Στυλιανός Κ. Γιαλλουρή ν. Στυλιανός Γιαλλουρή, Αρ. Αγωγής: 1732/10, 25 Νοεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A383 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1732/10 Μεταξύ: Στυλιανός Κ. Γιαλλουρή Ενάγοντα Και Στυλιανός Γιαλλουρή Εναγόμενου . . . . . . Αίτηση ημ. 8.3.10 για την έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 25 Νοεμβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα-αιτητή: κα. Χριστοδούλου. Για τον εναγόμενο-καθ'ου η αίτηση. κ. Παπαμιχαήλ. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή ο ενάγοντας ζητεί διάταγμα Δικαστηρίου για να ακυρωθεί η μεταβίβαση σειράς ακινήτων. Ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος κατόρθωσε να μεταβιβάσει, την ακίνητη περιουσία που περιγράφεται στην παράγραφο 1 του κλητήριου εντάλματος, επ'ονόματι του με δόλο. Την ημέρα της καταχώρησης της αγωγής ο ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητεί προσωρινό διάταγμα με το οποίο ο εναγόμενος να παρεμποδίζεται να δεσμεύσει και/ή να αποξενώσει την εν λόγω ακίνητη περιουσία. Κατά το στάδιο ακρόασης της αίτησης ο εναγόμενος παραδέχθηκε ότι δύο από τα ακίνητα έχουν δεσμευθεί προς όφελος του Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών και εκκρεμεί αίτηση που αφορά ακόμη δύο ακίνητα προς όφελος του φορέα. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος είναι υιός του αδελφού του. Ο ενάγοντας υποσχέθηκε ότι θα ενέγραφε το ακίνητο αριθμό εγγραφής 8779 τεμάχιο 386 στην μητέρα του εναγόμενου. Ο εναγόμενος διαφωνούσε μ΄αυτή την εισήγηση και έτσι ο ενάγοντας δεν υλοποίησε την υπόσχεση μέχρι να λυθεί η διαφωνία μεταξύ του εναγόμενου και της μητέρας του. Στις 19 Αυγούστου 2003 ο εναγόμενος είπε στον ενάγοντα ότι είχε λύσει τις διαφορές του με την μητέρα του. Ο ενάγοντας αντιλήφθηκε ότι θα μεταβίβαζε προς όφελος του εναγόμενου μόνο το ακίνητο με αριθμό εγγραφής
- Τουλάχιστον αυτό του λέχθηκε από το πρόσωπο που ετοίμασε τα έγγραφα για να γίνει η μεταβίβαση για λογαριασμό του εναγόμενου. Ο ενάγοντας υπέγραψε τα έγγραφα μεταβίβασης και πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση. Αργότερα ο ενάγοντας διαπίστωσε ότι η μητέρα του ενάγοντα δεν είχε ενημερωθεί για τη μεταβίβαση. Το 2009 ο ενάγοντας διαπίστωσε ότι το 2003 είχε μεταβιβάσει προς όφελος του εναγόμενου όλη την περιουσία του. Ποτέ δεν είχε πρόθεση ο ενάγοντας να πράξει κάτι τέτοιο και αυτό έγινε διότι τον παραπλάνησε ο εναγόμενος. Προτίθεται να καταγγείλει τη δόλια συμπεριφορά του εναγόμενου στην αστυνομία. Ο εναγόμενος προβάλλει εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή των γεγονότων. Ισχυρίζεται ότι την εν λόγω περιουσία την πώλησε ο ενάγοντας στον πατέρα του εναγόμενου πριν το
- Μετά το 1974 οι ενέργειες για την πραγματοποίηση της αγοραπωλησίας ατόνησαν διότι η εν λόγω ακίνητη περιουσία βρίσκεται στο χωριό Καπούτι της Επαρχίας Μόρφου. Το 2003 ο ενάγοντας ολοκλήρωσε τη διαδικασία με τη μεταβίβαση των ακινήτων που είχε πωλήσει. Αυτό έγινε στην παρουσία Ελλαδίτη γαμπρού του εναγόμενου. Θεωρεί ότι ο ενάγοντας παρασύρθηκε από το οικογενειακό του περιβάλλον γι'αυτό και πρόβαλε ισχυρισμό για δόλια μεταβίβαση της επίδικης περιουσίας. Καμία πλευρά δεν εκμεταλλεύτηκε τη δυνατότητα αντεξέτασης της άλλης πλευράς στα πλαίσια ακρόασης της ενδιάμεσης αίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του N.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Με βάση το πιο πάνω άρθρο το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία σε σχέση με την έκδοση τέτοιας φύσεως διαταγμάτων. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με γνώμονα τις πιο κάτω προϋποθέσεις:
- Την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
- Την ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων θεραπεία.
- Τη διαπίστωση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού θέματος προς εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν από το να καταδειχθεί μία συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται την αιτούμενη θεραπεία διαπιστώνεται με αναφορά το πραγματικό υπόβαθρο προς υποστήριξη της αιτήσεως στο βαθμό που έχει αποδειχθεί η πιθανότητα επιτυχίας του αιτητή όπως απαιτείται από το άρθρο 32
(1). Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξετάσης που προνοείται από τη Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd. v Muskita Aluminium Co. Ltd. Πολ. Εφ. 11156 ημ. 19.12.02, επεξηγήθηκε ότι αν και δεν χρειάζεται σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο να αποφασίσει αντικρουόμενα πραγματικά ζητήματα ή δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση διά να διαπιστώσει ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, ο ενάγοντας πρέπει να αποδείξει ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις να δικαιούται τις εν λόγω θεραπείες. Αυτό σημαίνει ότι η ένορκη δήλωση του ενάγοντα θα πρέπει να αποκαλύπτει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και προοπτικές επιτυχίας οι οποίες να υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Στην Αγγλική υπόθεση American Cyanamid v Ethican Ltd.
(1975)AC 396 επεξηγήθηκε ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν από του να αποδείξει ο ενάγοντας ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα και του δικαιώματος που προσπαθεί να προστατεύσει. Το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιχειρήσει να επιλύσει τα διάφορα πραγματικά ζητήματα που εγείρονται στην απαίτηση με βάση τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί προς υποστήριξη της αίτησης και ένστασης για την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος. Ο ρόλος του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται πέραν από του να αποφασίσει εάν εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Επομένως, δεν πρέπει το Δικαστήριο να εισέλθει σε εις βάθος εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Το Δικαστήριο εξετάζει την απαίτηση του ενάγοντα στο βαθμό που απαιτείται για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απαίτηση του ενάγοντα δεν είναι επιπόλαια με βάση τις πραγματικές παραστάσεις που τίθενται ενώπιον του ως και επίσης εξετάζει κατά πόσο η θεραπεία που αναζητεί ο ενάγοντας θεμελιώνεται στο νόμο. Βέβαια στην παρούσα περίπτωση η αίτηση της ενάγουσας βασίζεται εκτός του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και εις το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6. Αυτό το άρθρο δίδει ειδική εξουσία στο Δικαστήριο να διατηρήσει στην ίδια κατάσταση ακίνητο το οποίο είναι αντικείμενο της διαφοράς. Η απαίτηση του ενάγοντα αφορά τα επίδικα τεμάχια για τα οποία ζητεί θεραπεία από το Δικαστήριο όπως ακυρωθεί η μεταβίβαση που ισχυρίζεται ότι πραγματοποιήθηκε κατόπιν δόλου. Με το άρθρο 4 το Δικαστήριο έχει ειδική εξουσία να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα που αφορά ακίνητη ιδιοκτησία που είναι το αντικείμενο της αγωγής ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32. Όμως όπως επεξηγήθηκε στην απόφαση Γρηγόρης ν Χριστοφόρου 1 ΑΑΔ 248
(1995)η ειδική ρύθμιση που γίνεται στο άρθρο 4 δεν αφορούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων στην έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων. Η έκδοση ή μη του προσωρινού διατάγματος είναι πάντοτε ζήτημα διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει όμως να ασκείται δικαστικά με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές. Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Jonitexo Ltd. v Adidas
(1983)1 CLR 263 η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 32 Ν. 14/60 δεν πρέπει να περιορίζεται από άκαμπτους και αυστηρούς κανόνες διότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερο να ασκήσει την κρίση του και να χορηγήσει αυτή την θεραπεία εκεί όπου θα απονεμηθεί δικαιοσύνη. Τέλος έχει νομολογηθεί, σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι η τρίτη προϋπόθεση που προνοεί το άρθρο 32 του Ν.14/60 για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος πληρείται εάν ο ενάγοντας δείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να εκτελέσει οποιαδήποτε δικαστική απόφαση που δυνατόν να εκδοθεί υπέρ του σε κατοπινό στάδιο εάν το Δικαστήριο δεν του χορηγήσει το απαιτούμενο προσωρινό διάταγμα. Πάντοτε το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί την εξουσία του με τρόπο που θα προκαλείται η λιγότερη αδικία σε κάθε πλευρά. Εάν αποδειχθούν οι ισχυρισμοί του ενάγοντα που καταγράφονται στην ένορκη του δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης είναι φανερό ότι θα δικαιούται όλες τις θεραπείες που ζητεί με την αγωγή. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι έχει στερηθεί της περιουσίας του κατόπιν δόλιας ενέργειας του εναγόμενου. Εκφράζεται μία ολοκληρωμένη απαίτηση για απάτη που διαπράχθηκε εις βάρος του ενάγοντα. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Ο εναγόμενος παραδέχεται ότι πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση αλλά ισχυρίζεται ότι η μεταβίβαση δεν ήταν αποτέλεσμα δωρεάς αλλά έγινε για να υλοποιηθεί συμφωνία αγοραπωλησίας που έγινε πριν την Τουρκική εισβολή του
- Καμία πλευρά δεν αντεξέτασε τους ενόρκους δηλούντες παρόλο που κάθε πλευρά προβάλλει εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή των γεγονότων. Παρόλο τούτου θεωρώ ότι ικανοποιείται η δεύτερη προϋπόθεση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Κρίνω ότι πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση χωρίς να προβώ σε πραγματικά ευρήματα για οριστική επίλυση της διαφοράς μεταξύ των μερών, αφού η αρμοδιότητα αυτή ανήκει αποκλειστικά στο Δικαστήριο το οποίο θα εκδικάσει την υπόθεση. Ο εναγόμενος παραδέχεται ότι πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση το 2003 και ότι η μεταβίβαση αφορούσε όλη την περιουσία του ενάγοντα. Η συμφωνία αγοραπωλησίας των ακινήτων δεν έγινε μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου αλλά μεταξύ του ενάγοντα και του πατέρα του εναγόμενου. Η συμφωνία αυτή χρονολογείται πριν το 1974 και ο εναγόμενος δεν έχει προσκομίσει κανένα στοιχείο για την εν λόγω συμφωνία. Δεν έχει αναφερθεί στα ουσιώδη στοιχεία της συμφωνίας όπως επί παραδείγματι το τίμημα αγοράς των ακινήτων, το χρόνο σύναψης της συμφωνίας, εάν η συμφωνία ήταν γραπτή ή προφορική κτλ. Δέχεται ότι το 2003 έπεισε τον θείο του να του μεταβιβάσει όλη την περιουσία του χωρίς κανένα αντάλλαγμα κατά τον εν λόγω χρόνο αλλά δεν παρέθεσε κανένα στοιχείο για τη συμφωνία αγοραπωλησίας η οποία έγινε πριν 40 χρόνια. Είναι γεγονός ότι ο ενάγοντας περίμενε αρκετά χρόνια για να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή αλλά προβάλει δικαιολογία για την καθυστέρηση. Επίσης ο εναγόμενος παραδέχεται ότι ο ενάγοντας προέβη σε διαμαρτυρία για τη μεταβίβαση. Δεν είναι της αρμοδιότητας μου να προβώ σε ευρήματα σε σχέση με τις δύο αντίστοιχες εκδοχές. Αν όμως η εκδοχή του ενάγοντα επαληθευθεί υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή. Ο εναγόμενος παραδέχεται ότι τα εν λόγω ακίνητα ήταν εγγεγραμμένα επ'ονόματι του ενάγοντα για πολλά χρόνια και παραδέχεται την μεταβίβαση που πραγματοποιήθηκε το
- Ο ισχυρισμός του για την συμφωνία αγοραπωλησίας είναι γενικός, απροσδιόριστος και δεν τεκμηριώνεται με απτά στοιχεία. Με τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον μου από τις αντίστοιχες γραπτές παραστάσεις κρίνω ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και βάσιμες ελπίδες για επιτυχία. Ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση αναγκαία για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 32 αν και η τρίτη προυπόθεση δεν είναι ανάγκη να ικανοποιηθεί αφού η αγωγή αφορά ακίνητα που είναι το αντικείμενο της αγωγής. Ο εναγόμενος έχει δεσμεύσει δύο από τα ακίνητα με επιβαρύνσεις και έχει υποβάλει αίτηση στον Φορέα για να προβεί στις ίδιες επιβαρύνσεις για ακόμη δύο ακίνητα. Εάν ήθελε εκδοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα στην αγωγή δεν θα αποκατασταθεί με το διάταγμα ακύρωσης της μεταβίβασης καθότι κάποια από τα ακίνητα είναι ήδη δεσμευμένα με επιβαρύνσεις προς όφελος τρίτου προσώπου. Ο κίνδυνος να γίνει το ίδιο και με τα υπόλοιπα ακίνητα είναι πραγματικός. Το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει τέτοια διαταγή που να προκαλέσει την λιγότερη ζημιά. Στην υπόθεση Bacardi v Vinco 1 ΑΑΔ 788
(1996)το Εφετείο επεσήμανε ότι είναι 'θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του Δικαστηρίου σε σχέση με την έκδοση ή μη του προσωρινού διατάγματος ήταν εσφαλμένη.' Στα πλαίσια έκδοσης προσωρινού διατάγματος το Δικαστήριο δεν μπορεί να εισέλθει σε τόσο βάθος των γεγονότων που να εκδικασθεί η ουσία της αγωγής και να προβεί σε τελικά συμπεράσματα σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Γι'αυτό το Δικαστήριο πρέπει πάντοτε να επιδιώκει στο στάδιο αυτό να ενεργήσει με τρόπο που να μην ανατρέπει τις ισορροπίες. Κάποτε είναι ανάγκη η έκδοση προσωρινού διατάγματος για τη διατήρηση του status quo κάποτε όμως o αιτητής αποτείνεται για θεραπεία τόσο καθυστερημένα που ανατρέπεται το status quo με την έκδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίσει το όλο ζήτημα με τον τρόπο που εισηγήθηκε ο Δικαστής Π. Καλλής στην υπόθεση Bacardi. 'Aν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli εκτός εάν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo.' Εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα οι ισορροπίες θα ανατραπούν. Τα ακίνητα τα οποία είναι το αντικείμενο της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων επηρεάζονται άμεσα από τις ενέργειες του εναγόμενου με αποτέλεσμα να μην υπάρχει η δυνατότητα παροχής πλήρους θεραπείας στον ενάγοντα στο τέλος της διαδικασίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα. Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής και/ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον του καθ'ου η αίτηση εναγόμενου όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο