← Κύπρος

ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ ν. ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4934/03, 23.11.2010

ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ ν. ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4934/03, 23.11.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A379 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4934/03 Μεταξύ: ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ Εναγόντων και

  1. ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
  2. ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
  3. ΛΕΩΝΙΔΑ ΛΕΩΝΙΔΟΥ Εναγομένων ----- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23.11.2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: κ. Θεοδωρίδης Για τους Εναγόμενους: κ. Καντούνας Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα υπόθεση αποτελεί μια από τις πολλές υποθέσεις που καταχωρήθηκαν εναντίον επενδυτών για οφειλές (μετά την πτώση των τιμών του Χρηματιστηρίου) οι οποίοι επένδυσαν σε μετοχές με διάφορα σχέδια δανειοδότησης τραπεζικών και χρηματοδοτικών οργανισμών. Οι ενάγοντες με έγγραφη συμφωνία (ημερ. 1.3.1995) παρείχαν στον εναγόμενο 1 πολύ πριν την επίδικη περίοδο τραπεζικές διευκολύνσεις με το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού και τη συμμετοχή του στο «Σχέδιο Επενδυτής» των εναγόντων (ενεχυρίαση μετοχών προς εξασφάλιση των παρεχόμενων πιστωτικών διευκολύνσεων) προς το σκοπό αγοραπωλησίας κινητών αξιών που ήταν εγγεγραμμένες στο Χ.Α.Κ.. Ο εναγόμενος 1 παράλληλα υπέγραψε και πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόριζε τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ σαν πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του ώστε, μεταξύ άλλων, να αγοράζει, πωλεί, μεταβιβάζει, αποδέχεται προς μεταβίβαση οποιεσδήποτε αξίες που ήσαν εγγεγραμμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Το 2003 μετά την άρνηση και παράλειψη του εναγομένου να καταθέσει χρήματα για κάλυψη του περιθωρίου ασφάλειας οι ενάγοντες έκλεισαν το λογαριασμό του και απαίτησαν την καταβολή του οφειλόμενου υπόλοιπου. Προς απόδειξη της απαίτησης τους οι ενάγοντες παρουσίασαν στο Δικαστήριο τη μαρτυρία του Κυριάκου Αναστασιάδη (προϊστάμενου της μονάδας των επενδυτικών χορηγήσεων των εναγόντων), και Μιχάλη Ξιούρου (Διευθυντή της Λαϊκής Χρηματιστηριακής Λτδ). Ο πρώτος αναφέρθηκε στη συμφωνία των διαδίκων για παροχή διευκολύνσεων προς τον εναγόμενο από τους ενάγοντες για αγορά κινητών αξιών και εξήγησε με λεπτομέρεια τον τρόπο λειτουργίας της συμφωνίας αυτής καταλήγοντας ότι οι ενάγοντες δεν έκαναν διαχείριση του επενδυτικού λογαριασμού του εναγομένου ο οποίος τερματίστηκε λόγω της παράλειψης του εναγομένου να καλύψει την υπέρβαση του ορίου του λογαριασμού του με επιστολή των εναγόντων στις 28.2.2003 (Τεκμήριο 17) έχοντας ως οφειλόμενο υπόλοιπο το αξιούμενο από τους ενάγοντες στην παρούσα αγωγή. Ο δεύτερος μάρτυρας των εναγόντων ο κ. Ξιούρος επανέλαβε ότι ούτε οι ενάγοντες αλλά ούτε και η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ έκαναν διαχείριση του χαρτοφυλακίου του εναγομένου αλλά παρείχαν υπηρεσίες σύμφωνα με το υπογραφέν πληρεξούσιο έγγραφο στη λήψη, διαβίβαση και εκτέλεση εντολών του εναγομένου για αγοραπωλησία μετοχών στο Χρηματιστήριο, ενημερώνοντας πάντοτε τον εναγόμενο για τις αγορασθείσες ή πωλησθείσες αξίες από το χαρτοφυλάκιο του, σύμφωνα πάντοτε με τις εντολές του (Τεκμήριο 30). Ο εναγόμενος παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο σαν ο άνθρωπος ο οποίος ξεγελάστηκε (από διαβεβαιώσεις που του δόθηκαν) από τους ενάγοντες ή εξαναγκάσθηκε από αυτούς στην υπογραφή της επιτευχθείσας συμφωνίας παρά το γεγονός ότι ήταν γνώστης όπως διαφάνηκε πολλών τραπεζικών και χρηματιστηριακών θεμάτων, πληροφορίες που όπως ανέφερε συνέλεξε από το διαδίκτυο. Ήταν επενδυτής από το 1995 και σύμφωνα με τη μαρτυρία του μάρτυρα 8 του εναγομένου (Πανίκου Χριστοφόρου, λειτουργού του Χ.Α.Κ.) ο εναγόμενος 1 έκανε συναλλαγές στο Χ.Α.Κ. κατά την επίδικη περίοδο με 5 χρηματιστηριακά γραφεία. Το κύριο παράπονο του ήταν κατά της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ και όχι κατά των εναγόντων οι οποίοι όφειλαν - όπως ισχυρίστηκε - κάνοντας σωστή διαχείριση του χαρτοφυλακίου του να το ρευστοποιήσουν άμεσα με τη μείωση της τιμής των μετοχών και τη συνακόλουθη μείωση του περιθωρίου ασφάλειας για να μην υποστεί ζημιά. Ουσιαστικά ο εναγόμενος 1 δεν αμφισβήτησε τη συμφωνία, τις αγοραπωλησίες των μετοχών και το οφειλόμενο υπόλοιπο του (πλην κάποιων χρεώσεων). Προς το σκοπό προώθησης της υπεράσπισης του και απόδειξης της ανταπαίτησης του (αμέλεια των εναγόντων να εφαρμόσουν και να τον ενημερώσουν για τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας, παρ. 26(α) της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης - Λ.Κ. 96.458,54 - και παράλειψη εναγόντων να προσφερθούν να αγοράσουν 400 μετοχές που κατείχε στη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ όπου οι ενάγοντες με «συνδεδεμένα ή και συνεργαζόμενα με αυτή φυσικά ή νομικά πρόσωπα κατά τον Ιανουάριο του 2001 απέκτησαν πέραν του 70% του μετοχικού κεφαλαίου της Λαϊκής Επενδυτικής», παρ. 26(β) της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης Λ.Κ. 660) ο εναγόμενος παρουσίασε στο Δικαστήριο τη μαρτυρία άλλων 8 μαρτύρων. Οι μάρτυρες αρ. 2 (Κώστας Μαυρίδης), αρ. 3 (Δημήτρης Αριστοτέλους) και αρ. 9 (Πέτρος Σουππουρής) κατέθεσαν προς όφελος του εναγομένου 1 όσον αφορά το μέρος της ανταπαίτησης που αποκαλύπτεται από την παρ. 26(α) της υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του για το ποσό των Λ.Κ.96.438,54 σε σχέση με τις υποχρεώσεις των τραπεζών την επίδικη περίοδο για επενδυτικά σχέδια όπως καθορίζεται στις εγκύκλιους της Κεντρικής Τράπεζας. Οι λοιποί μάρτυρες που κλήθηκαν από τον εναγόμενο 1, δηλαδή η μάρτυρας αρ. 4 (Νίκη Νικολάου/Λειτουργός της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς), μάρτυρας αρ.5 (Στέλιος Χατζηϊωσήφ/Γραμματέας της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ), μάρτυρας αρ. 6 (Γεωργία Κρητιώτη/ Έφορος Εταιρειών), μάρτυρας αρ. 7 (Δημήτρης Ιωαννίδης/Λογιστής της Deloitte & Touch) και μάρτυρας αρ.8 (Πανίκος Χριστοφόρου/ Λειτουργός Χ.Α.Κ.) ήσαν μάρτυρες προς το σκοπό απόδειξης της ανταπαίτησης του εναγομένου 1 η οποία περιέχεται στην παρ. 26(β) της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του για το ποσό των Λ.Κ.660, που στη συνέχεια περιορίστηκε στη διαφορά από την τελικώς επιτευχθείσα τιμή πώλησης των μετοχών της Λαϊκής Επενδυτικής στις Λ.Κ.
  4. Ο κ. Καντούνας στην αγόρευση του ισχυρίστηκε αναλύοντας λεπτομερειακά τη μαρτυρία και παραθέτοντας αποσπάσματα της, ότι (α) ο κ. Αναστασιάδης είναι αναξιόπιστος μάρτυρας και δεν έχει γνώση των γεγονότων, ούτε είχε στη φύλαξη και την κατοχή του τα έγγραφα που κατάθεσε, η δε γνώση του δεν είναι προσωπική αλλά προέρχεται από ότι του απεκάλυψαν άλλα τρίτα πρόσωπα. Δεν απαντήθηκε εκ μέρους του και των εναγόντων η επιστολή του εναγομένου (Τεκμήριο 29) ο οποίος αμφισβητεί τις αυξήσεις στις διάφορες χρεώσεις και την οποιαδήποτε συμφωνία η οποία να επιτρέπει στους ενάγοντες να προβαίνουν σε αυξήσεις των διαφόρων χρεώσεων μονομερώς. (β) Ο κ. Ξιούρος δεν είχε καμιά σχέση με τη λειτουργία του λογαριασμού του εναγομένου και κατά συνέπεια η μαρτυρία του επίσης θα πρέπει να απορριφθεί. Επιπρόσθετα ο κ. Ξιούρος παραδέχθηκε ότι δεν γνωρίζει «αν έγινε κάποιο λάθος» στην τροφοδοσία του συστήματος του ηλεκτρονικού υπολογιστή της Λαϊκής Επενδυτικής σε σχέση με τις αγοραπωλησίες μετοχών με αποτέλεσμα το Τεκμήριο 5, κατάσταση λογαριασμού στην οποία καταχωρείται το υπόλοιπο του ισχυριζόμενου λογαριασμού να είναι αναξιόπιστο και ανακριβές, σ΄ αυτό δε να υπάρχουν αδικαιολόγητες και αντικανονικές χρεώσεις χωρίς πληροφορίες για τον τρόπο υπολογισμού των τόκων. (γ) Δεν έχει δικογραφηθεί οποιαδήποτε απαίτηση για Margin Account (λογαριασμό περιθωρίου) αλλά για τρεχούμενο λογαριασμό την υπογραφή του οποίου παραδέχεται ο εναγόμενος και ο οποίος είναι εντελώς διαφορετικός λογαριασμός σύμφωνα με την προσκομισθείσα από τον εναγόμενο μαρτυρία του κ. Μαυρίδη. (δ) Οι ενάγοντες υπήρξαν αμελείς και ως εκ τούτου δεν δικαιούνται να επιζητούν την προστασία του νόμου και η αγωγή τους θα πρέπει να απορριφθεί και να εκδοθεί απόφαση προς όφελος του εναγομένου στην ανταπαίτηση του εναγομένου για Λ.Κ. 96.458,54 σαν ζημιά την οποία υπέστη συνεπεία και/ή αποτέλεσμα της αμέλειας των εναγόντων που συνίσταται στο

(1)Δεν εξετέλεσαν τις οδηγίες του να προβούν σε ρευστοποίηση των μετοχών του.
(2)Ασχέτως των οδηγιών του, οι ενάγοντες υπήρξαν αμελείς, αφού δεν εξετέλεσαν τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας.
(3)Ακόμη και αν το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εναγόμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο όταν είπε ότι ζητούσε επίμονα από τους ενάγοντες να προβούν σε ρευστοποίηση των μετοχών του, οι ενάγοντες υπήρξαν αμελείς, διότι δεν τον ενημέρωσαν για τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας, ούτως ώστε να έχει την πλήρη εικόνα για να αποφασίσει για το κατά πόσο θα έπρεπε να δώσει οδηγίες για πώληση των μετοχών ή όχι. (ε) Το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει απόφαση προς όφελος του εναγομένου στην ανταπαίτηση του για Λ.Κ.364 που είναι η διαφορά από την πώληση 400 μετοχών της Λαϊκής Επενδυτικής του εναγομένου στις 19.1.2000 (77 σεντ ανά μετοχή), περίοδο κατά την οποία οι ενάγοντες απέκτησαν πέραν του 70% των μετοχών του κεφαλαίου της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ και κατά συνέπεια θα έπρεπε να προσφέρουν προς τους ήδη υφιστάμενους μετόχους την πιο ψηλή τιμή των τελευταίων 12 μηνών που ήταν στις 15.9.2000 Λ.Κ. 1.68 (διαφορά 91 σεντ προς 400 μετοχές = Λ.Κ.364). Νομική Πτυχή Οι ενάγοντες στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) έχουν καταφέρει μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία να αποδείξουν την υπόθεση τους. Οι δύο μάρτυρες των εναγόντων (Κυριάκος Αναστασιάδης - Μιχάλης Ξιούρος) κρίνονται αξιόπιστοι μάρτυρες, η δε μαρτυρία τους βασίζεται σε έγγραφα - τεκμήρια τα οποία ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν από τον εναγόμενο. Ιδιαίτερα δεν αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο το υπόλοιπο του λογαριασμού ή οποιαδήποτε χρέωση του (Τεκμήριο 5) ούτε και τα Τεκμήρια 6 και 30 (καταστάσεις αγοραπωλησίας κινητών αξιών σύμφωνα πάντα με δικές του εντολές). Οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί στην υπεράσπιση (για υπερχρεώσεις και τρόπο υπολογισμού τόκου) για αμφισβήτηση του χρεωστικού υπολοίπου δεν αρκούν (βλέπε Ηλίας Τσιακλίδης ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 768). Ο εναγόμενος επίσης λάμβανε μηνιαίες καταστάσεις του λογαριασμού του (μαρτυρία Κ. Αναστασιάδη) τις οποίες ουδέποτε αμφισβήτησε και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για οποιεσδήποτε χρεώσεις ή τον τρόπο υπολογισμού των τόκων. Κατά συνέπεια εμποδίζεται να ισχυριστεί οτιδήποτε περί του αντιθέτου (βλέπε Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του ως Εκκαθαριστής της υπό διάλυση εταιρείας Loukos Trading Ltd v. Rainbow Bleaching & Dying Co Ltd
(2005)1 A.A.Δ. 610). Η αύξηση του επιτοκίου επίσης από τους ενάγοντες από 8,5% σε 11,5% και κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο κατά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας είναι επιτρεπτή σύμφωνα με το Ν. 160
(1)/99 περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου που τέθηκε σε ισχύ από 1.1.2001 (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α., Πολιτική Έφεση 163/06 ημερ. 5.5.2009). Η γενική και αόριστη διαμαρτυρία του εναγομένου για αυξήσεις στις διάφορες χρεώσεις με το Τεκμήριο 29 (επιστολή ημερ. 21.6.2001) απαντήθηκε από τους ενάγοντες με το Τεκμήριο 27 (επιστολή εναγόντων ημερ. 14.8.2001) με την οποία τον εφοδίασαν με όσες λεπτομέρειες αιτήθηκε χωρίς έκτοτε να επανέλθει για να αμφισβητήσει τις χρεώσεις του λογαριασμού. Τέλος είναι αδιανόητο ο προϊστάμενος των επενδυτικών χορηγήσεων των εναγόντων (κατά τον ουσιώδη χρόνο) να μην θεωρείται ότι είναι γνώστης του περιεχομένου των φακέλων οι οποίοι τηρούνται στο Τμήμα του και/ή ότι η γνώση του προέρχεται από τρίτους τους οποίους οι ενάγοντες παρέλειψαν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο. Ο κ. Αναστασιάδης ήταν σαφής, θετικός αλλά προπάντων γνώστης της υπόθεσης του εναγομένου με την ιδιότητα που είχε. Δεν με βρίσκει επίσης σύμφωνο η θέση του κ. Καντούνα ότι η μαρτυρία του κ. Ξιούρου θα πρέπει να απορριφθεί γιατί παραδέχθηκε ότι μπορεί να έγινε λάθος στην τροφοδοσία του ηλεκτρονικού υπολογιστή που αναπαρήγαγε την κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 5). Ο εναγόμενος σαν έμπειρος επενδυτής ήλεγχε με σχολαστικότητα το λογαριασμό του όπως επίσης και το χαρτοφυλάκιο του χωρίς ποτέ να τα αμφισβητήσει ή να διαμαρτυρηθεί (πλην τις επιστολής τεκμήριο 29 για αύξηση των χρεώσεων των εναγόντων οι οποίες έγιναν σ΄ όλους τους λογαριασμούς επενδυτικών σχεδίων αφού άλλαξε η τιμολογιακή πολιτική των εναγόντων). Η θέση του κ. Καντούνα επίσης ότι δεν έχει δικογραφηθεί Margin Account (λογαριασμός περιθωρίου) αλλά τρεχούμενος λογαριασμός ο οποίος είναι εντελώς διαφορετικός λογαριασμός (βλέπε μαρτυρία κ. Μαυρίδη) δεν με βρίσκει σύμφωνο. Απλή ανάγνωση των παραγράφων 2 και 3 της Έκθεσης Απαίτησης καταδεικνύει τη σύνδεση της συμφωνίας 1.3.1995 μετά των εναγόντων για παραχώρηση διευκολύνσεων στο άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού με την αγοραπωλησία κινητών αξιών στο Χρηματιστήριο σύμφωνα με το «Σχέδιο Επενδυτής» των εναγόντων καθιστώντας το λογαριασμό, λογαριασμό περιθωρίου (ουσιαστικά συνδέοντας την αξία των ενεχυριαζόμενων μετοχών με το ύψος του οφειλόμενου ποσού των παρεχόμενων πιστωτικών διευκολύνσεων). Ανεξάρτητα από αυτό καμιά σημασία δεν έχει πώς ονομάζεται ο λογαριασμός στους Τραπεζικούς και Χρηματιστηριακούς κύκλους. Ο εναγόμενος στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση του ισχυρίζεται εξυπακουόμενους όρους, υποσχέσεις και/ή διαβεβαιώσεις των εναγόντων στους οποίους βασίστηκε για την υπογραφή της συμφωνίας (Τεκμήριο 1), οι οποίοι όμως παρέμειναν μετέωροι και ατεκμηρίωτοι αφού καμιά μαρτυρία δεν προσκομίστηκε για απόδειξη τους. Ο εναγόμενος μάλιστα ήταν ένας έμπειρος επενδυτής όπως ο ίδιος παραδέχθηκε και ασχολείτο με το Χρηματιστήριο πολύ πριν το 1999 και συγκεκριμένα από το
  1. Ανεξάρτητα από αυτό κανένα έγγραφο-τεκμήριο δεν περιέχει διαβεβαιώσεις προς τον εναγόμενο οι οποίες δεν τηρήθηκαν. Οι ενάγοντες παρείχαν προς τον εναγόμενο διευκολύνσεις για αγοραπωλησίες κινητών αξιών σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας ημερ. 1.3.1995 (Τεκμήριο 1). Δεν συμφώνησαν να παρέχουν προς αυτόν επενδυτικές συμβουλές ή να διαχειρίζονται το χαρτοφυλάκιο του. Οι ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση να ρευστοποιήσουν το χαρτοφυλάκιο του εναγομένου αλλά δικαίωμα σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας ημερ. 1.3.1995 το οποίο δεν άσκησαν. Επιπρόσθετα δεν υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία ότι ο εναγόμενος ζήτησε από τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ καθ΄ οιονδήποτε χρόνο ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου του. Η παράλειψη εφαρμογής των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας δεν συνεπάγεται ότι ο τραπεζικός οργανισμός ενεργεί αμελώς και ότι οι συμφωνίες με επενδυτές είναι παράνομες και κατά συνέπεια άκυρες όπως έχει αποφασιστεί στη Μαρία Συρίμη ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ, Πολιτική Έφεση 315/07, ημερ. 12.7.2010, όπου στη σελ. 12 αναφέρονται τα ακόλουθα από τον Έντιμο Δικαστή κ. Κληρίδη: «.Όπως επισημαίνεται από το δικηγόρο του Εφεσίβλητου, οι Εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας αποσκοπούσαν στο να παράσχουν υποδείξεις προς τις Τράπεζες και άλλους οργανισμούς που υπόκεινται στον έλεγχο της, για τον καλύτερο τρόπο χειρισμού διαφόρων θεμάτων ώστε οι ενέργειες τους να συνάδουν με την ευρύτερη δημοσιοοικονομική πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας και του κράτους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τυχόν παραβίαση της θα οδηγούσε αυτόματα σε ακύρωση οποιασδήποτε συμβατικής πράξης που προκύπτει ως αποτέλεσμα τυχόν παραβάσεως της Εγκυκλίου. Τέτοιου είδους παραβάσεις, αποτελούν εσωτερικό θέμα μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των Εμπορικών Τραπεζών και συχνά επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις στις Τράπεζες από την Κεντρική Τράπεζα, για παραβιάσεις όρων των Εγκυκλίων. Αν το περιεχόμενο της Εγκυκλίου σκοπούσε να θέσει ρητή απαγόρευση, αυτό θα μπορούσε να συμβεί με νομοθετική ρύθμιση.» Η ίδια προσέγγιση υιοθετείται και στη Γιαννάκης Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ, Πολιτική Έφεση 21/08, ημερ. 14.7.
  2. Κατά συνέπεια το Δικαστήριο απορρίπτοντας την υπεράσπιση της αμέλειας των εναγόντων να εφαρμόσουν τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας και/ή να ενημερώσουν τον εναγόμενο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να απορρίψει και την ανταπαίτηση της παρ. 26(α) της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης για καταβολή εκ μέρους των εναγόντων του ποσού των Λ.Κ.96.458,
  3. Ο εναγόμενος προσπάθησε με τη μαρτυρία του και άλλων 5 συνολικά μαρτύρων να αποδείξει τους ισχυρισμούς του που περιέχονται στις παραγράφους 23-25 της Έκθεσης Υπεράσπισης ότι δηλαδή οι ενάγοντες κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2001 με άλλα συνδεδεμένα με αυτούς φυσικά ή νομικά πρόσωπα απέκτησαν πέραν του 70% του μετοχικού κεφαλαίου της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ και κατά συνέπεια είχαν υποχρέωση να προσφέρουν στον εναγόμενο (για 400 μετοχές που κατείχε στη Λαϊκή Επενδυτική) «την υψηλότερη τιμή που είχε διαπραγματευθεί στο Χ.Α.Κ. η μετοχή της Laiki Investment Ltd κατά τη διάρκεια των 12 προηγούμενων μηνών και η οποία ήταν Λ.Κ. 1,65». Θα διαφωνήσω με τη θέση αυτή που προώθησε ο εναγόμενος 1 προς απόδειξη της ανταπαίτησης του. Από τη μαρτυρία και τα τεκμήρια που έχω ενώπιον μου (κυρίως τα τεκμήρια 69 και 71) είναι φανερό ότι οι ενάγοντες από τον Αύγουστο του 2000 μέχρι και το Μάρτιο του 2001 δεν απέκτησαν οποιεσδήποτε μετοχές και κατείχαν κατά την επίδικη χρονική περίοδο (Ιανουάριος 2001) το ίδιο ποσοστό μετοχών στη Laiki Investments Ltd, ήτοι 57,80%. Όπως προκύπτει από απλή ερμηνεία του Κανονισμού 27 της Κ.Δ.Π. 100/97 υποχρέωση διατύπωσης δημόσιας πρότασης έχει το πρόσωπο που απέκτησε τελευταίο εκείνο το ποσοστό μετοχών (αξιών) με βάση το οποίο προκλήθηκε η υπέρβαση του ποσοστού του 70%. Δεν έχει επίσης αποδειχθεί ότι όλες οι εταιρείες που επικαλέστηκε ο κ. Καντούνας μέσα από τη μαρτυρία της κας Κρητιώτη είναι «ελεγχόμενες επιχειρήσεις» ή ήταν πρόσωπα που ενήργησαν σε συνεννόηση με τους ενάγοντες. Τέλος οποιαδήποτε ισχυριζόμενη παράβαση του Κανονισμού 27 της Κ.Δ.Π. 100/97 έγινε σύμφωνα με τα Τεκμήρια 69 και 72 από τον «Όμιλο Λαϊκής Τράπεζας» και όχι από τους ενάγοντες (μαρτυρία Νίκης Νικολάου). Ακόμα και η ισχυριζόμενη ζημιά των Λ.Κ.1,68 ανά μετοχή (ή έστω η διαφορά από την τιμή πώλησης τους) δεν έχει αποδειχθεί. Κατά συνέπεια και η ανταπαίτηση της παρ. 26(β) πρέπει να απορριφθεί. Ο κ. Καντούνας στην τελική του αγόρευση ήγειρε ακόμα ένα νομικής φύσεως θέμα. Ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία μετά τη ρητή άρνηση του εναγομένου στην παρ. 2 της Υπεράσπισης του προς απόδειξη της ύπαρξης τους που όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες του Κλητηρίου «.είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κύπρο και διεξάγει τραπεζικές εργασίες» ως η υποχρέωση της. Κατά συνέπεια η παράλειψη απόδειξης νομότυπα εγγεγραμμένης εταιρείας με την επωνυμία που επικαλέστηκαν οι ενάγοντες άφησε να νοηθεί ο κ. Καντούνας ότι θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο του οποίου η απόφαση θα πρέπει να είναι καταλυτική για την τύχη της αξίωσης η οποία θα πρέπει να απορριφθεί εκ του λόγου τούτου. Θα διαφωνήσω με τον κ. Καντούνα. Το θέμα εξετάστηκε και αποφασίστηκε στις υποθέσεις Εδαξυλ Ξυλ. Επιχειρήσεις Λτδ ν. Αγαθοκλέους
(1996)1 Α.Α.Δ. 1337, Lioufis & Co ν. Ανδρονίκου
(1996)1 Α.Α.Δ. 773 και Union Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ltd και άλλου,
(1998)1 Α.Α.Δ. 542. Θα έπρεπε σύμφωνα με τη νομολογία που παραθέτω να είχε καταχωρηθεί αίτηση για διαγραφή της αγωγής. Το αντίθετο υπάρχει στην παρούσα υπόθεση. Υπάρχει αρκετή μαρτυρία ότι η ενάγουσα εταιρεία λειτουργούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα σαν εταιρεία. Από την υπόθεση C.R.C Holiday Bank Ltd ν. Ανδρέου,
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 900, η οποία συνοψίζει τη νομολογία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «Είναι οι βασικές εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων πως η πρωτόδικη απόφαση είναι εσφαλμένη επειδή: 1. Όπως αποφασίστηκε στην Lioufis and Co. Ltd v. Μιχαλάκη Ανδρονίκου και άλλου,
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 773 "Το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα, είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής". Που δεν υπεβλήθη, οπότε, όπως επίσης αποφασίστηκε, "η ύπαρξη των εναγόντων (και εκεί εταιρείας περιορισμένης ευθύνης) δεν μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας μέσω των δικογράφων". 2. Εν πάση περιπτώσει, υπήρχε όγκος μαρτυρίας την οποία απεδέχθη το Δικαστήριο, σύμφωνα με την οποία οι εφεσείοντες λειτουργούσαν ως εταιρεία. Οπότε, όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση K.N.G. Autoparts Ltd v. Μιχάλη Ιωάννου,
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 689, λειτουργεί το μαχητό τεκμήριο κανονικότητας omnia praesumuntur rite ac solemniter esse acta, το οποίο, όπως και εκεί, δεν αντικρούστηκε. Κρίνουμε πως έχουν δίκαιο οι εφεσείοντες. Όμοιο ζήτημα απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο και στις υποθέσεις ΕΔΑΞΥΛ Ξυλουργικές Επιχειρήσεις Λτδ. και άλλου, ν. Ανδρέα Αγαθοκλέους,
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1337 και Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ltd και άλλου,
(1998)1 Α.Α.Δ. 542. Στη δεύτερη επισημάνθηκε η διάσταση στις πιο πάνω υποθέσεις. Δεν θεωρήθηκε όμως ότι παρίστατο ανάγκη επιλογής. Όπως και να είχαν τα πράγματα, η έφεση θα έπρεπε να επιτύχει. Θα ακολουθήσουμε την ίδια πορεία. Πράγματι προέκυπτε καθαρά από τη μαρτυρία που δέχθηκε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, πως οι εφεσείοντες λειτουργούσαν ως εταιρεία. Οι εφεσείοντες την αναλύουν με λεπτομέρεια στο περίγραμμά τους. Είναι αρκετό να αναφερθούμε στη σύμβαση αγοράς του επιδίκου ακινήτου και στην κατάθεσή της στο Κτηματολόγιο. Προς το οποίο και υπέβαλαν αίτηση για καθορισμό των συνόρων μεταξύ του ακινήτου τους και του ομόρου των εφεσιβλήτων. Και οι εφεσείοντες δεν προσκόμισαν μαρτυρία που θα μπορούσε να οδηγήσει προς άλλη κατεύθυνση. Ούτε ήγειραν με οποιοδήποτε τρόπο θέμα ως προς την οντότητα των εφεσειόντων κατά τη δίκη.» Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αξίωση των εναγόντων επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση προς όφελος των εναγόντων για €109.738,64 (Λ.Κ. 64.227,56) πλέον τόκους προς 11.75% επί του ποσού αυτού από 1.4.2003 μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο ενώ η ανταπαίτηση του εναγομένου 1 αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των εναγόντων (ένα σετ εξόδων). Τα επιφυλαχθέντα έξοδα των εναγόντων για την αποσυρθείσα και απορριφθείσα απαίτηση τους εναντίον των εναγομένων 2 και 3 είναι προς όφελος των εναγομένων 2 και 3 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μέχρι την ημερομηνία της απόσυρσης της απαίτησης εναντίον τους. (Υπ.) ............... Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.