← Κύπρος

The Cyprus Investment Securities Corporation Ltd. ν. Κλεάνθης Γρηγορίου κ.α., Αρ. Αγωγής 2043/04, 23.11.10

The Cyprus Investment Securities Corporation Ltd. ν. Κλεάνθης Γρηγορίου κ.α., Αρ. Αγωγής 2043/04, 23.11.10 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A378 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2043/04 Μεταξύ: The Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd. Εναγόντων Και

  1. Κλεάνθης Γρηγορίου
  2. Γρηγόρης Γρηγορίου Εναγομένων . . . . . . Ημερομηνία: 23.11.10 Εμφανίσεις Για την ενάγουσα: κα Μαλέκκου Για τους εναγόμενους: κ. Κ. Πέτσας. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγόμενους 1 και 2 το ποσό των ΛΚ8029.53 πλέον τόκους και έξοδα αγωγής. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το πιο πάνω ποσό συνιστά δάνειο το οποίο παραχωρήθηκε στους εναγόμενους για να αγοράσουν μετοχές. Ο εναγόμενος 2 παρουσιάσθηκε στην ενάγουσα εταιρεία ως αντιπρόσωπος του εναγόμενου 1 και έδιδε οδηγίες στους ενάγοντες να αγοράζουν και να πωλούν μετοχές για λογαριασμό του εναγόμενου
  3. Ο εναγόμενος 1 είναι υιός του εναγόμενου
  4. Οι αγοραπωλησίες συνέχισαν από το Φθινόπωρο του 1999 μέχρι τον Δεκέμβριο 2000 χωρίς οι εναγόμενοι να αμφισβητήσουν τις εν λόγω συναλλαγές. Ο Σταύρος Αγρότης ο οποίος υπήρξε διευθυντής του Χρηματιστηριακού Τμήματος των εναγόντων κατά των επίδικο χρόνο εξήγησε ότι ο εναγόμενος 1 με σκοπό την εκτέλεση πράξεων επ'ονόματι του υπέγραψε εντολή ανοίγματος λογαριασμού στην Τράπεζα Κύπρου. Ο λογαριασμός επισημάνθηκε ως λογαριασμός που ανοίχθηκε για να εξυπηρετεί τον εναγόμενο 1 στη διενέργεια χρηματιστηριακών λογαριασμών. Οι ενάγοντες λάμβαναν συνήθως προφορικές οδηγίες από το τηλέφωνο από τον εναγόμενο 2 για λογαριασμό του εναγόμενου
  5. Κάθε φορά που οι ενάγοντες εκτελούσαν χρηματιστηριακή συναλλαγή εξέδιδαν αποδεικτικά έγγραφα και τα παρέδιδαν στον εναγόμενο 2 για λογαριασμό του εναγόμενου
  6. Σε μία περίπτωση επωλήθησαν 1000 μετοχές της Υπεραγοράς Ορφανίδης χωρίς ο εναγόμενος να καταβάλει το τίμημα αγοράς αυτών των μετοχών. Έγιναν διάφορες αγορές μετοχών στις οποίες αναφέρθηκε ο μάρτυρας και χρεώθηκε ο λογαριασμός του εναγόμενου
  7. Επειδή ο εναγόμενος 1 δεν κατέβαλε τα οφειλόμενα ποσά ο λογαριασμός του παρουσίαζε υπόλοιπο ΛΚ6.851.15 στις 31 Δεκεμβρίου
  8. Αυτό το οποίο συνέβηκε είναι ότι η ενάγουσα εταιρεία κατέβαλε τα χρήματα για τις μετοχές που απέκτησε ο εναγόμενος
  9. Ήταν θέση του μάρτυρα ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 ευθύνονται προσωπικά για το χρέος που δημιουργήθηκε επειδή ο εναγόμενος επέλεξε να ευθύνεται προσωπικά για τα χρεωστικά υπόλοιπα συγγενικών του προσώπων. Οι ενάγοντες έστειλαν διάφορες επιστολές στον εναγόμενο 1 σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό και αυτός ουδέποτε προσέγγισε τους ενάγοντες για να τους αναφέρει ότι ουδέποτε εξουσιοδότησε τον εναγόμενο 2 να ενεργεί για λογαριασμό του. Επίσης σε συνάντηση των εναγόντων με τον εναγόμενο 2 στις 3 Απριλίου 2001 συμφώνησε όπως ο ίδιος αναλάβει προσωπικά τα χρέη των συγγενικών του προσώπων συμπεριλαμβανομένου και των οφειλών του εναγόμενου
  10. Έγιναν διάφορες συναντήσεις με τον εναγόμενο 2 με τον υπεύθυνο του τμήματος Recoveries διά να εξοφληθεί το ποσό που οφείλει ο εναγόμενος αλλά και ποσά που οφείλουν και άλλα συγγενικά πρόσωπα του εναγόμενου 2 οι οποίοι και εκείνοι μέσω του εναγόμενου 2 αγόρασαν μετοχές. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 η υπεράσπιση προσπάθησε με τη γραμμή των ερωτήσεων που υπεβλήθησαν στο ΜΕ1 να δείξει ότι ο εναγόμενος 2 δεν έχει προσωπική ευθύνη για τα χρέη που δημιουργήθηκαν καθότι αντιπρόσωπος της ενάγουσας εταιρείας για σκοπούς χρηματιστηριακών συναλλαγών ήταν η εταιρεία ZEST. O ME1 εξήγησε με λεπτομέρεια και με στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι σε κάποιο στάδιο οι προμήθειες πληρώνονταν προσωπικά στον εναγόμενο 2 διά συναλλαγές που διενεργούσε εκ μέρους της ενάγουσας εταιρείας. Επίσης σημειώνεται ότι το πληρεξούσιο που παρουσίασε ο εναγόμενος 2 (τεκμήριο 1.1) για να διενεργεί συναλλαγές εκ μέρους του εναγόμενου 1 αφορά τον ίδιο και όχι την εταιρεία ZEST. Επομένως, δεν μπορεί να ευσταθεί η θέση της υπεράσπισης ότι αντιπρόσωπος του εναγόμενου 1 για την αγορά των μετοχών ήταν η εταιρεία και όχι ο πατέρας του εναγόμενος
  11. Σε συναντήσεις που είχε ο εναγόμενος 2 με τους αντιπροσώπους της ενάγουσας εταιρείας ανέλαβε προσωπικά να πληρώσει τα χρέη που δημιούργησαν οι συγγενείς του, μεταξύ άλλων, και τα χρέη που δημιούργησε ο υιός του ο εναγόμενος
  12. Την άλλη θέση που προσπάθησε η υπεράσπιση να προβάλλει ανεπιτυχώς είναι ότι δεν μπορεί ο εναγόμενος 2 να ήταν υπεύθυνος για την πληρωμή του χρέους που δημιούργησε ο εναγόμενος
  13. Τούτο βέβαια έρχεται σε αντίθεση με τη δικογραφημένη θέση των εναγομένων ότι ο εναγόμενος 1 ουδέποτε εξουσιοδότησε τον εναγόμενο 2 να ενεργεί ως αντιπρόσωπος του. Εύλογα δημιουργείται το ερώτημα ότι εάν ο εναγόμενος 2 ενεργούσε χωρίς την εξουσιοδότηση του εναγόμενου 1 τότε πώς μπορεί να μην είναι υπεύθυνος για το χρέος που δημιούργησε. Επίσης, θεωρώ ότι αυτές οι δύο γραμμές υπεράσπισης συγκρούονται μεταξύ τους και σημειώνεται το αλλοπρόσαλλο της υπεράσπισης των εναγομένων. Επί της ουσίας σημειώνεται ότι ο ΜΕ1 πρόβαλε συγκεκριμένες θέσεις σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα. Ο εναγόμενος 2 ανέλαβε να βοηθήσει στην είσπραξη συγκεκριμένων οφειλόμενων ποσών από συγκεκριμένα πρόσωπα, μεταξύ άλλων και το ποσό που όφειλε ο εναγόμενος
  14. Σε συνάντηση που έγινε αργότερα ανέλαβε ο ίδιος να πληρώσει το χρέος που δημιούργησε ο εναγόμενος
  15. Η συνεργασία που δημιουργήθηκε μεταξύ του εναγόμενου 2 και της ενάγουσας εταιρείας δεν βασίζεται σε γραπτή ολοκληρωμένη συμφωνία. Συνεπώς, δύναται το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του και προφορική μαρτυρία δια να καταλήξει σε συμπέρασμα σε σχέση με τα ζητήματα που συμφώνησαν τα μέρη. Ο ΜΕ1 εξήγησε ότι η ενάγουσα εταιρεία αποδέχθηκε να συνεργαστεί με τα συγκεκριμένα άτομα. Η ενάγουσα αποδέχθηκε να συνεργαστεί με τα συγκεκριμένα άτομα και όχι με την εταιρεία ZEST. Εκείνο που προκύπτει από το εσωτερικό μνημόνιο είναι ότι η συνεργασία επιτεύχθηκε λόγω της ποιότητας των ατόμων που προσέγγισαν την ενάγουσα εταιρεία για συνεργασία. Η συμφωνία συνεργασίας δεν φαίνεται να είχε αυστηρό τυπικό χαρακτήρα που να προσδιορίζει επακριβώς τις ευθύνες και δικαιώματα των μερών. Υπήρξε μία χαλαρή συνεργασία που επιτεύχθηκε λόγω της εμπιστοσύνης που υπήρξε μεταξύ της εταιρείας και του εναγόμενου 2 και τα αμοιβαία συμφέροντα των μερών. Είναι γι'αυτό το λόγο που ο εναγόμενος 2 δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από τον εταιρικό μανδύα της εταιρείας ZEST διά να αποποιηθεί της ευθύνης του για το χρέος και διά τις πράξεις του. Η Ελευθερία Κουμουλή εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο η ενάγουσα εταιρεία ενήργησε στη διεξαγωγή συναλλαγών. Η μαρτυρία της είναι σημαντική διότι θυμάται να έχει δώσει προσωπικά δια χειρός contract notes στον εναγόμενο 2 διά να τα παραδώσει στους πελάτες του. Δεν θυμάται να έδωσε τα συγκεκριμένα contract notes που αφορούν τον εναγόμενο 1 στον εναγόμενο
  16. Δεν έχει βρει οιανδήποτε ηχογραφημένη εντολή του εναγόμενου 1 για τη διεξαγωγή συναλλαγών. Επίσης ανέφερε ότι ο εναγόμενος 1 ουδέποτε κατέθεσε ποσό χρημάτων στο λογαριασμό Trading παρά των συναλλαγών που διεξήχθησαν εκ μέρους του. Ο Μάριος Σούπασιης (ΜΕ3) είναι ο χρηματιστής της ενάγουσας που διεξήγαγε τις διαπραγματεύσεις με τον εναγόμενο 2 και το Λοΐζο Τίμινη. Επιβεβαίωσε τα λεχθέντα του ΜΕ1 σε σχέση τη συνεργασία αντιπροσωπείας. Επιβεβαίωσε ότι συναντήθηκε με τα συγκεκριμένα πρόσωπα, τα οποία του ενέπνευσαν την εμπιστοσύνη με αποτέλεσμα να γίνουν αντιπρόσωποι της ενάγουσας στο χρηματιστήριο με συγκεκριμένο πελατολόγιο. Το ότι τα δύο αυτά πρόσωπα θέλησαν να εγγραφούν ως αντιπρόσωποι της ενάγουσας στο Χρηματιστήριο με εταιρική ιδιότητα δεν είχε καμία σημασία για τους ενάγοντες. Η ενάγουσα δέχθηκε να συνεργαστεί με τον συγκεκριμένο τρόπο λόγω του ατόμου του εναγόμενου
  17. Αυτή η μορφή συνεργασίας παρείχε πρακτικές ευκολίες και για τα δύο μέρη και βόλευε τα δύο μέρη αλλά ο εναγόμενος 2 εξακολουθούσε να πληρώνεται προμήθεια ανάλογα με το δικό του ξεχωριστό προσωπικό πελατολόγιο ακόμη και όταν ενεργούσε εκ μέρους των εναγόντων από την θέση του διευθυντή της εταιρείας Zest Investments. Σε σχέση με τις συναλλαγές που αφορούν τον εναγόμενο 1 ο ΜΕ3 ανέφερε ότι όλες τις εντολές της αγοράς και πώλησης μετοχών τις ελάμβανε από τον εναγόμενο 2 είτε προσωπικά ή άλλως πως. Οι συναλλαγές που αφορούσαν τον εναγόμενο 1 έγιναν με τον κώδικα του εναγόμενου 1, με αριθμό τηλεφώνου για τον εναγόμενο 1 και τη διεύθυνση Αγίου Δημητρίου
  18. Ανάφερε ωστόσο ότι αυτά τα στοιχεία τα έδωσε στους ενάγοντες ο εναγόμενος 2 αφού ο ΜΕ3 δεν έκανε συναλλαγές απευθείας για λογαριασμό του εναγόμενου 1 και η γνωριμία του με τον εναγόμενο 1 ήταν εντελώς επιφανειακή. Ουδέποτε συζήτησε με τον εναγόμενο 1 οτιδήποτε σε σχέση με τις χρηματιστηριακές συναλλαγές. Ο ΜΕ3 ουδέποτε υπέδειξε στον εναγόμενο 2 ποιες μετοχές να αγοράσει ή να πωλήσει. Πάντοτε όλες τις εντολές για αγοραπωλησία μετοχών τις ελάμβανε από τον εναγόμενο 2 και τις εκτελούσε. Αυτό γινόταν για όλους τους πελάτες του εναγόμενου 2 συμπεριλαμβανομένου και του εναγόμενου
  19. Η ενάγουσα εταιρεία εκτελούσε εντολές του εναγόμενου 2 για λογαριασμό του εναγόμενου 1 λόγω της ύπαρξης του πληρεξουσίου εγγράφου, ήτοι το τεκμήριο 1.
  20. Η τελευταία πράξη που έγινε για λογαριασμό του εναγόμενου 1 ήταν η αγορά 2000 μετοχών της Europrofit στις 29 Αυγούστου
  21. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ3 σημειώθηκε και πάλι η αντιφατική γραμμή αντεξέτασης της υπεράσπισης. Δηλαδή, ήταν θέση της υπεράσπισης αφενός ότι ο εναγόμενος 1 δεν είχε ιδέα για τη διεξαγωγή των χρηματιστηριακών συναλλαγών διότι τις εντολές τις έδιδε ο πατέρας του και αφετέρου ότι παρά το γεγονός ότι μπορεί ο εναγόμενος 2 να εξαπάτησε την ενάγουσα με τη χρήση του πληρεξουσίου εγγράφου δεν πρέπει να βρεθεί υπόλογος για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές διότι τυπικά αντιπρόσωπος της ενάγουσας για σκοπούς χρηματιστηρίου ήταν η εταιρεία Zest. Ο ΜΕ4 Λειτουργός του ΧΑΚ κατέθεσε ότι η κατάσταση των μετοχών του εναγόμενου 1 απεστάλη ταχυδρομικώς στη διεύθυνση Σοφούλη 40 Γραφείο 309 Λευκωσία. Αυτή η κατάσταση μετοχών στάλθηκε κατά καιρούς στον εναγόμενο 1 ταχυδρομικώς στην ίδια διεύθυνση από το 2002 μέχρι το
  22. Διευκρίνισε ότι αγοραπωλησίες μετοχών θα μπορούσαν να γίνουν είτε απευθείας ή μέσω του χρηματιστή ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου. Στον εναγόμενο 1 παραχωρήθηκε δικαίωμα αγοράς των μετοχών της δημόσιας εταιρείας Europrofit αλλά ο εναγόμενος 1 ουδέποτε άσκησε το δικαίωμα του να αγοράσει τις μετοχές. Επίσης δέχθηκε ότι μεγάλα χρηματιστηριακά γραφεία είχαν αντιπροσώπους που να έδιδαν εντολές για αγοραπωλησίες μετοχών. Το ΧΑΚ αναγνώριζε αυτούς του αντιπροσώπους αλλά δεν υπήρχε επίσημο μητρώο διά να καταγράφονται αυτές οι αντιπροσωπείες. Αυτό τείνει να επιβεβαιώνει τη θέση των εναγόντων ότι η εταιρική μορφή που πήρε η συνεργασία με τον εναγόμενο 2 δεν είχε τόση μεγάλη σημασία όσο είχε το άτομο με το οποίο δέχθηκαν οι ενάγοντες να συνεργαστούν. Ο ΜΕ5 Στέλιος Χριστοδούλου είναι το πρόσωπο που είχε προσωπικές συναντήσεις με τον εναγόμενο 2 μετά τη δημιουργία του χρέους. Εξήγησε πως εξελίχθηκαν αυτές οι συζητήσεις που σκοπό είχαν την είσπραξη του χρέους που δημιουργήθηκε από πελάτες του εναγόμενου
  23. Ανέφερε ότι ο εναγόμενος 2 κατά τη διάρκεια των συζητήσεων που είχε μαζί του ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για τις συναλλαγές που πραγματοποίησε η ενάγουσα εταιρεία για λογαριασμό συγγενικών του προσώπων. Μάλιστα ανέλαβε προσωπική υποχρέωση να εξοφλήσει τα χρέη των συγγενικών του προσώπων. Η υπεράσπιση δεν υπέβαλε στο μάρτυρα ότι η ενάγουσα διενεργούσε εικονικές συναλλαγές για λογαριασμό συγγενικών προσώπων του εναγόμενου 2 παρόλο που αυτή ήταν η θέση του εναγόμενου
  24. Ο κ. Πέτσας ρώτησε τον ΜΕ5 για το πελατολόγιο της Zest αλλά ουδέποτε του υπέβαλε τις θέσεις του εναγόμενου 2 για να τοποθετηθεί. Ο εναγόμενος 2 είχε αρκετές συναντήσεις με το μάρτυρα μεταξύ του Ιανουάριου και Απρίλιου του
  25. Ο εναγόμενος 2 ανέλαβε προσωπική ευθύνη για να πληρώσει τα οφειλόμενα ποσά των στενών συγγενικών του προσώπων. Ο εναγόμενος 2 ανέφερε ότι ως πρώην αστυνομικός ήταν αξιόπιστο άτομο και θα εξοφλούσε το υπόλοιπο του και αυτών των συγγενικών του προσώπων. Συμφώνησε με το μάρτυρα όπως συνάψει δύο προσωπικά δάνεια για εξόφληση των υπολοίπων αλλά ο εναγόμενος 2 ουδέποτε υπέγραψε τα συμφωνητικά έγγραφα για να γίνουν τα εν λόγω δάνεια. Παρά το γεγονός ότι ανέλαβε προσωπική ευθύνη για την πληρωμή των οφειλομένων ποσών δεν πραγματοποίησε την υπόσχεση του. Ο εναγόμενος 2 ήταν το πρόσωπο που λάμβανε όλα τα contract notes για την αγορά μετοχών συγγενικών του προσώπων. Αυτός έδιδε όλες τις εντολές για αγορά και πώληση μετοχών όλων των πελατών της Zest. Τον Λοΐζο Τίμινη τον γνώρισε πολύ αργότερα όταν η ενάγουσα εταιρεία άρχισε να πιέζει για την είσπραξη οφειλομένων ποσών. Η ενάγουσα εταιρεία δεν είχε προσωπική επαφή με τους πελάτες του εναγόμενου
  26. Ο εναγόμενος 2 ανέλαβε να ασκήσει την επιρροή του για να εισπραχθούν τα οφειλόμενα ποσά. Ο ΜΕ5 εξήγησε με λεπτομέρεια πώς εξελίχθηκε το πρόβλημα με τον εναγόμενο 2 και τους πελάτες του. Ο εναγόμενος 2 τον καθησύχαζε και του έδιδε διαβεβαιώσεις για τα υπόλοιπα των συγγενικών του προσώπων. Ο εναγόμενος 2 του ανέφερε ότι είχε ασφάλεια ζωής το οποίο θα ενεχυρίαζε προς όφελος των χρεών που είχαν δημιουργηθεί. Είναι γεγονός ότι ο ΜΕ5 δεν θυμάται την συγκεκριμένη ώρα και ημερομηνία που ο εναγόμενος 2 ανέλαβε προσωπικά το χρέος αλλά εξιστόρησε τις συναντήσεις που είχε με τον εναγόμενο 2 με τόση λεπτομέρεια και με φυσικό τρόπο. Δεν έχω αμφιβολία ότι ο ΜΕ5 εξιστορούσε γεγονότα τα οποία ήταν πραγματικά και αληθινά. Εξήγησε επίσης ότι δεν θεώρησε αναγκαίο να κυνηγήσει η εταιρεία τα συγγενικά πρόσωπα του εναγόμενου 2 αφού είχε την προσωπική δέσμευση του εναγόμενου 2 ότι θα αποπλήρωνε το χρέος. Οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ο εναγόμενος 2 δεν έδωσε καμία εξήγηση για το γεγονός ότι οι εν λόγω μετοχές βρέθηκαν εγγεγραμμένες επ'ονόματι του εναγόμενου
  27. Για πρώτη φορά ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες πραγματοποιούσαν εικονικές συναλλαγές στο όνομα του εναγόμενου
  28. Αυτή τη θέση δεν την έθεσε στους μάρτυρες των εναγόντων ώστε να τοποθετηθούν. Η θέση αυτή ήταν παράλογη και εξωπραγματική διότι οι ενάγοντες δεν θα είχαν κανένα συμφέρον να χρησιμοποιούν δικά τους χρήματα για να αγοράσουν μετοχές για πρόσωπα που δεν γνώριζαν. Ο εναγόμενος πήγαινε στα γραφεία της ενάγουσας εταιρείας τακτικά και λάμβανε όλη την αλληλογραφία για τις μετοχές στην οικία του. Δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ για το γεγονός ότι αγοράσθηκαν για λογαριασμό του εναγόμενου 1 οι μετοχές. Ο εναγόμενος 2 είναι το πρόσωπο που πρόσθεσε τον εναγόμενο 1 στο πελατολόγιο του και είναι το μόνο πρόσωπο που είχε προσωπική επαφή με τον εναγόμενο 1 επομένως, οι ενάγοντες δεν θα μπορούσαν να διεξάγουν χρηματιστηριακές συναλλαγές για τον εναγόμενο 1 χωρίς τη συνδρομή και/ή τις εντολές από τον εναγόμενο
  29. Ούτε εξήγησε πως ήταν δυνατόν να παίρνει προμήθεια για τις συναλλαγές του εναγόμενου 1 και να μην έχει ιδέα ότι τέτοιες συναλλαγές είχαν πραγματοποιηθεί. Κατηγόρησε διάφορα πρόσωπα ότι διεξήγαγαν εικονικές συναλλαγές όμως αυτές τις θέσεις δεν τις υπέβαλε στους μάρτυρες των εναγόντων ώστε να τοποθετηθούν. Επέμενε ότι ο εναγόμενος 1 δεν είχε κάνει τις εν λόγω συναλλαγές. Ο ίδιος ανέφερε ότι δεν είχε καμία σχέση με τις εν λόγω συναλλαγές επομένως, δεν θα μπορούσε να ξέρει ότι ο εναγόμενος 1 δεν έκανε τις συναλλαγές. Εν κατακλείδι είπε τόσες πολλές αναλήθειες στο Δικαστήριο που δεν σκέφτηκε ότι οι θέσεις και γεγονότα που πρόβαλε στο Δικαστήριο μπορεί να μην ταιριάζουν μεταξύ τους. Αρνήθηκε να μιλήσει για τα άλλα μέλη της οικογένειας του όταν ρωτήθηκε από την κα Μαλέκκου. Το επιχείρημα του ότι δεν γνώριζε για τις συναλλαγές που αφορούν τον εναγόμενο 1 είναι λιγότερο πειστικό εάν ληφθεί υπόψη ότι υπάρχουν υπόλοιπα λογαριασμού που αφορούν πολλά μέλη της οικογένειας του εναγόμενου
  30. Αυτές τις συμπτώσεις δεν ήταν σε θέση να τις εξηγήσει στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα να μην γίνει πιστευτός πράγμα που με οδήγησε στην πλήρη απόρριψη της μαρτυρίας του. Το ίδιο ισχύει και για τη μαρτυρία του εναγόμενου
  31. Αρνήθηκε ότι είχε οποιαδήποτε γνώση για τις εν λόγω συναλλαγές. Δέχθηκε ότι οι εν λόγω μετοχές είναι εγγεγραμμένες επ'ονόματι του χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε για το γεγονός. Πρόβαλε τη θέση ότι δεν υπέγραψε το πληρεξούσιο έγγραφο ή το έγγραφο για άνοιγμα του λογαριασμού αλλά δεν κατάγγειλε το γεγονός στην αστυνομία παρά το γεγονός ότι ο ίδιος είναι αστυνομικός και γνωρίζει ότι η πλαστογραφία είναι ποινικό αδίκημα. Εάν όντως είχε γίνει μεγάλη απάτη εις βάρος του η αδιαφορία του για το ζήτημα είναι εκπληκτική. Επίσης εκπληκτικό είναι ότι δεν ζήτησε εξηγήσεις για το ζήτημα από τον πατέρα του. Η αφύσικη συμπεριφορά του εναγόμενου 1 με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν είπε την αλήθεια είτε επειδή οι συναλλαγές έγιναν εις γνώση του για λογαριασμό του ή επειδή οι συναλλαγές έγιναν εν αγνοία του από τον πατέρα του. Ο εναγόμενος 1 είχε απώλεια μνήμης ακόμη και για απλά ζητήματα όπως επί παραδείγματι, πού εργάζονταν κατά το έτος
  32. Δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο είχε ρωτήσει τον πατέρα του εάν είχε αγοράσει ή πωλήσει μετοχές για λογαριασμό του. Ούτε μπορούσε να θυμηθεί πότε έλαβε γνώση του περιεχομένου του τεκμηρίου 6, δηλαδή πότε περιήλθε εις γνώση του ότι ήταν εγγεγραμμένος μέτοχος. Ούτε έδωσε εξήγηση για το γεγονός ότι κατέχει ακόμη τις εν λόγω μετοχές αφού ισχυρίζεται ότι δεν έχει καμία γνώση σε σχέση με την απόκτηση των εν λόγω μετοχών. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία των εναγόντων καταλήγω στα ακόλουθα πραγματικά ευρήματα:
  33. Ο εναγόμενος 2 είναι το πρόσωπο που παρουσίασε το τεκμήριο 1.1 στους ενάγοντες και είναι το πρόσωπο το οποίο έδιδε εντολές για την αγορά και πώληση μετοχών εκ μέρους του εναγόμενου
  34. Ο εναγόμενος 2 δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από τον εταιρικό μανδύα της Zest Ltd. Οι ενάγοντες συμφώνησαν να συνεργαστούν με τον εναγόμενο 2 και το Λοΐζο Τίμινη και οι ενάγοντες αποδέχθηκαν για σκοπούς διευκόλυνσης της συνεργασίας όπως γίνει η εγγραφή της συνεργασίας με εταιρικό προσωπείο.
  35. Ο εναγόμενος 2 ανέλαβε προσωπικά να αναλάβει το χρέος του εναγόμενου
  36. Ο εναγόμενος 2 έλαβε προμήθεια για τη διενέργεια συναλλαγών εκ μέρους του εναγόμενου
  37. Ο εναγόμενος 2 είναι πατέρας του εναγόμενου
  38. Ο εναγόμενος 2 διενεργούσε συναλλαγές και για άλλα συγγενικά πρόσωπα για τα οποία δημιουργήθηκαν υπόλοιπα.
  39. Οι μετοχές είναι εγγεγραμμένες επ'ονόματι του εναγόμενου
  40. Κρίνω τους εναγόμενους 1 και 2 ως αναξιόπιστους μάρτυρες όμως οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν θετική μαρτυρία για να αποδείξουν ότι ο εναγόμενος 1 υπέγραψε τα τεκμήρια 1.1 και 1.
  41. Οι μάρτυρες των εναγόντων δεν είχαν καμία προσωπική επαφή με τον εναγόμενο 1 κατά τη σύναψη συμφωνίας για την αγορά και πώληση μετοχών ή για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών. Η ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟ 1 Τα τεκμήρια 1.7 μέχρι 1.9 (contract notes) και άλλη αλληλογραφία που πληροφορούσαν τον εναγόμενο 1 για την αγοραπωλησία των μετοχών και την δημιουργία του χρέους στάλθηκαν στη διεύθυνση του εναγόμενου 2 που είναι πατέρας του εναγόμενου
  42. Όμως οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν θετική μαρτυρία για να αποδείξουν ότι ο εναγόμενος 1 έλαβε γνώση αυτών των συναλλαγών και τη δημιουργία του χρέους. Υπάρχει θετική μαρτυρία για τη δημιουργία του χρέους. Κατατέθηκαν όλα τα συμβόλαια αγοράς των μετοχών όπου φαίνεται το ποσό που χρεώθηκε ο λογαριασμός του εναγόμενου μαζί με την προμήθεια της χρηματιστηριακής εταιρείας. Μετά την αγορά 1000 μετοχών της Λαϊκής Υπεραγοράς Ορφανίδης που κατατέθηκε ως τεκμήριο 1.5 κατατέθηκε αναλυτική κατάσταση λογαριασμού που εξηγεί ακριβώς πώς προκύπτει το υπόλοιπο ως τεκμήριο 1.
  43. Επιπρόσθετα ο Σταύρος Αγρότης επεξήγησε με λεπτομέρεια και αναλυτικά πώς προκύπτει το υπόλοιπο. Οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν θετική μαρτυρία για να αποδείξουν ότι το πρόσωπο που υπέγραψε τα τεκμήρια 1.1 και 1,3 ήταν ο εναγόμενος
  44. Εφόσον ο εναγόμενος 1 αμφισβητεί ότι υπέγραψε αυτά τα έγγραφα οι ενάγοντες που έχουν το βάρος να αποδείξουν την απαίτηση όφειλαν να προσκομίσουν θετική μαρτυρία γι'αυτό το σημείο. Αναπόφευκτα αποτυγχάνει η απαίτηση των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου 1 παρά το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 και ο εναγόμενος 2 κρίνονται αναξιόπιστοι μάρτυρες. Οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι υπήρχε ρητή συμφωνία με τον εναγόμενο 1 για την αγορά των μετοχών. Αυτή ήταν η βάση της απαίτησης των εναγόντων ως αυτή δικογραφείται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι ο εναγόμενος 1 έλαβε γνώση αυτών των συναλλαγών ως εκ τούτου οι ενάγοντες δεν δικαιούνται αποζημιώσεις με βάση την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των μερών. Οι ενάγοντες δικαιούνται άλλη θεραπεία εναντίον του εναγόμενου 1 επί της βάσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού παρόλο που δεν δικογραφείται τέτοιος ισχυρισμός στην Έκθεση Απαιτήσεως. Με βάση των αρχών της επιείκειας οι ενάγοντες δικαιούνται είτε την σημερινή αξία των μετοχών στην κατοχή του εναγόμενου 1 ή την επιστροφή των μετοχών που είναι εγγεγραμμένες επ'ονόματι του εναγόμενου
  45. Είναι γεγονός ότι η απαίτηση των εναγόντων βασίζεται σε ισχυρισμό για χρέος που προέκυψε ως συνέπεια παράβαση συμφωνίας. Οι ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει ότι προκύπτουν αποζημιώσεις ως συνέπεια παράβασης συμφωνίας όμως έχουν αποδείξει ότι ο εναγόμενος 1 είναι κάτοχος των μετοχών. Ο εναγόμενος έχει πλουτίσει αδικαιολόγητα εις βάρος των εναγόντων αφού δεν αποδεικνύεται ότι υπήρχε ρητή συμφωνία μεταξύ των μερών για την αγορά και εγγραφή των μετοχών επ'ονόματι του εναγόμενου
  46. Δεν είναι δίκαιο ο εναγόμενος 1 να αποποιείται την ευθύνη για την αγορά και απόκτηση των μετοχών αφενός και αφετέρου να παραμείνει εγγεγραγραμμένος ιδιοκτήτης των μετοχών. Θεωρώ ότι το Δικαστήριο δύναται να παρέχει τέτοια θεραπεία στους ενάγοντες με βάση των αρχών της επιείκειας παρά το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν ζητούν κάτι τέτοιο ειδικά και ρητώς στην απαίτηση τους. Στην Αγγλική απόφαση Westdeutsche Landesbank Girozentrale v Islington LBC [1994] 4 All E.R. 890, 914, επισημάνθηκε ότι μία απαίτηση που αφορά αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας εκεί όπου δικαιολογούνται και αποζημιώσεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό αντιμετωπίζεται από το Δικαστήριο ως μία ενιαία απαίτηση διότι η εναλλακτική θεραπεία (αποκατάσταση του ενάγοντα λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού) δεν θεμελιώνεται σε άλλη βάση δικαίου. Ούτε είναι ανάγκη να εξειδικεύεται ως ξεχωριστή απαίτηση η βάση επί της οποίας ο ενάγοντας δικαιούται αποκατάσταση λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού (Chitty on Contracts, Sweet & Maxwell, 30th edition, Volume I, General Principles, Chap. Restitution, para. 29-004). Στην Αγγλική απόφαση Deutsche Morgan Grenfell Group Plc v IRC [2006] UKHL 49, [2007] 1 A.C. 558, ο Δικαστής Walker στην Βουλή των Λόρδων αποφάνθηκε ότι η βάση για την αποκατάσταση του ενάγοντα μπορεί να είναι μόνο το γεγονός ότι ο εναγόμενος πλούτισε άδικα εις βάρος του ενάγοντα χωρίς να εξειδικεύεται άλλο γεγονός για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του εναγόμενου. Αυτή η προσέγγιση φαίνεται να έχει υιοθετηθεί και από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Στην υπόθεση Minerva Finance & Investment Ltd. v Γεωργίου Γεωργιάδη

(1998)1 Α.Α.Δ. 2173, το Εφετείο επεξήγησε ότι ο άδικος πλουτισμός δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής αλλά είναι έννοια που βρίσκεται στον πυρήνα της αξίωσης για αποκατάσταση ως συνιστώσα την αρχή που την υποστυλώνει. Δεν υπάρχει γενικός θεσμός του αδικαιολόγητου πλουτισμού αλλά υπάρχουν ειδικές θεραπείες που σε συγκεκριμένες περιπτώσεις θα μπορούσαν να ταξινομηθούν ως άδικος πλουτισμός. Κάποιες περιπτώσεις αποκατάστασης του ενάγοντα λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού του εναγόμενου έχουν θεσμοθετηθεί σε ειδικά άρθρα του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, ήτοι στα άρθρα 70 και
  1. Εάν η βάση των γεγονότων όπως αυτά προβάλλονται στις γραπτές προτάσεις των διαδίκων δικαιολογούν την παροχή θεραπείας στηριγμένες στα πιο πάνω άρθρα ή στο Νόμο τότε το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει ανάλογη διαταγή για τέτοια θεραπεία παρόλο που αυτή η θεραπεία δεν εξειδικεύεται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Προκύπτει από τις έγγραφες προτάσεις στην παρούσα περίπτωση και από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου ότι οι ενάγοντες ουδέποτε είχαν πρόθεση να χαρίσουν στον εναγόμενο 1 τις μετοχές ή την αξία των εν λόγω μετοχών. Όμως διαπιστώνω ότι ο εναγόμενος 1 έχει επωφεληθεί των μετοχών ή της αξίας των μετοχών αφού αυτός είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των μετοχών. Θεωρώ ότι εφαρμόζονται οι πρόνοιες του άρθρου 70 του Κεφ. 149 διότι ο εναγόμενος 1 έχει πλουτίσει άδικα εις βάρος των εναγόντων. Προκύπτει από τις έγγραφες προτάσεις και τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου ότι οι ενάγοντες ουδέποτε είχαν πρόθεση να χαρίσουν στον εναγόμενο 1 τις μετοχές, παρόλο τούτου ο εναγόμενος 1 κατέχει και επωφελείται πεισματικά των μετοχών χωρίς σκέψη να επιστρέψει τις μετοχές στους ενάγοντες ή να πληρώσει την αξία των μετοχών στους ενάγοντες. Αυτό δημιουργεί μία εμφανή αδικία εις βάρος των εναγόντων που δικαιολογεί την παρέμβαση του Δικαστηρίου για την εφαρμογή του Νόμου παρόλο που οι ενάγοντες στην απαίτηση τους δεν έχουν ζητήσει ειδική θεραπεία για να αρθεί η αδικία. Ως εκ τούτου εκδίδεται διαταγή όπως ο εναγόμενος 1 μεταβιβάσει επ'ονόματι των εναγόντων τις μετοχές που εμφαίνονται αναλυτικά στο τεκμήριο 6 ή διαζευκτικά να πληρώσει την σημερινή αξία των μετοχών στους ενάγοντες. Η ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟ 2 Ο εναγόμενος 2, με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, είναι το πρόσωπο που διενεργούσε τις συναλλαγές επ'ονόματι του εναγόμενου 1 και το πρόσωπο που χρησιμοποίησε τα τεκμήρια 1.1 και 1.3 για να πραγματοποιήσει τις εν λόγω συναλλαγές. Επιπρόσθετα επωφελήθηκε από τις εν λόγω συναλλαγές αφού εισέπραξε προμήθεια προσωπικά για κάθε αγοραπωλησία μετοχών που έγινε επ'ονόματι του εναγόμενου
  2. Τα τεκμήρια 1.7 μέχρι 1.9 αποστάληκαν στη δική του διεύθυνση και γνώριζε κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι οι εν λόγω μετοχές βρίσκονταν εγγεγραμμένες στο όνομα του εναγόμενου
  3. Υποσχέθηκε στους ενάγοντες ότι θα διευθετούσε προσωπικά το χρέος που δημιουργήθηκε από την αγορά και πώληση των μετοχών. Θεωρώ ότι αυτή η υπόσχεση δημιουργεί δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των μερών βάσει της οποίας μπορεί να στηριχθεί η απαίτηση των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου
  4. Ο εναγόμενος 2 υποσχέθηκε όπως διευθετήσει προσωπικά το χρέος για την αγορά των μετοχών εις αντάλλαγμα για το οποίο οι ενάγοντες δεν θα προχωρούσαν με δικαστικές διαδικασίες εναντίον του εναγόμενου
  5. Αυτό συνιστά δεσμευτική συμφωνία παρά το γεγονός ότι η απαίτηση εναντίον του εναγόμενου 1 τελικά αποτυγχάνει ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων ότι γνώριζε και συμφώνησε στην αγορά των μετοχών. Όταν έγινε η εν λόγω συμφωνία υπήρξε καλή τη πίστη πεποίθηση των εναγόντων ότι στην περίπτωση έγερσης αγωγής εναντίον εναγόμενου 1 υπήρχε η προοπτική επιτυχίας. Τούτο προκύπτει από το γεγονός της ύπαρξης των τεκμηρίων 1.1 και 1.3 και από το γεγονός ότι ο εναγόμενος 2 ουδέποτε τους είπε ότι ο υιός του δεν είχε ιδέα για την αγορά των μετοχών. Τουναντίον, επειδή υποσχέθηκε ο ίδιος να αναλάβει προσωπικά το χρέος υπήρχε η λογική προσδοκία των εναγόντων ότι είχαν καλή αξίωση εναντίον του εναγόμενου
  6. Στο Αγγλικό σύγγραμμα Chitty on Contracts (Sweet & Maxwell, Volume I, General Principles, 30th edition, Chap. 3, Consideration, para. 3-052, Claims in law invalid but made in good faith) επεξηγείται ότι δημιουργείται μία δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των μερών στην περίπτωση που γίνεται διευθέτηση μίας νόμιμης αξίωσης. Αυτή η διευθέτηση είναι δεσμευτική συμφωνία ακόμη και στην περίπτωση που η αξίωση είναι αβάσιμη εάν το μέρος που υποσχεθεί να μην διεκδικήσει την απαίτηση του δικαστικά πιστεύει καλή τη πίστη ότι έχει δικαίωμα σε τέτοια απαίτηση. Λόγω της συμπεριφοράς του εναγόμενου 2 οι ενάγοντες είχαν κάθε καλό λόγο να πιστεύουν ότι είχαν δικαίωμα να διεκδικήσουν αποζημιώσεις από τον εναγόμενο 1 για τη δημιουργία του χρέους. Αυτοί πλήρωσαν τα χρήματα για την αγορά των μετοχών ενώ ο εναγόμενος 1 παρέμεινε εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των μετοχών. Συνεπώς, η υπόσχεση του εναγόμενου 2 να διευθετήσει προσωπικά το χρέος δημιούργησε δεσμευτική συμφωνία. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου 2 για το ποσό των ΛΚ6667,26 (11391 ευρώ) (βλ. τεκμήριο 1.6 αφαιρούνται τα έξοδα διαχείρισης και τόκοι επειδή ο εναγόμενος 2 υποσχέθηκε να διευθετήσει προσωπικά το χρέος μεταξύ 8.6.00 και 5.7.2001 ως προκύπτει από το τεκμήριο 1) με νόμιμο τόκο. Τα έξοδα αγωγής επιδικάζονται εναντίον των εναγόμενων όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.