← Κύπρος

Μαρία Προκοπίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αίτηση Αρ. 541/2010, 30 Νοεμβρίου 2010

Μαρία Προκοπίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αίτηση Αρ. 541/2010, 30 Νοεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A393 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Παναγή, Π.Ε.Δ. Αίτηση Αρ. 541/2010 Μεταξύ: Μαρία Προκοπίου Αιτήτριας και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Καθ' ου η Αίτηση Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Φ. Κληρίδου Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κ. Α. Μαππουρίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Το δικαίωμα για διάγνωση αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο διασφαλίζεται όχι μόνο από το άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, (στο εξής «η Σύμβαση») αλλά και από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι: "έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου δια νόμου". Όπως άλλωστε έχει νομολογηθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής «το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο»), το δικαίωμα για δίκη εντός ευλόγου χρόνου αποτελεί δικαίωμα "υψίστης σημασίας" ("extreme importance") για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης[1]. Η δε επιταγή του άρθρου 6.1 υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστέρηση, η οποία μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και την αξιοπιστία της[2]. Στις 25.5.2010, επικαλούμενη τα άρθρα 7, 8 και άλλες πρόνοιες του περί Αποτελεσματικών Θεραπειών για Παραβίαση του Δικαιώματος σε Διάγνωση Αστικών Δικαιωμάτων και Υποχρεώσεων σε Εύλογο Χρόνο Νόμου του 2010 (στο εξής «ο Νόμος»), η αιτήτρια καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο πρωτογενή αίτηση (στο εξής «η αίτηση»), διεκδικώντας αποζημιώσεις για ζημιά ή βλάβη μη χρηματικής φύσης, λόγω ισχυριζόμενης παραβίασης του συνταγματικού της δικαιώματος και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για δίκη εντός ευλόγου χρόνου, «τα πρόσθετα δικηγορικά έξοδα στα οποία έχει υποστεί λόγω της παραβίασης πλέον ΦΠΑ», τόκο προς 9% «από κατά ή περί τον Ιούλιο 2007» και έξοδα. Το παράπονο της αιτήτριας αφορά στην καθυστέρηση της εκδίκασης της «υπόθεσης 3424/2006 της Αιτήτριας Ενάγουσας εναντίον των CHI MANAGEMENTS LTD». Δεν αναφέρεται στο σώμα της Αίτησης σε ποιο Δικαστήριο είχε καταχωρηθεί η εν λόγω αγωγή. Ο Νόμος θεσπίστηκε στις 5.2.2010 με σκοπό τη δημιουργία αποτελεσματικών θεραπειών σε περιπτώσεις παραβίασης του δικαιώματος δικαστικής διάγνωσης αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εντός ευλόγου χρόνου, σύμφωνα με το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και τις πρόνοιες σχετικών άρθρων της Σύμβασης που η Κυπριακή Δημοκρατία έχει κυρώσει με νόμο. Προβλέπει, ανάμεσα σε άλλα, ότι πρόσωπο το οποίο ισχυρίζεται ότι έχει παραβιαστεί το δικαίωμα του σε διάγνωση αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο, σε υπόθεση που εφαρμόζεται ο Νόμος, μπορεί να προσφύγει στο αρμόδιο Δικαστήριο με αγωγή κατά της Δημοκρατίας αξιώνοντας για την παραβίαση τις θεραπείες που προβλέπει ο Νόμος. Στις περιπτώσεις που το παραπονούμενο πρόσωπο είναι διάδικος σε εκκρεμούσα υπόθεση στην οποία εφαρμόζεται ο Νόμος, αυτό μπορεί να προσφύγει στο αρμόδιο Δικαστήριο με πρωτογενή αίτηση κατά της Δημοκρατίας. Ως αναφέρεται στο σώμα της αίτησης, «Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα Αίτηση βασίζονται εις την συνημμένη Ένορκη Δήλωση της κας Μαρίας Προκοπίου, εκ Λευκωσίας και στο φάκελο του Δικαστηρίου». Προφανώς η αναφορά «στο φάκελο του Δικαστηρίου» αναφέρεται στο φάκελο της παρούσας αίτησης. Επισημαίνεται εδώ ότι η ως άνω ένορκη δήλωση υπογράφηκε, ως αναφέρεται στη σχετική πιστοποίηση του Πρωτοκολλητή, στις 21.5.2010, τέσσερεις μέρες δηλαδή πριν από την καταχώρηση της αίτησης. Το άρθρο 7

(5)του Νόμου προβλέπει: «Σε σχέση με αίτηση δυνάμει των άρθρων 7 και 8 και για ζητήματα δικονομίας και πρακτικής για τα οποία δε γίνεται ειδική ρύθμιση στον παρόντα Νόμο, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του περί Δικαστηρίων Νόμου και οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εκτός στην έκταση και για ζητήματα για τα οποία το Ανώτατο Δικαστήριο ήθελε εκδώσει σχετικό διαδικαστικό κανονισμό». Περιττό να σημειωθεί ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται και σε διαδικασίες που αρχίζουν με πρωτογενή αίτηση[3], όπως στην προκείμενη περίπτωση. Η Δ.39, Θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι κάθε ένορκη δήλωση θα τιτλοφορείται "in the cause or matter in which it is sworn". Ως προς τους όρους αυτούς, "cause" σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Δ.2: ". includes any action or other original proceeding between a plaintiff and defendant;" "matter", σύμφωνα με την ίδια πρόνοια: «. includes every proceeding in court not in a cause» Στην υπόθεση Stavros Hotel Apartments κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836 όπου η ένορκη δήλωση είχε υπογραφεί πριν από την καταχώρηση της αγωγής, όπως στην προκείμενη περίπτωση, ο δικαστής κ. Κωνσταντινίδης υπέδειξε τα ακόλουθα: «Το διάταγμα εκδόθηκε πάνω στη βάση ένορκης δήλωσης που υπεγράφη περισσότερο από ένα μήνα πριν από την καταχώρηση της αγωγής και, βέβαια, της αίτησης για την έκδοση του. Περιέχει η ένορκη δήλωση ισχυρισμούς ως προς ενδεχόμενες επιπτώσεις συναρτημένες προς την πορεία και την κατάληξη αγωγής ανύπαρκτης και εμφανίζει πρόσωπα ως ενάγοντες και ως εναγομένους που δεν είχαν αυτή την ιδιότητα τότε. Η αναφορά από τους αιτητές στη Δ.39 θ.3 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας σύμφωνα με την οποία κάθε ένορκη δήλωση θα τιτλοφορείται 'in the cause or matter in which it is sworn' (βλ. συναφώς και τις ερμηνευτικές διατάξεις των Θεσμών ως προς τους όρους αυτούς), είναι σχετική. Στους Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 24, παράγραφος 1059, (βλ. επίσης Annual Practice
(1958)Τόμος 1, σελ. 922) αναφέρεται νομολογία σύμφωνα με την οποία, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει παρεμπίπτον διάταγμα παρά το ότι ο όρκος δόθηκε πριν από την έκδοση του κλητηρίου, με την προσθήκη όμως πως το Δικαστήριο, σε τέτοια περίπτωση, απαιτεί ανάληψη υποχρέωσης για επανόρκιση και κατάθεση νέας ένορκης δήλωσης.» Στην υπόθεση Re Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ 201 o δικαστής κ. Καλλής, αφού αναφέρθηκε στη Stavros Hotel Apartments (ανωτέρω) και σε άλλη νομολογία, αποφάνθηκε ότι λόγω της υπογραφής της ένορκης δήλωσης, που υποστήριζε αίτηση για προσωρινό διάταγμα, πριν από την καταχώρηση της αγωγής κατά τον χρόνο της έκδοσης του επίδικου προσωρινού διατάγματος η ένορκη δήλωση δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη[4]. Στρεφόμενη τώρα στην προκείμενη περίπτωση παρατηρώ ότι η ένορκη δήλωση που είναι συνημμένη στην αίτηση δεν είναι σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.39, Θ.3. Επισημαίνεται σχετικά ότι η αίτηση, η οποία τιτλοφορείται «Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας», δεν φέρει αριθμό αίτησης και εμφανίζει ως αιτήτρια και καθ' ου η αίτηση πρόσωπα τα οποία, στις 21.5.2010 όταν υπογράφηκε η ένορκη δήλωση, δεν είχαν αυτή την ιδιότητα. Περαιτέρω, αφού η ομνύουσα προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς και θέσεις, στην τελευταία παράγραφο της εν λόγω ένορκης δήλωσης, αναφέρει «Για τους πιο πάνω λόγους αιτούμαι ως η αίτηση μου». Αίτηση, που ως είναι φανερό, όταν υπογράφηκε η εν λόγω ένορκη δήλωση ήταν ανύπαρκτη, αφού καταχωρήθηκε μόλις στις 25.5.2010. Για τους πιο πάνω λόγους και υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας και νομοθεσίας, κρίνω ότι η ένορκη δήλωση ημερομηνίας 21.5.2010 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση της παρούσας αίτησης. Στην αίτηση έχει καταχωρηθεί ένσταση στην οποία αναπτύσσονται 11 λόγοι ένστασης οι οποίοι αφορούν κυρίως στο χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου θα πρέπει να υπολογιστεί ο εύλογος χρόνος της εκδίκασης της υπό συζήτηση αγωγής, το ζήτημα των εξόδων που διεκδικεί η αιτήτρια και τους παράγοντες που θα πρέπει να απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης. Με τις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με αναφορά στη σχετική νομοθεσία, νομολογία και συγγράμματα. Έχω κατά νου τις θέσεις και εισηγήσεις τους κατά την εξέταση της αίτησης και θα σταθώ σε αυτές όπου κρίνεται αναγκαίο για τους σκοπούς της απόφασης. Ο Νόμος καθορίζει τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση της αίτησης. Το άρθρο 13 του Νόμου προνοεί τα ακόλουθα: «Για την εξέταση σε πρωτογενή αίτηση δυνάμει των άρθρων 7 και 8 του ζητήματος κατά πόσο παραβιάστηκε το δικαίωμα του αιτητή σε διάγνωση αστικών του δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο. Το δικαστήριο ασκεί την κρίση του σε σχέση με τους παράγοντες των παραγράφων (α) έως (ζ) του άρθρου 11, αφού ακούσει τον αιτητή και το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, με αναφορά στα πρακτικά της διαδικασίας και το περιεχόμενο του φακέλου ή φακέλων της υπόθεσης πρωτόδικα ή κατ' έφεση στην οποία ισχυρίζεται ο αιτητής ότι παραβιάστηκε το εν λόγω δικαίωμά του.» Κατά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης, κατατέθηκε ως τεκμήριο στη διαδικασία από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, κ. Ανδρέα Τζιωρτζή, ο φάκελος της αγωγής 3424/06 μεταξύ της Μαρίας Προκοπίου, ενάγουσας, και των CHI MANAGEMENTS LTD, εναγομένων (Τεκμήριο 1). Δεν αμφισβητείται από την πλευρά του καθ' ου η αίτηση ότι πρόκειται για το φάκελο της υπόθεσης στον οποίο γίνεται αναφορά στο αιτητικό της αίτησης. Καταθέτοντας, ο κ. Τζιωρτζής υπέδειξε ότι στις 15.10.2010, όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, αυτή συμβιβάστηκε ενώ μετά τη δήλωση συμβιβασμού η υπόθεση θεωρείται ολοκληρωμένη. Μελετώντας το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής 3424/06 και τα πρακτικά της διαδικασίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Στις 22.5.2006 καταχωρήθηκε με κλίμακα £25.000-£50.000, κλητήριον ένταλμα γενικά οπισθογραφημένο με απαίτηση για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για προσωπικές βλάβες λόγω της αμέλειας των εναγομένων. Ενάγουσα στην εν λόγω αγωγή ήταν η Μαρία Προκοπίου ενώ εναγόμενοι ήταν οι «C.H.I. MANEGEMENT LTD»[5]. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση στην ως άνω αγωγή στις 9.6.2006. Ακολούθως, η ενάγουσα καταχώρησε έκθεση απαίτησης στις 4.7.2006. Στις 5.9.2006 η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για απόφαση εναντίον των ως άνω εναγομένων «λόγω έλλειψης καταχρήσεως υπεράσπισης». Το Πρωτοκολλητείο όρισε την αίτηση στις 28.9.2006. Κατά την ημερομηνία εκείνη η δικηγόρος των εναγομένων ζήτησε από το Δικαστήριο όπως της παραχωρηθεί χρόνος για την καταχώρηση της υπεράσπισης, αίτημα στο οποίο η ενάγουσα δεν είχε ένσταση. Εγκρίνοντας το αίτημα, το Δικαστήριο ανέβαλε την αίτηση στις 26.10.2006 για οδηγίες δίδοντας ταυτόχρονα οδηγίες για την καταχώρηση, στο μεταξύ, της υπεράσπισης. Στις 26.10.2006 υπεβλήθη εκ νέου αίτημα εκ μέρους των εναγομένων για παραχώρηση περαιτέρω χρόνου για την καταχώρηση της υπεράσπισης της. Η πλευρά της ενάγουσας και πάλι δεν έφερε ένσταση στο αίτημα και το Δικαστήριο εγκρίνοντας το αίτημα όρισε την αίτηση για απόδειξη αυτή τη φορά, στις 6.12.2006, με οδηγίες όπως η υπεράσπιση καταχωρηθεί επτά καθαρές ημέρες προηγουμένως. Η υπεράσπιση καταχωρήθηκε τελικά στις 6.12.2006, αφού εγκρίθηκε στο μεταξύ αίτηση των εναγομένων για παράταση του χρόνου για την καταχώρηση της. Την ίδια μέρα η ενάγουσα ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να αποσύρει την αίτηση της για απόφαση, πράγμα που έγινε, με έξοδα εναντίον των εναγομένων. Στις 9.3.2007, η ενάγουσα καταχώρησε Απάντηση στην υπεράσπιση. Ακολούθως, αφού είχε συμπληρωθεί η δικογραφία, οι δικηγόροι της ενάγουσας ζήτησαν με σχετική ειδοποίηση προς το Πρωτοκολλητείο όπως οριστεί ημερομηνία και ώρα ακροάσεως της αγωγής. Αφού η υπόθεση ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου για το σκοπό τούτο, το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για οδηγίες, με βάση τη Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στις 16.4.2007. Στο πρακτικό του Δικαστηρίου αναφέρεται ότι: «Κατά την ορισθείσα ημερομηνία οι δικηγόροι θα πρέπει να δηλώσουν τη θέση τους σε σχέση με τα όσα ορίζει ο Θ.2 της Δ.30, και ιδιαίτερα (αλλά όχι εξαντλητικά) με αναφορά στην αναγκαιότητα (
  1. i)τροποποίησης δικογράφων (
  2. ii)αναζήτησης λεπτομερειών.» και άλλων δικονομικών μέτρων που απαριθμούνται στο ως άνω πρακτικό. Στις 16.4.2007, οι δικηγόροι των διαδίκων δήλωσαν στο Δικαστήριο την πρόθεση τους να ζητήσουν οδηγίες ως προς την αποκάλυψη εγγράφων. Το Δικαστήριο στη συνέχεια έδωσε οδηγίες όπως γίνει «εκατέρωθεν αποκάλυψη» εντός 30 ημερών και όρισε την υπόθεση για περαιτέρω οδηγίες στις 21.5.2007. Στο μεταξύ οι διάδικοι προέβηκαν σε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων. Την 21.5.2007, η υπόθεση αναβλήθηκε εκ νέου από το Δικαστήριο για οδηγίες στις 25.6.2007. Στις 25.6.2007, λόγω απουσίας του δικαστή που χειριζόταν την υπόθεση, με οδηγίες του Προέδρου του Δικαστηρίου η υπόθεση τέθηκε ενώπιον άλλου δικαστή ο οποίος την όρισε στις 2.7.2007 για να δοθεί ημερομηνία ακροάσεως από το δικαστή που την χειριζόταν. Στις 2.7.2007 το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για ακρόαση στις 10.12.2007. Στις 10.12.2007 που η αγωγή ήταν ορισμένη για πρώτη φορά για ακρόαση, υπεβλήθη αίτημα εκ μέρους της ενάγουσας για την αναβολή της υπόθεσης για το λόγο ότι σε λίγες μέρες η δικηγόρος της θα βρισκόταν με άδεια τοκετού και αν άρχιζε η ακρόαση δεν θα ολοκληρωνόταν μέχρι την έναρξη της άδειάς της. Στο αίτημα δεν υπήρχε ένσταση εκ μέρους των εναγομένων και το Δικαστήριο εγκρίνοντας το αίτημα, ανέβαλε την υπόθεση για ακρόαση στις 20.5.2008. Στις 20.5.2008 ζητήθηκε και από τις δύο πλευρές ημερομηνία ακροάσεως. Το πρακτικό του Δικαστηρίου δεν είναι διαφωτιστικό ως προς τους λόγους που υποστήριζαν το αίτημα. Το Δικαστήριο εγκρίνοντας το αίτημα, όρισε την υπόθεση για ακρόαση στις 25.11.2008. Κατά την ημερομηνία εκείνη το Δικαστήριο ανέβαλε την υπόθεση γιατί, ως αναφέρεται στο σχετικό πρακτικό, το Δικαστήριο θα ήταν απασχολημένο στην ακρόαση της αγωγής 2043/04. Όρισε την υπόθεση εκ νέου για ακρόαση στις 10.4.2009. Στις 10.4.2009 το Δικαστήριο ήταν απασχολημένο με την εκδίκαση της υπόθεσης 9966/04. Ως εκ τούτου, ανέβαλε την υπόθεση και την όρισε εκ νέου για ακρόαση στις 27.10.2009. Στις 27.10.2009 η υπόθεση τέθηκε ενώπιον άλλης δικαστού για εκδίκαση, η οποία όμως, ως αναφέρεται στο σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου, θα προχωρούσε με την εκδίκαση της συνεχιζόμενης ακρόασης στην αγωγή 3794/03. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο ανέβαλε την υπόθεση, ορίζοντας την εκ νέου για ακρόαση στις 18.3.2010. Κατά την ως άνω ημερομηνία επιλήφθηκε της υπόθεσης άλλη δικαστής η οποία την ανέβαλε για το λόγο ότι συνέχιζε την ακρόαση στην αγωγή 6684/03. Όρισε την υπόθεση στις 15.10.10 οπότε και δηλώθηκε συμβιβασμός στη βάση του οποίου εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €3.000,00 πλέον νόμιμο τόκο 5.5% ετησίως από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης μέχρι εξοφλήσεως. Σε περίπτωση που το ποσό αυτό πληρωθεί μέχρι 15.11.2010 η απόφαση δεν θα φέρει τόκο. Το Δικαστήριο επιδίκασε επίσης υπέρ της ενάγουσας το ποσό των €1.000,00 συμφωνηθέντων εξόδων αγωγής πλέον Φ.Π.Α. Το άρθρο 11 του Νόμου προκειμένου να κρίνει το Δικαστήριο κατά πόσο παραβιάστηκε το δικαίωμα του ενάγοντα ή του αιτητή σε διάγνωση σε εύλογο χρόνο αστικών του δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε αγωγή δυνάμει των άρθρων 4 και 5 και σε πρωτογενή αίτηση δυνάμει των άρθρων 7 και 8, λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια τα οποία αποτελούν κωδικοποίηση των κριτηρίων που έχουν καθιερωθεί σχετικά με το ζήτημα στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου: «(α) το συνολικό χρόνο που εκκρεμεί ή που διήρκεσε η διάγνωση των δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων στην υπόθεση λαμβάνοντας υπόψη το χρόνο καταχώρισής της στο δικαστήριο και, όπου είναι σχετικός, οποιοδήποτε προγενέστερο χρόνο, (β) τη φύση της υπόθεσης στην οποία κατά τον ισχυρισμό του ενάγοντα ή του αιτητή παραβιάστηκε το δικαίωμα του, (γ) την τυχόν πολυπλοκότητα της εν λόγω υπόθεσης, (δ) τη συμπεριφορά του ενάγοντα ή αιτητή στη διαδικασία της υπόθεσης, (ε) τη συμπεριφορά των δικαστικών αρχών στα διάφορα στάδια και διαδικασίες της υπόθεσης, περιλαμβανομένων, όπου είναι σχετικές, των διαδικασιών εκτέλεσης, και την προώθηση της υπόθεσης στα εν λόγω στάδια και διαδικασίες, (στ) τη συμπεριφορά άλλων αρχών της Δημοκρατίας, όπου είναι σχετική, στο στάδιο και στις διαδικασίες εκτέλεσης, όπως και σε σχετικά στάδια και διαδικασίες που προηγήθηκαν της καταχώρησης της υπόθεσης στο δικαστήριο, (ζ) οποιουσδήποτε άλλους παράγοντες που εκάστοτε λαμβάνει υπόψη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως σχετικούς με το υπό κρίση ζήτημα όπως προκύπτουν από τη σχετική με το θέμα νομολογία του.» Σημειώνεται εδώ ότι αποτελεί γενική υποχρέωση των δικαστηρίων κατά την εφαρμογή των δικαιωμάτων που διασφαλίζει η Σύμβαση, να λαμβάνουν υπόψη τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και τις αποφάσεις και γνωματεύσεις (opinions) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα ("η Επιτροπή"). Στην υπόθεση Γαβριηλίδη ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 405 επισημαίνεται επί του προκειμένου ότι :- « Το άρθρο 30.2 του Συντάγματος είναι ταυτόσημο με το άρθρο 6
(1)της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών. Η επί του προκειμένου νομολογία μας είναι ταυτόσημη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων» Στο σύγγραμμα των D.J.Harris, M.O' Boyle, C.Warbrick, Law of the European Convention on Human Rights, διαβάζουμε τα εξής σε ό τι αφορά την προσέγγιση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου σε υποθέσεις όπως την παρούσα : «The reasonableness of the length of proceedings in both criminal and non-criminal cases depends on the particular circumstances of the case. There is no absolute time limit. Factors that are always taken into account are the complexity of the case, the conduct of the applicant and the conduct of the competent administrative and judicial authorities. No particular factor is conclusive; the approach must be to examine them separately and then to assess their cumulative effect. Although particular instances of delay attributable to the state may not seem unreasonable, they may be such when taken together. No margin of appreciation doctrine is applied, at least expressly, when determining the reasonableness of the time taken; the European Court simply makes its own assessment of the length of time taken. When it does so, it must bear in mind that Article 6 can only require such expedition as is consistent with the proper administration of Justice.» Ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ' ου η αίτηση εισηγήθηκε κατά την αγόρευση του ότι ορόσημο για την απόπειρα προσδιορισμού του εύλογου χρόνου, είναι η ημερομηνία κατά την οποία για πρώτη φορά η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες. Τούτο γιατί, σύμφωνα με το συνήγορο, μέχρι εκείνη την ημερομηνία οι διάδικοι θα έπρεπε να προετοιμάσουν την υπόθεση ώστε το Δικαστήριο να την ορίσει για ακρόαση ως η Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει. Από την άλλη, η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας υποστήριξε, παραπέμποντας στον πρώτο παράγοντα του άρθρου 11, ότι τυχόν καθυστέρηση στην αγωγή θα πρέπει να υπολογιστεί από τις 22.5.2006, ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Υποδεικνύεται στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, ότι ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας μιας διαδικασίας εκτιμάται σύμφωνα με τις συνθήκες της υπόθεσης και λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων που έχουν καθιερωθεί από την νομολογία του (βλέπε, μεταξύ πολλών άλλων, Frydlender v. France [GC], αριθ. 30979/96, § 43, CEDH 2000-VII). Από την υπόθεση Golder v. UK, αρ. 6289/73 9.10.79, φαίνεται ότι το Δικαστήριο καθορίζει το σχετικό χρόνο ad hoc για, και στην, κάθε υπόθεση[6]. Η χρονική δε περίοδος για τον εύλογο χρόνο σε πολιτικές υποθέσεις αρχίζει κατά κανόνα με την καταχώρηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου[7]. Έχει δε αναγνωριστεί ότι με τη δήλωση φιλικής διευθέτησης της αγωγής τερματίζεται η περίοδος που λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό του εύλογου χρόνου[8]. Με βάση τα πιο πάνω, η χρονική περίοδος στην παρούσα άρχισε στις 22.5.2006 με την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ολοκληρώθηκε στις 15.10.2010 με την έκδοση απόφασης εκ συμφώνου υπέρ της ενάγουσας, αιτήτριας στην παρούσα, στη βάση εξώδικου συμβιβασμού μεταξύ των δύο πλευρών. Με βάση τα πιο πάνω, η συνολική περίοδος που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη άρχισε στις 22.5.2006 και έληξε στις 15.10.2010 με τη δήλωση συμβιβαστικής απόφασης. Έτσι διάρκεσε 4 έτη, 4 μήνες και 22 μέρες . Σε ό, τι αφορά τη φύση της υπόθεσης και το κριτήριο για τυχόν πολυπλοκότητα της, δεν φαίνεται, και άλλωστε δεν αποτελεί ισχυρισμό του καθ' ου η αίτηση ότι επρόκειτο για πολύπλοκη υπόθεση. Από τη δικογραφία αναδύεται ότι επρόκειτο για απλή υπόθεση διεκδίκησης αποζημιώσεων λόγω τραυματισμού, εκ πρώτης όψεως ήσσονος σημασίας, συνεπεία ισχυριζόμενης αμέλειας εκ μέρους των εναγομένων. Ο Καθ' ου η αίτηση στους λόγους ένστασης προβάλλει ότι κατά το συνυπολογισμό του χρόνου θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η συμπεριφορά της ενάγουσας, ειδικότερα το γεγονός ότι στις 10.12.2007, όταν η αγωγή ήταν ορισμένη για πρώτη φορά για ακρόαση, ζητήθηκε αναβολή εκ μέρους της, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε με αποτέλεσμα η αγωγή να αναβληθεί και να οριστεί εκ νέου για ακρόαση στις 20.5.
  1. Κατά την εν λόγω ημερομηνία υποβλήθηκε εκ νέου αίτημα για αναβολή, αυτή τη φορά και από τις δύο πλευρές, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε, με αποτέλεσμα η αγωγή να αναβληθεί εκ νέου για ακρόαση στις 25.11.
  2. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ΄ου η αίτηση κατά την αγόρευση του υποστήριξε ότι «θα ήτο παράλογο οι δικαστηριακές αρχές να θεωρηθούν υπεύθυνες» για τις πιο πάνω αναβολές. Σπεύδω εξ αρχής να εντοπίσω ότι από την ως άνω πορεία της υπόθεσης, η ενάγουσα δεν φαίνεται να επέδειξε ιδιαίτερη σπουδή στην προώθηση της διαδικασίας όπως άλλωστε επιβάλλεται και από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Η συμπεριφορά της μάλιστα, συνέβαλε στην καθυστέρηση της. Ειδικότερα σημειώνεται ότι: Ενώ οι εναγόμενοι είχαν καταχωρήσει εμφάνιση στις 9.6.2006, η έκθεση απαίτησης της αιτήτριας (ενάγουσας) καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα ήτοι στις 4.7.
  3. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, η έκθεση απαίτησης θα έπρεπε να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την ημερομηνία που οι εναγόμενοι εμφανίστηκαν στην αγωγή[9], δηλαδή μέχρι τις 20.6.
  4. Σύμφωνα δε με τους Θεσμούς η Υπεράσπιση θα έπρεπε να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης[10]. Η εκπρόθεσμη καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης, αυτόματα μετέβαλε το χρόνο για την καταχώρηση της Υπεράσπισης μετά τη περίοδο των θερινών διακοπών[11] αφού, σύμφωνα με τη Δ.57, Θ.3, δεν επιτρέπεται η καταχώρηση έγγραφων προτάσεων κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών εκτός κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, ενώ κατά τον υπολογισμό του χρόνου που προβλέπουν οι θεσμοί για την καταχώρηση των δικογράφων, δεν προσμετρά η περίοδος των θερινών διακοπών εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά κατόπιν σχετικής αίτησης δια κλήσεως. Τέτοια αίτηση δεν υποβλήθηκε. Στις 5.9.2006 η αιτήτρια (ενάγουσα) καταχώρησε αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης των εναγομένων να καταχωρίσουν Υπεράσπιση, η οποία ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο στις 28.9.
  5. Αποσύρθηκε μόλις στις 6.12.2006 όταν καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση, αφού στο μεταξύ είχε αναβληθεί δύο φορές κατόπιν αιτημάτων των εναγομένων τα οποία ουσιαστικά και η αιτήτρια συνέδραμε δηλώνοντας ότι καμία ένσταση δεν έφερε προς τούτο. Σημειώθηκε περαιτέρω καθυστέρηση τριών περίπου μηνών στην συμπλήρωση της δικογραφίας αφού τόσος χρόνος χρειάστηκε από την πλευρά της αιτήτριας για να καταχωρήσει την Απάντηση της. Σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας η Απάντηση θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί επτά μέρες από την καταχώρηση της Υπεράσπισης[12]. . Θεωρώ περαιτέρω ότι η αιτήτρια (ενάγουσα) ευθύνεται αποκλειστικά για την αναβολή της αγωγής στις 10.12.2007 που είχε ως αποτέλεσμα να μετατεθεί η ακρόαση στις 20.5.2008, ενώ και οι δύο διάδικοι στην αγωγή ευθύνονται για την αναβολή της υπόθεσης στις 20.5.2008 με αποτέλεσμα να οριστεί για ακρόαση στις 25.11.
  6. Ούτε η περίοδος μεταξύ των αναβολών παρουσιάζεται να είναι αδικαιολόγητα μεγάλη. Ειδικότερα δε σε ό, τι αφορά την πρώτη αναβολή, σημειώνεται εκ νέου ότι ο λόγος αναβολής ήταν ο επικείμενος τοκετός της δικηγόρου της ενάγουσας. Συνολικά θεωρούμενη, η ως άνω δικονομική συμπεριφορά της αιτήτριας ευθύνεται για μια σημαντική καθυστέρηση συνολικής διάρκειας περίπου 16 μηνών.[13] Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο υπέδειξε στην υπόθεση Unión Alimentaria Sanders S.A. v. Spain[14] πως ο αιτητής έχει καθήκον : «.to show diligence in carrying out the procedural steps relevant to him, to refrain from using delaying tactics and to avail himself of the scope afforded by domestic law for shortening the proceedings». Εξάλλου, στην υπόθεση Γαβριηλίδης (ανωτέρω) αφού το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η σημειωθείσα καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης οφειλόταν στην ικανοποίηση, από το Δικαστήριο, αιτημάτων του εφεσείοντα για αναβολή της ακρόασης της υπόθεσης, υπέδειξε στη συνέχεια τα ακόλουθα: «Σε τέτοια περίπτωση η δική μας νομολογία, σε πλήρη ταύτιση με τη νομολογία του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι απρόθυμη να διαπιστώσει παραβίαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και να καταλογίσει ευθύνη στο Κράτος (Διευθύντρια Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ν. Ντούμα κ.ά., Έφεση 140/8.2.2002, Αθανασιάδης ν.Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 701 και Παπακόκκινου κ.ά. ν. Σμυρλή κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1653). Υπό τις περιστάσεις ο εφεσείων δεν μπορεί να οικοδομήσει επί των δικών του ενεργειών και να επωφεληθεί από την καθυστέρηση την οποία έχει προκαλέσει ο ίδιος έστω και αν το Πρωτόδικο Δικαστήριο θα μπορούσε να λάβει πρόσφορα μέτρα για την εκδίκαση της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο». Παρά τις πιο πάνω επισημάνσεις του Δικαστηρίου, στην καθυστέρηση της διαδικασίας στην προκείμενη περίπτωση συνέβαλαν και οι δικαστικές αρχές. Σημειώνεται ότι μόνον οι καθυστερήσεις που είναι καταλογιστέες στις αρμόδιες δικαστικές αρχές μπορούν να οδηγήσουν στην διαπίστωση μιας αντίθετης προς την Σύμβαση υπέρβασης του εύλογου χρόνου. Δεν εντοπίζεται ωστόσο οποιαδήποτε αδράνεια εκ μέρους των δικαστικών αρχών μέχρι τις 25.11.2008. Από τις 25.11.2008 μέχρι 15.10.2010, που ολοκληρώθηκε η διαδικασία, μεσολάβησε αριθμός αναβολών της δίκης[15] οι οποίες οφείλονται αποκλειστικά στο γεγονός ότι το Δικαστήριο ήταν απασχολημένο με την εκδίκαση πιο παλιών υποθέσεων. Το γεγονός αυτό βεβαίως, όπως ορθά υπέδειξε η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας δεν μπορεί από μόνο του να αποτελέσει επαρκή δικαιολογία. Η ευθύνη για την περαιτέρω παράταση της διαδικασίας σε αυτό το διάστημα βαρύνει τις δικαστικές αρχές. Επί του προκειμένου υποδεικνύεται στην υπόθεση König v. Germany
(1978)2 EHRR 170 ότι το κράτος είναι υπεύθυνο για την οργάνωση του δικαστικού συστήματος με τρόπο που να καθίσταται ικανό να συμπληρώνει την εκδίκαση πολιτικών και ποινικών υποθέσεων μέσα σε εύλογο χρόνο ( Βλ. επίσης Μuti v. Italy, Judgment March 23, 1994 Series A No. 281 - C και Sussman v. Germany
(1998)25 EHRR 64). Σύμφωνα δε με το άρθρο 35 του Συντάγματος: «Αι νομοθετικαί, εκτελεστικαί και δικαστικαί αρχαί της Δημοκρατίας υποχρεούνται να διασφαλίζωσι την αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος μέρους, έκαστη εντός των ορίων της αρμοδιότητας αυτής.» Η θέση δε της ευπαίδευτης συνηγόρου της αιτήτριας ότι η χρονική διάρκεια μεταξύ των αναβολών της δίκης ήταν υπέρμετρη δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Πέραν του γεγονότος ότι από μόνος του ο χρόνος δεν παρουσιάζεται υπέρμετρα μακρύς, δεν διαλανθάνει της προσοχής ότι σε κάποιες περιπτώσεις παρεμβάλλονταν και οι δικαστικές διακοπές. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί σχετικά ότι σύμφωνα με τη Δ.61,Θ.Θ 1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας οι θερινές διακοπές του Επαρχιακού Δικαστηρίου είναι από της 10ης Ιουλίου μέχρι της 9ης Σεπτεμβρίου. Κατά την περίοδο εκείνη το Δικαστήριο μπορεί να συνεδριάσει μόνο κατόπιν οδηγιών του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου «οσάκις θεωρεί τούτο σκόπιμον». Σχετικά με το ζήτημα, επισημαίνεται παρενθετικά ότι στην μελέτη των Els Dinjens και Warda Henning (ανωτέρω) σημειώνεται με αναφορά στην υπόθεση M.M. v. United Kingdom, App. No 13228/87,ημερ. 13/02/90: «. it was held that criticism could not be levelled at the Court when it caused a long delay due to further examination of the admissibility of the case and a long vacation of the Court.» Στη θεώρηση του ζητήματος που απασχολεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, σημαντικός παράγοντας είναι και το τι διακυβεύεται για τον αιτητή στη διένεξη (what is at stake for the applicant in the litigation)[16]. Η φύση μιας διαφοράς μπορεί να είναι τέτοια που να επιβάλλει στο Δικαστήριο επαυξημένο καθήκον για την ταχεία ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας. Τέτοιες υποθέσεις, η εκδίκαση των οποίων χρήζει προτεραιότητας είναι, μεταξύ άλλων, υποθέσεις εργατικών διαφορών οι οποίες αφορούν στην απόλυση του αιτητή, τη διεκδίκηση μισθών ή την άσκηση του επαγγέλματος του[17], υποθέσεις όπου λόγω της σοβαρότητας της υγείας του αιτητή απειλείται η ζωή του π.χ. όπου ο αιτητής πάσχει από Έιτζ (AIDS cases) [18] και υποθέσεις ατυχημάτων όπου ο θάνατος θύματος του ατυχήματος στερεί τους αιτητές από τα κύρια μέσα διαβίωσης τους[19]. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, συμμερίζομαι τη θέση που προβάλλεται με την ένσταση ότι η αιτήτρια «δεν διακινδυνεύει οτιδήποτε στη διαδικασία από την επέκταση του χρόνου εκδίκασης της υπόθεσης της» ενώ «σε περίπτωση που η αιτήτρια επιτύχει τελικά στην αγωγή την επιδίκαση σ' αυτήν αποζημιώσεων, αυτές θα φέρουν νόμιμο τόκο.». Όπως και έγινε τελικά με τη δήλωση εκ συμφώνου απόφασης στις 15.10.2010. Λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της υπόθεσης και όλα τα στοιχεία που αφορούν στα κριτήρια που τίθενται στο άρθρο 11 του Νόμου σε συνδυασμό θεωρούμενα με τη συνολική διάρκεια της διαδικασίας και τις αρχές που καθιερώνονται από τη νομολογία για το ζήτημα, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπήρξε υπέρβαση του «εύλογου χρόνου» με την έννοια που αποδίδεται στον όρο από το άρθρο 6.1 της Σύμβασης και το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Παρά την κατάληξη του Δικαστηρίου, καθίσταται αναγκαίο, σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική, να καθοριστούν οι αποζημιώσεις που θα επιδικάζονταν στην αιτήτρια σε περίπτωση που διαπιστωνόταν παραβίαση. Για το ζήτημα της αποζημίωσης, το άρθρο 12 του Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα : «12. Σε περίπτωση που σε αγωγή δυνάμει των άρθρων 4 και 5 ή σε πρωτογενή αίτηση δυνάμει των άρθρων 7 και 8 το δικαστήριο κρίνει ότι παραβιάστηκε τo δικαίωμα του ενάγοντα ή του αιτητή, ανάλογα με την περίπτωση, σε διάγνωση αστικών του δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του σε εύλογο χρόνο, αυτός δικαιούται - (α.) αποζημιώσεις για τυχόν χρηματική ζημιά, απώλεια, έξοδα και δαπάνες που έχει αποδεδειγμένα υποστεί λόγω της παραβίασης, (β) αποζημιώσεις για ζημιά, ή βλάβη μη χρηματικής φύσης που έχει υποστεί λόγω της παραβίασης και (γ) δικηγορικά έξοδα που αποδεδειγμένα έχει υποστεί λόγω της παραβίασης.
(2)Για τη διαπίστωση της ζημιάς που οφείλεται στην παραβίαση κατά τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο
(1)και τον υπολογισμό και απόδοση των δυνάμει του εδαφίου
(1)αποζημιώσεων, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα κριτήρια και παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη γι' αυτό τα σκοπό οπό το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όπως προκύπτουν από την εκάστοτε νομολογία του σε ανάλογες υποθέσεις παραβίασης του Άρθρου 6.1 της Σύμβασης και το ύψος των αποζημιώσεων που απονέμει το εν λόγο δικαστήριο σε ανάλογες υποθέσεις.» Αγορεύοντας, η ευπαίδευτη συνήγορος για την αιτήτρια εισηγήθηκε ότι στην αιτήτρια θα πρέπει να επιδικαστούν αποζημιώσεις της τάξης των €5,000 πλέον τα έξοδα της αίτησης. Από την άλλη, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον καθ' ου η αίτηση εισηγήθηκε πως αν το Δικαστήριο θεωρήσει ότι υπήρξε παραβίαση τότε έχει την ευχέρεια επιδίκασης μη χρηματικών αποζημιώσεων οι οποίες μπορούν να έχουν τη μορφή ονομαστικών αποζημιώσεων. Υπογράμμισε παράλληλα την απουσία οποιασδήποτε άλλης παραβίασης, παράγοντας που αν υπήρχε θα οδηγούσε στην επιδίκαση μεγαλύτερων αποζημιώσεων. Όπως έχει ήδη επισημανθεί πιο πάνω, η αιτήτρια διεκδικεί, αποζημιώσεις για ζημιά μη χρηματικής φύσης, «τα πρόσθετα δικηγορικά έξοδα στα οποία έχει υποστεί λόγω της παραβίασης πλέον ΦΠΑ», τόκο και έξοδα. Σε ό, τι αφορά την αξίωση για «πρόσθετα δικηγορικά έξοδα», χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Ouzounian Barret v. Cyprus,[20] απόφαση ημερομηνίας 18.1.2007 όπου υποδεικνύονται τα ακόλουθα: «According to the Court's case-law, an applicant is entitled to reimbursement of his costs and expenses only in so far as it has been shown that these have been actually and necessarily incurred and were reasonable as to quantum (see Iatridis v. Greece (just satisfaction) [GC], no. 31107/96, § 54, ECHR 2000-XI)». Σημειώνεται εδώ παρενθετικά ότι στην ως άνω υπόθεση, όπου η συνολική διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας ήταν 7 χρόνια και 11 μήνες (σχεδόν 6 χρόνια πρωτόδικα και 1 χρόνο και 11 μήνες στο Εφετείο) το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι υπήρξε παραβίαση των άρθρων 6.1 και 13 της Σύμβασης και επιδίκασε στην παραπονούμενη το ποσό των €4000 για μη χρηματική ζημιά θεωρώντας ότι πρέπει να είχε υποστεί ζημιά αυτής της φύσης. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη της αίτησης, πλην του περιεχομένου του φακέλου της υπόθεσης 3424/
  1. Όπως προκύπτει από την ως άνω νομοθετική πρόνοια και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου η όποια ζημιά μη χρηματικής φύσης πρέπει να αποδειχθεί για να δικαιούται ο αιτητής σε σχετικές αποζημιώσεις. Με δεδομένο ότι δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία ή σχετικό στοιχείο για το ζήτημα, παρά μόνο το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης 3424/06, δεν θα επιδίκαζα στην αιτήτρια οποιοδήποτε ποσό για τα «πρόσθετα δικηγορικά έξοδα» που αυτή διεκδικεί με την αίτηση της. Σε ό, τι αφορά την αξίωση για ζημιά ή βλάβη «μη χρηματικής φύσης» που αναφέρεται στο σώμα της αίτησης ότι η αιτήτρια έχει υποστεί, θεωρώ ότι χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο σύγγραμμα των Beatson, Grosz, Hickman, Singh και Palmer: Human Rights: Judicial Protection in the United Kingdom όπου αναφέρεται με αναφορά στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (παράγραφος 7-95): «Compensation for non-pecuniary loss may be awarded for physical injury and for feelings of distress, humiliation, helplessness, frustration, inconvenience, which feelings do not have to amount to a recognizable mental illness.» Επισημαίνεται ότι σε αριθμό υποθέσεων το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο διατύπωσε εύρημα στη βάση των γεγονότων ότι ο αιτητής είχε υποστεί αγωνία και απογοήτευση (frustration) η οποία μπορούσε να αποδοθεί στην παρατεταμένη διάρκεια της διαδικασίας.[21] Σε άλλες υποθέσεις όμως θεώρησε ότι ο αιτητής «πρέπει να είχε υποστεί» τέτοια αισθήματα[22] ή ότι είναι εύλογο να υποθέσει κάποιος ότι τα είχε υποστεί.[23] Σε ό, τι αφορά το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάζει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, παρατηρείται στο σύγγραμμα : Human Rights: Judicial Protection in the United Kingdom (ανωτέρω) ότι: «While costs and expenses are always dealt with separately, the Court has not consistently made separate awards for pecuniary and non-pecuniary loss, so that it is often impossible to identify any calculation or tariff». Περαιτέρω, ως παρατηρείται από τους Janis, Kay and Bradley, European human rights law text and materials (στη σελ 100): «Small or nominal damages are the rule». Στην υπόθεση Cocchiarella v. Italy[24], απόφαση ημερ. 10.11.2004, το Δικαστήριο (Section), κατόπιν μελέτης στοιχείων που τηρούνται στο Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου, έδωσε ένδειξη για τη μέθοδο που εφαρμόζεται για τον υπολογισμό της αποζημίωσης για μη-χρηματική ζημιά σε περιπτώσεις παραβίασης του «εύλογου χρόνου», διατυπώνοντας τα ακόλουθα κριτήρια: «
  2. As regards an equitable assessment of the non-pecuniary damage sustained as a result of the length of proceedings, the Court considers that a sum varying between EUR 1,000 and 1,500 per year's duration of the proceedings (and not per year's delay) is a base figure for the relevant calculation. The outcome of the domestic proceedings (whether the applicant loses, wins or ultimately reaches a friendly settlement) is immaterial to the non-pecuniary damage sustained on account of the length of the proceedings. The aggregate amount will be increased by EUR 2,000 if the stakes involved in the dispute are considerable, such as in cases concerning labour law, civil status and capacity, pensions, or particularly serious proceedings relating to a person's health or life. The basic award will be reduced in accordance with the number of courts dealing with the case throughout the duration of the proceedings, the conduct of the applicant - particularly the number of months or years due to unjustified adjournments for which the applicant is responsible - what is at stake in the dispute - for example where the financial consequences are of little importance for the applicant - and on the basis of the standard of living in the country concerned. A reduction may also be envisaged where the applicant has been only briefly involved in the proceedings, having continued them in his or her capacity as heir.» Περαιτέρω, στα πλαίσια της ίδιας υπόθεσης το Δικαστήριο (Grand Chamber) στην απόφαση του ημερ.29.3.2006, υπέδειξε τα ακόλουθα αναφορικά με την επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων από τα ημεδαπά δικαστήρια: «
  3. .The Court can accept that the authorities need time in which to make payment. However, in respect of a compensatory remedy designed to redress the consequences of excessively lengthy proceedings, that period should not generally exceed six months from the date on which the decision awarding compensation becomes enforceable..
  4. Regarding non-pecuniary damage, the Court - like the Italian Court of Cassation (see its judgment no. 8568/05, paragraph 31 above) - assumes that there is a strong but rebuttable presumption that excessively long proceedings will occasion non-pecuniary damage. It also accepts that, in some cases, the length of proceedings may result in only minimal non-pecuniary damage or no non-pecuniary damage at all (see Nardone, cited above). The domestic courts will then have to justify their decision by giving sufficient reasons.
  5. Moreover, in the Court's view, the level of compensation depends on the characteristics and effectiveness of the domestic remedy.
  6. The Court can also perfectly well accept that a State which has introduced a number of remedies, one of which is designed to expedite proceedings and one to afford compensation, will award amounts which - while being lower than those awarded by the Court - are not unreasonable, on condition that the relevant decisions, which must be consonant with the legal tradition and the standard of living in the country concerned, are speedy, reasoned and executed very quickly (see Dubjakova v. Slovakia (dec.), no. 67299/01, 19 October 2004). However, where the domestic remedy has not met all the foregoing requirements, it is possible that the threshold in respect of which the amount will still allow a litigant to claim to be a "victim" will be higher.
  7. It is even conceivable that the court determining the amount of compensation will acknowledge its own delay and that accordingly, and in order not to penalise the applicant later, it will award a particularly high amount of compensation in order to make good the further delay. » Η περίοδος που λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο στη συγκεκριμένη υπόθεση ήταν 8 χρόνια και 8 μήνες σε δύο επίπεδα δικαιοδοσίας. Καταλήγοντας για το ζήτημα της αποζημίωσης για μη χρηματική ζημιά, ανέφερε τα ακόλουθα: «.the Court finds that on the basis of the circumstances of the present case (see paragraphs 106 and 113-16 above) it would have awarded, in the absence of domestic remedies, the sum of EUR 7,
  8. It notes that the applicant was awarded EUR 1,000 by the Court of Appeal, which is approximately 14% of what the Court would have awarded. In the Court's view, this factor in itself leads to a result that is manifestly unreasonable in the light of the criteria established in its case-law. Having regard to the characteristics of the domestic remedy chosen by Italy and the fact that, notwithstanding this national remedy, the Court has found a violation, it considers, ruling on an equitable basis, that the applicant should be awarded EUR 2,200.» Επιδίκασε περαιτέρω ποσά συνολικού ύψους €4,100 για την περαιτέρω καθυστέρηση που ο αιτητής είχε υποστεί μετά από την αρχική διαπίστωση της παραβίασης από το ημεδαπό δικαστήριο και για πρόσθετη απογοήτευση (frustration) λόγω καθυστέρησης στην πληρωμή από το κράτος του ποσού που είχε επιδικάσει στον αιτητή το ημεδαπό δικαστήριο.[25] Ο Egbert Myjer, δικαστής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, παρατηρεί σχετικά με την ως άνω απόφαση:[26] «What is also important is that in the Cocchiarella case the Court made it clear that it is not necessary for the method of calculation provided for at the national level to correspond exactly to the criteria established by the Court under Article 41 in length-of-proceedings cases, as long as the amount awarded at the national level is not (manifestly) unreasonable compared with these criteria (§ 103-107).. That the acceptable amount at the national level may be lower than the amount normally given by the Court in similar cases has to do with the fact that there is a difference between a final resolution of the matter at the national level by the appropriate authority - via the express acknowledgment that a violation has taken place and the awarding of appropriate and sufficient redress - and the situation in which it is the Court itself which must decide on the issue in the absence of an acknowledgment of violation by the State.» Θα αναφερθώ στη συνέχεια σε κάποιες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου τις οποίες θεωρώ υποβοηθητικές στον καθορισμό του ποσού των αποζημιώσεων στην προκείμενη περίπτωση. Στην υπόθεση Yemanakova v. Russia απόφαση ημερ. 23.9.2004, (λίγο πριν από την Cocchiarella (ανωτέρω)) η συνολική περίοδος που λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο ήταν 3 χρόνια και 10 μήνες, η οποία κάλυπτε σχεδόν εξολοκλήρου την περίοδο για την οποία είχε αναβληθεί έφεση της αιτήτριας, για διαδικαστικούς λόγους, χωρίς η ίδια να είχε ειδοποιηθεί περί τούτου. Κατά την περίοδο αυτή δεν υπήρξε οποιαδήποτε ενέργεια εκ μέρους των δικαστικών αρχών. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι υπήρξε παραβίαση του «εύλογου χρόνου» στο Άρθρο 6
(1)της Σύμβασης καθώς και του Άρθρου 13 και, αποδεχόμενο ότι η αιτήτρια είχε υποστεί «distress, anxiety and frustration exacerbated by the unreasonable length of the proceedings» επιδίκασε σε αυτήν το ποσό των €1000 ως αποζημίωση το οποίο έπρεπε να της καταβληθεί εντός τριών μηνών από την ημερομηνία που η απόφαση θα καθίστατο τελεσίδικη σύμφωνα με το Άρθρο 44
(2)της Σύμβασης. Από τη λήξη της τρίμηνης περιόδου μέχρι το διακανονισμό ήταν πληρωτέος και απλός τόκος (simple interest) με επιτόκιο ίσο προς το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά τη διάρκεια της περιόδου μη πληρωμής πλέον τρεις εκατοστιαίες μονάδες («at a rate equal to the marginal lending rate of the European Central Bank during the default period plus three percentage points») Στις 19.10.2004 το Δικαστήριο στην υπόθεση Mejer and Jaloszynska v. Poland[27] επιδίκασε σε καθένα από τους αιτητές, με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης, το ποσό των €2,
  1. Στην υπόθεση εκείνη η περίοδος που λήφθηκε υπόψη ήταν 8 χρόνια, 6 μήνες και 12 μέρες (για αριθμό περιπτώσεων σε τρία επίπεδα δικαιοδοσίας). Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι αυτό που διακυβευόταν στη διαδικασία ήταν, για τους αιτητές, υψίστης σημασίας αφού είχαν απολυθεί από την εργασία τους και διεκδικούσαν την αποκατάσταση τους[28]. Το Δικαστήριο έκρινε πως η συμπεριφορά των αιτητών και ο τρόπος που άσκησαν τα δικονομικά τους δικαιώματα δεν συνέβαλαν σημαντικά στην παράταση της διαδικασίας. Σημειώθηκε ειδικότερα ότι τα αιτήματα τους για εξαίρεση δικαστών συνέβαλαν στην παράταση της διαδικασίας κατά δύο μήνες. Στην υπόθεση Lerios v. Cyprus,[29] απόφαση ημερομηνίας 23.6.2006, η περίοδος που λήφθηκε υπόψη ήταν 5 χρόνια, 5 μήνες και τρεις μέρες για τρεις περιπτώσεις (three instances), οι δύο στο ίδιο επίπεδο δικαιοδοσίας. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Ωστόσο έκρινε ότι υπήρξαν δύο συγκεκριμένες περίοδοι αδράνειας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η μία διάρκειας περίπου 11 μηνών και η άλλη σχεδόν τριών μηνών, με αποτέλεσμα η ακρόαση της έφεσης να αρχίσει πέραν των δύο ετών μετά την καταχώρηση της. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η καθυστέρηση αυτή ήταν αδικαιολόγητη έχοντας υπόψη ότι αυτό που διακυβευόταν για τον αιτητή στη διαδικασία ήταν για τον ίδιο αρκετά σημαντικό. Κρίθηκε ότι λαμβάνοντας υπόψη τη διάρκεια των περιόδων αδράνειας, η διαπίστωση της παραβίασης συνιστούσε επαρκή δίκαιη ικανοποίηση («sufficient just satisfaction»). Ακολούθως, στη Gavrielides v. Cyprus[30], απόφαση ημερομηνίας 1.9.2006 το Δικαστήριο, θεωρώντας ότι ο αίτητης πρέπει να είχε υποστεί ζημία μη-χρηματικής φύσης, επιδίκασε σε αυτόν το ποσό των €4,
  2. Η περίοδος που λήφθηκε υπόψη ήταν 5 χρόνια, 11 μήνες και 15 μέρες ενώπιον ενός επιπέδου δικαιοδοσίας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η συμπεριφορά του αιτητή, την οποία και σημείωσε, δεν ήταν αρκετή για να δικαιολογήσει την παρατεταμένη διάρκεια της διαδικασίας («not sufficient to justify the protracted length of the proceedings}). Το Δικαστήριο στην Obluk v. Slovakia[31], απόφαση ημερ.20.6.2006 επιδίκασε στον αιτητή το ποσό των €2,
  3. Η περίοδος που λήφθηκε υπόψη ήταν περίπου 3 χρόνια και 8 μήνες για ένα επίπεδο δικαιοδοσίας, ενώ υπήρχε αδράνεια εκ μέρους των δικαστικών αρχών για τρία περίπου χρόνια από την περίοδο αυτή. Στην υπόθεση Arsov v. the former Yugoslav Republic of Macedonia[32], απόφαση ημερομηνίας 19.10.2006, η σχετική περίοδος που τίθετο προς εξέταση ήταν 5 χρόνια 2 μήνες και 18 μέρες για δύο επίπεδα δικαιοδοσίας. Ο αιτητής, ο οποίος δεν ευθυνόταν για οποιαδήποτε καθυστέρηση, διεκδικούσε €50.000,00 ως αποζημιώσεις για ζημιά μη χρηματικής φύσης, ήτοι για άγχος, συναισθηματική δοκιμασία και επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του. Το κράτος εισηγήθηκε ότι δεν έπρεπε να επιδικαστεί κανένα πόσο καθότι δεν είχε αποδειχθεί οποιαδήποτε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβίασης και της ισχυριζόμενης ζημιάς. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι: «.the applicant must have sustained non-pecuniary damage. Ruling on an equitable basis, it awards him EUR 1,600 under this head, plus any tax that may be chargeable». Σοβαρά έχει απασχολήσει το Δικαστήριο κατά πόσο στην περίπτωση που κρινόταν ότι υπάρχει παραβίαση του δικαιώματος της αιτήτριας για διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων της εντός ευλόγου χρόνου, η διαπίστωση και μόνο της παραβίασης θα αποτελούσε επαρκή δίκαιη θεραπεία. Έχοντας ωστόσο κατά νου το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιδίκαση ενός ποσού - μικρού έστω - θα ήταν τελικά η πλέον ενδεδειγμένη. Συνακόλουθα θα επιδίκαζε στην αιτήτρια το ποσό των €800 ως αποζημιώσεις για ζημιά μη χρηματικής φύσης, πλέον τόκο, ΦΠΑ και τα έξοδα της παρούσας αίτησης. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται. Δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου ο βασικός κανόνας όσον αφορά τα έξοδα, ότι δηλαδή αυτά συνήθως ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη το πρωτότυπο του ζητήματος όπως αυτό προωθήθηκε ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων, αισθάνομαι ότι ο παράγοντας τούτος από μόνος του επιτρέπει την απόκλιση από τον ως άνω κανόνα. Η κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί τα έξοδα της στη διαδικασία. (Υπ.)............ Π. Παναγή, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. Guincho v. Portugal
(1984)7 ΕΗRR 223 [2] βλ. Guincho v. Portugal (ανωτέρω) και H v. France
(1990)12 EHRR 74.. [3] Βλ. Δ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας [4] Βλ. επίσης S.A. Constantinou Limited κ.ά.ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd, Πολιτική Έφεση 232/07 ημερ. 19.6.2009 [5] Στην παρούσα αίτηση γίνεται αναφορά σε «CHI MANAGEMENTS LTD» [6]Στη μελέτη των Els Dinjens και Warda Henning, Undue Delay in the case-law of the European Court of Human Rights
(2001), αναφέρεται ότι «.time periods of cases declared admissible by the Commission varied from 1 year and 11 months in an extreme case» - δηλαδή στην Meier-Sax v. Switzerland 12421/86 - «(and more representatively from 4 years and 9 months) to 12 years and 10 months.». [7] Βλ. μεταξύ άλλων Ευσταθίου ν. Ελλάδος της 27.7.2006,(Αρ. Προσφυγής: 36998/02) [8] Βλ Caleffi v. Italy, Αpp. No. 11890/85,απόφαση ημερ. 24.5.1991. [9] Δ.20, Θ.1 [10] Δ.21,Θ.1 [11] Σύμφωνα με τη Δ.61, ΘΘ 1 και 2 οι θερινές διακοπές του Επαρχιακού Δικαστηρίου είναι από τις 10 Ιουλίου μέχρι τις 9 Σεπτεμβρίου. [12] Δ.21,Θ.14
(1)[13] Βλ. την υπόθεση Intibav v. Turkey ημερ. 25.5.2005 όπου θεωρήθηκε ότι ο αιτητής και ο δικηγόρος του είχαν συμβάλλει αρκετά στην επιμήκυνση της διαδικασίας αφού ήταν υπεύθυνοι για 12 μήνες καθυστέρηση. [14] Αpp. No. 11681/85, 7.7.
  1. Βλ. επίσης, The Right to a Fair Trial: A Guide to the Implementation of Article 6 of the European Convention on Human Rights των Nuala Mole και Catharina Harby (Council of Europe 2001) [15] Στις 25.11.08, 10.4.09, 27.10.09 και 18.3.
  2. [16] Βλ. X v. France, ημερομηνίας 31.3.1992, Series A No. 234-C, 14 EHRR
  3. [17] Βλ. Obermeier v. Austria, ημερομηνίας 28.6.1990, Series A no. 179 , όπου ο αιτητής είχε απολυθεί με αποτέλεσμα να χάσει τα μέσα διαβίωσης του· [18] Βλ. X v. France (ανωτέρω) στην οποία ο Αιτητής απεβίωσε ενώ η υπόθεση του εκκρεμούσε ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου [19] Βλ. Mehmet Ozel v. Turkey, απόφαση ημερ. 26.4.2005 [20] App.No. 2418/05 [21] Βλ. Bönisch v Austria
(1991)13 EHRR 409 σελ. 411 , De Cubber v Belgium
(1991)13 EHRR 422 σελ. 425-426 και P, C and S v UK
(2002)35 EHRR 1075 σελ.
  1. [22] Βλ. Charalambous v. Cyprus App. No 43151/o4 απόφαση ημερ. 19.7.
  2. [23] Βλ. Davies v UK
(2002)35 EHRR 720 σελ. 729 και Massey v UK App No 14399/02 (16 Νοεμβρίου 2004, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί). [24] Αpp. 64886/01 [25] Βλ. επίσης Scordino v. Italy, App. No 36813/97, απόφαση ημερ. 29.3.2006. [26] Βλ. τη διάλεξη του «It is never too late for the State: Friendly settlements and unilateral declarations» (Library of the European Court of Human Rights). [27] App. No. 62109/00 [28] Βλ. Obermeier (ανωτέρω) [29] App. No. 68448/01 [30] Αpp. Νο. 15940/02 [31] App. Νο. 69484/01, [32] App. Νο. 44208/02 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.