάνω το προσωρινό διάταγμα που αφορά τις εναγόμενες 3 και 4 είναι καταδικασμένο σε ακύρωση και ό,τι παρέμεινε προς εξέταση είναι αν ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 σε σχέση με τους εναγόμενους 1 και 2 μόνο. Όπως ορθά επισημάνθηκε, το αίτημα για προσωρινό διάταγμα εναντίον των εναγομένων 1 και 2 - ειδικά εναντίον του 1 - δεν προωθήθηκε ως επικουρικό μέτρο της διαιτητικής διαδικασίας, αλλά στη βάση δόλου ή συνωμοσίας που επέφερε αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της ενάγουσας
- Ενόψει τούτου έχω την άποψη ότι ο κίνδυνος να μην αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο θα μπορούσε να εκλείψει με τη δέσμευση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, χωρίς περαιτέρω επέκταση της εμβέλειας του διατάγματος. Κι αυτό νοουμένου ότι οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης κριθεί ότι δεν ευσταθούν. ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ Έχω την άποψη ότι ως αποτέλεσμα της πιο πάνω κατάληξης οι λόγοι 5 και 6 (ανωτέρω) απώλεσαν τη σημασία τους. Παρέμεινε επομένως ο λόγος 7, ο οποίος αφορά την παράλειψη των αιτητριών να καταχωρίσουν μέχρι σήμερα - 13 μήνες μετά την καταχώριση της αγωγής - έκθεση απαίτησης. Το θέμα σχολιάσθηκε per Curiam στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 A.A.Δ. σελίς 1453 ως ακολούθως:- «Πριν τελειώσουμε, θέλουμε να επισύρουμε την προσοχή σε μια απαράδεκτη τακτική. Παρά την επιμονή των εφεσειόντων στην εξασφάλιση επειγόντως ενδιάμεσης θεραπείας, παρέλειψαν να προωθήσουν την εκδίκαση της υπόθεσης, παραλείποντας μέχρι και την ακρόαση της έφεσης, τριάμισι περίπου χρόνια μετά την αγωγή, να καταχωρήσουν την έκθεση με την απαίτηση τους. Θέλουμε να τονίσουμε ότι η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Το κύριο έρισμα για την παροχή προσωρινής θεραπείας είναι η αντικειμενική αδυναμία της άμεσης διεξαγωγής της δίκης. Επομένως, βαρύνεται ο διάδικος που την επιδιώκει να προλειάνει, το ταχύτερο, το έδαφος για την εκδίκαση της υπόθεσης» Ακολούθησαν οι υποθέσεις Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εχpres) Λτδ ν. C. Koukkouris Trading Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 149 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1 A.A.Δ. 1572, οι οποίες υιοθέτησαν τις παρατηρήσεις που έγιναν στην υπόθεση Louis Vuitton. Με την προσθήκη ότι, μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση της υπόθεσης εκ μέρους του διάδικου που εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα αποτελεί εκτροπή και χρήση του μηχανισμού για σκοπό διαφορετικό από εκείνο που είναι ταγμένο να εξυπηρετήσει και, επομένως, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Στην παρούσα όμως περίπτωση παρατηρείται κάποια ιδιαιτερότητα. Ναι μεν οι καθ΄ ων η αίτηση εκπροσωπήθηκαν ευθύς εξ αρχής στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος από δικηγόρους, αλλά παρόλο που διεξήλθα διεξοδικά τον ογκοδέστατο φάκελο της υπόθεσης δεν εντόπισα να έχουν καταχωρίσει μέχρι σήμερα σημείωμα εμφάνισης. Η παράλειψη αυτή, κατά την άποψή μου, έδιδε τη δυνατότητα στις αιτήτριες να απευθυνθούν στο δικαστήριο για απόφαση λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, αλλά αποτελεί παραδοξότητα να παραπονούνται οι καθ΄ων η αίτηση γιατί δεν το έπραξαν. Έπεται ότι ο σχετικός λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση σε σχέση με τις εναγόμενες 3 και 4 απορρίπτεται και το διάταγμα που εκδόθηκε στις 30.10.09 σε σχέση με αυτές παύει να έχει οποιαδήποτε ισχύ. Σ΄ ότι όμως αφορά τους εναγόμενους 1 και 2 το προσωρινό διάταγμα γίνεται απόλυτο μόνο αναφορικά με τις ισχυριζόμενες αποξενώσεις των μετοχών που είχε η ενάγουσα 1 στις τρεις εταιρείες του Ομίλου. Προς άρση δε οποιασδήποτε αμφιβολίας ως προς το περιεχόμενο του διατάγματος, διευκρινίζεται ότι μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης οι εναγόμενοι 1 και 2 εμποδίζονται (μόνο) από το να πωλήσουν, δωρίσουν, μεταβιβάσουν, διαθέσουν, επιβαρύνουν και αποξενώσουν τις μετοχές που είχε η ενάγουσα 1 στις ρωσικές εταιρείες BELGOROD-OSKOL LCC, TWINS-KALININGRAD LLC και ΕΧPRESS - ESTATE LLC. Σ΄ ότι αφορά τα έξοδα, θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, κρίνω ότι λόγω του αποτελέσματος η κάθε πλευρά να επωμισθεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο