← Κύπρος

LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC COMPANY LTD ν. Δέσπως Παρασκευαϊδου κ.α., Αγωγή Αρ. 8522/04, 26.11.2010

LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC COMPANY LTD ν. Δέσπως Παρασκευαϊδου κ.α., Αγωγή Αρ. 8522/04, 26.11.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A386 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 8522/04 Μεταξύ: LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC COMPANY LTD Ενάγουσας - και -

  1. Δέσπως Παρασκευαϊδου
  2. Σουζάνας Αναστάση
  3. Μελάνθης Μελανθίου
  4. Βαλεντίνας Αντωνιάδου Εναγομένων Αίτηση ενάγουσας για αναθεώρηση εξόδων Ημερομηνία: 26.11.2010 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα/αιτήτρια: κ. Αλ. Μαρκίδης Για καθ΄ ων η αίτηση: κ. Χρ. Χριστοφίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η LIBERTY LIFE (στο εξής η αιτήτρια) διόρισε τους δικηγόρους Λ. Παπαφιλίπππου & Σία (στο εξής οι καθ΄ ων η αίτηση) να την εκπροσωπήσουν σε διάφορες δικαστικές διαδικασίες, μεταξύ των οποίων και η αγωγή 8522/04 (η παρούσα). Για λόγους που δεν ενδιαφέρουν, η σχέση δικηγόρου-πελάτη κατέρρευσε και οι καθ΄ ων η αίτηση απευθύνθηκαν στον Πρωτοκολλητή για ψήφιση των εξόδων τους σύμφωνα με τις κλίμακες των Δικαστικών Κανονισμών, όπως ρητά προνοούσε και το έντυπο του διορισμού τους βάσει της Δ.2 Κ.
  5. Σ΄ ότι αφορά την παρούσα, η σχετική διαδικασία ενώπιον του Πρωτοκολλητή διεξήχθη στις 28.5.2010 και κατ΄ αυτή ο δικηγόρος που εμφανίσθηκε για την αιτήτρια διατύπωσε τη θέση ότι ο Πρωτοκολλητής δεν είχε δικαίωμα να επιδικάσει τόκο επί των εξόδων, θέση που απορρίφθηκε κατ΄ επίκληση του άρθρου 33

(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου και των Δ.59 και 30 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών. Κατ΄ ακολουθία τούτων ο Πρωτοκολλητής καθόρισε τα έξοδα των καθ΄ ων η αίτηση στο ποσό των €1.182,20 με τόκο 5,5% από 31.12.08 πλέον Φ.Π.Α., εκδίδοντας προς τούτο σχετικό πιστοποιητικό ημερ. 11.6.2010. Η αιτήτρια διαφωνεί με την απόφαση του Πρωτοκολλητή ότι είχε τη διακριτική ευχέρεια να επιδικάσει τόκο στα ψηφισθέντα έξοδα και με την παρούσα αίτηση - όπως περιορίσθηκε στο στάδιο των αγορεύσεων - επιδιώκει την ανατροπή της σε σχέση με το ζήτημα του τόκου μόνο. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνεται η ίδια ένσταση που είχε υποβληθεί και κατά την διαδικασία ψήφισης των εξόδων. Δηλαδή, ότι ο Πρωοτκολλητής δεν είχε δικαίωμα να επιδικάσει τόκο, θέση που προσέκρουσε σε ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους, με αναφορά τόσο στη νομική βάση της αίτησης και ένστασης - δηλ. στα άρθρα 33 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και Δ.58 θ.18 και Δ.29 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών - όσο και στη σχετική επί του θέματος νομολογία. Πιο συγκεκριμένα, ναι μεν αμφότεροι συμφωνούν ότι κατά την ψήφιση των εξόδων ο Πρωτοκολλητής ασκεί οιωνεί δικαστική εξουσία, αλλά είναι εισήγηση του κ. Μαρκίδη ότι σε σχέση με τον τόκο έκδηλα την άσκησε λανθασμένα. Το θέμα, τόνισε, δεν είναι το μικρό ποσό που θα κληθούν οι πελάτες του να καταβάλουν ως τόκο, αλλά ως θέμα αρχής πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι ο Πρωτοκολλητής δεν έχει τέτοιο δικαίωμα. Παρέπεμψε σχετικά στους όρους του διοριστηρίου (retainer) και στις πρόνοιες του άρθρου 33
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου, για να υποστηρίξει αφενός μεν ότι το διοριστήριο δεν προνοεί για πληρωμή τόκου και αφετέρου ότι σύμφωνα με το άρθρο 33
(2)μόνο οι δικαστικές αποφάσεις φέρουν τόκο. Συναφώς επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου και στο ότι η παρούσα περίπτωση αφορά ψήφιση εξόδων δικηγόρου από πελάτη και όχι δικηγόρου από αντίδικο, κι αυτό για να εισηγηθεί ότι το τι αποφασίσθηκε στην υπόθεση P. Varellas Trading Co Ltd κ.α. v. Kυπριακής Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 398 δεν εφαρμόζεται. Αντίθετη, βεβαίως, είναι η εισήγηση του κ. Χριστοφίδη, ο οποίος με αναφορά και σε νομολογία υπεραμύνθηκε της ορθότητας της απόφασης του Πρωτοκολλητή. Έχω εξετάσει τις εκατέρωθεν εισηγήσεις και ορθά ο κ. Μαρκίδης δεν διαφώνησε ότι κατά τη διαδικασία ψήφισης των εξόδων ο Πρωτοκολλητής ασκεί οιωνεί δικαστική λειτουργία (βλ. Evand Promotions Ltd v. Rutman
(1999)1 A.A.Δ. 568 και Varellas, ανωτέρω) και ότι το Δικαστήριο επεμβαίνει μόνο σε εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες φαίνεται να ενήργησε λανθασμένα πάνω σε θέμα αρχής. Όπως ορθά περιόρισε το εύρος της αίτησης του μόνο στο ζήτημα του τόκου, κι αυτό ενόψει της νομολογίας. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Υπουργικού Συμβουλίου της Κυπριακής Δημοκρατίας
(1999)3 Α.Α.Δ. 35, όπου κρίθηκε ότι το πιστοποιητικό του Πρωτοκολλητή είναι τελικό, εκτός κι αν κατά τη ψήφιση των εξόδων υποβλήθηκε ένσταση επί συγκεκριμένου θέματος. Στην παρούσα περίπτωση κατά τη διαδικασία ψήφισης των εξόδων υπεβλήθη μόνο μία ένσταση, ότι ο Πρωτοκολλητής δεν είχε εξουσία να επιβάλει τόκο στα έξοδα που θα ψήφιζε. Επομένως αυτό και μόνο είναι το ερώτημα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο και όχι, στην περίπτωση που κριθεί ότι είχε τέτοιο δικαίωμα, αν το άσκησε ορθά. Το θέμα του τόκου επί των δικηγορικών εξόδων απασχόλησε την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Varellas (ανωτέρω), από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί:- «Η επιδίκαση τόκου επί των δικηγορικών εξόδων προβλέπεται από το άρθρο 33
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60)όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 4(α) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.102(Ι)/96). Το άρθρο 33
(2)* ομιλεί για τόκο επί των δικηγορικών εξόδων «από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής». Ως εκ τούτου η Πρωτοκολλητής αφού αναφέρθηκε στον ορισμό του όρου «Αγωγή»** στο άρθρο 2 του Νόμου 14/60 κατέληξε ως εξής: «Εν όψει των πιο πάνω διατηρώ τις αμφιβολίες μου αν μπορεί να υπολογισθεί τόκος στα δικηγορικά έξοδα των προσφυγών λαμβάνοντας υπ΄ όψιν και το γεγονός ότι ουδεμία πρόνοια γίνεται στους σχετικούς διαδικαστικούς κανονισμούς (Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου
(1962)όπως έχει τροποποιηθεί.» Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι εγείρεται ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση τόκου επί των δικηγορικών εμπίπτει εντός της αρμοδιότητος ή εξουσίας του Επιτετραμμένου της Ψήφισης Εξόδων. Παρά ταύτα και εφόσον έχει εγερθεί το θέμα θα διατυπώσουμε τις απόψεις μας σε συντομία. * Το άρθρο 33
(2)προβλέπει: *
(2)Εκάστη απόφασις, περιλαμβανομένου του μέρους αυτής το οποίον αφορά εις τα δικηγορικά έξοδα, εκτός εάν άλλη πρόβλεψις εγένετο εν τη αποφάσει δυνάμει του εδαφίου
(1), θα φέρη τόκον προς οχτώ επί τοις εκατόν ετησίως από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής ή εν σχέσει με εκκρεμούσες αγωγές, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, μέχρι τελικής αποπληρωμής του χρέους.» ** «Αγωγή» σημαίνει πολιτικήν διαδικασίαν αρχομένην δια κλητηρίου εντάλματος ή κατά τοιούτον άλλον τρόπον ως καθορίζεται υπό διαδικαστικού κανονισμού. Η επιδίκαση τόκου επί των δικηγορικών είναι δυνατή σε σχέση μόνο με δικαστικές διαδικασίες οι οποίες εμπίπτουν εντός του πιο πάνω ορισμού του όρου «Αγωγή». Λαμβανομένης υπόψη της φύσης της προσφυγής και του τρόπου έναρξης της σχετικής διαδικασίας θεωρούμε ότι η προσφυγή δεν εμπίπτει εντός του σχετικού ορισμού. Η διαδικασία της προσφυγής πηγάζει απευθείας από το Σύνταγμα και δεν διέπεται καθόλου από το Νόμο 14/60. Σχετική επί του προκειμένου είναι και η Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1992)1 Α.Α.Δ. 379, 381 στην οποία κρίθηκε ότι διαδικασία σύμφωνα με τους περί Οικογενειακού Δικαστηρίου Κανονισμούς του 1990 δεν εμπίπτει στον όρο «αγωγή» όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 και στον περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό Δ.1, θ.2.» Όπως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα, η επιδίκαση τόκου επί των δικηγορικών εξόδων είναι δυνατή σε σχέση μόνο με δικαστικές διαδικασίες οι οποίες εμπίπτουν εντός του όρου «Αγωγή». Το ότι και η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στον όρο «Αγωγή» δεν μπορεί ασφαλώς να τύχει αμφισβήτησης. Κατά συνέπεια το ερώτημα που τελικά καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει είναι αν ο Πρωτοκολλητής, ενώ έχει νομολογιακά αναγνωρισμένη εξουσία να επιδικάσει τόκο επί δικηγορικών εξόδων τα οποία στη συνέχεια θα κληθεί να τα καταβάλει ο αντίδικος, στερείται τέτοιας εξουσίας όταν το θέμα αφορά αξίωση του δικηγόρου έναντι του πελάτη του. Ο Νόμος, το άρθρο 33
(2)και οι σχετικοί Κανονισμοί, δεν κάμνουν καμιά διαφοροποίηση και έχω την άποψη ότι όπως έχει τέτοια εξουσία στην πρώτη περίπτωση έχει και στη δεύτερη. Επί του προκειμένου είναι αρκετό να επισημάνω ότι βάσει και του διοριστηρίου (Retainer) ο δικηγόρος δικαιούται σε κάθε περίπτωση τη δικηγορική του αμοιβή από τον πελάτη του και στο τέλος, εάν και εφόσον την καταβάλει ο αντίδικος, να την επιστρέψει στον πελάτη του. Επομένως, θα΄ ταν κατά την άποψή μου αντιφατικό να δικαιούται σε επιδίκαση τόκου επί των δικηγορικών του εξόδων έναντι του αντιδίκου και όχι και έναντι του πελάτη του. Για όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι ο Πρωτοκολλητής είχε εξουσία σε επιδίκαση τόκου, κατάληξη που προδιαγράφει και την τύχη της αίτησης. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.