ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. BAMBINO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 11717/03, 26 Νοεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A384 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 11717/03 Μεταξύ ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Ενάγουσας και
- BAMBINO LTD
- ΜΙΧΑΗΛ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
- ΝΙΚΟΛΑΣ Μ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ
- ΕΥΗ ΕΥΡΙΒΙΑΔΗ
- ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Εναγομένων 26 Νοεμβρίου,
- Αίτηση από την Εναγομένη 5, ημερομηνίας 17/2/10, για παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 7/4/
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Εναγομένη 5 - Αιτήτρια: κα Φράγκου Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Χριστοδούλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η αιτήτρια ζητά από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες εμποδίζονται από του να προβούν εις την καθ' οιονδήποτε τρόπο εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 7/4/04 και/ή Β. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή (stay) της καθ' οιονδήποτε τρόπο εκτέλεσης της απόφασης στην πιο άνω αγωγή ημερομηνίας 7/4/04 (συμπεριλαμβανομένης και της πτώχευσης) και/ή Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η απόφαση ημερομηνίας 7/4/04 η οποία εκδόθηκε στην πιο πάνω αγωγή εναντίον της και/ή Δ. Προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλονται όλα τα μέτρα εκτέλεση τα οποία εκκρεμούν (συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας πτώχευσης που εκκρεμεί με αρ. 2123/09) μέχρι εκδίκασης των θεμάτων πού αναφέρονται εις τις παραγράφους Α, Β, και Γ ανωτέρω». Βάσισε την αίτηση της στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.17 Θ.10, Δ.26, Θ.14, Δ.48 Θ.1,2,3,4 9(h), στα Άρθρα 9 και 10 του Νόμου περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών, (Ν.197(Ι)/03, και των τροποποιήσεων αυτού, της νομολογίας και επί της Πρακτικής και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση περιέχονται στην επισυνημμένη σ' αυτή Ένορκη Δήλωση της ίδιας της εναγομένης - αιτήτριας. Λέγει στην Ένορκη της Δήλωση ότι στις 7.4.2004 το Δικαστήριο έκδωσε απόφαση εναντίον της Εναγομένης 1 ως πρωτοφειλέτιδας και εναντίον της ιδίας της Αιτήτριας και της Εναγομένης 4 υπό την ιδιότητά τους ως εγγυητριών της Εναγομένης
- Στις 14.12.2005 μετά από σχετική αίτηση της Εναγομένης 1 το Δικαστήριο διέταξε τον παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 7.4.2004 εναντίον της Εναγομένης 1 για το λόγο ότι είχε γίνει κακή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Μέχρι σήμερα δεν έγινε σωστή επίδοση της αγωγής. Εφόσον παραμερίσθη η απόφαση εναντίον του πρωτοφειλέτη οι ενάγοντες εμποδίζονται από το να προχωρήσουν με την εκτέλεση της απόφασης εναντίον της. Οι ενάγοντες καταχώρησαν εναντίον της ειδοποίηση πτώχευσης. Η εν λόγω απόφαση είναι άκυρη και δεν είναι εκτελεστέα λόγω του ότι προσβάλλει τις πρόνοιες του Νόμου. Οι ενάγοντες ουδέποτε επέδωσαν την αγωγή στους Εναγόμενους 2 και
- Το εξ' αποφάσεως χρέος είναι εξασφαλισμένο με υποθήκη. Στην πιο πάνω αίτηση η Ενάγουσα καταχώρησε ένσταση την οποία βάσισε στον περί Πτωχεύσεως Νόμο Κεφ. 5, άρθρα 3 (Ι),
(3), στους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς 16, 18 και 39-43, στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ 1-9, στον Περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του 2003 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση βασίζεται στους πιο κάτω λόγους: «
- Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και/ή πραγματικά αστήριχτη και/ή εκπρόθεσμη και/ή δεν είναι σύμφωνη με τους σχετικούς Νόμους και διαδικαστικούς κανονισμούς και/ή άλλως πως.
- Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες από τον Νόμο και/ή της Νομολογίας προϋποθέσεις, για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή δεν έχουν καταδειχθεί ουδόλως και/ή επαρκώς οι λόγοι που να στηρίζουν και/ή δικαιολογούν το αίτημα για ακύρωση και/ή παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 7/4/
- Δεν είναι εύλογο και/ή δίκαιο όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
- Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και/ή αντιμάχεται τον σκοπό της ταχείας διαδικασίας στην απονομή της δικαιοσύνης και/ή των σχετικών δικονομικών και/ή διαδικαστικών θεσμών.
- Η ένορκη δήλωση της αιτήτριας περιλαμβάνει ανακρίβειες και αντιφάσεις.
- Οι ισχυρισμοί στο σώμα της εν λόγω αίτησης και στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση είναι γενικοί και/ή αόριστοι και ασαφείς και εν πάση περιπτώσει είναι προφανές ότι δεν είναι αληθείς και/ή δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο το οποίο στην πραγματικότητα περιβάλλει την παρούσα υπόθεση.» Η ΄Ενσταση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της Δέσποινας Σιακαλλή η οποία είναι στην υπηρεσία της Ενάγουσας. Η πρωτοφειλέτιδα, είπε, δεν έχει τη δυνατότητα προς εξόφληση του χρέους και οποιαδήποτε περαιτέρω δικαστική διαδικασία θα ήταν άνευ ουσίας. Ο παραμερισμός της απόφασης εναντίον της πρωτοφειλέτιδας έχει αποτέλεσμα μόνο ότι οι Ενάγοντες δεν μπορούν να προχωρήσουν σε εκτέλεση της απόφασης και η αναστολή και/ή ακύρωση κρίνεται δίκαιη και ορθή μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις οι οποίες εμποδίζουν την εξ' αποφάσεως οφειλέτιδα, αιτήτρια από το να τους επικαλεστεί. Η ειδοποίηση πτώχευσης αρ. 2123/09 είναι καθόλα νομότυπη. Η μη επίδοση της αγωγής στους Εναγόμενους 2 και 3 δεν επηρεάζει την εγκυρότητα και εκτελεστότητα της απόφασης. Το χρέος ή αντικείμενο της απόφασης δεν είναι εξασφαλισμένο με υποθήκη. Πέρασαν έξι χρόνια από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης και οι καθ' ων η αίτηση έχουν προβεί σε σωρεία διαδικασιών για εκτέλεση της απόφασης με μεγάλο κόστος. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις, της αίτησης και της ένστασης. Δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Τα κριτήρια, τα οποία λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση αιτήσεων ως η παρούσα και που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εξηγούνται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Phylactou v Michael
(1982), 1 CLR 204, 210, όπως αυτό υιοθετήθηκε στην υπόθεση Πολ.Εφ. αρ. 10742, Εταιρείας Βοθροκαθαριστών Λεμεσού «Βόθροτεξ» Λτδ ν Πραξιτέλη Φαντάκη, 23.3.2001: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά ύψιστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απολεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (Βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο Εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Βρίσκω ότι η επίδοση έγινε νομότυπα. Εξάλλου δεν υπάρχει αντίθετος ισχυρισμός. Το κλητήριο ένταλμα επεδόθη στην Εναγόμενη 5 στις 12/1/04. Η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε στις 17/2/10. Μετά από έξι χρόνια. Η διαγωγή που επέδειξε η Εναγομένη 5 εν' όψει της πιο πάνω καθυστέρησης των έξι χρόνων στην υποβολή της παρούσας αίτησης σε συνδυασμό με την παντελή έλλειψη δικαιολογίας για την καθυστέρηση αυτή, είναι ασυγχώρηση, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του Εναγόντων. Ενασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια κρίνω ότι ενόψει της μεγάλης καθυστέρησης στην υποβολή της παρούσας αίτησης δεν θα πρέπει να παραμερίσω την απόφαση. Στην απόφαση Κώστας Φραντζής ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. σελ. 1094 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε: «Όπως έχει ορθά τονιστεί στην υπόθεση Mine & Quarry Services Ltd v Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου), Π.Ε. 8041, ημερομηνίας 28/1/93, η εξουσία του Δικαστηρίου σε παρόμοια ζητήματα έχει διακριτικό χαρακτήρα. Για να ακυρωθεί εκδοθείσα απόφαση ο Αιτητής οφείλει να πείσει πως διαθέτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην προβαλλόμενη εναντίον του απαίτηση. Θα πρέπει να προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού (Land Securities P.L.C. v Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439 και Sidnell v Wilson
(1966)2 Q.B. 67)». Επίσης στην απόφαση Νεάρχου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. σελίδα 954 αποφασίστηκαν τα εξής στην σελίδα 961: «Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνον εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης». Η απόφαση θα πρέπει να εξακολουθεί ισχύουσα εκτός αν αποδειχθεί ότι η υπεράσπιση είναι τόσο ουσιαστική που να δικαιολογεί επανάνοιξη της διαδικασίας. H Αιτήτρια είχε καθήκον να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση που είναι η μία από της δύο προϋποθέσεις για να επιτύχει ακύρωση της ερήμην εκδοθείσας εναντίον της απόφασης. Η Αιτήτρια δεν έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να πείθει το Δικαστήριο ότι διαθέτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην προβαλλόμενη εναντίον της απαίτηση. Το μόνο το οποίο επικαλείται η Αιτήτρια στην Ένορκη της Δήλωση για ακύρωση της απόφασης είναι ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον της πρωτοφειλέτιδας, Εναγομένης 1, και εναντίον της Εναγομένης 4 και της ίδιας υπό την ιδιότητα των ως εγγυητριών η οποία απόφαση μετά από αίτηση της πρωτοφειλέτιδας ακυρώθηκε εναντίον της λόγω κακής επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Ακολούθως οι Ενάγοντες δεν φρόντισαν να γίνει επίδοση στην Εναγομένη 1 και έτσι ο παραμερισμός της απόφασης εναντίον της πρωτοφειλέτιδας έχει σαν αποτέλεσμα ότι οι Ενάγοντες εμποδίζονται από του να προχωρήσουν με την εκτέλεση της απόφασης εναντίον της. Η Αιτήτρια επικαλείται την απόφαση Στέλιος Σιαμμάς ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. σελ. 1268. Τα γεγονότα της απόφασης αυτής διαφέρουν όμως από την παρούσα υπόθεση. Οι Ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση δεν προτίθενται να προχωρήσουν την υπόθεση εναντίον του πρωτοφειλέτη καθ' ότι στερείται περιουσίας και συνεπώς δεν θα έχει την ευκαιρία ο πρωτοφειλέτης να καταχωρήσει υπεράσπιση και έτσι δεν θα υπάρχει η πιθανότητα το Δικαστήριο να εκδώσει διαφορετική απόφαση από αυτή που εκδόθηκε εναντίον της Αιτήτριας. Επίσης η Αιτήτρια επικαλείται τις πρόνοιες του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν.197
(1)/03 και ειδικά τα άρθρα 9 και 10. Το άρθρο 9 παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να αναστέλει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης. Το άρθρο 10 προβλέπει τις περιπτώσεις, δηλαδή το πότε εκδίδεται διάταγμα αναστολής από το Δικαστήριο. Βασίζει την Αίτηση της η Αιτήτρια στο άρθρο 10
(1)(γ), το οποίο προβλέπει: «10
(1)Δικαστήριο διατάσσει δυνάμει του άρθρου 9, όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό, την αναστολή της εκτέλεσης απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, και ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η οφειλή, στις πιο κάτω περιπτώσεις: (α)..................... (β)....................... (γ) όταν υποβληθεί από τον εγγυητή αίτηση για αναστολή οποτεδήποτε μετά την έκδοση απόφασης και το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης:» Η παράγραφος (δ) του άρθρου 10
(1)προβλέπει τα εξής: «(δ) σε περίπτωση που υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί» Άρα η Αιτήτρια έπρεπε να βασίσει την Αίτηση της πάνω στο άρθρο 10
(1)(δ) με βάση τα γεγονότα που επικαλείται. Η Αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση, παράγραφος 10, αναφέρει ότι «Το χρέος αντικείμενο της απόφασης είναι εξασφαλισμένο με υποθήκη προς όφελος της Εναγούσης η οποία δεν έχει εκποιηθεί». Στον ισχυρισμό αυτό της Αιτήτριας απαντά με την ένορκη δήλωση της η Δέσποινα Σιακαλλή, που υποστηρίζει την ένσταση, όπου στην παράγραφο 10 αρνείται τον ισχυρισμό αυτό. Λέγει συγκεκριμένα «10. Αρνούμαι τον ισχυρισμό της παραγράφου 10 η οποία λανθασμένα αναφέρει πως το χρέος, αντικείμενο της απόφασης, είναι εξασφαλισμένο με υποθήκη». Όπως ανέφερα και πιο πάνω κανένας από τους ενόρκως δηλούντες ανεξετάστη. Η ακρόαση της παρούσας αίτησης προχώρησε με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων χωρίς να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Στην απόφαση Iacovou Brothers (Constr.) Ltd ν Fashionwise Ltd
(2000)1 ΑΑΔ σελ. 1377 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (Ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν Adidas Sportschuhfabriken Adi Dossier K.G.
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750 και Louis Vuitton ν Dermosak Ltd and Orphanidou
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης» Η Αιτήτρια είχε το βάρος να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι το χρέος, αντικείμενο της απόφασης είναι εξασφαλισμένο με υποθήκη προς όφελος της Ενάγουσας η οποία δεν έχει εκποιηθεί. Ούτε τα στοιχεία της υποθήκης και του ακινήτου αναφέρονται. Είναι γενικός και αόριστος ισχυρισμός ο οποίος αμφισβητείται. Θα έπρεπε να αποσείσει το σχετικό βάρος είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση, στην οποία θα έπρεπε να υποβληθεί η Δέσποινα Σιακαλλή, είτε με την παράθεση της δικής της μαρτυρίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται με έξοδα. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Καθ΄ων η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο