← Κύπρος

Αρέστης Βρόντης ν. Λάκη Βασιλείου, Συνενωθείσες αγωγές αρ. 10011/2004, 10009/04 και 10010/04, 30 Νοεμβρίου, 2010

Αρέστης Βρόντης ν. Λάκη Βασιλείου, Συνενωθείσες αγωγές αρ. 10011/2004, 10009/04 και 10010/04, 30 Νοεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A387 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Συνενωθείσες αγωγές αρ. 10011/2004, 10009/04 και 10010/04 Αγωγή αρ. 10011/2004 Μεταξύ: Αρέστης Βρόντης Ενάγων και Λάκη Βασιλείου προσωπικά και/ή υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας του Περικλή Δημητρίου, τέως εκ Στροβόλου. Εναγομένου ----------------------------- Αγωγή αρ. 10009/2004 Μεταξύ: Χαρούλλα (Χαρίκλεια) Μιχαηλίδου Βρόντη από τη Λευκωσία διά του πληρεξούσιου αντιπροσώπου της Αρέστη Βρόντη Ενάγουσα και Λάκη Βασιλείου προσωπικά και/ή υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας του Περικλή Δημητρίου, τέως εκ Στροβόλου. Εναγομένου ----------------------------- Αγωγή αρ. 10010/2004 Μεταξύ: Παναγιώτα Βρόντη, από τη Λευκωσία Ενάγουσα και Λάκη Βασιλείου προσωπικά και/ή υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας του Περικλή Δημητρίου, τέως εκ Στροβόλου. Εναγομένου 30 Νοεμβρίου,

  1. Για τους ενάγοντες, εμφανίζεται ο κ. Γ. Χατζηπαρασκευάς για τους κ.κ. Κούσιος και Κορφιώτης. Για τον εναγόμενο, εμφανίζεται ο κ. Π. Αγγελίδης για τους κ.κ. Παπαχαραλάμπους και Αγγελίδης. Απόφαση ------------------------------ Διά των αγωγών τους, οι οποίες συνενώθηκαν, οι ενάγοντες, κληροδόχοι του αποβιώσαντος Περικλή Δημητρίου («οι αποβιώσας»), εγκαλούν τον εναγόμενο, διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος, για σωρεία πράξεων και παραλείψεών του που, κατ΄ ισχυρισμόν, τους ζημιώσαν. Εγκαλούν τον εναγόμενο τόσον ως διαχειριστή όσον και υπό την προσωπική του ιδιότητα. Οι εναγόντες αξιώνουν εντόκως τα χρηματικά ποσά που οι ίδιοι κατέβαλαν ως φόρο κληρονομίας και ως τέλη μεταβίβασης για να καταστεί δυνατή η επ΄ ονόματί τους εγγραφή και μεταβίβαση των κληροδοτημάτων. Επιδιώκουν, όμως, και την έκδοση διαταγμάτων διά των οποίων να διατάσσεται ο εναγόμενος να ετοιμάσει και να παραδώσει ακριβείς λογαριασμούς για τη διαχείριση, για τα ποσά που εισέπραξε ως τόκους από τις καταθέσεις της περιουσίας του αποβιώσαντος καθώς και για τα ποσά που εισέπραξε ως ενοίκια για το κληροδότημα του ενάγοντος Αρέστη Βρόντη. Οι αιτίες αγωγής είναι ποικίλες: δόλος και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή αμέλεια και/ή πλάνη περί το νόμο και/ή περί τα πράγματα και/ή παράβαση νόμιμων καθηκόντων εκ μέρους του εναγομένου και/ή άδικος πλουτισμός. Ως πραγματική βάση των αξιώσεών τους και ως γεγονότα που καταδεικνύουν την προσωπική εμπλοκή του εναγομένου, οι ενάγοντες δικογραφούν τα ακόλουθα: Ο Παντελής Δημητρίου απεβίωσε στις 11.10.87, καταλείποντας, διά διαθήκης ημερ. 4.5.83, τα εξής: (α) Στην Χαρίκλεια Αρέστη Μιχαηλίδου μέρος του τεμαχίου 974, Φ/Σχ. ΧΧΧ/13.Ε.
  2. στην τοποθεσία Πάνω Κόκκινες, στο Στρόβολο, συμπεριλαμβανομένης της οικίας επί αυτού. (β) Στην Παναγιώτα Χρίστου Βρόντη έτερο μέρος του προαναφερθέντος τεμαχίου 974, συμπεριλαμβανομένης της οικίας επί αυτού καθώς και τα κινητά που ευρίσκοντο εντός της οικίας. (γ) Στον Αρέστη Χρήστου Βρόντη το ακίνητο υπ΄ αριθμόν εγγραφής 162, τεμάχιο 201 Φ/Σχ. ΧΧΙ/46.5.IV, στην ενορία Νεμπέτχανε στη Λευκωσία. Η λοιπή περιουσία του αποβιώσαντος θα έπρεπε να διανεμηθεί στους νόμιμους κληρονόμους του, ως ο νόμος ορίζει. Ο αποβιώσας όρισε, ως εκτελεστή της διαθήκης του, τον εναγόμενο ο οποίος διορίστηκε, ως διαχειριστής στις 31.12.
  3. Ο διορισμός έγινε στα πλαίσια της αίτησης αρ. 499/87 (Ε. Δ. Λευκωσίας - Διαδικασία Επικύρωσης Διαθηκών). Παρά το ότι ο εναγόμενος θα μπορούσε να μεριμνήσει ώστε τα κληροδοτήματα να μεταβιβασθούν και να εγγραφούν επ΄ ονόματι των κληροδόχων το αργότερο εντός ενός έτους από το διορισμό του ως διαχειριστή (δηλαδή έως και τις 31.12.88), εντούτοις, αυτός καθυστέρησε αδικαιολόγητα. Η καθυστέρηση αυτή υπήρξε ζημιογόνα για τους ενάγοντες. Ιδίως, σε ό,τι αφορά στον ενάγοντα Αρέστη Βρόντη, η μεγάλη καθυστέρηση στην μεταβίβαση και την επ΄ ονόματί του εγγραφή του κληροδοτήματός του είχε ως αποτέλεσμα αυτός να στερηθεί των ενοικίων που εισεπράττοντο γι΄ αυτό. Εν τέλει, η μεταβίβαση και η επ΄ ονόματι των εναγόντων εγγραφή των κληροδοτημάτων κατέστη δυνατή μόλις στις 9.7.02 και αφού αυτοί κατέβαλαν σημαντικά ποσά (καταγεγραμμένα στα δικόγραφα) ως φόρο κληρονομίας και ως τέλη μεταβίβασης. Οι ενάγοντες κατέβαλαν τα ποσά αυτά για λογαριασμό και/ή προς όφελος της περιουσίας του αποβιώσαντος και ως συνέπεια μεμπτών πράξεων και παραλείψεων εκ μέρος του εναγομένου. Συγκεκριμένα αυτός: (α) Σε ημερομηνίες άγνωστες προς τους ενάγοντες αλλά, εν πάση περιπτώσει, πριν από τις 9.7.02, διένημε την περιουσία του αποβιώσαντος στους κληρονόμους του καθ΄ υπέρβασιν των κληρονομικών τους μεριδίων αφού, μετά τη διανομή, δεν υπήρξαν ποσά για να καλύψουν το φόρο κληρονομίας και τα μεταβιβαστικά τέλη εν σχέσει με τα κληροδοτήματα. (β) Εν γνώσει του διένημε διπλό κληρονομικό μερίδιο στην Αντωνία Βρόντη ή Αντωνία Ηρακλή Δημητρίου. (γ) Παρά τις σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου και τις γραπτές παρατηρήσεις του Πρωτοκολλητή, υπέβαλε τελικούς λογαριασμούς ατεκμηρίωτους και πριν από την ολοκλήρωση της διαχείρισης. (δ) Παρέλειψε να υποβάλει συμπληρωματική απογραφή και ενδιάμεσους λογαριασμούς. (ε) Κατεκράτησε ποσόν Λ.Κ.11.000 καθώς και τα ενοίκια από το ακίνητο του Αρέστη Βρόντη για τα έξοδά του χωρίς να υπάρχει σχετική συμφωνία. (στ) Παρέλειψε να υποβάλει για έγκριση και/ή ψήφιση τα έξοδά του. (ζ) Δεν συμπεριέλαβε στους λογαριασμούς, ενδιάμεσους και τελικούς, τους τόκους που προέκυψαν από τις καταθέσεις του αποβιώσαντος και παρέλειψε να δώσει στοιχεία για την είσπραξη των τόκων αυτών. (η) Παρέστησε ψευδώς ότι πώλησε συγκεκριμένες μετοχές που ανήκαν στην περιουσία του αποβιώσαντος. (θ) Παρέλειψε να εισπράξει το ποσόν των Λ.Κ.300 που είναι κατατεθιμένο σε εμπορική τράπεζα προς όφελος του αποβιώσαντος. (ι) Κατέβαλε στη Δέσποινα Σφήκα Ιουλιανού το ποσόν των Λ.Κ.5.807,75 για να διανεμηθεί, συμπληρωματικά, στους κληρονόμους του αποβιώσαντος, παρουσιάζοντας το ως επιστροφή φόρου παρά το ότι, στην πραγματικότητα, επρόκειτο για την αναλογία της περιουσίας του αποβιώσαντος από την πώληση ακινήτου και παρά το ότι υφίσταντο οι απαιτήσεις των εναγόντων εις βάρος της περιουσίας του αποβιώσαντος. (ια) Κατέβαλε στο Νίκο Ρούσο το αδικαιολογήτως υψηλό ποσόν των Λ.Κ.4.500 για υπηρεσίες. (ιβ) Παρέστησεστους ενάγοντες πως ήσαν οι ίδιοι υπόχρεοι να καταβάλουν τον αναλογούντα φόρο κληρονομιάς και τα αναλογούντα μεταβιβαστικά τέλη, εν σχέσει με τα κληροδοτήματά τους, ενώ γνώριζε πώς τα ποσά αυτά βαρύνουν την περιουσία του αποβιώσαντος. (ιγ) Παρέστησε ψευδώς στους ενάγοντες ότι η περιουσία του αποβιώσαντος δεν διέθετε τα αναγκαία κεφάλαια για να καταβάλει το φόρο κληρονομιάς και τα τέλη μεταβίβασης εν σχέσει με τα κληροδοτήματά τους. (ιδ) Παρέλειψε να διατηρήσει επαρκή ποσά για να εκτελέσει τους όρους της διαθήκης. (ιε) Παρέλειψε να διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό για τη διαχείριση. Αυτές οι πράξεις και παραλείψεις του εναγομένου τον καθιστούν υπεύθυνο έναντι των εναγόντων τόσον υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος όσον και προσωπικώς. Η εκ μέρους των εναγόντων καταβολή του φόρου κληρονομίας και των τελών μεταβίβασης, εν σχέσει με τα κληροδοτήματά τους, είχε ως αποτέλεσμα αφ΄ ενός να ζημιωθούν οι ίδιοι και αφ΄ ετέρου να πλουτίσει αδίκως η περιουσία του αποβιώσαντος. Διά των υπερασπίσεών του, ο εναγόμενος αιτείται, κατ΄ αρχάς, την προδικαστική απόρριψη των αγωγών ισχυριζόμενος πως ορθός εναρκτήριος τύπος είναι η πρωτογενής αίτηση και όχι η αγωγή. Περαιτέρω, αυτός αιτείται την προδικαστική απόρριψη των αγωγών σε όση έκταση τον αφορούν υπό την προσωπική του ιδιότητα. Ισχυρίζεται πως ενήργησε αποκλειστικώς υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής περιουσίας αποβιώσαντος και πως ουδεμίαν προσωπική ευθύνη φέρει. Επί της ουσίας, ο εναγόμενος παραδέχεται την ιδιότητα των εναγόντων ως κληροδόχων του αποβιώσαντος και δέχεται πώς κληροδοτήματα των εναγόντων είναι τα ακίνητα που αυτοί υποδεικνύουν. Παραδέχεται, επίσης, πώς ο ίδιος διένημε την περιουσία του αποβιώσαντος στους νόμιμους κληρονόμους του και πώς τα κληροδότηματα μετεβιβάσθηκαν και ενεργράφησαν επ΄ ονόματι των κληροδόχων στις 9.7.
  4. Όμως, ο εναγόμενος απορρίπτει τις εναντίον του μομφές και ισχυρίζεται πως εξετέλεσε τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του, ως διαχειριστής, ως ο νόμος ορίζει. Ισχυρίζεται πώς οι ενάγοντες κατέβαλαν τον αναλογούντα, προς τα κληροδοτήματά τους, φόρο κληρονομίας επειδή οι ίδιοι ή αντιπρόσωποί τους συμφώνησαν σχετικώς με αρμοδίους στο Γραφείο Φόρου Κληρονομιών. Συνεπώς, συνεχίζει, από την καταβολή του φόρου κληρονομίας ουδεμία ζημιά υπέστηκαν οι ενάγοντες και ουδόλως επλούτισε αδίκως η περιουσία του αποβιώσαντος. Ο εναγόμενος εκφράζει άγνοια και άρνηση του ισχυρισμού πώς οι ενάγοντες κατέβαλαν και τέλη μεταβίβασης. Εν πάση περιπτώσει, οι ενάγοντες ήσαν υπόχρεοι να καταβάλουν τα τέλη αυτά. Καταληκτικά, ο εναγόμενος ισχυρίζεται πώς οι ενάγοντες ουδεμία νόμιμη απαίτηση έχουν εναντίον του ιδίου και/ή της περιουσίας του αποβιώσαντος. Η λογική της υπόθεσης απαιτεί όπως τα προδικαστικά ζητήματα που εγείρονται διά της υπεράσπισης εξετασθούν πρώτα: Ας σημειωθεί πως, παρά το ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου δεν επανήλθε στο ζήτημα του εναρκτήριου τύπου, εντούτοις, αυτό παραμένει ανοικτό εφ΄ όσον άπτεται της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να επιληφθεί ορισμένης υπόθεσης. Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί υπόθεσης η οποία ξεκίνησε εσφαλμένα ή εκτός του θεσμοθετημένου πλαισίου (Μαύρου ν. Στυλιανού κ.α.

(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1743, 1748 και Halsbury´s Laws of England , Fouth Edition, Vol. 1, παρα. 53 και 54) Κατά την εξέταση του πρώτου προδικαστικού ζητήματος διαπιστώνω πώς οι επίδικες αξιώσεις κατατάσσονται σε δύο κατηγορίες: (α) στις χρηματικές αξιώσεις των εναγόντων κληροδόχων, ως πιστωτών της περιουσίας του αποβιώσαντος και ως ζημιωθέντων από πράξεις και παραλείψεις του εναγομένου διαχειριστή και (β) στις αξιώσεις των εναγόντων κληροδόχων που αφορούν στην εκ μέρους του εναγομένου διαχειριστή ετοιμασία και καταχώριση πλήρων και ακριβών λογαριασμών της διαχείρισης. Όσον αφορά στις αξιώσεις της πρώτης κατηγορίας κρίνω πως η αγωγή αποτελεί ορθό εναρκτήριο τύπο. Η εμβέλεια του ένδικου μέσου της αγωγής, η πραγματική βάση και οι αιτίες αγωγής που οι ενάγοντες κληροδόχοι προβάλλουν, τόσον εναντίον της περιουσίας του αποβιώσαντος όσον και εναντίον του εναγομένου διαχειριστή προσωπικώς, καθιστούν τη διαδικασία της τακτικής αγωγής κατάλληλη για την επίλυση των επίδικων διαφορών (Halsbury´s Laws of England (ανωτέρω), Vol. 17 παρα. 780, Ευστρατίου ν. Χατζησάββα
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 751 και Γεωργίου κ.α. ν. Σχολαί Φρειδερίκου Λτδ κ.α.
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. 866). Παρενθετικά αναφέρω πώς παρά τη σύνδεση της πραγματικής βάσης των υπό συζήτησιν αγωγών με την περιουσία του αποβιώσαντος, αυτές δεν αποτελούν αγωγές προς επικύρωση διαθήκης (probate actions) και, έτσι, εν προκειμένω δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι απαιτήσεις της Δ.2 θ.13 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Όμως, οι αξιώσεις της δεύτερης κατηγορίας δεν μπορούν να αποτελούν αντικείμενο αγωγής. Η υποχρέωση του εναγομένου, ως διαχειριστή, να υποβάλει πλήρεις και ακριβείς λογαριασμούς της διαχείρισης που ο ίδιος διενήργησε, προς ικανοποίηση του Πρωτοκολλητή και του Δικαστηρίου (άρθρο 45 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ. 189), δεν ελέγχεται στα πλαίσια αγωγής. Ελέγχεται στα πλαίσια εναρκτήριας αίτησης που καταχωρίζεται για επικύρωση διαθήκης (probate jurisdiction). Όπως δε προκύπτει από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου, στην οποία αναφέρομαι πιο κάτω, τέτοια αίτηση κατεχωρίστηκε και, μάλιστα, αυτή ακόμη εκκρεμεί λόγω της συμπεριφοράς του εναγομένου. Πρόκειται για την αίτηση αρ. 499/87 (Ε.Δ. Λευκωσίας - Δικαιοδοσία Επικύρωσης Διαθηκών) (τεκμήριο 9). Επιλαμβανόμενο δε της εν λόγω αίτησης, το Δικαστήριο ήδη έδωσε οδηγίες και έλαβε μέτρα για να αντιμετωπισθεί η παράλειψη του εναγομένου να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το άρθρο 45 του Κεφ. 189. Συνεπώς, όσον αφορά στις χρηματικές αξιώσεις των εναγόντων, οι υπό συζήτησιν αγωγές μπορούν να προχωρήσουν και να εξετασθούν και επί της ουσίας. Παρόμοια ισχύουν και όσον αφορά στο ζήτημα της προσωπικής ευθύνης του εναγομένου. Ο διαχειριστής περιουσίας αποβιώσαντος υπέχει, για τις πράξεις και τις παραλείψεις του, και προσωπική ευθύνη υπό τις κατάλληλες, βεβαίως, συνθήκες. Δεδομένου ότι ο διαχειριστής περιουσίας αποβιώσαντος υπέχει θέση καταπιστευματοδόχου (trustee) (Ioannou v. Demetriou and another
(1983)1 C.L.R. 892) έπεται πως αυτός οφείλει να διεκπεραιώσει τα νόμιμα καθήκοντά του με εντιμότητα και επιδεικνύοντας τη μέγιστη δυνατή επιμέλεια, την επιμέλεια που θα επεδείκνυε, σε ανάλογη περίπτωση, ο συνετός άνθρωπος. Ιδίως, ο διαχειριστής οφείλει, με εντιμότητα και επιδεικνύοντας την μέγιστη δυνατή επιμέλεια, (α) να συλλέξει και να συναθροίσει την κληρονομιά, το ταχύτερον δυνατόν, (β) να καταβάλει τις δαπάνες της κηδείας και τις δαπάνες που προκύπτουν από διατάξεις τελευταίας βούλησης, ως επίσης, και τα νόμιμα χρέη του αποβιώσαντος κατά προτεραιότητα (ως η προτεραιότητα αυτή ορίζεται από το άρθρο 42 Κεφ. 189), (γ) να αποτιμήσει το εναπομείναν μέρος της κληρονομίας και να εκτελέσει τις διατάξεις της διαθήκης σύμφωνα με το νόμο και (δ) να διανήμει το αδιάθετο μέρος της κληρονομίας (άρθρο 41 του Κεφ. 189). Σε περίπτωση που ο διαχειριστής περιουσίας αποβιώσαντος ενεργήσει διαφορετικά, δηλαδή σε περίπτωση που αυτός διαχειριστεί την περιουσία του αποβιώσαντος χωρίς να επιδείξει την απαιτούμενη εντιμότητα και την απαιτούμενη επιμέλεια, τότε είναι υπόλογος για τις τυχόν ζημίες(Ioannou v. Demetriou and another (ανωτέρω)). Συνεπώς, και το ζήτημα της προσωπικής ευθύνης του εναγομένου μπορεί να προχωρήσει και να εξετασθεί επί της ουσίας. Για να αποδειχθούν οι αγωγές κατέθεσαν ενόρκως η υπάλληλος του τραπεζικού οργανισμού «Τράπεζα Κύπρου» Κωνσταντίνα Δημοσθένους (Μ.Ε.1), ο κτηματολογικός λειτουργός Αιμίλιος Τσίγκης (Μ.Ε.2), ο λειτουργός του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Παναγιώτης Χριστοφόρου (Μ.Ε.3), ο υπάλληλος του Γραφείου Φόρου Κληρονομιών στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων Αντώνης Πέτρου (Μ.Ε.4), η Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Ελένη Κέκκου (Μ.Ε.5), η δικηγόρος Δέσποινα Ιουλιανού (Μ.Ε.6) και ο ενάγων Αρέστης Βρόντης (Μ.Ε.7). Οι μάρτυρες αυτοί κατέθεσαν, ως τεκμήρια, και σωρεία εγγράφων. Μεταξύ αυτών κατετέθηκε και ο φάκελος της διαδικασίας της αίτησης αρ. 499/87 (Ε. Δ. Λευκωσίας - Δικαιοδοσία Επικύρωσης Διαθηκών) (τεκμήριο 9). Η πλευρά του εναγομένου δεν προσεκόμισε μαρτυρία. Επέλεξε να προωθήσει τις υπερασπίσεις της αντεξετάζοντας μάρτυρες των εναγόντων. Η μαρτυρία των εναγόντων που αφορά στα επίδικα, πλέον, ζητήματα συνοψίζεται ως εξής: Η Κωνσταντίνα Δημοσθένους (Μ.Ε.1) δήλωσε πώς, κατά την περίοδο από τις 15.9.87 έως και τις 8.12.09, ο τραπεζικός οργανισμός «Τράπεζα Κύπρου» εξέδιδε επιταγές επ΄ ονόματι του Περικλή Δημητρίου με τα καθαρά ποσά των μερισμάτων που αυτός, κατά καιρούς, εδικαιούτο, ως μέτοχος του οργανισμού. Ο Περικλής Δημητρίου εξακολουθεί, έως και σήμερα, να είναι εγγεγραμμένος, στα αρχεία του οργανισμού, ως μέτοχος αυτού (τεκμήρια 1 και 2). Ο Αιμίλιος Τσίγκης (Μ.Ε.2) δήλωσε πώς στις 19.6.02 κατεβλήθηκε, εκ μέρους των εναγόντων, το συνολικό ποσόν των Λ.Κ.2431,25, ως τα τέλη για την επ΄ ονόματί τους μεταβίβαση και εγγραφή των κληροδοτημάτων (τεκμήρια 3 και 4). Ο Παναγιώτης Χριστοφόρου (Μ.Ε.3) δήλωσε πώς, σύμφωνα με τα αρχεία του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, ο Περικλής Δημητρίου εξακολουθεί, έως και σήμερα, να είναι εγγεγραμμένος επενδυτής, ιδιοκτήτης μετοχών του τραπεζικού οργανισμού «Τράπεζα Κύπρου» (τεκμήρια 5 και 6). Ο Αντώνης Πέτρου (Μ.Ε.4) δήλωσε πως σε διάφορες ημερομηνίες, ως δηλώνουν τα τεκμήρια 8 και 9, κατεβλήθηκαν στο Γραφείο Φόρου Κληρονομιών, εκ μέρους των εναγόντων, οι αναλογούντες προς τα κληροδοτήματα, φόροι κληρονομίας. Διευκρίνισε πώς δεν χειρίστηκε ο ίδιος τις υποθέσεις των εναγόντων. Εξέφρασε, όμως, την άποψη πώς για να έγινε, στην περίπτωση των επίδικων κληροδοτημάτων, τμηματική καταβολή του φόρου κληρονομίας μάλλον θα υπήρξε σχετική συμφωνία του διαχειριστή. Πληροφόρησε δε πως το Γραφείο Φόρου Κληρονομιών θεωρεί, ως υπεύθυνο και υπόλογο για την καταβολή των οφειλομένων, τον εκάστοτε διαχειριστή της περιουσίας αποβιώσαντος και πώς, συνήθως, όλες οι διευθετήσεις, ακόμη και αυτές που αφορούν σε τμηματική καταβολή του φόρου κληρονομίας, γίνονται με την συναίνεση του διαχειριστή. Η Δέσποινα Ιουλιανού (Μ.Ε.6) δήλωσε πως, ως δικηγόρος της πλειοψηφίας των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος, παρέλαβε από τον εναγόμενο, στις 20.6.03, μια επιταγή από το προσωπικό λογαριασμό του για το ποσόν των Λ.Κ.5870.75 (τεκμήριο 12). Ο εναγόμενος της παρουσίασε το ποσόν αυτό ως επιστροφή από το Γραφείο Φόρου Κληρονομιών. Της ζήτησε δε να το διανήμει στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αποβιώσαντος. Επειδή η ίδια γνώριζε για τα παράπονα και τις καταγγελίες των κληροδόχων και κληρονόμων του αποβιώσαντος εναντίον του εναγομένου, δεν προέβηκε στη διανομή, αλλά κατέθεσε την επιταγή σε τράπεζα (τεκμήρια 13 και 14). Εν τέλει πληροφορήθηκε πώς το ποσόν των Λ.Κ.5780,75 προέκυψε από την πώληση ακινήτου στη Δερύνεια στο οποίο είχε συμφέρον η περιουσία του αποβιώσαντος (τεκμήριο 21). Ο ενάγων Αρέστης Βρόντης (Μ.Ε.7), εξουσιοδοτημένος να καταθέσει και εκ μέρους των εναγουσών Χαρούλλας (Χαρίκλειας) Μιχαηλίδου Βρόντη και Παναγιώτας Βρόντη (τεκμήρια 22 και 23), δήλωσε τα εξής: Ο εναγόμενος παρέστησε, στον ίδιο και τις άλλες δύο ενάγουσες, αφ΄ ενός πως η περιουσία του αποβιώσαντος δεν διέθετε τα αναγκαία κεφάλαια για να καταβάλει τον επίδικο φόρο κληρονομίας και τα επίδικα τέλη μεταβίβασης και αφ΄ ετέρου πώς οι ίδιοι ήσαν υπόχρεοι να καταβάλουν τα ποσά αυτά. Εν τέλει, κατέβαλαν οι ίδιοι τα απαιτούμενα ποσά γιατί επιθυμούσαν την μεταβίβαση και την επ΄ ονόματί τους εγγραφή των κληροδοτημάτων και όχι γιατί απεδέχθηκαν τη δική τους ευθύνη. Παρέδωσαν δε στον εναγόμενο τις σχετικές αποδείξεις (τεκμήριο 31). Αυτός διευθέτησε τα περαιτέρω. Η ενέργεια του εναγομένου να προβεί, το έτος 1994, σε διανομή του ενεργητικού της περιουσίας του αποβιώσαντος πριν καταβληθούν από το ενεργητικό αυτό, ο επίδικος φόρος κληρονομίας και τα επίδικα τέλη μεταβίβασης που αφορούν στα κληροδοτήματα δεικνύουν δόλια συμπεριφορά εκ μέρους του εναγομένου και, εν πάση περιπτώσει, την εκ μέρους του παράβαση των νόμιμων καθηκόντων του, ως διαχειριστή. Άλλες ενέργειες του εναγομένου που δεικνύουν την παράνομη συμπεριφορά του ως διαχειριστή, είναι και οι εξής: (α) Διένημε διπλό μερίδιο στην Αντωνία Βρόντη ή Αντωνία Ηρακλή Δημητρίου, (β) Κατεκράτησε το ποσόν των Λ.Κ.11.000 καθώς και τα ενοίκια από κληροδότημα, ως η αμοιβή και τα έξοδά του, χωρίς τα ποσά αυτά να εγκριθούν αρμοδίως. (γ) Δεν άνοιξε ειδικό τραπεζικό λογαριασμό για τους σκοπούς της διαχείρισης. Ο ίδιος και οι άλλες δύο ενάγουσες διά των δικηγόρων τους ζήτησαν επανειλημμένως εξηγήσεις από τον εναγόμενο (τεκμήρια 28, 29, 30, 32, 34, 35 και 36) χωρίς, όμως, αυτός να απαντήσει. Κατά την αντεξέταση υπεβλήθηκε στον ενάγοντα Αρέστη Βρόντη (Μ.Ε.7) πως η εκ μέρους του ιδίου και των άλλων εναγουσών καταβολή του επίδικου φόρου κληρονομίας και των επίδικων τελών μεταβίβασης πραγματοποιήθηκε γιατί υπήρξε άμεση διαπραγμάτευση και συμφωνία του εκπροσώπου τους (πατέρα του ιδίου και της ενάγουσας Παναγιώτας Βρόντη και συζύγου της ενάγουσας Χαρίκλειας Μιχαηλίδου Βρόντη) με τους αρμοδίους του Γραφείου Φόρου Κληρονομιών. Ο ενάγων Αρέστης Βρόντης (Μ.Ε.7) δήλωσε, κατ΄ επανάληψιν και με λόγο σταθερό, πως δεν γνωρίζει περί τέτοιας διαπραγμάτευσης και συμφωνίας. Σημειώνω πώς επί του ισχυρισμού τούτου υπεβλήθηκαν ερωτήσεις και στον υπάλληλο του Γραφείου Φόρου Κληρονομιών Αντώνη Πέτρου (Μ.Ε.4) κατά την αντεξέτασή του. Και ο μάρτυρας αυτός δήλωσε άγνοια. Τέλος, ο φάκελος της διαδικασίας της αίτησης αρ. 499/87 (Ε. Δ. Λευκωσίας - Δικαιοδοσία Επικύρωσης Διαθηκών) (τεκμήριο 9), το περιεχόμενό του οποίου, σε όση έκταση αφορά σε θέματα διαδικασίας, είναι αδιαμφισβήτητο,αποδεικνύεται ιδιαιτέρως χρήσιμος. Ο φάκελος διαφωτίζει κρίσιμες πτυχές της υπόθεσης: Κατ΄ αρχάς, αποκαλύπτει πώς η διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντος δεν έχει, ακόμη, περατωθεί, ο δε εναγόμενος δεν έχει, ακόμη, απαλλαγεί από τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του ως διαχειριστής (δείτε το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 28.9.04). Αυτή η εκκρεμότητα οφείλεται στη συνεχιζόμενη παράλειψη του εναγομένου να συμμορφωθεί με τη νόμιμη υποχρέωσή του να καταχωρίσει πλήρεις και ακριβείς λογαριασμούς της διαχείρισης (άρθρο 45 του Κεφ. 189), παρά τις σχετικές ειδοποιήσεις του Πρωτοκολλητή και τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Εξ αιτίας αυτής της συμπεριφοράς έχει ήδη επιβληθεί στον εναγόμενο πρόστιμο (δείτε το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 21.9.04). Επίσης, ο φάκελος αποκαλύπτει πως το Δικαστήριο κοινοποίησε στον Αρχηγό Αστυνομίας επιστολές των κληροδόχων και κληρονόμων του αποβιώσαντος περιέχουσες σοβαρές καταγγελίες εναντίον του εναγομένου ως διαχειριστή (δείτε το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 17.10.03). Επιπλέον, ο φάκελος της διαδικασίας της αίτησης αρ. 499/87 (Ε.Δ. Λευκωσίας - Δικαιοδοσία Επικύρωσης Διαθηκών) (τεκμήριο 9) περιέχει και τα ακόλουθα ουσιώδη: (α) Επιστολή του δικηγόρου των εναγόντων προς τον εναγόμενο ημερ. 28.6.89 διά της οποίας γίνεται αναφορά στο φόρο κληρονομιάς που βαρύνει τα κληροδοτήματα και ζητείται από αυτόν να ενεργήσει ως οφείλει. (β) Επιστολή του Πρωτοκολλητή προς τον εναγόμενο ημερ. 21.10.89 διά της οποίας υποδεικνύεται σε αυτόν η παράλειψή του να υποβάλει έγκαιρως απογραφή της περιουσίας του αποβιώσαντος καθώς και λογαριασμούς διαχείρισης. (γ) Ένορκη δήλωση του εναγομένου ημερ. 30.11.90 διά της οποία αυτός δηλώνει πως, ως διαχειριστής, κατέβαλε τον οφειλόμενο φόρο κληρονομιάς καθώς και τον οφειλόμενο φόρο ακίνητης ιδιοκτησίας. (δ) Ένορκη δήλωση του εναγομένου ημερ. 20.6.03 διά της οποίας αυτός υποβάλλει «Τελικούς Λογαριασμούς» και αιτείται όπως η διαχείριση θεωρηθεί περατωθείσα. Σε αυτούς τους «Τελικούς Λογαριασμούς» αναφέρεται πως το ενεργητικό της περιουσίας του αποβιώσαντος ανήλθε στις Λ.Κ.141.640,19 και πως διενεμήθη στους νόμιμους κληρονόμους το ποσόν των Λ.Κ.88.000. (ε) Επιστολή του Πρωτοκολλητή προς τον εναγόμενο ημερ. 28.7.03 διά της οποίας αυτός πληροφορείται πώς οι «Τελικοί Λογαριασμοί» «δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί γιατί δεν συνοδεύονται από καμία απόδειξη και ο έλεγχος είναι αδύνατος». (στ) Επιστολή του Πρωτοκολλητή προς τον εναγόμενο ημερ. 11.12.03 διά της οποίας, υποδεικνύονται συγκεκριμένες ελλείψεις των «Τελικών Λογαριασμών» και ζητείται η προσκόμιση των απαραίτητων αποδεικτικών. (ζ) Επιστολή του Πρωτοκολλητή προς τον εναγόμενο ημερ. 9.6.04 διά της οποίας υποδεικνύονται συγκεκριμένες ελλείψεις στους λογαριασμούς και την απογραφή που υπέβαλε ο εναγόμενος και όπου αναφέρονται και τα εξής: «6.... (η) πληρωμή του φόρου, . βαρύνει την περιουσία του αποβιώσαντα συνολικά και όχι τους κληρονόμους - κληροδόχους σε σχέση με την αναλογία του κληρονομικού τους μεριδίου. Αν υπάρχει συμφωνία περί του αντιθέτου να προσκομιστεί». Εξέτασα με προσοχή τη μαρτυρία των εναγόντων. Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω όλους όσους κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου με λόγο και είχα την ευκαιρία να μελετήσω τα έγγραφα που αυτοί παρουσίασαν ως τεκμήρια. Σημειώνω την θετική εντύπωση που απεκόμισα για όλους τους μάρτυρες των εναγόντων. Όλοι κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου με λόγο σαφή, άμεσο και σταθερ. Περαιτέρω, η λογική και η συνοχή των απαντήσεών τους υποστηρίζεται και από αδιαμφισβήτητες καταγραφές στο φάκελο διαδικασίας της αίτησης αρ. 499/87 (Ε.Δ. Λευκωσίας - Δικαιοδοσία Επικύρωσης Διαθηκών) (τεκμήριο 9). Άλλωστε, η αλήθεια των όσων οι μάρτυρες των εναγόντων κατέθεσαν δεν αντεκρούσθηκε με αντίθετη μαρτυρία. Δέχομαι, έτσι ως αληθή και ορθά, όλα όσα οι μάρτυρες των εναγόντων κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Σημειώνω δε πως από τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγομένου, από την πορεία αντεξέτασης μαρτύρων των εναγόντων, καθώς και από τα όσα ο κ. Αγγελίδης εισηγήθηκε με την τελική αγόρευσή του, προκύπτει πως η πλευρά του εναγομένου, εν τέλει, δεν αμφισβητεί πώς οι ενάγοντες κατέβαλαν σε διάφορες, συγκεκριμένες ημερομηνίες τα συγκεκριμένα ποσά, που καταγράφουν στα δικόγραφά τους, ως φόρο κληρονομιάς και ως τέλη μεταβίβασης για τα κληροδότηματά τους. Η υπεράσπιση περιορίζεται, εν τέλει, στην ερμηνεία του άρθρου 31 του Περί Φορολογίας των Κληρονομιών Νόμου (Ν.67/1962, όπως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια) καθώς και στον ισχυρισμό πως εκπρόσωπος των εναγόντων, και συγκεκριμένα ο πατέρας των εναγόντων Αρέστη και Παναγιώτας Βρόντη και σύζυγος της ενάγουσας Χαρούλλας Μιχαηλίδου Βρόντη, διευθέτησε το ζήτημα της καταβολής του φόρου κληρονομίας με τους αρμοδίους, εν αγνοία του εναγομένου. Εξέτασα το πρώτο σκέλος της υπεράσπισης και το κρίνω ως αβάσιμο. Από τη συστηματική ερμηνεία του άρθρου 31 του Ν.67/62 και συγκεκριμένα από την ερμηνεία του σε συνδυασμό και με τα όσα ορίζουν τα άρθρα 2, 4, 27, 29 και 50 του ιδίου Νόμου προκύπτει πως ο φόρος κληρονομιάς επί των διαφόρων στοιχείων της περιουσίας του αποβιώσαντος, συμπεριλαμβανομένων των κληροδοτημάτων, αποτελεί νόμιμο χρέος της περιουσίας αυτής το οποίο την βαρύνει κατά προτεραιότητα. Ο δε διαχειριστής υποχρεούται να καταβάλει το φόρο αυτό νοουμένου ότι το ενεργητικό της περιουσίας επαρκεί: Το άρθρο 4 αφορά στην επιβολή φόρου κληρονομίας επί της αξίας της περιουσίας του αποβιώσαντος, τα άρθρα 2 και 27 αφορούν στην υποχρέωση του διαχειριστή να καταβάλει το φόρο κληρονομίας εν σχέσει με κάθε στοιχείο της περιουσίας του αποβιώσαντος, νοουμένου ότι το ενεργητικό αυτής επαρκεί, το άρθρο 27 αναφέρει πως ο φόρος κληρονομίας βαρύνει την περιουσία του αποβιώσαντος κατά προτεραιότητα και το άρθρο 50 αναφέρει πως η διαθήκη επικυρούται και τα έγγραφα διαχείρισης χορηγούνται μόνον εφ΄ όσον εκδοθεί αρμοδίως πιστοποιητικό το οποίο να δηλώνει ότι κατεβλήθηκε ή εξασφαλίσθηκε η πληρωμή του φόρου κληρονομίας για τον οποίο υπόχρεος είναι ο διαχειριστής. Αβάσιμο είναι και το δεύτερο σκέλος της υπεράσπισης. Η αντεξέταση του Αντώνη Πέτρου (Μ.Ε.4) και του ενάγοντος Αρέστη Βρόντη (Μ.Ε.7) η οποία σκόπευε να καταδείξει πώς υπήρξε ειδική συμφωνία μεταξύ των κληροδόχων και/ή του εκπροσώπου τους αφ΄ ενός και του αρμόδιο λειτουργού στο Γραφείο Φόρου Κληρονομίας διά της οποίας διευθετείτο το ζήτημα της καταβολής του επίδικου φόρου κληρονομίας και η οποία απήλλασε την περιουσία του αποβιώσαντος και το διαχειριστή από τη σχετική υποχρέωση δεν πέτυχε το σκοπό της. Τόσον ο Αντώνης Πέτρου (Μ.Ε.4) όσον και ο ενάγων Αρέστης Βρόντης (Μ.Ε.7) υπήρξαν σαφείς: Ο πρώτος δήλωσε πώς δεν γνωρίζει περί της ύπαρξης τέτοιας συμφωνίας και πώς ούτε ο σχετικός διοικητικός φάκελος περιέχει οιανδήποτε σχετική καταγραφή. Παρομοίως, ο δεύτερος, επίσης, δήλωσε άγνοια για την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας. Οι δηλώσεις αυτές των μαρτύρων των εναγόντων καθιστούν μετέωρη τη σχετική υπεράσπιση. Με αυτά ως δεδομένα, καταλήγω πως οι χρηματικές αξιώσεις των εναγόντων είναι βάσιμες και έχουν αποδειχθεί, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συμμερίζομαι, στο σημείο αυτό τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων εισηγείται με την επιμελημένη τελική αγόρευσή του. Οι ενάγοντες δικαιούνται απόφασης για τις χρηματικές τους αξιώσεις εναντίον του εναγομένου, τόσον ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος όσον και προσωπικώς: Δικαιούνται απόφασης εναντίον του εναγομένου ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος για να ανακτήσουν τα ποσά τα οποία κατέβαλαν επ΄ ωφελεία της περιουσίας αυτής επί τη βάσει των αρχών της αποκατάστασης (restitution) και του άδικου πλουτισμού (unjust enrichment). Παρά το ότι ο άδικος πλουτισμός δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής, εντούτοις, ως έννοια, βρίσκεται στον πυρήνα της αξίωσης για αποκατάσταση (restitution) την οποία και υποστηλώνει (Minerva Finance and Investment Limited v. Γεωργιάδη
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 2173, 2180 επ.). Η αρχή της αποκατάστασης και του άδικου πλουτισμού εφαρμόζονται, επί τη βάσει του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας, και θεραπεύουν την αδικία στις περιπτώσεις προσπορισμού οφέλους χωρίς χαριστική αιτία (Chitty on Contracts (General Principles), 27th edition, παρα.29-007 επ.). Στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν οι νομοθετημένες και νομολογημένες προϋποθέσεις για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν οι ενάγοντες και η οποία οδήγησε στον άδικο πλουτισμό της περιουσίας του αποβιώσαντος: (α) Η περιουσία του αποβιώσαντος δεν επιβαρύνθηκε με το φόρο κληρονομίας και τα τέλη μεταβίβασης εν σχέσει με τα κληροδοτήματα πάρα τη σχετική νόμιμη υποχρέωσή της και παρά το ότι το ενεργητικό της επαρκούσε. (β) Οι ενάγοντες κατέβαλαν το φόρο κληρονομίας και τα μεταβιβαστικά τέλη για να καταστεί δυνατή η επ΄ ονόματί τους μεταβίβαση και εγγραφή των κληροδοτημάτων και όχι για χαριστική αιτία. (γ) Οι συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι πληρωμές, επ΄ ωφελεία της περιουσίας του αποβιώσαντος, καθιστούν άδικη την διατήρησή τους υπέρ της περιουσίας (HjiLoizi and another v. Iona
(1963)2 C.L.R. Minerva Finance Investment Ltd v. Γεωργιάδη (ανωτέρω), Α.Ι. Καρπασίτης και Υιοί Λτδ κ.α. ν. Καραφωκά κ.α.
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980 και Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1077). Περαιτέρω, οι ενάγοντες δικαιούνται τα ποσά αυτά και ως η απώλειά τους που προέκυψε από το γεγονός πως ο εναγόμενος παρέβηκε τα νόμιμα καθήκοντά του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος. Η πορεία της διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντος, ως αυτή διαγράφεται από το φάκελο της διαδικασίας της αίτησης αρ. 499/87 (Ε. Δ. Λευκσίας - Δικαιοδοσία Επικύρωσης Διαθηκών) (τεκμήριο 9), και είναι αδιαμβιστήτητη, το γεγονός πώς ο εναγόμενος προέβηκε σε διανομή του ενεργητικού της περιουσίας του αποβιώσαντος (ύψους Λ.Κ.88.000), το οποίο επαρκούσε να καλύψει τον επίδικο φόρο κληρονομίας και τα επίδικα τέλη μεταβίβασης, πριν εξοφλήσει αυτά, το γεγονός πώς ο εναγόμενος παρέστησε στους ενάγοντες πως οι ίδιοι ευθύνονται για τα ποσά αυτά, το γεγονός πώς ο εναγόμενος κατεκράτησε το ποσόν των Λ.Κ.11.000 ως τα έξοδα και η αμοιβή του για τη διαχείριση χωρίς το ποσόν αυτό να εγκριθεί, το γεγονός πως ο εναγόμενος δεν διευθέτησε, μέχρι στιγμής, το θέμα των μετοχών του αποβιώσαντος στον τραπεζικό οργανισμό «Τράπεζα Κύπρου» καθώς, επίσης, και το γεγονός πως αυτός παρουσίασε στους κληρονόμους του αποβιώσαντος το ποσόν των Λ.Κ5870,75 ως επιστροφή φόρου, χωρίς να ισχύει κάτι τέτοιο, αποδεικνύουν πώς αυτός ενήργησε, εν προκειμένω, κατά τρόπον που αποκλίνει από το απαιτούμενο επίπεδο εντιμότητας και επιμέλειας ενός διαχειριστή περιουσίας αποβιώσαντος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι αγωγές όσον αφορά στις χρηματικές αξιώσεις των εναγόντων, επιτυγχάνουν: Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος Αρέστη Βρόντη και εναντίον του εναγομένου Λάκη Βασιλείου προσωπικώς και/ή υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσία του Περικλή Δημητρίου για το ποσόν των €5423,10 (ισόποσον Λ.Κ.3174). Από το ποσόν αυτό, ποσόν €1708,60 (ισόποσον Λ.Κ.1000) θα φέρει τόκον με νόμιμο επιτόκιο από τις 17.2.90, ποσόν €3417,20 (ισόποσον Λ.Κ.2000) θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 14.3.90 και ποσόν €297,30 (ισόποσον Λ.Κ.174) θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 31.3.
  1. Επιπλέον, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος Αρέστη Βρόντη και εναντίον του εναγομένου Λάκη Βασιλείου προσωπικώς και/ή υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας του Περικλή Δημητρίου για το ποσόν των €615,52 (ισόποσον Λ.Κ.360,25) το οποίο θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 19.6.02 Εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας Χαρούλλας (Χαρίκλειας) Μιχαηλίδου Βρόντη και εναντίον του εναγομένου Λάκη Βασιλείου προσωπικώς και/ή υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας του Περικλή Δημητρίου για το ποσόν των €12407,86 (ισόποσον Λ.Κ.7262). Από το ποσόν αυτό, ποσόν €854,30 (ισόποσον Λ.Κ.500) θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 30.10.91, ποσόν €854,30 (ισόποσον Λ.Κ.500) θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 18.2.92, ποσόν €768,87 (ισόποσον Λ.Κ.450) θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από 5.10.92, ποσόν 854,30 (ισόποσον Λ.Κ.500) θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 2.8.93, ποσόν €854,30 (ισόποσον Λ.Κ.500) θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 17.1.94, ποσόν €854,30 (ισόποσον Λ.Κ.500) θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 8.6.94, ποσόν €854,30 (ισόποσον Λ.Κ.500) θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από 7.3.95, ποσόν €854,30 (ισόποσον Λ.Κ.500) θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 8.5.95, ποσόν €854,30 (ισόποσον Λ.Κ.500) θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από 5.6.95, ποσόν €854,30 (ισόποσον Λ.Κ.500) θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από 29.9.95, ποσόν €1708,60 (ισόποσον Λ.Κ.1000) θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 15.12.95, ποσόν €854,30 (ισόποσον Λ.Κ.500) θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από 12.6.95, ποσόν €1387,38 (ισόποσον Λ.Κ.812) θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 10.9.96 και ποσόν €1692,80 (ισόποσον Λ.Κ.990,75) θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 14.6.
  2. Επιπλέον, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας Χαρούλλας (Χαρίκλειας) Μιχαηλίδου Βρόντη και εναντίον του εναγομένου Λάκη Βασιλείου προσωπικώς και/ή υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσία του Περικλή Δημητρίου για το ποσόν των €1692,80 (ισόποσον Λ.Κ.990,75) το οποίο θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 19.6.
  3. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας Παναγιώτας Βρόντη και εναντίον του εναγομένου Λάκη Βασιλείου προσωπικώς και/ή υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας του Περικλή Δημητρίου για το ποσόν των €14386,42 (ισόποσον Λ.Κ.8420). Από το ποσόν αυτόν, ποσόν €683,44 (ισόποσον Λ.Κ.400) θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 19.5.90, ποσόν €3417,20 (ισόποσον Λ.Κ. 2000) θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από 20.10.90 και ποσόν €10285,78 (ισόποσον Λ.Κ.6020) θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από 16.11.
  4. Επιπλέον, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας Παναγιώτας Βρόντη και εναντίον του Λάκη Βασιλείου προσωπικώς και/ή υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας του Περικλή Δημητρίου για το ποσόν των €1845,
  5. (ισόποσον Λ.Κ.1080,25) το οποίο θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 19.6.
  6. Επιδικάζονται, υπέρ των εναγόντων Αρέστη Βρόντη, Χαρούλλας (Χαρίκλειας) Μιχαηλίδου Βρόντη και Παναγιώτας Βρόντη και εναντίον του εναγομένου Λάκη Βασιλείου προσωπικώς και/ή υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας του Περικλή Δημητρίου, τα έξοδα της διαδικασίας, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ)........................................ Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.