← Κύπρος

Γεωργίας Ριρή (το γένος ΜΟΥΣΤΑΚΑ) ν. MADEYIA DEVELOPMENTS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 11963/00, 26 Νοεμβρίου, 2010

Γεωργίας Ριρή (το γένος ΜΟΥΣΤΑΚΑ) ν. MADEYIA DEVELOPMENTS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 11963/00, 26 Νοεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A385 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 11963/00 Μεταξύ: Γεωργίας Ριρή (το γένος ΜΟΥΣΤΑΚΑ) από την Αθήνα Ενάγουσας -και-

  1. MADEYIA DEVELOPMENTS LTD
  2. ΠΑΝΙΚΟΥ ΜΑΤΖΟΥΡΑΝΟΥ Εναγομένων _______________________________ Ημερομηνία: 26 Νοεμβρίου,
  3. Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Μ. Κυπριανού και κα Ε. Νικολαΐδου. Για τους Εναγόμενους: κ. Ν. Κάνιας. ΑΠΟΦΑΣΗ Με βάση γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 26.10.1989 (τεκμήριο 1) η Εναγόμενη 1, ανέλαβε να αξιοποιήσει τέσσερα τεμάχια της Ενάγουσας, με την ανέγερση συγκροτήματος από διαμερίσματα και γραφεία. Ως αντάλλαγμα συμφωνήθηκε να παραχωρηθεί στην Ενάγουσα με τη μορφή αντιπαροχής, το 35% του οικοδομήσιμου εμβαδού των τεμαχίων που καθορίστηκε ως ακολούθως: α) 510 τ.μ. σε διαμερίσματα και β) 164 τ.μ. καθαρό εμβαδό σε καταστήματα, ήτοι δύο καταστήματα των 40 τ.μ. το καθένα επί της οδού Λιπέρτη και δύο των 42 τ.μ. το καθένα επί της οδού Αγ. Ζώνης. Το έτος 1992 - σε ημερομηνία που δεν έχει προσδιοριστεί - η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 1, υπόγραψαν συμπληρωματική συμφωνία (τεκμήριο 4), δυνάμει της οποίας η Εναγόμενη 1, υπό την εγγύηση του Εναγομένου 2, συμφώνησε να παραχωρήσει επιπρόσθετη αντιπαροχή στην Ενάγουσα αποτελούμενη από ένα κατάστημα το οποίο καθορίζεται στη συμφωνία, καθώς και το ποσό των Λ.Κ.7.
  4. Είναι παραδεκτό ότι η επιπρόσθετη αντιπαροχή παραχωρήθηκε στην Ενάγουσα, όπως διαλαμβάνεται στη συμπληρωματική συμφωνία τεκμήριο
  5. Παραπονείται, όμως, η Ενάγουσα πως οι Εναγόμενοι, παραβαίνοντας τους όρους της αρχικής συμφωνίας (τεκμήριο 1), παρέλειψαν να της παραδώσουν την αντιπαροχή που συμφώνησαν. Υποστηρίζει, επίσης, πως παρέλειψαν να αποπερατώσουν την οικοδομή μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία και προπαντός ότι δεν εξασφάλισαν ξεχωριστούς τίτλους των μονάδων, ως είχαν υποχρέωση με βάση τους όρους των συμφωνιών τους. Με την παρούσα αγωγή διεκδικεί από τους Εναγόμενους αποζημιώσεις για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.118.243, τις οποίες εξειδικεύει ως ακολούθως: α) Λ.Κ. 400 για αρχιτεκτονική αμοιβή. β) Λ.Κ.62.312 για το υπόλοιπο της αντιπαροχής. γ) Λ.Κ. 1.528 για την αμοιβή επιμετρητών. δ) Λ.Κ. 4.435 για αγορά χώρων στάθμευσης από τον Δήμο Λεμεσού. ε) Λ.Κ. 3.100 διάφορα άλλα έξοδα τα οποία υπέστη. στ) Λ.Κ.16.478 για απώλεια τόκων και ζ) Λ.Κ.30.000 για μείωση της αξίας της αντιπαροχής. Οι Εναγόμενοι αρνούνται όλες τις αξιώσεις της Ενάγουσας, υποστηρίζοντας ότι συμμορφώθηκαν πλήρως με τους όρους, τόσο της αρχικής όσο και της συμπληρωματικής συμφωνίας. Υποστηρίζουν ακόμη ότι η Ενάγουσα εμποδίζεται να προβάλλει αξιώσεις σε σχέση με την αντιπαροχή της αρχικής συμφωνίας, δεδομένου ότι επήλθε διευθέτηση του ζητήματος αυτού με τη συμπληρωματική. Όσον αφορά την καθυστέρηση στην έκδοση ξεχωριστών τίτλων για κάθε μονάδα, ισχυρίζονται ότι οφείλεται αποκλειστικά στη συμπεριφορά της Ενάγουσας η οποία δεν συνεργάστηκε για την έκδοση των τίτλων και παρέλειψε να μεταβιβάσει τα μερίδια επί της γης στην Εναγόμενη 1, κατά παράβαση της υποχρέωσης που είχε αναλάβει με τη συμφωνία αντιπαροχής. Δέχονται ότι υπήρξε μικρή καθυστέρηση στην παράδοση δύο καταστημάτων η οποία, όπως υποστηρίζουν, οφείλεται στην ενοποίηση τους και σε μετατροπές που ζήτησαν οι αγοραστές της Ενάγουσας. Με την υπεράσπιση τους πρόβαλαν επίσης ακυρότητα της συμπληρωματικής συμφωνίας και διεκδικούν επιστροφή του ανταλλάγματος που παραχωρήθηκε στην Ενάγουσα δυνάμει αυτής, θέση όμως που εγκαταλείφθηκε, τόσο με τη στάση που τήρησαν οι Εναγόμενοι στην ακροαματική διαδικασία, όσο και με την τελική αγόρευση του συνηγόρου τους. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξει την υπόθεση της η Ενάγουσα στηρίχθηκε στη μαρτυρία της (ΜΕ1) και κάλεσε ακόμη τρεις μάρτυρες. Τον Μάριο Ηρακλέους, κτηματολογικό λειτουργό (ΜΕ2), τον Αδάμο Ανδρέου, πρώην αναπληρωτή διευθυντή του κτηματολογικού γραφείου Λεμεσού (ΜΕ3) και τον εκτιμητή Άγγελο Αγαθαγγέλου (ΜΕ4). Τόσο η Ενάγουσα όσο και οι μάρτυρες της κατέθεσαν σωρεία από έγγραφα στα οποία θα γίνει αναφορά, στο βαθμό που θα κριθεί αναγκαίο. Για την πλευρά των Εναγομένων κατέθεσε μόνο ο Εναγόμενος
  6. Η μαρτυρία θα μπορούσε να συνοψισθεί ως ακολούθως: Η Ενάγουσα υποστήριξε σθεναρά ότι μέχρι σήμερα δεν έλαβε το μερίδιο αντιπαροχής που συμφώνησε να της παραχωρήσει η Εναγόμενη
  7. Η αντιπαροχή, όπως ανάφερε, συμφωνήθηκε σε ποσοστό 35% επί του οικοδομήσιμου εμβαδού αλλά της παραδόθηκε πολύ μικρότερο ποσοστό. Το γεγονός διαπιστώθηκε από τον αρχιτέκτονα Τσιάπα το έτος 1992 στον οποίο ανάθεσε την εμβαδομέτρηση των μονάδων που της είχαν δοθεί. Σαν αποτέλεσμα της έκθεσης που ετοίμασε ο Τσιάπας (τεκμήριο 6), συνέχισε, υπεγράφη η συμπληρωματική συμφωνία (τεκμήριο 4). Παρατήρησε ωστόσο, πως η έκθεση του κ. Τσιάπα ήταν ατελής γι' αυτό και ανέθεσε στη συνέχεια σε άλλους εμπειρογνώμονες την εμβαδομέτρηση της αντιπαροχής και ειδικότερα στους κ.κ. Αθανασίου και Πανταζή οι οποίοι ετοίμασαν σχετικές εκθέσεις (τεκμήρια 9 και 10 αντίστοιχα) καταβάλλοντας σ' αυτούς το ποσό των Λ.Κ.483 και Λ.Κ.1.035, αντίστοιχα ως οι αποδείξεις τεκμήρια 7 και
  8. Όπως υποστήριξε, ο κ. Τσιάπας δεν συμπεριέλαβε τους 31 χώρους στάθμευσης στους υπολογισμούς του ενώ θα έπρεπε να τους είχε συνυπολογίσει για να καταλήξει στο συνολικό εμβαδό της αντιπαροχής. Άλλο λάθος του κ.Τσιάπα, είπε, ήταν το γεγονός ότι δεν μέτρησε ένα γραφείο που πωλήθηκε προς όφελος της, αφήνοντας την με την εντύπωση ότι ήταν 150 τ.μ. Από τις μελέτες και μετρήσεις των Αθανασίου και Τσιάπα, πρόσθεσε, διαφάνηκε ότι το σύνολο της αντιπαροχής που της παρέδωσε η Εναγόμενη 1, υπολείπεται κατά 98 τ.μ. του οικοδομήσιμου εμβαδού που συμφωνήθηκε να πάρει (δηλαδή 35%), το οποίο ισοδυναμεί με Λ.Κ.62.
  9. Αντεξεταζόμενη επί του σημείου αυτού, δέχθηκε ότι ανέθεσε και σε τέταρτο εμπειρογνώμονα - τον Ξ. Καλλή - να προβεί σε εκτίμηση και εμβαδομέτρηση της αντιπαροχής. Από τις εκθέσεις του (τεκμήρια 31α και 31β) προκύπτει, όπως είπε, ότι η αντιπαροχή που της δόθηκε υπολείπεται κατά 58 τ.μ. από αυτή που προβλέπεται στις συμφωνίες. Αποδεχόμενη ότι υπήρξε συμμόρφωση της Εναγόμενης στην αντιπαροχή που συμφώνησαν με τη συμπληρωματική συμφωνία (τεκμήριο 4), υποστήριξε πως η συνολική αντιπαροχή που πήρε είναι λιγότερη από το 35% του συνολικού οικοδομήσιμου εμβαδού, ως η αρχική συμφωνία τους. Σε άλλα σημεία της μαρτυρίας της, ανάφερε πως υπήρξε καθυστέρηση από την πλευρά της Εναγόμενης 1 στην υποβολή της αίτησης για εξασφάλιση άδειας οικοδομής καθώς και στην αποπεράτωση του συγκροτήματος, γεγονός που της προκάλεσε περαιτέρω ζημιές και έξοδα. Απέτυχαν ωσαύτως, να εξασφαλίσουν τις αναγκαίες εγκρίσεις για την έκδοση χωριστών τίτλων, λόγω μετατροπών, παρατυπιών και λαθών που διέπραξαν και μέχρι σήμερα δεν εκδόθηκαν χωριστοί τίτλοι για τις μονάδες αντιπαροχής. Υφίσταται, ως εκ των παραλήψεων αυτών των Εναγομένων, σημαντικές οικονομικές ζημιές οι οποίες, όπως ανάφερε, αφορούν: α) Υπόλοιπα από τις πωλήσεις των μονάδων αντιπαροχής, που δεν εισέπραξε από τους αγοραστές της, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.49,
  10. β) Τόκους που απώλεσε στα πιο πάνω ποσά τους οποίους υπολόγισε σε Λ.Κ.16.
  11. γ) Μειώθηκε η αξία της αντιπαροχής κατά Λ.Κ.30.000 λόγω της παράλειψης των Εναγομένων να εξασφαλίσουν χωριστούς τίτλους. δ) Πλήρωσε σε δικηγόρους το ποσό των Λ.Κ.7.135,08, προκειμένου να υπερασπιστούν τις αγωγές που κίνησαν εναντίον της οι αγοραστές των μονάδων, λόγω της μη έκδοσης χωριστών τίτλων. ε) Λόγω των προσθηκομετατροπών στις οποίες προέβηκαν οι Εναγόμενοι, αναγκάστηκε να πληρώσει στον Δήμο Λεμεσού ποσό Λ.Κ.4.050 για να αγοραστεί επί πλέον χώρος στάθμευσης και για άλλα συναφή έξοδα του Δήμου και τέλος, στ) Επιβαρύνθηκε με επιπλέον κόστος Λ.Κ.3.100 για αεροπορικά εισιτήρια για τις μετακινήσεις της από την Αθήνα, όπου διαμένει, στην Κύπρο, για να υπογράψει της αιτήσεις και άλλα έγγραφα που ήταν αναγκαία για την έκδοση χωριστών τίτλων. Η μαρτυρία του Μ.Ε.2 περιστράφηκε γύρω από τα εμπόδια και άλλα προβλήματα που διαπιστώθηκαν από το τμήμα του (Επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο Λεμεσού) για την έκδοση χωριστών τίτλων. Όπως εξήγησε, η ιδιοκτήτρια - Ενάγουσα - στις 2.2.2000, υπόβαλε αίτηση για διαχωρισμό του κτιρίου (Μέγαρο Κότσαπα) και την έκδοση ξεχωριστών τίτλων για την κάθε μονάδα. Προηγουμένως, είχε εξασφαλιστεί η άδεια οικοδομής και τα απαραίτητα πιστοποιητικά διαχωρισμού και έγκρισης από την αρμόδια αρχή, δηλαδή τον Δήμο Λεμεσού. Ανατέθηκε η εκτέλεση της χωρομετρικής εργασίας σε ιδιώτη χωρομέτρη, ο οποίος ετοίμασε κατάλογο εμβαδών και ποσοστών (τεκμήριο 38α) στη βάση του οποίου ετοιμάστηκαν ειδικά σχέδια (τεκμήριο 38β). Ακολούθησε επιτόπια έρευνα από το κτηματολόγιο και σχετικός έλεγχος από ελεγκτή, ο οποίος έδωσε οδηγίες να εγγραφούν οι μονάδες που προέκυψαν από το διαχωρισμό, εφ' όσον το κτήμα ήταν ελεύθερο από εμπράγματα βάρη και απαγορεύσεις. Κατά τον έλεγχο, συνέχισε, διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν εμπράγματα βάρη και ζητήθηκε από την αιτήτρια να προσκομίσει τις αναγκαίες συγκαταθέσεις. Διαπιστώθηκε επίσης πως κάποια πωλητήρια έγγραφα δεν μπορούσαν να αντικριστούν ενώ σε κάποια άλλα, μαζί με τη μονάδα επωλείτο και χώρος στάθμευσης, χωρίς όμως να υπάρχει εξουσιοδότηση, με βάση την άδεια διαχωρισμού, για δημιουργία χώρων στάθμευσης. Όλα τα εμπόδια και προβλήματα που διαπιστώθηκαν, καταγράφηκαν σε έκθεση (τεκμήριο 39) την οποία ετοίμασε και απέστειλε στον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών. Όλα τα προβλήματα, κατέληξε, πλην του memo το οποίο εν τέλει αποσύρθηκε, εξακολουθούν να υφίστανται μέχρι σήμερα, παρά τις κατά καιρούς εισηγήσεις και υποδείξεις που έγιναν από το τμήμα του για την επίλυση τους. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.2, δέχθηκε πως στις διάφορες συναντήσεις που έγιναν στο κτηματολόγιο για εξεύρεση λύσης στα προβλήματα, δεν ειδοποιήθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν οι Εναγόμενοι. Δέχθηκε, περαιτέρω, πως η δήλωση των ενυπόθηκων δανειστών (τεκμήριο 51) θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή για προώθηση της διαδικασίας έκδοσης ξεχωριστών τίτλων, διευκρινίζοντας πως τέτοια δήλωση δεν υπάρχει στο φάκελο του κτηματολογίου. Ανάφερε, επίσης, πως η Ενάγουσα αποδέχθηκε τα ποσοστά της κοινόκτητης οικοδομής με γραπτή δήλωση, την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο
  12. Δέχθηκε τέλος, πως τα προβλήματα που υπάρχουν θα μπορούσαν να επιλυθούν με διάφορους τρόπους, πλην όμως δεν έχει τροχιοδιοδρομηθεί διαδικασία για την επίλυση τους. Προτού γίνει αναφορά στη μαρτυρία του Μ.Ε.3 θεωρώ χρήσιμο να σημειώσω πως ο εν λόγω μάρτυρας είχε αναλάβει, σε προγενέστερο στάδιο, να βοηθήσει τους διαδίκους όπως εξεύρουν λύσεις στα διάφορα προβλήματα ώστε να καταστεί δυνατή η έκδοση ξεχωριστών τίτλων. Η κοινή δήλωση των συνηγόρων, που έγινε στην παρουσία των διαδίκων, αποτυπώνεται στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 5.5.2009, ως ακολούθως: «1) Τα δύο μέρη αποφάσισαν όπως διορίσουν τον κ. Αδάμο Ανδρέου, εμπειρογνώμονα επί κτηματολογικών θεμάτων ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω είναι παρών και αποδέχεται τον διορισμό του για να μελετήσει και αποφανθεί τι χρειάζεται για να ακολουθηθεί η διαδικασία για έκδοση ξεχωριστών τίτλων. 2) Τα δύο μέρη αναλαμβάνουν να πληρώσουν τα δικαιώματα του κ. Αδάμου. 3) Ο κ. Αδάμος αποδέχεται όπως συνεργαστεί με τον κ. Ρίκκο Μιχαηλίδη από την Λεμεσό, πρώην κτηματολογικό υπάλληλο ή οποιονδήποτε άλλο εμπειρογνώμονα οι αγοραστές ήθελαν διορίσει. Σε περίπτωση μη διορισμού οποιουδήποτε εμπειρογνώμονα ή μη αποδοχής του κ. Μιχαηλίδη ο κ. Αδάμος θα συνεχίσει μόνος το έργο του. 4) Οι διάδικοι αναλαμβάνουν όπως μέχρι τις 15.5.2009 θέσουν υπόψη του κ. Αδάμου Ανδρέου όλα τα έγγραφα ή στοιχεία τα οποία τους ζητηθούν από τον κ. Αδάμο. 5) Ο κ. Αδάμου αναλαμβάνει όπως ετοιμάσει την έκθεση, την εισήγηση του μέχρι τις 30.6.
  13. 6) Οι διάδικοι αναλαμβάνουν όπως μέχρι την 7.7.2009 συναντηθούν και συζητήσουν, με σκοπό να καταλήξουν σε συμφωνία, τρόπους υλοποίησης των εισηγήσεων του κ. Αδάμου.» Είναι γι' αυτό τον λόγο που ο συνήγορος των Εναγομένων αντέδρασε όταν ο κ. Ανδρέου κλήθηκε να καταθέσει ως μάρτυρας της Ενάγουσας, γεγονός που επανέλαβε και στη γραπτή του αγόρευση. Ο Μ.Ε.3 διατηρεί, όπως ανάφερε, γραφείο για εκτιμήσεις και γενικά για παροχή συμβουλών επί κτηματολογικών θεμάτων από το έτος 2000 που αφυπηρέτησε από τη θέση αναπληρωτή διευθυντή του κτηματολογικού τμήματος. Μετά τον κοινό διορισμό του, ανέφερε, είχε αρκετές επαφές με τον κατονομαζόμενο στο πρακτικό Ρ. Μιχαηλίδη, καθώς και με τους άμεσα ενδιαφερόμενους δικηγόρους και αγοραστές των διαμερισμάτων του κτιριακού συγκροτήματος. Ο δικηγόρος των Εναγομένων, διευκρίνισε, δεν παρέστη στις συναντήσεις. Παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν, συνέχισε, δεν κατέστη δυνατό να εξευρεθεί συμβιβαστική λύση. Ετοίμασε, όμως, σχετική έκθεση (τεκμήριο 42) στην οποία κατέγραψε το ιστορικό, τη διαδικασία που ακολουθήθηκε και τα εμπόδια που διαπιστώθηκαν, με εισηγήσεις για αντιμετώπιση των προβλημάτων ώστε να καταστεί, τελικά, δυνατή η έκδοση χωριστών τίτλων για κάθε μονάδα. Με βάση την έκθεση του (τεκμήριο 42), τα εμπόδια για τον διαχωρισμό και την έκδοση χωριστών τίτλων αφορούν: α) Τους χώρους στάθμευσης, γιατί κάποιοι από τους συμβαλλόμενους επιθυμούν όπως αποκτήσουν κυριότητα, ενώ με βάση την υφιστάμενη άδεια διαχωρισμού, οι χώροι στάθμευσης είναι κοινόχρηστοι. Το πρόβλημα αυτό, όπως εισηγείται, μπορεί να επιλυθεί είτε με κοινή συναίνεση, είτε με την υποβολή νέας καλυπτικής άδειας διαχωρισμού. β) Κάποια από τα πωλητήρια έγγραφα δεν αντικρίζονται με την επί τόπου υφιστάμενη κατάσταση, πρόβλημα που επίσης μπορεί να επιλυθεί με την παρουσία όλων των εμπλεκομένων και με συναινετικές διαφοροποιήσεις των εγγράφων, όπου είναι αναγκαίο. γ) Θα πρέπει να εξαλειφθούν όλες οι υποθήκες και τυχόν άλλα εμπράγματα βάρη. Ακολούθως εισηγείται τρόπους, στη βάση των οποίων θα μπορούσαν να υλοποιηθούν οι συμφωνίες, τονίζοντας ότι για να εξευρεθεί λύση στα εμπόδια ... «επιβάλλεται συνδιαλλαγή και πρυτάνευση πνεύματος καλής θέλησης και συνεργασίας όλων των εμπλεκομένων». Στη συνέχεια ο μάρτυρας ανέφερε πως μετά την ετοιμασία της έκθεσης του ανατέθηκε από την Ενάγουσα (μέσω των δικηγόρων της) να υπολογίσει το συνολικό εμβαδό των διαμερισμάτων και καταστημάτων που έλαβε ως αντιπαροχή η Ενάγουσα. Ετοίμασε για τον σκοπό αυτό νέα έκθεση (τεκμήριο 42α) στην οποία κατέγραψε τους υπολογισμούς του. Με βάση το τεκμήριο 42α, η Ενάγουσα έλαβε τέσσερα διαμερίσματα και τρία καταστήματα συνολικού εμβαδού 579 τ.μ., ενώ θα έπρεπε να της είχαν δοθεί 735,7 τ.μ. Οι υπολογισμοί του, όπως εξήγησε στηρίχθηκαν στη χωρομετρική εργασία που έγινε από το κτηματολόγιο, από την οποία προέκυψε ότι οικοδομήθηκαν συνολικά 2.102 τ.μ. πλέον 77 τ.μ. σε καλυμμένες βεράντες. Αντεξεταζόμενος, εξήγησε πως δεν συμπεριέλαβε τις βεράντες στα εμβαδά που έλαβε συνολικά η Ενάγουσα, ούτε τους χώρους στάθμευσης. Στην Ενάγουσα, συμπλήρωσε, ανελόγησαν συνολικά 27 τ.μ. σε καλυμμένες βεράντες. Η μαρτυρία για την πλευρά της Ενάγουσας συμπληρώθηκε από τον εκτιμητή γης Α. Αγαθαγγέλου στον οποίο, όπως είπε, ανατέθηκε να υπολογίσει την αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου σε δύο ημερομηνίες: α) κατά την 1.1.1992 και β) κατά την 27.5.
  14. Με βάση την εκτίμηση (τεκμήριο 43) η αγοραία αξία της αντιπαροχής που δόθηκε στην Ενάγουσα, κατά την 1.1.1992 ήταν €285.400, ενώ κατά την 27.5.2010 ήταν €1.758.300 και αναλογεί σε ποσοστό 32,61% και 32,86%, αντίστοιχα, στη συνολική αξία του ακινήτου. Τα στοιχεία, όπως εξήγησε, του δόθηκαν από τον δικηγόρο της Ενάγουσας και συμπίπτουν με τα στοιχεία που υπάρχουν στον φάκελο του κτηματολογίου, όπως παρουσιάστηκαν και ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. τεκμήριο 38α). Το ορθό συνολικό εμβαδό ολόκληρου του οικοδομήματος είναι, με βάση τους υπολογισμούς του, 2.099 τ.μ. Δέχθηκε ωστόσο, αντεξεταζόμενος, ότι υπάρχει ένα λάθος στο άθροισμα των ποσών στη σελίδα 10 της εκτίμησης του. Το ορθό άθροισμα της αγοραίας αξίας όλων των μονάδων είναι €788.100 και όχι 798.600 όπως αναφέρεται στον σχετικό πίνακα της έκθεσης. Ανάλογο λάθος στην πρόσθεση δέχθηκε ότι υπάρχει και στα μεσοπατώματα, ήτοι το ορθό άθροισμα είναι €44.744 και όχι €46.454 που αναφέρεται στο τεκμήριο
  15. Δεν ήταν, όμως, σε θέση να πει κατά πόσο επηρεάζεται και σε ποιο βαθμό η εκτίμηση του σε σχέση με τη διαφορά και την αξία που αναφέρει στην παράγραφο 5.ι(α) στη σελίδα 10 του τεκμηρίου 43, όπου αναφέρεται ότι για το έτος 1992 η αντιπαροχή που πήρε η Ενάγουσα είναι 32,61, δηλαδή μια διαφορά 2,39%, που αντιστοιχεί με το ποσό των €20.
  16. Συνεχίζοντας, ανάφερε πως στους υπολογισμούς του συμπεριλαμβάνονται και οι βεράντες καθώς και οι καλυμμένοι χώροι. Χωρίς τις βεράντες και τους καλυμμένους χώρους, πρόσθεσε, το ποσοστό της Ενάγουσας μειώνεται σε 29,97% ή 629 τ.μ. και της Εναγόμενης 1 σε 70,03% ή 1.470 τ.μ. Σε σχετική υποβολή του συνηγόρου των Εναγομένων ότι οι υπολογισμοί του στηρίχθηκαν σε λάθος δεδομένα αφού με βάση τα κτηματολογικά στοιχεία το συνολικό εμβαδό είναι 2.187 τ.μ. και όχι 2.099 στο οποίο βασίστηκε εκείνος, απάντησε πως στηρίχθηκε στα δεδομένα που του έδωσαν οι δικηγόροι της Ενάγουσας. Ανάφερε, επίσης, πως δεν τέθηκαν υπόψη του οι άλλες εκτιμήσεις που είχαν γίνει στο παρελθόν. Δέχθηκε, τέλος, πως δεν έλαβε υπόψη του τα πωλητήρια που είχαν κατατεθεί στο κτηματολόγιο για το επίδικο ακίνητο για να υπολογίσει την αγοραία αξία του ακινήτου γιατί, όπως είπε, δεν είχε χρόνο να πάρει τα στοιχεία αυτά από το κτηματολόγιο. Στη δική του μαρτυρία ο Εναγόμενος 2 υποστήριξε ότι η Εναγόμενη συμμορφώθηκε πλήρως με όλους τους όρους των δύο συμφωνιών που υπόγραψε με την Ενάγουσα. Η εταιρεία του, είπε, εκτέλεσε όλες τις υποχρεώσεις που ανέλαβε και ουδεμία καθυστέρηση υπήρξε από τη δική τους πλευρά. Υπέβαλε την αίτηση με τα αρχιτεκτονικά σχέδια εντός της προβλεπόμενης από τη συμφωνία προθεσμίας και συμπληρώθηκε η οικοδομή προτού παρέλθουν τα δύο χρόνια, όπως διαλαμβανόταν στη συμφωνία. Η μόνη καθυστέρηση που παρατηρήθηκε οφειλόταν στην αλλαγή χρήσεως και την ενοποίηση δύο εκ των καταστημάτων της αντιπαροχής τα οποία είχε πωλήσει η Ενάγουσα. Για τον ίδιο λόγο, ανάφερε σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, υποχρεώθηκε η Ενάγουσα να καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.4.000 στον Δήμο Λεμεσού για επί πλέον χώρο στάθμευσης, λόγω της αλλαγής χρήσης των καταστημάτων. Μετά την αποπεράτωση των διαμερισμάτων και καταστημάτων, πρόσθεσε, η Εναγόμενη 1 προέβη σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την έκδοση ξεχωριστών τίτλων, εξασφαλίζοντας και τη συγκατάθεση των ενυπόθηκων δανειστών. Η καθυστέρηση στην προώθηση της διαδικασίας δεν οφείλεται στην Εναγόμενη 1, αλλά στην Ενάγουσα, η οποία διέμενε στην Ελλάδα και δεν συνεργαζόταν για την υπογραφή των εγγράφων και αιτήσεων που ήταν αναγκαίες για το διαχωρισμό, λόγω των διαφωνιών και συγκρούσεων που είχε με τους πληρεξούσιους αντιπροσώπους της. Συνεχίζοντας ο μάρτυρας υποστήριξε πως η Εναγόμενη 1, αποδέχθηκε τις μετρήσεις του αρχιτέκτονα Τσιάππα τον οποίο είχε διορίσει η Ενάγουσα, γι' αυτό και συμφώνησε να υπογράψει τη συμπληρωματική συμφωνία, παραχωρώντας επιπλέον αντιπαροχή ενός καταστήματος και Λ.Κ.7.
  17. Η συμφωνία υπεγράφη, όπως εξήγησε, μετά από συζητήσεις που είχε με την Ενάγουσα, προσδοκώντας ότι θα τους παραχωρούσε με αντιπαροχή και άλλο ένα τεμάχιο που ανήκε στην αδελφή της και εφαπτόταν του επιδίκου ακινήτου. Η εταιρεία του, επανέλαβε αρκετές φορές κατά τη μαρτυρία του, συμμορφώθηκε πλήρως με όλους τους όρους, τόσο της αρχικής όσο και της συμπληρωματικής συμφωνίας τους, παραδίδοντας στην Ενάγουσα την αντιπαροχή που προβλέπεται στις δύο συμφωνίες. Αποδίδοντας τη δημιουργία των προβλημάτων στο γεγονός ότι δεν συνεργάστηκε η Ενάγουσα για την έγκαιρη τιτλοποίηση των μονάδων, υποστήριξε πως εάν η Ενάγουσα μεταβιβάσει το 65% του τεμαχίου στην Εναγόμενη 1, μπορούν να εκδοθούν χωριστοί τίτλοι άμεσα. Όλοι οι αγοραστές, τόνισε, συμφώνησαν να διευθετηθούν τα προβλήματα και να αντικριστούν οι μονάδες, αλλά δεν συνεργάστηκε η Ενάγουσα. Ήταν, σε γενικές γραμμές, η θέση του Εναγόμενου 2 πως δεν υπάρχει οποιοδήποτε ουσιαστικό πρόβλημα για την έκδοση χωριστών τίτλων, γιατί αφ' ενός υποβλήθηκε η άδεια για διαχωρισμό και αφ' ετέρου όλοι οι ενδιαφερόμενοι, πλην της Ενάγουσας, συμφωνούν και είναι πρόθυμοι να συνεργαστούν για να επιλυθούν όλα τα εμπόδια που υπάρχουν, τα οποία, επανέλαβε, προέκυψαν από την καθυστέρηση και το γεγονός ότι μεσολάβησαν πωλήσεις, μεταπωλήσεις και ενοποιήσεις ορισμένων μονάδων. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τον χρόνο συνομολόγησης της αρχικής συμφωνίας

(1989)μέχρι την ημέρα που κατέθεσε η Ενάγουσα στο Δικαστήριο (τέλος του 2009 - 20 δηλαδή χρόνια μετά) ήταν αδύνατο να μην επιδράσει και να μην επηρεάσει τη μνήμη της επί των γεγονότων. Σε αρκετά σημεία της μαρτυρίας της φάνηκε αμήχανη, αδυνατώντας να θυμηθεί γεγονότα και λεπτομέρειες που έλαβαν χώρα πολλά χρόνια πριν. Ένδειξη αποτελεί το γεγονός ότι δεν θυμόταν εάν υπόγραψε διάφορα έγγραφα και πληρεξούσια (βλ. τεκμήρια 19 και 54) σε σημείο που υποστήριξε πως δεν ήταν η υπογραφή της. Άγνοια δήλωσε και για την εμπλοκή κάποιων δικηγόρων καθώς και για αλληλογραφία που αντάλλαξε ο σύζυγος της με έναν εκ των δικηγόρων ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της. Η ουσία βέβαια της μαρτυρίας της εστιάζεται γύρω από την εκδοχή της πως δεν της δόθηκε η αντιπαροχή που συμφώνησε με την Εναγόμενη
  1. Επί του προκειμένου η μαρτυρία της στηρίχθηκε στις εκτιμήσεις των εμπειρογνωμόνων στους οποίους ανέθεσε, κατά καιρούς, να προβούν σε μετρήσεις και εκτιμήσεις των εμβαδών και του ποσοστού της αντιπαροχής. Αναμφίβολα η Ενάγουσα υπήρξε ιδιαίτερα σχολαστική αλλά και αρκετά καχύποπτη ως προς την ακριβή έκταση της αντιπαροχής, που είναι, βέβαια, το ζητούμενο της υπόθεσης. Η δυσπιστία της ως προς την ορθότητα των εκτιμήσεων προκύπτει αβίαστα από τα γεγονότα της υπόθεσης και τον μεγάλο αριθμό των εμπειρογνωμόνων που επιστράτευσε. Αρχικά ανάθεσε την εμβαδομέτρηση στον αρχιτέκτονα Τσιάππα, ο οποίος ετοίμασε την εκτίμηση τεκμήριο 6, στη συνέχεια στον Αθανασίου, επιμετρητή, ο οποίος ετοίμασε τις εκθέσεις τεκμήρια 9α και 9β, και ακολούθως στον εκτιμητή Πανταζή που ετοίμασε την εκτίμηση τεκμήριο
  2. Δεν περιορίστηκε όμως στις ανωτέρω εκτιμήσεις. Ανέθεσε και στους Ανδρέου και Αγαθαγγέλου, Μ.Ε.3 και 4, αντίστοιχα, (βλ. τεκμήρια 42α και 43, αντίστοιχα), ενώ παλαιότερα είχε αναθέσει ανάλογη εργασία και στον εκτιμητή Ξ. Καλλή (βλ. τεκμήρια 31α και 31β). Οι πολλές εκτιμήσεις δημιούργησαν στο τέλος σύγχυση στην ίδια ως προς την εντύπωση της για τη συνολική έκταση της αντιπαροχής που πήρε. Είναι φανερό ότι η υπόθεση θα κριθεί, κυρίως, από την ερμηνεία που θα δοθεί στις δύο συμφωνίες που υπόγραψαν οι διάδικοι σε συνάρτηση, ασφαλώς, με τα γεγονότα που είναι σχετικά. Με δεδομένο ότι η σχέση των διαδίκων διέπεται από τους όρους των δύο συμφωνιών τεκμήρια 1 και 4, καθώς και το γεγονός ότι η συμπληρωματική αντιπαροχή που συμφωνήθηκε με το τεκμήριο 4, δόθηκε στην Ενάγουσα, η κύρια διαφωνία εστιάζεται στα εμβαδά και ποσοστά των μονάδων της αντιπαροχής που της δόθηκαν, σε συνάρτηση με το συνολικό όγκο εργασίας του επίδικου οικοδομήματος. Είναι λυπηρό που για τα θέματα αυτά, τα οποία εύκολα μπορούσαν να διαπιστωθούν με μια απλή καταμέτρηση από έναν ειδικό, απαιτήθηκαν τόσες πολλές εκτιμήσεις, αναλώθηκε τόσος χρόνος και σπαταλήθηκαν πολλά έξοδα, μέσα από μια πολύχρονη δικαστική διαμάχη με έντονη αντιδικία. Για την κατάσταση αυτή δεν είναι άμοιροι ευθυνών οι διάδικοι. Τόσο η ίδια η Ενάγουσα αλλά και ο Εναγόμενος 2, οι οποίοι δεν έδειξαν την απαιτούμενη συναίνεση, όπως εύστοχα υπόδειξε ο Μ.Ε.3 στον οποίο είχαν, αρχικά, αναθέσει όπως εξεύρει λύσεις στα προβλήματα που υπήρχαν για την έκδοση χωριστών τίτλων. Πέρα από τη δυσπιστία της, για την οποία έγινε ήδη αναφορά, η Ενάγουσα υπήρξε ανειλικρινής και επεχείρησε να συσκοτίσει κάποια ζητήματα, προσποιούμενη άγνοια, παρότι είχε προσωπική γνώση των γεγονότων. Ειδικότερα: α) Ανέφερε ότι πίστευε πως πήρε πολύ λιγότερο ποσοστό από την πρώτη συμφωνία, για τούτο και ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Σπ. Τσιάππα να προβεί σε διερεύνηση και καταμέτρηση των μονάδων αντιπαροχής που της δόθηκαν. Δεν έδωσε όμως πειστικές εξηγήσεις γιατί θεωρεί ότι έσφαλε στην εκτίμηση του ο Τσιάππας. Αξίζει να σημειωθεί ότι η καταμέτρηση των εμβαδών των μονάδων αντιπαροχής με βάση την Έκθεση Τσιάππα (τεκμήριο 6) συμπίπτει με τις εκτιμήσεις των Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4 (τεκμήρια 42α και 43) οι οποίες στηρίχθηκαν στη χωρομετρική εργασία. Οι διαφορές που υπάρχουν σχετίζονται με το επί πλέον κατάστημα που δόθηκε στην Ενάγουσα με τη συμπληρωματική συμφωνία και το εμβαδό του γραφείου αρ.5, το οποίο δεν λήφθηκε υπόψη στα τεκμήρια 6 και 42α. Οι λόγοι που επικαλέστηκε για την εσφαλμένη εκτίμηση του δεν πείθουν. Ανάφερε πως δεν έλαβε υπόψη του τους χώρους στάθμευσης. Την ίδια, όμως, θέση υποστήριξαν και οι εμπειρογνώμονες που κάλεσε ως μάρτυρες (Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4). Ο άλλος λόγος που επικαλέστηκε για να υποστηρίξει ότι ήταν εσφαλμένη η εκτίμηση του Τσιάππα, ήταν ότι δεν μέτρησε το γραφείο που επωλήθη προς όφελος της, αφήνοντας την, όπως ανέφερε, με την εντύπωση ότι ήταν 150 τ.μ. καθ' υπόδειξη του πληρεξουσίου της. Στο εμβαδό του γραφείου αυτού φαίνεται ότι επικεντρώνεται η διαφωνία των μερών, σε συνάρτηση και με το συνολικό εμβαδόν της αντιπαροχής. Η Ενάγουσα υποστήριξε πως δεν καρπώθηκε από την πώληση της συγκεκριμένης μονάδας, ενώ οι Εναγόμενοι υποστήριξαν ότι πωλήθηκε από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της. Η Ενάγουσα αρκέστηκε σε γενικόλογους και αόριστους ισχυρισμούς ότι δεν πήρε την αντιπαροχή που συμφώνησε με τις συμφωνίες 1 και
  3. Σε σχέση με τη διαφιλονικούμενη μονάδα, η οποία όπως διαφάνηκε αφορά το γραφείο αρ.5 στον δεύτερο όροφο με βάση την αρίθμηση που δόθηκε κατά τη χωρομετρική εργασία (βλ. τεκμήριο 38α), η μαρτυρία της υπήρξε ασαφής και αντιφατική. Από την όλη μαρτυρία της διαφάνηκε πως είχε διαφωνήσει όχι μόνο με τον Εναγόμενο 2 αλλά και με τον αδελφότεκνο της Χρ. Αγκαστινιώτη, τον οποίο είχε διορίσει πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της. Αντεξεταζόμενη, μάλιστα, ανάφερε πως δεν ενέκρινε κάποιες από τις πωλήσεις που έκανε ο πληρεξούσιος της (δια λογαριασμό της) και ειδικότερα αναφέρθηκε στις πωλήσεις με βάση τα πωλητήρια τεκμήρια 20, 21 και
  4. Φαίνεται ότι μια από τις πωλήσεις αυτές σχετίζεται με το διαφιλονικούμενο γραφείο. Επί του ζητήματος αυτού ο Εναγόμενος 2 υποστήριξε πως το γραφείο πωλήθηκε, αρχικά, σε κάποιον Χ'' Παπά, ο οποίος προέβη σε ενοποίηση με το διπλανό γραφείο το οποίο επίσης αγόρασε, γι' αυτό και παρουσιάστηκε το πρόβλημα, τόσο στην αντίκρυση του με τα σχέδια όσο και με το συνολικό εμβαδό που ανελόγησε στην Ενάγουσα. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η Ενάγουσα έδωσε διαφορετικές πληροφορίες στους Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4 σε σχέση με τη συγκεκριμένη μονάδα. Στο τεκμήριο 42α ο Μ.Ε.3 δεν υπολόγισε το γραφείο αρ.5 στον δεύτερο όροφο, αφού δεν είχε ενημερωθεί από ή εκ μέρους της Ενάγουσας ότι αποτέλεσε μέρος της αντιπαροχής. Προκύπτει επίσης ότι ο Μ.Ε.4 είχε αρχικά υπολογίσει ολόκληρο το γραφείο 5 (βλ τεκμήριο 43, σελίδα 5) στην εκτίμηση του, αλλά στη συνέχεια προέβη σε διόρθωση, καταλογίζοντας ένα μέρος, έκτασης 69 τ.μ., στην Εναγόμενη
  5. Δημιουργούνται, έτσι, εύλογα ερωτηματικά για τους λόγους που η Ενάγουσα, ενώ γνώριζε ότι της δόθηκε το υπό αναφοράν γραφείο και το πώλησε, δεν ενημέρωσε τον Μ.Ε.3, με αποτέλεσμα η Έκθεση που ετοίμασε, να παρουσιάζει ελλιπή και παραπλανητικά στοιχεία. Ενόψει των ανωτέρω, δεν αποδέχομαι την εκδοχή της Ενάγουσας ότι δεν της δόθηκε ή δεν καρπώθηκε καθόλου η ίδια από την πώληση του γραφείου αρ.
  6. β) Υποστήριξε πως η Εναγόμενη 1 δεν υπόβαλε την αίτηση για άδεια οικοδομής μέσα στην προθεσμία των τεσσάρων μηνών που προέβλεπε η συμφωνία Ανάφερε, επίσης, πως υπήρξε καθυστέρηση στην αποπεράτωση του οικοδομήματος και στην παράδοση της αντιπαροχής. Από τη μαρτυρία και τα τεκμήρια που παρουσίασαν οι Εναγόμενοι διαφάνηκε ότι η αίτηση για την άδεια οικοδομής υποβλήθηκε εμπρόθεσμα. Το γεγονός αυτό συνάγεται από τα τεκμήρια 33 και
  7. Η Ενάγουσα δήλωσε, εν τέλει, άγνοια για την υποβολή των αιτήσεων. Ήταν, όπως είπε, με την εντύπωση ότι η αίτηση υποβλήθηκε στις 25.10.90, την ημέρα δηλαδή που εκδόθηκε η άδεια οικοδομής. Δέχθηκε, όμως, ότι το καλοκαίρι του έτους 1992 είχε επιθεωρήσει κάποια από τα διαμερίσματα και καταστήματα της αντιπαροχής, βεβαιώνοντας ότι ήταν συμπληρωμένα. Υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία ότι το οικοδόμημα συμπληρώθηκε πριν από τον Νοέμβριο του έτους 1992, ήτοι μέσα στον προβλεπόμενο χρόνο των δύο ετών από την ημερομηνία έκδοσης της άδειας οικοδομής (βλ. όρο 11 του τεκμηρίου 1). Είναι δε παραδεκτό ότι η άδεια οικοδομής εκδόθηκε στις 25.10.90, όπως βεβαιώνεται στο τεκμήριο
  8. Ο σύζυγος της Ενάγουσας απέστειλε στους Εναγόμενους επιστολή σε ανύποπτο χρόνο (τεκμήριο 48), σημειώνοντας, μεταξύ άλλων, ότι το οικοδόμημα είχε περατωθεί το έτος
  9. Όπως συνάγεται, επίσης, από τα τεκμήρια 46 και 47, η πολυκατοικία είχε ελεγχθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Α.Η.Κ. και Α.ΤΗ.Κ., τον Ιούνιο του έτους 1992, γεγονός που υποστηρίζει την εκδοχή των Εναγομένων ότι είχαν συμπληρωθεί οι εργασίες ανέγερσης του κτιρίου. Υπήρξαν, όπως διαφάνηκε, κάποιες διαφοροποιήσεις που δημιούργησαν μικρή καθυστέρηση στην παράδοση κάποιων από τις μονάδες της αντιπαροχής. Οι εξηγήσεις που έδωσε ο Εναγόμενος 2 στη μαρτυρία του, για τη μικρή καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στη συμπλήρωση των εργασιών, αναφορικά με τα καταστήματα Κ1 και Κ2 που ενοποιήθηκαν, λόγω της αλλαγής χρήσης που ζήτησαν οι αγοραστές τους, κρίνονται ικανοποιητικές. Αποκαλυπτική για το ζήτημα αυτό είναι και η επιστολή των εν λόγω αγοραστών, τεκμήριο
  10. γ) Σε σχέση με τους χώρους στάθμευσης, η Ενάγουσα υποστήριξε πως δεν της δόθηκαν χώροι, ανάλογοι με τις μονάδες της αντιπαροχής. Προέκυψε όμως, από την αδιαμφισβήτητη επί του ζητήματος αυτού μαρτυρία του Εναγόμενου 2, ότι όλοι οι ιδιοκτήτες ή κάτοχοι των διαμερισμάτων και καταστημάτων έχουν δικό τους χώρο στάθμευσης. Υφίσταται βεβαίως πρόβλημα με κάποιους χώρους στάθμευσης τους οποίους πούλησε η Εναγόμενη 1, ενώ με βάση την άδεια οικοδομής οι χώροι στάθμευσης είναι κοινόκτητοι. Το ζήτημα αυτό συζητείται πιο κάτω. Άλλο παρεμφερές ζήτημα για το οποίο υπήρξε διαφωνία, σχετίζεται με το ποσό των Λ.Κ.4.050 που πλήρωσε η Ενάγουσα για επί πλέον χώρο στάθμευσης. Η ίδια υποστήριξε πως επιβαρύνθηκε με το ποσό αυτό, γιατί η Εναγόμενη 1 όφειλε να κατασκευάσει 32 χώρους στάθμευσης και κατασκεύασε μόνο
  11. Δεν αποδέχομαι ούτε επί του θέματος αυτού τη μαρτυρία της. Όπως εξήγησε ο Εναγόμενος 2, τη μαρτυρία του οποίου αποδέχομαι επί του ζητήματος αυτού, ο επί πλέον χώρος πληρώθηκε για τις ανάγκες δύο καταστημάτων (Κ1 και Κ2) τα οποία πώλησε η Ενάγουσα και οι αγοραστές ζήτησαν την αλλαγή της χρήσης τους, γεγονός που επιμαρτυρείται από τα τεκμήρια 16, 50, 57 και
  12. Δεν εξηγείται διαφορετικά η πληρωμή από την Ενάγουσα του συγκεκριμένου ποσού. Εάν τα πράγματα ήταν όπως υποστήριξε η ίδια, θα αναμενόταν να είχε ζητήσει από την Εναγόμενη 1 να διευθετήσει τη σχετική πληρωμή. δ) Η γενική εικόνα που επιχείρησε να δώσει με τη μαρτυρία της η Ενάγουσα είναι πως οι Εναγόμενοι προέβησαν σε αυθαίρετες και αδικαιολόγητες μετατροπές, που δημιούργησαν εμπόδια και καθυστερήσεις στην έκδοση χωριστών τίτλων. Ισχυρίστηκε ακόμα πως προέβησαν σε διπλή πώληση ενός διαμερίσματος, γεγονός που επίσης συνιστά εμπόδιο στην άδεια διαχωρισμού. Προέκυψε όμως από το σύνολο της μαρτυρίας πως, για όλες τις μετατροπές και αλλαγές που έγιναν στα αρχικά σχέδια, συγκατατέθηκε η Ενάγουσα, είτε με δικές της ενυπόγραφες δηλώσεις (βλ. για παράδειγμα την αίτηση για άδεια διαχωρισμού και τη γραπτή της δήλωση τεκμήριο 41) είτε με έγγραφα/ αιτήσεις που υποβλήθηκαν από τους πληρεξουσίους αντιπροσώπους της (βλ. τεκμήρια 33, 43, 57 κ.ά.). Προέκυψε περαιτέρω, από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, ότι ήρθη το εμπόδιο που αφορούσε το memo, για το οποίο προβλήθηκε από την Ενάγουσα ισχυρισμός ότι αφορούσε διπλή πώληση. Για τους πιο πάνω λόγους δεν είμαι διατεθειμένος να αποδεχθώ τη μαρτυρία της Ενάγουσας για καθυστερήσεις στην έναρξη ή αποπεράτωση των εργασιών ανέγερσης της επίδικης οικοδομής. Απορρίπτω, επίσης, τη μαρτυρία της για τον λόγο που ισχυρίστηκε ότι πλήρωσε το ποσό των Λ.Κ.4.050 στον Δήμο Λεμεσού. Είναι φανερό πως επεχείρησε να παραποιήσει τα σχετικά γεγονότα μέσα από μια προσπάθεια να διογκώσει τις απαιτήσεις της εναντίον των Εναγομένων. Αλλά και ο Εναγόμενος 2 προσπάθησε με τη μαρτυρία του να παραποιήσει τα γεγονότα. Παρότι ήταν φανερό ότι γνώριζε πολύ καλά όλες τις πτυχές της υπόθεσης, δεν έδειξε διάθεση να καταθέσει με ειλικρίνεια όλα όσα γνώριζε. Επεχείρησε να συσκοτίσει κάποια γεγονότα που έκρινε πως δεν βοηθούσαν την υπόθεση τους. Ειδικότερα: α) Δεν έδωσε πειστική και ικανοποιητική εξήγηση για το γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 πώλησε και καρπώθηκε μερικούς από τους χώρους στάθμευσης, όπως βεβαιώνεται και από τα τεκμήρια 11α και 11β. Για το ζήτημα αυτό δικαίως παραπονείται η Ενάγουσα. Εφόσον, με βάση τα σχέδια και την άδεια οικοδομής, οι χώροι στάθμευσης ήταν κοινόχρηστοι, δεν επιτρεπόταν στην Εναγόμενη 1 να πωλήσει τους χώρους και να καρπωθεί οικονομικό όφελος από τη διάθεση τους. Το γεγονός αυτό, όπως αναφέρθηκε από τους Μ.Ε.2 και 3, αποτέλεσε ένα από τα εμπόδια για την έκδοση χωριστών τίτλων. β) Επιλεκτικά κατέθεσε και τα γεγονότα που σχετίζονται με το γραφείο αρ.5, μέρος του οποίου δεν καρπώθηκε στην πραγματικότητα η Ενάγουσα. Ενώ ήταν σε θέση να γνωρίζει τα γεγονότα και τις λεπτομέρειες για το λόγο που δεν αναγράφεται στα κτηματολογικά στοιχεία και έγγραφα σε ποιο από τα δύο μέρη θα εγγραφεί, απέφυγε να δώσει σαφείς διευκρινίσεις. Αντεξετάστηκε επισταμένα επί του ζητήματος αυτού, αλλά δεν έδωσε σαφή εξήγηση σε ποίον τελικά αναλόγισε και επ' ονόματι ποίου θα εγγραφεί το μέρος του γραφείου 5, έκτασης 69 τ.μ. Σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του είχε αναφέρει ότι ολόκληρη η έκταση του γραφείου 5 δόθηκε στην Ενάγουσα. Όταν, στη συνέχεια, ρωτήθηκε να προσδιορίσει επακριβώς την αντιπαροχή που πήρε η Ενάγουσα ανάφερε, ανάμεσα στα άλλα, ότι πήρε μέρος του γραφείου 5 στον δεύτερο όροφο. Αργότερα και πάλι επιχείρησε να διαφοροποιήσει τη θέση του, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για λάθος του κτηματολογίου και θα εγγραφεί, όταν εκδοθούν χωριστοί τίτλοι, επ' ωφελεία της Ενάγουσας. Απέφυγε, επιμελώς, να προσδιορίσει την ακριβή έκταση αντιπαροχής που παρέδωσε η Εναγόμενη 1 στην Ενάγουσα. Όταν δε του υποδείχθηκε πως τα εμβαδά των γραφείων που παραδόθηκαν στην Ενάγουσα δεν καλύπτουν τα 510 τ.μ. που προβλεπόταν στη συμφωνία τους, προσπάθησε να οχυρωθεί πίσω από το ποσό των Λ.Κ.7.500 το οποίο, όπως υποστήριξε, συμφώνησαν να καλύψει και αυτή την περίπτωση. γ) Η μαρτυρία του ελέγχεται και όσον αφορά τις διεκδικήσεις της Εναγόμενης 1 για ισχυριζόμενες οφειλές από την Ενάγουσα. Υποστήριξε πως η Εναγόμενη 1 πλήρωσε για λογαριασμό της Ενάγουσας ποσό Λ.Κ.3.000 στον κτηματομεσίτη Ν. Ερωτοκρίτου, ποσό το οποίο διεκδικείται ανταπαιτητικά μαζί με τους τόκους. Προς απόδειξη της αξίωσης αυτής κατέθεσε αντίγραφο της αγωγής που κινήθηκε εναντίον της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 από τον κτηματομεσίτη (τεκμήριο 55α), το τιμολόγιο που εξέδωσε (τεκμήριο 55β) και απόδειξη πληρωμής συνολικού ποσού Λ.Κ.3.195 (τεκμήριο 55γ). Έχει, όμως, διαφανεί πως η Ενάγουσα δεν συγκατατέθηκε στην πληρωμή και συνεπώς η αξίωση της Εναγόμενης 1 για την πληρωμή των μεσιτικών εξόδων δεν τεκμηριώθηκε. Δεν τέθηκε υπόβαθρο άλλων γεγονότων στη βάση των οποίων θα μπορούσε να αποδοθεί στην Εναγόμενη 1 τέτοια θεραπεία. Ασαφής υπήρξε και η μαρτυρία του σε σχέση και με τις υπόλοιπες διεκδικήσεις της Εναγόμενης 1 που σχετίζονται με τόκους που κατ' ισχυρισμό επιβαρύνθηκε. Η μαρτυρία του για όλα τα πιο πάνω ζητήματα απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Οι θέσεις του ως προς το εμπρόθεσμο της υποβολής της αίτησης για άδεια οικοδομής και τη συμπλήρωση των εργασιών ανέγερσης του οικοδομήματος, υποστηρίζονται από τα έγγραφα στα οποία έγινε αναφορά πιο πάνω. Το ενδιαφέρον και οι ενέργειες της Εναγόμενης 1 για την έκδοση χωριστών τίτλων συνάγεται και από το γεγονός ότι εξασφάλισαν έγκαιρα τη σχετική συγκατάθεση της τράπεζας, ως ενυπόθηκων δανειστών, όπως βεβαιώνεται από το τεκμήριο
  13. Έδωσε, περαιτέρω, πειστικές και ικανοποιητικές εξηγήσεις για τη μικρή καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, στη συμπλήρωση των εργασιών ανέγερσης των δύο καταστημάτων, λόγω της αλλαγής χρήσης, θέμα για το οποίο έγινε, επίσης, αναφορά πιο πάνω. Δέχθηκε, ακόμη, πως υπήρξαν κάποιες μετατροπές στα σχέδια και από την πλευρά της Εναγόμενης 1, στις οποίες συγκατατέθηκε και η Ενάγουσα δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου της. Για τα ανωτέρω θέματα, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ο Μ.Ε.2 έδωσε την ορθή εικόνα των κτηματολογικών δεδομένων που σχετίζονται με την αίτηση διαχωρισμού του επίδικου ακινήτου. Έδωσε σαφείς και ικανοποιητικές εξηγήσεις για τα εμπόδια που υπάρχουν στην έκδοση τίτλων ιδιοκτησίας, καθώς και για τους τρόπους επίλυσης των προβλημάτων. Παρουσίασε με αντικειμενικότητα τα στοιχεία του κτηματολογικού φακέλου, δίδοντας όλες τις εξηγήσεις που του ζητήθηκαν. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως ορθή στο σύνολο της. Θετική εντύπωση σχημάτισα και για τον Μ.Ε.
  14. Οι διαπιστώσεις και παρατηρήσεις που περιέχονται στην αρχική έκθεση που ετοίμασε, συνάδουν με τα στοιχεία που τηρούνται στον κτηματολογικό φάκελο, όπως παρουσιάστηκαν με τη μαρτυρία του Μ.Ε.
  15. Εκτιμώ ότι μελέτησε, εκτίμησε και έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ακριβοδίκαια όλα τα δεδομένα που τέθηκαν στη διάθεση του, σε μια ειλικρινή προσπάθεια να εξευρεθεί λύση στα προβλήματα και εμπόδια που παρουσιάστηκαν για την έκδοση χωριστών τίτλων. Οι εισηγήσεις που περιέχονται στην έκθεση του τεκμήριο 42, θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην επίλυση όλων των προβλημάτων, πλην, βεβαίως, της όποιας οικονομικής διαφοράς έχουν τα δύο μέρη. Ορθοί φαίνεται να είναι και οι υπολογισμοί του σε σχέση με τον επιτρεπόμενο συντελεστή δόμησης των επίδικων τεμαχίων, καθώς και τον ανεγερθέντα όγκο του κτιρίου, που περιέχονται στην έκθεση του τεκμήριο 42α. Τα στοιχεία που παραθέτει στην έκθεση και οι μετρήσεις των εμβαδών των επί μέρους μονάδων, συνάδουν με τη χωρομετρική εργασία και τα κτηματολογικά σχέδια τεκμήρια 38α και 38β. Όπως βέβαια αναφέρει στην έκθεση τεκμήριο 42α, τις πληροφορίες για τις μονάδες της αντιπαροχής τις πήρε από τη δικηγόρο της Ενάγουσας. Δεν ήταν, συνεπώς, σε θέση να βεβαιώσει κατά πόσο η Ενάγουσα πήρε ή πώλησε άλλες μονάδες, εκτός από αυτές που αναφέρονται στην έκθεση του. Υποβλήθηκε, συναφώς στον μάρτυρα, πως η μονάδα / γραφείο υπ' αρ. 5 - που δεν συμπεριλαμβάνεται στις μονάδες αντιπαροχής που έλαβε υπόψη για να υπολογίσει τα εμβαδά που πήρε η Ενάγουσα - πωλήθηκε από την Ενάγουσα και θα έπρεπε να είχε υπολογιστεί και το εμβαδόν εκείνης της μονάδας στην έκθεση του. Ο μάρτυρας απάντησε με ειλικρίνεια πως δεν γνωρίζει ούτε ενημερώθηκε για τέτοια πώληση. Υποβλήθηκε, επίσης, στον μάρτυρα πως θα έπρεπε να συνυπολογίσει και τους χώρους στάθμευσης που δόθηκαν στην Ενάγουσα, στα συνολικά ποσοστά της αντιπαροχής, θέση που ορθά απέρριψε, εξηγώντας πως οι χώροι στάθμευσης δεν αποτελούν μέρος του συντελεστή δόμησης. Ορθή είναι και η θέση πως οι ακάλυπτες βεράντες δεν συγκαταλέγονται στον συντελεστή δόμησης. Σε σχέση με τις καλυμμένες βεράντες εξήγησε πως με βάση τον περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμο που τέθηκε σε ισχύ τον Δεκέμβριο του έτους 1990, ο ιδιοκτήτης δικαιούται να κτίσει μέχρι 20% καλυμμένες βεράντες και ο χώρος αυτός εμπίπτει στον συντελεστή δόμησης. Ελέγχεται και αυτή η θέση του μάρτυρα ως ορθή. Παρατηρώ, βεβαίως, ότι η σχετική νομοθεσία τέθηκε σε ισχύ μετά την υπογραφή της αρχικής συμφωνίας των διαδίκων. Αξιολογώ, επίσης, θετικά και τον Μ.Ε.4, η μαρτυρία του οποίου είναι σε γενικές γραμμές ευθυγραμμισμένη με τη μαρτυρία του Μ.Ε.3 και στηρίζεται στη χωρομετρική εργασία που προηγήθηκε. Δέχθηκε με ειλικρίνεια κάποια αριθμητικά λάθη που υπάρχουν στην έκθεση που ετοίμασε (τεκμήριο 43), τα οποία, όπως εξήγησε, δεν επηρεάζουν ουσιαστικά την εκτίμηση του για τα συνολικά εμβαδά και τις αγοραίες αξίες της αντιπαροχής και των μονάδων που αναλόγησαν στην Εναγόμενη
  16. Με τις αναγκαίες επιφυλάξεις, ως προς την ορθότητα των δεδομένων επί των οποίων στηρίχθηκε για να ετοιμάσει τους υπολογισμούς του - τα οποία του είχαν δοθεί από την πλευρά της Ενάγουσας - αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως ορθή, σημειώνοντας βέβαια, τα αθροιστικά λάθη, τα οποία δεν επηρεάζουν την εκτίμηση του για την κατά τετραγωνικό μέτρο αξία των καλυμμένων και ακάλυπτων χώρων. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και αφού έλαβα υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, καταλήγω στα ακόλουθα, βασικά, ευρήματα: α) Η Ενάγουσα ήταν ιδιοκτήτρια τεσσάρων συνεχόμενων τεμαχίων στη Λεμεσό τα οποία στη συνέχεια ενοποιήθηκαν σε ένα τεμάχιο, με κτηματολογικά στοιχεία αρ. εγγραφής 62197, τεμάχιο αρ. 538, Φ/Σχ.54/580202 (στη συνέχεια το επίδικο τεμάχιο). β) Με βάση γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 26.10.1989 (τεκμήριο 1) η Ενάγουσα παραχώρησε το πιο πάνω επίδικο τεμάχιο στην Εναγόμενη 1, η οποία ανέλαβε να το αξιοποιήσει, ανεγείροντας συγκρότημα από διαμερίσματα και γραφεία. Ως αντάλλαγμα συμφωνήθηκε να δοθεί στην Ενάγουσα, με τη μορφή αντιπαροχής, το 35% του οικοδομήσιμου εμβαδού του συγκροτήματος που θα ανεγειρόταν το οποίο καθορίστηκε ότι θα αποτελείτο από: i) 510 τ.μ. σε διαμερίσματα και ii) Τέσσερα καταστήματα, συνολικού εμβαδού 164 τ.μ. με την προϋπόθεση ότι τα εμβαδά τους αντιπροσώπευαν το 35% του οικοδομήσιμου εμβαδού του συγκροτήματος (βλ. όρο 3 του τεκμηρίου 1). γ) Κατά την εκτέλεση των εργασιών ανέγερσης, μετά από προφορική συνεννόηση μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου 2, ο οποίος ενεργούσε δια λογαριασμό της Εναγόμενης 1, συμφωνήθηκε όπως τα διαμερίσματα της αντιπαροχής μετατραπούν σε γραφεία, γεγονός που η Ενάγουσα αποδέχθηκε. δ) Περί τις αρχές του έτους 1992 και ενώ οι εργασίες ανέγερσης συνεχίζονταν, η Ενάγουσα ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Τσιάππα την εμβαδομέτρηση των μονάδων της αντιπαροχής, όπως είχαν διαμορφωθεί με τα τροποποιητικά σχέδια που είχαν ετοιμαστεί και υποβληθεί στην αρμόδια αρχή. ε) Μετά την ετοιμασία της έκθεσης Τσιάππα (τεκμήριο 6) η Ενάγουσα και Εναγόμενη 1, υπόγραψαν τη συμπληρωματική συμφωνία τεκμήριο 4, με την οποία συμφώνησαν, ανάμεσα σε άλλα, όπως η Εναγόμενη 1 παραχωρήσει στην Ενάγουσα επιπρόσθετη αντιπαροχή αποτελούμενη από ένα κατάστημα και καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.7.500, προς συμπλήρωση της ποσοστιαίας αναλογίας του 35% της αντιπαροχής. Την ανωτέρω συμπληρωματική συμφωνία εγγυήθηκε γραπτώς ο Εναγόμενος
  17. στ) Η Εναγόμενη 1 ανήγειρε και παρέδωσε στην Ενάγουσα πέντε καταστήματα (τα υπ' αρ. 1, 10 και 13) συνολικού εμβαδού 195 τ.μ. τα οποία καταλαμβάνουν ποσοστό 12,11% στην κοινόκτητη ιδιοκτησία (βλ. τεκμήρια 38α, 41 και 42α). Να σημειωθεί ότι τα τέσσερα από τα πέντε καταστήματα ενοποιήθηκαν σε δύο (Κ1 και 13, αντίστοιχα). Ανήγειρε, επίσης, και παρέδωσε στην Ενάγουσα πέντε γραφεία στον δεύτερο όροφο (τα υπ' αρ. 1, 2, 3, 4 και μέρους του 5) συνολικού εμβαδού 434 τ.μ., τα οποία καταλαμβάνουν ποσοστό 20,65% στην κοινόκτητη ιδιοκτησία (βλ. τεκμήρια 38α, 41 και 43). ζ) Αποτελεί, περαιτέρω, εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα επωφελήθηκε με το ποσό των Λ.Κ.7.500, όπως προβλέπεται στην παράγραφο Α
(2)της συμπληρωματικής συμφωνίας τεκμήριο 4 και έτσι η Εναγόμενη 1 εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που ανέλαβε έναντι της Ενάγουσας με τη συμπληρωματική συμφωνία τους. η) Βρίσκω, επίσης, ότι η Εναγόμενη 1 υπόβαλε την αίτηση με τα απαραίτητα σχέδια για εξασφάλιση άδειας οικοδομής μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία των τεσσάρων μηνών και ότι αποπεράτωσε το συγκρότημα εντός δύο ετών από την έκδοση της άδειας οικοδομής, όπως προβλέπεται στους όρους 8 και 11 του τεκμηρίου
  1. θ) Κατά την εκτέλεση των εργασιών ανέγερσης του συγκροτήματος, υπήρξαν διαφοροποιήσεις, μετατροπές και αλλαγές στα αρχικά σχέδια. Μεταξύ άλλων, διαφοροποιήθηκαν οι μονάδες της αντιπαροχής και ενοποιήθηκαν καταστήματα και γραφεία, με κοινή συναίνεση όλων των ενδιαφερομένων (διαδίκων και αγοραστών). ι) Για τις εν λόγω μετατροπές υποβλήθηκαν τροποποιητικά σχέδια με τη συγκατάθεση της Ενάγουσας και της Εναγόμενης
  2. Λόγω των πιο πάνω μετατροπών, μερικά από τα καταστήματα και γραφεία δεν αντικρίζονται με τα εγκεκριμένα σχέδια, γεγονός που δημιουργεί πρόβλημα στην έκδοση χωριστών τίτλων για κάθε μονάδα. κ) Τα περισσότερα καταστήματα και γραφεία - τόσο της αντιπαροχής όσο και εκείνων που αναλόγησαν στην Εναγόμενη 1 -, πωλήθηκαν σε τρίτους (βλ. τεκμήρια 20, 21, 22, 23, 24 και 40 (δέσμη πωλητηρίων)). Η Εναγόμενη 1, μαζί με ορισμένες μονάδες, πώλησε και χώρους στάθμευσης (βλ. τεκμήρια 11α και 11β) οι οποίοι, με βάση την άδεια οικοδομής και τα εγκεκριμένα σχέδια, είναι κοινόκτητοι. Δεν υπάρχει βέβαια αξίωση της Ενάγουσας για καταβολή σ' αυτήν μεριδίου από τα ποσά που εισέπραξε η Εναγόμενη 1 από τις πωλήσεις χώρων στάθμευσης. Αναφέρεται όμως αυτό το γεγονός γιατί, όπως εξηγήθηκε, συνιστά εμπόδιο για την έκδοση χωριστών τίτλων. λ) Στις 2.2.2000, η Ενάγουσα - ως ιδιοκτήτρια του τεμαχίου - υπόβαλε αίτηση για οριζόντιο διαχωρισμό του επίδικου κτιρίου και την έκδοση ξεχωριστών τίτλων για κάθε μονάδα. Ακολούθησε η προβλεπόμενη από τη διαδικασία χωρομετρική και κτηματολογική εργασία (τεκμήρια 38α και 38β) καθώς και ο σχετικός έλεγχος από ελεγκτή του κλάδου επιτόπιων ερευνών και ακολούθως δόθηκαν οδηγίες για εγγραφή των μονάδων που προκύπτουν από τον διαχωρισμό, νοουμένου ότι το κτήμα ήταν ελεύθερο από εμπράγματα βάρη και απαγορεύσεις. μ) Κατά τον έλεγχο εμποδίων διαπιστώθηκε ότι υπήρχε μία επιβάρυνση (memo) καθώς και εμπράγματα βάρη από τους ενυπόθηκους δανειστές της Εναγόμενης
  3. Το memo αφορούσε έναν από τους αγοραστές γραφείου της Εναγόμενης 1, το οποίο στην πορεία αποσύρθηκε. Διαπιστώθηκαν επίσης τα προβλήματα σε σχέση με τα πωλητήρια έγγραφα που έχουν αναφερθεί πιο πάνω (υπό στοιχεία θ, ι, κ, και λ). Μέχρι σήμερα δεν έχουν εκδοθεί χωριστοί τίτλοι. Όλα τα αναφερθέντα προβλήματα εξακολουθούν να υφίστανται, εκτός από το memo το οποίο έχει αποσυρθεί. Το επίδικο τεμάχιο εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Ενάγουσας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Α) ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΟΡΩΝ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΙΠΑΡΟΧΗ Το κατ' εξοχήν νομικό ζήτημα που εγείρεται αφορά την ερμηνεία των όρων της συμφωνίας και ιδιαίτερα της συμπληρωματικής (τεκμήριο 4). Έχει λεχθεί κατ' επανάληψη ότι τα Δικαστήρια, ερμηνεύοντας μια σύμβαση στοχεύουν στην ανεύρεση της πρόθεσης των συμβαλλομένων, όπως μπορεί να συναχθεί από το κείμενο, κοιταγμένο στο σύνολο του. Όταν οι λέξεις που χρησιμοποιούνται είναι σαφείς ως προς το νόημα τους, το Δικαστήριο δεν μπορεί να τους προσδώσει νόημα διαφορετικό από εκείνο που οι ίδιες οι λέξεις ενέχουν. Το κριτήριο για την ερμηνεία συμφωνίας είναι η έννοια που μεταδίδει το κείμενο στον μέσο λογικό άνθρωπο (βλ., ανάμεσα σε άλλες, Θεοχάρους ν. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240, Κούνουνα ν. Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 2126, ΚΕΟ ΛΤΔ ν. Μουζούρη
(2008)1 Α.Α.Δ. 1195). Έχει, περαιτέρω, υποδειχθεί πως δεν πρέπει να διαβάζεται κάποιος όρος απομονωμένα, ανεξάρτητα από το όλο πνεύμα της συμφωνίας και της πρόθεσης των συμβαλλομένων. Η ερμηνεία που δίδεται σε μια σύμβαση πρέπει να είναι λογική και να οδηγεί στην πραγμάτωση του σκοπού και της πρόθεσης των συμβαλλομένων, όπως αυτή συνάγεται από το κείμενο, εξεταζόμενο ως σύνολο, χωρίς να απομονώνεται οποιαδήποτε φράση (βλ. Νίκος Λίλλης ν. Παρασκευούλα Ξενή, Πολιτική Έφεση αρ. 46/2007, ημερομηνίας 27.2.2009). Η ερμηνεία που επιχειρούν να δώσουν οι Εναγόμενοι στη συμπληρωματική συμφωνία τους με την Ενάγουσα, αντιστρατεύεται κάθε λογική. Υποστηρίζουν ότι με την υλοποίηση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με βάση το τεκμήριο 4, απαλλάσσονται και από τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν με την αρχική συμφωνία τεκμήριο
  1. Για να γίνει καλύτερα κατανοητή η εισήγηση, παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο της συμπληρωματικής συμφωνίας που αφορά τους επίμαχους όρους: «Α. Μετά την υλοποίησιν των συμφωνηθέντων εις την Συμφωνία Αντιπαροχής ημερ. 26.10.1984 [1] και την ανέγερσιν υπό των Αγοραστών (MADEYIA DEVELOPMENTS LTD) του Οικοδομήματος επί των ακινήτων της ιδιοκτήτριας (Γεωργία Ριρή), ως αυτά εμφαίνωνται εις την αρχικήν Συμφωνίαν Αντιπαροχής, και προς τον σκοπόν της δίκαιης κατανομής εις ποσοστόν 35% η ιδιοκτήτρια και 65% οι Αγοραστές του συνολικού εμβαδού του ανεγερθέντος Οικοδομήματος, αμοιβαίως συμφωνείται ότι οι Αγοραστές, πλην των αρχικώς διαλαμβανομένων εις την Συμφωνίαν διαμερισμάτων και καταστημάτων αντιπαροχής, θα προσφέρουν ως περαιτέρω αντιπαροχή και/ή προς συμπλήρωσιν της αντιπαροχής τα ακόλουθα:
  2. Πλην των διαλαμβανομένων εις τον Όρον 3 της αρχικής Συμφωνίας Αντιπαροχής ημερ. 26.10.1984, ήτοι 510τ.μ. σε διαμερίσματα, δύο καταστήματα των 40τ.μ. εφαπτόμενα της οδού Δ. Λιπέρτη, καθώς και δύο καταστήματα των 42τ.μ. εφαπτόμενα της οδού Αγίας Ζώνης, και προς συμπλήρωσιν του συνολικού ποσοστού των 35% της αντιπαροχής σε σχέση με το οικοδομηθέν εμβαδόν του Μεγάρου Γεωργίου Κότσαπα, παραχωρείται επιπροσθέτως υπό των Αγοραστών και το κατάστημα υπ' αρ. 12 εις το Μπλόκ Β του Μεγάρου, το οποίο εφάπτεται της οδού Δ. Λιπέρτη και εμφαίνεται επί των επισυνημμένων και μονογραφηθέντων από των Συμβαλλομένων Αρχιτεκτονικών Σχεδίων, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστον τμήμα της παρούσης Συμφωνίας.
  3. Οι Αγοραστές οφείλουν να καταβάλουν εις την Ιδιοκτήτριαν, προς συμπλήρωσιν της ποσοστιαίας αναλογίας του 35% της αντιπαροχής, ποσόν Λ.Κ.7.
  4. ............................................ ...............» Η αρχική συμφωνία και τα όσα προηγήθηκαν της υπογραφής της συμπληρωματικής συμφωνίας δεν είναι ασύνδετα με το εξεταζόμενο ζήτημα. Είχε προηγηθεί η εκτίμηση του Τσιάππα (τεκμήριο 6) και οι διαβουλεύσεις των διαδίκων που κατέληξαν στην αποδοχή της εκτίμησης Τσιάππα. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί πως κατά τον χρόνο υπογραφής του τεκμηρίου 4, τόσο η Ενάγουσα όσο και οι Εναγόμενοι γνώριζαν τα εμβαδά και τις μονάδες της αντιπαροχής που είχαν παραχωρηθεί στην Ενάγουσα. Παρέμεινε, βεβαίως, άγνωστη η ακριβής ημερομηνία υπογραφής της συμπληρωματικής συμφωνίας, αφού δεν αναγράφεται ημερομηνία και δεν προσδιορίστηκε ο χρόνος υπογραφής από τους μάρτυρες. Είναι όμως βέβαιο, ότι υπεγράφη μετά τις 20.4.92 που συμπληρώθηκε η εκτίμηση Τσιάππα (βλ. τρίτη σελίδα του τεκμηρίου 6). Αποφαίνομαι χωρίς δισταγμό ότι η μόνη λογική ερμηνεία που μπορεί να δοθεί στη συμπληρωματική συμφωνία είναι αυτή που εισηγείται η πλευρά της Ενάγουσας. Εξετάζοντας τους πιο πάνω όρους συνολικά δεν χωρεί αμφιβολία ότι η συμπληρωματική αντιπαροχή του ενός καταστήματος και των Λ.Κ.7.500 συμφωνήθηκε να παραχωρηθεί επιπρόσθετα από την αντιπαροχή που συμφωνήθηκε με την αρχική συμφωνία. Η Εναγόμενη 1, δεν απαλλάχθηκε, συνεπώς, από τις αρχικές υποχρεώσεις της, επειδή παρέδωσε στην Ενάγουσα το κατάστημα και εκπλήρωσε την υποχρέωση που ανέλαβε για πληρωμή των Λ.Κ.7.500 με τη συμπληρωματική συμφωνία. Είναι προφανές από το περιεχόμενο του όρου 3 της αρχικής συμφωνίας και των όρων Α1 και 2 της συμπληρωματικής, ότι το επί πλέον κατάστημα και το ποσό των Λ.Κ.7.500, παραχωρήθηκαν από την Εναγόμενη 1 για να συμπληρωθεί το συνολικό ποσοστό 35% της αντιπαροχής που ήταν, με βάση το τεκμήριο 1, η ουσία της συμφωνίας των διαδίκων. Αυτό, βρίσκω, ήταν το όλο πνεύμα της συμφωνίας αντιπαροχής. Να πάρει η Ενάγουσα συνολικό ποσοστό 35% από τα συνολικά εμβαδά που θα ανοικοδομούσε η Εναγόμενη 1 στην ακίνητη ιδιοκτησία που της παραχώρησε και το υπόλοιπο 65% να το επωφεληθεί η Εναγόμενη
  5. Καταλήγω, συνεπώς, ότι η Εναγόμενη 1 όφειλε να παραδώσει στην Ενάγουσα τα διαμερίσματα και καταστήματα, στην έκταση που καθορίστηκαν με τον όρο 3 του τεκμηρίου
  6. Β) ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΟΡΟΥ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΓΥΗΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 2 Η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι η εγγύηση του Εναγομένου 2 καλύπτει και τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 που πηγάζουν από την αρχική συμφωνία. Η εισήγηση δεν ευσταθεί. Ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε προσωπικά τις επιπρόσθετες υποχρεώσεις που ανέλαβε η Εναγόμενη 1, έναντι της Ενάγουσας, με τη συμπληρωματική συμφωνία. Η εγγύηση του περιορίζεται, ουσιαστικά, στην εκπλήρωση της υποχρέωσης που ανέλαβε η Εναγόμενη 1 για την πρόσθετη αντιπαροχή του ενός επιπλέον καταστήματος και των Λ.Κ.7.
  7. Εφόσον είναι παραδεκτό ότι η Εναγόμενη 1 εκπλήρωσε στο ακέραιο τις υπό αναφοράν υποχρεώσεις της προς την Ενάγουσα, δεν εγείρεται πλέον ζήτημα προσωπικής ευθύνης του Εναγόμενου 2, για τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 που απορρέουν από την αρχική συμφωνία. Για τον απλούστατο λόγο ότι ο Εναγόμενος 2 δεν εγγυήθηκε προσωπικά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων εκείνων, από την Εναγόμενη. Γ) ΑΞΙΟΥΜΕΝΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ Η βασική αξίωση αφορά την αθέτηση της υποχρέωσης της Εναγόμενης 1 να της παραδώσει 510 τ.μ. σε διαμερίσματα και γραφεία, όπως είχε αναλάβει με την αρχική συμφωνία, τεκμήριο 1 και επιβεβαιώθηκε με τη συμπληρωματική, τεκμήριο
  8. Η γενική αρχή που διέπει το εξεταζόμενο ζήτημα είναι εκείνη της αποζημίωσης ώστε το αθώο μέρος να τεθεί, στο βαθμό που είναι εφικτό, στην ίδια θέση στην οποία θα βρισκόταν εάν δεν υπήρχε παράβαση (βλ. Άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, Saab a.o. n. Holy Monastery of Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Δρυάδης κ.ά. ν. Καλησπέρας
(1998)1 Α.Α.Δ. 881). Σε σχέση με τον χρόνο υπολογισμού των αποζημιώσεων, ο γενικός κανόνας είναι ότι καθορίζεται κατά τον χρόνο της διάρρηξης (βλ. επίσης Ερωτικρίτου ν. Θεοδώρου κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1800). Με βάση τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, η Εναγόμενη 1 αθέτησε την υποχρέωση που ανέλαβε με την αρχική συμφωνία για να παραδώσει στην Ενάγουσα 510 τ.μ. σε διαμερίσματα και γραφεία. Όπως διαπιστώθηκε, της παρέδωσε, συνολικά, 434 τ.μ. και όχι 384 τ.μ., όπως εσφαλμένα υποστήριξε η Ενάγουσα. Δικαιούται, συνεπώς, να αποζημιωθεί για τη διαφορά των 76 τ.μ. Με βάση την εκτίμηση του Μ.Ε.4, η οποία έγινε αποδεκτή, η αξία των 76 τ.μ. κατά τον χρόνο που όφειλε η Εναγόμενη 1 να εκτελέσει τη συγκεκριμένη υποχρέωση, με παράδοση της αντιπαροχής στην Ενάγουσα (Οκτώβριο του έτους 1992) ήταν €25.840 (76 χ €340 ανά τ.μ.). Εκτιμώ ότι η Ενάγουσα έχει τεκμηριώσει την αξίωση της αυτή και δικαιούται σε απόφαση για το ποσό που αναφέρθηκε, πλέον τους νόμιμους τόκους. Δ) Η ΑΞΙΩΣΗ ΓΙΑ ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΑΡΟΧΗΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΤΟΚΩΝ Η Εν λόγω αξίωση στηρίζεται στη θέση της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη 1 παρέβηκε την υποχρέωση της για εξασφάλιση χωριστών τίτλων για κάθε μονάδα. Συνεπεία αυτής της παράβασης, υποστηρίζει, μειώθηκε η αξία της αντιπαροχής. Έχει επανειλημμένα υποδειχθεί ότι οι ειδικές αποζημιώσεις θα πρέπει να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Απλή δικογράφηση της ζημιάς ή/και γενική αναφορά από τον διάδικο ότι έχει υποστεί ζημιές, συνεπεία κάποιας παράβασης όρου της συμφωνίας από το αντίδικο μέρος, δεν αρκεί (βλ. μεταξύ άλλων Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Πιττάλης κ.ά. ν. Ianiza Enterprises Ltd κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814, Ζαβρού κ.ά. ν. Καριτζή κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ. 977). Από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν τεκμηριώθηκε τέτοια ζημιά. Η γενική και αόριστη αναφορά της Ενάγουσας ότι, κατά την εκτίμηση της, μειώθηκε η αξία της αντιπαροχής που έλαβε, απέχει κατά πολύ από το μέτρο απόδειξης που καθιέρωσε η νομολογία μας. Η συλλογιστική της Ενάγουσας, ότι μειώθηκε η αξία της αντιπαροχής επειδή δεν εκδόθηκε χωριστός τίτλος, δεν βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που κάλεσε ως μάρτυρες. Η αξίωση δεν θα μπορούσε να επιτύχει για ακόμη ένα σημαντικότερο λόγο. Η εισήγηση για πρόκληση ζημιάς στην Ενάγουσα λόγω μη έκδοσης χωριστών τίτλων, εκλαμβάνει ως δεδομένο, ότι οι λόγοι που δεν εκδόθηκαν οι τίτλοι οφείλονται αποκλειστικά σε παραβάσεις ή παραλήψεις της Εναγομένης
  1. Είναι γεγονός ότι καθυστέρησε η υποβολή της αίτησης διαχωρισμού, λόγω αλλαγών και μετατροπών στα αρχικά σχέδια που ζήτησε η Εναγόμενη
  2. Όπως όμως προέκυψε από τη μαρτυρία, ένας από τους λόγους που δεν προωθήθηκε από το κτηματολόγιο η αίτηση διαχωρισμού, είναι το γεγονός ότι οι μονάδες δεν αντικρίζονται με τα εν χρήσει σχέδια. Ο λόγος, όπως εξηγήθηκε από τους Μ.Ε.2, 3 και τον Μ.Υ.1 είναι γιατί ενοποιήθηκαν, κάποιες μονάδες. Ανάμεσα στις μονάδες που ενοποιήθηκαν συμπεριλαμβάνονται και μονάδες που ανελόγησαν στην ενάγουσα, οι οποίες πωλήθηκαν ή/και μεταπωλήθηκαν σε τρίτους. Για να αντικριστούν, χρειάζεται η συγκατάθεση όλων των εμπλεκομένων - διαδίκων και αγοραστών -. Η Ενάγουσα δέχθηκε κατά τη μαρτυρία της πως δεν ήταν διατεθειμένη να συγκατατεθεί και να συνεργαστεί για την έκδοση χωριστών τίτλων εάν δεν ικανοποιούνται οι αξιώσεις της. Θα μπορούσε να συνεργαστεί για την έκδοση χωριστών τίτλων, χωρίς να εγκαταλείψει τις υπόλοιπες αξιώσεις της εναντίον της Εναγόμενης
  3. Με αυτό, εξάλλου, το πνεύμα ανατέθηκε από κοινού στην Μ.Ε.3 να ενεργήσει ως κοινός εκτιμητής για να εισηγηθεί τρόπους που θα βοηθούσαν την έκδοση χωριστών τίτλων. Παρόλο που έγιναν εισηγήσεις, τόσο από τον Μ.Ε.3 όσο και προγενέστερα από τον Μ.Ε.2, η Ενάγουσα δεν έδειξε διάθεση να συνεργαστεί. Ανεξάρτητα και επιπρόσθετα από τις πιο πάνω διαπιστώσεις, η Ενάγουσα, με βάση τον όρο 12 του τεκμηρίου 1, είχε υποχρέωση να μεταβιβάσει στην Εναγόμενη 1 το 65% μερίδιο του επίδικου τεμαχίου, αμέσως μετά την παράδοση της αντιπαροχής. Παρά το γεγονός ότι η Εναγόμενη ζήτησε από την Ενάγουσα να της μεταβιβάσει το μερίδιο με την επιστολή ημερ. 22.11.2000 (τεκμήριο 29), η τελευταία δεν ανταποκρίθηκε. Είναι αυτονόητο ότι για να εκδοθούν χωριστοί τίτλοι θα πρέπει να μεταβιβαστεί το μερίδιο που συμφωνήθηκε στην Εναγόμενη
  4. Με την ίδια γενικότητα προβάλλεται και η αξίωση για τόκους, οι οποίοι κατ' ισχυρισμόν δεν της καταβλήθηκαν από τους αγοραστές της. Η αξίωση δεν θα μπορούσε να επιτύχει για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Είναι ίσως κατάλληλο το σημείο αυτό να υποδειχθεί και από το Δικαστήριο στους διαδίκους η ανάγκη για συνεργασία και επίδειξη πνεύματος καλής θέλησης, προκειμένου να προωθηθεί η διαδικασία για έκδοση χωριστών τίτλων. Τα προβλήματα με τα πωλητήρια έγγραφα μπορούν να επιλυθούν με τους τρόπους που εισηγήθηκε ο Μ.Ε.
  5. Όπως αναφέρει στην έκθεση του, θα μπορούσε να υλοποιηθεί η συμφωνία των διαδίκων και να εκδοθούν οι χωριστοί τίτλοι για κάθε μονάδα, εφόσον οι διάδικοι επιδείξουν καλή θέληση και συνεργαστούν για: 1) Την αντίκριση των πωληθέντων μονάδων με τα εγκεκριμένα σχέδια. 2) Την μεταβίβαση από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη 1 του 65% μεριδίου του επίδικου τεμαχίου. 3) Την εξασφάλιση της απαραίτητης συγκατάθεσης των ενυπόθηκων δανειστών εκ μέρους της Εναγόμενης
  6. 4) Την επίλυση συναινετικά του προβλήματος που δημιουργήθηκε από την πώληση εκ μέρους της Εναγομένης 1 χώρων στάθμευσης σε κάποιους από τους αγοραστές καταστημάτων/γραφείων, ή με την υποβολή τροποποιημένων σχεδίων, όπως εισηγήθηκε ο Μ.Ε.
  7. Δεν παραγνωρίζεται ότι, με βάση τις συμφωνίες τεκμήρια 1 και 4 η υποχρέωση για έκδοση χωριστών τίτλων για κάθε μονάδα έχει αναληφθεί από την Εναγόμενη
  8. Ούτε το γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 έχει προβεί σε παραβιάσεις και παρατυπίες (όπως για παράδειγμα τις πωλήσεις χώρων στάθμευσης) που συνιστούν εμπόδια στην όλη διαδικασία διαχωρισμού. Τα εμπόδια όμως αυτά μπορούν να υπερπηδηθούν μόνο εάν υπάρξει συναίνεση και συνδιαλλαγή από όλους τους εμπλεκόμενους. Ε) ΑΞΙΩΣΗ ΓΙΑ ΕΞΟΔΑ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΝ Για το κεφάλαιο αυτό διεκδικεί τα έξοδα που έχει υποστεί για τις αμοιβές των διαφόρων ειδικών - εμπειρογνωμόνων στους οποίους ανέθεσε, κατά καιρούς, την εμβαδομέτρηση των μονάδων αντιπαροχής και του συνολικού εμβαδού που οικοδομήθηκε. Έχει ήδη επισημανθεί πως κρίνεται αχρείαστη η επιστράτευση τόσων ειδικών για μια απλή εργασία εμβαδομέτρησης. Η ανάθεση στον αρχιτέκτονα Τσιάππα αυτής της μελέτης ήταν αρκετή για να διαφωτίσει την Ενάγουσα. Οι μετρήσεις του, όπως έχει διαφανεί, ήταν ορθές και δεν απαιτείτο να γίνουν περαιτέρω εκτιμήσεις για το ζήτημα αυτό. Θα εδικαιολογείτο, συνεπώς, μόνο η αμοιβή του Τσιάππα για την οποία όμως δεν προσκομίστηκε θετική μαρτυρία. Επαναλαμβάνω την ανάγκη για αυστηρή απόδειξη των ειδικών ζημιών. Η αξίωση για τα έξοδα των άλλων εκτιμήσεων κρίνεται αδικαιολόγητη. Η Ενάγουσα ζητά τα έξοδα που πλήρωσε στους εκτιμητές Αθανασίου και Πανταζή, τους οποίους δεν κάλεσε ως μάρτυρες θεωρώντας, μάλιστα, τις εκτιμήσεις τους εσφαλμένες. ΣΤ) ΑΞΙΩΣΗ ΓΙΑ ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΧΩΡΟ ΣΤΑΘΜΕΥΣΗΣ Για το κονδύλι αυτό κατατέθηκε από την Ενάγουσα η απόδειξη πληρωμής στον Δήμο Λεμεσού του ποσού των Λ.Κ.4.050 (τεκμήρια 13 και 14). Διεκδικεί περαιτέρω ποσό Λ.Κ.385 για τόκους που υποχρεώθηκε να πληρώσει για δάνειο που συνήψε, προκειμένου να πληρώσει το ποσό αυτό στο Δήμο Λεμεσού (τεκμήριο 15). Όπως διαπιστώθηκε, ο επί πλέον χώρος στάθμευσης κρίθηκε αναγκαίος για τις ανάγκες των καταστημάτων Κ1 και Κ2, που ανελόγησαν στην Ενάγουσα και τα πώλησε σε τρίτους. Ήταν υποχρέωση της Ενάγουσας να επιβαρυνθεί με το κόστος του χώρου αυτού. Κατά συνέπεια οι σχετικές αξιώσεις κρίνονται αβάσιμες και απορρίπτονται. Ζ) ΑΞΙΩΣΗ ΓΙΑ ΕΞΟΔΑ ΤΑΞΙΔΙΩΝ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ Για το κονδύλι αυτό η Ενάγουσα κατέθεσε δέσμη από φωτοαντίγραφα των αεροπορικών εισιτηρίων που πλήρωσε για να πηγαινοέρχεται στην Κύπρο, από την Ελλάδα, όπου διαμένει (τεκμήριο 17). Όπως υποστήριξε, αναγκάστηκε να ταξιδεύει τόσο συχνά για να υπογράφει διάφορα έγγραφα και αιτήσεις, λόγω των προβλημάτων που παρουσιάζονταν στη διαδικασία έκδοσης χωριστών τίτλων, για τα οποία ευθύνονται οι Εναγόμενοι. Ούτε αυτή η αξίωση είναι δικαιολογημένη. Πέρα από τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, η Ενάγουσα θα μπορούσε να διορίσει πληρεξούσιο, όπως είχε πράξει για διάφορα χρονικά διαστήματα, για να υπογράφει δια λογαριασμό της τα έγγραφα/αιτήσεις που ήταν απαραίτητα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που εξηγήθηκαν καταλήγω ότι η Ενάγουσα δικαιούται να αποζημιωθεί από την Εναγόμενη 1 με τη διαφορά των 76 τ.μ. σε διαμερίσματα/γραφεία τα οποία υπολοίπονται από τα εμβαδά που είχαν συμφωνηθεί να της παραδοθούν από την Εναγόμενη 1, με τη συμφωνία αντιπαροχής τεκμήριο
  9. Η αξία των 76 τ.μ. καθορίστηκε στο ποσό των €25.
  10. Όλες οι άλλες αξιώσεις της Ενάγουσας αποτυγχάνουν. Αποτυγχάνει επίσης στο σύνολο της η ανταπαίτηση. Σε σχέση με τα έξοδα, εξασκώντας τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αφού λήφθηκε υπόψη η επιτυχία της Ενάγουσας σε μία μόνο από τις αξιώσεις της εναντίον της Εναγόμενης 1, καθώς και του γεγονότος ότι η απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως επιδικαστούν έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 1, τα οποία να υπολογιστούν στην κλίμακα επιτυχίας της αγωγής. Υπό τις περιστάσεις, δεν θα υπάρξει διαταγή για τα έξοδα του Εναγομένου 2, εφόσον είχε κοινό δικηγόρο με την Εναγόμενη 1, ούτε για την ανταπαίτηση, λόγω της συνεκδίκασης της με την αγωγή. Εκδίδεται κατά συνέπεια απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 1 για το ποσό των €25.840 με νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 2 και η ανταπαίτηση απορρίπτονται, χωρίς περαιτέρω διαταγή ως προς τα έξοδα. [Υπ.] ............ Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. νχ [1] Είναι παραδεκτό ότι η συμφωνία υπεγράφη στις 26.10.1989 και όχι 26.10.1984, όπως από παραδρομή αναγράφεται στο τεκμήριο
  11. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.