← Κύπρος

Δήμος Στροβόλου ν. Α.Ο.Μ.Μ. Γαλαξίας Παραγωγές Λτδ., Αρ. Αγωγής 6068/05, 30 Νοεμβρίου 2010

Δήμος Στροβόλου ν. Α.Ο.Μ.Μ. Γαλαξίας Παραγωγές Λτδ., Αρ. Αγωγής 6068/05, 30 Νοεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A395 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 6068/05 Μεταξύ: Δήμος Στροβόλου Ενάγοντα Και Α.Ο.Μ.Μ. Γαλαξίας Παραγωγές Λτδ. Εναγόμενης . . . . . . Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου 2010 Αίτηση ημερομηνίας 29 Απριλίου 2010 για τη διαγραφή ΄Εκθεση Υπεράσπισης Εμφανίσεις Για την αιτήτρια-ενάγουσα: κ. Πλαστήρας Για την καθ'ης η αίτηση-εναγόμενη: κ. Τσαρκατζιής. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες ζητούν όπως διαγραφεί η Έκθεση Υπεράσπισης διότι το εν λόγω δικόγραφο δεν αποκαλύπτει λογική ή έγκυρη υπεράσπιση. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.19 θ. 26 και στη Δ.27θ.

  1. Με την αγωγή ο Δήμος Στροβόλου προβάλλει αξίωση έναντι της εναγόμενης για οφειλόμενα τέλη θεάματος. Η εναγόμενη οργάνωσε κατά τους μήνες Μάϊο, Ιούλιο και Σεπτέμβριο 2004 διάφορα θεάματα εντός του Δήμου Στροβόλου, μεταξύ άλλων και συναυλία της Άννας Βίσση που πραγματοποιήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου
  2. Επωλήθησαν εισιτήρια για τη συναυλία και ο ενάγοντας καθόρισε και επέβαλε φόρο θεάματος 15% επί της αξίας του κάθε εισιτηρίου που εισέπραξε η εναγόμενη ως εμπιστευματοδόχος διά λογαριασμό του ενάγοντα. Ο ενάγοντας καθόρισε τις 4 Σεπτεμβρίου 2004 ως ημερομηνία που θα έπρεπε η εναγόμενη να καταβάλει το φόρο θεάματος και απέστειλε επιστολή στην εναγόμενη στις 25 Απριλίου 2005 για να καταβάλει το εν λόγω ποσό. Η εναγόμενη παρέλειψε και/ή αρνήθηκε να καταβάλει το ποσό και ο ενάγοντας επέβαλε στην εναγόμενη επιβάρυνση 10% επί του οφειλόμενου τέλους θεάματος δυνάμει το άρθρου 85

(2)ι ν ιι και 134 του περί Δήμων Νόμου. Η εναγόμενη προβάλλει υπεράσπιση ότι η εναγόμενη ουδέποτε εισέπραξε φόρους και/ή τέλη για λογαριασμό του ενάγοντα. Η εναγόμενη ουδέποτε ενήργησε ως εμπιστευματοδόχος του ενάγοντα για την είσπραξη τελών θεάματος. Επιπρόσθετα η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι τα τέλη θεάματος πρέπει να υπολογίζονται επί της τιμής του εισιτηρίου αφού πρώτα αφαιρεθεί ο φόρος προστιθέμενης αξίας. Η έκθεση υπεράσπισης καταχωρήθηκε το Νοέμβριο 2005 ενώ η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε το 2010 και ενώ η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση. Η θέση του ενάγοντα είναι ότι οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους εγείρουν ζήτημα εγκυρότητας του τρόπου επιβολής του τέλους θεάματος που κλήθηκαν οι εναγόμενοι να πληρώσουν. Είναι θέση του ενάγοντα ότι τέτοιο ζήτημα μπορεί να αποφασισθεί μόνο από το Ανώτατο Δικαστήριο διότι αφορά χρηματική απαίτηση του ενάγοντα που βασίζεται στο αποτέλεσμα διοικητικής απόφασης. Σημειώνεται ότι ήταν κοινή θέση των μερών ότι για την επίδικη οφειλή η εναγόμενη εταιρεία καταχώρησε προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Το αποτέλεσμα εκείνης της διαδικασίας καταγράφεται στις Αναθεωρητικές Εφέσεις 136/2006 και 137/2006 στην απόφαση ΑΟΜΜ Γαλαξίας Παραγωγές Λτδ. ν Δήμου Στροβόλου 3 ΑΑΔ 291
(2008). Κρίθηκε ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι χρεωστικά δελτία και όχι αποφάσεις της διοίκησης τα οποία τείνουν στην είσπραξη οφειλομένου ήδη ποσού. Αποφασίσθηκε ότι υποκείμενος στο τέλος ήταν ο θεατής και όχι η εναγόμενη εταιρεία η οποία είχε υποχρέωση μόνο να αποδώσει το τέλος που εισέπραξε. Επίσης αποφασίστηκε ότι τα χρεωστικά δελτία που στάλθηκαν στην εναγόμενη εταιρεία δεν ενσωμάτωναν τα ίδια εκτελεστή διοικητική πράξη αλλά συνιστούσαν αξίωση ποσών που είχαν ήδη προκύψει στο στάδιο που ο θεατής πλήρωνε την είσοδο του εισιτηρίου στο θέαμα. Η εναγόμενη εταιρεία δεν μπορούσε να προσβάλλει την επιβολή τέλους θεάματος διότι το συμφέρον της ήταν έμμεσο και όχι ίδιον ως απαιτείται από το άρθρο 146 του Συντάγματος για την έγερση προσφυγής εναντίον εκτελεστών διοικητικών πράξεων. Η θέση της εναγόμενης είναι ότι υπάρχει διάσταση των γεγονότων μεταξύ των μερών. Συγκεκριμένα η εναγόμενη εταιρεία αμφισβητεί ότι το αξιούμενο ποσό έχει εισπραχθεί στο σύνολο του λόγω του τρόπου που ο ενάγοντας υπολογίζει το τέλος θεάματος. Ως δεύτερο επιχείρημα αναφέρουν ότι η βάση της αγωγής των εναγόντων δεν αφορά είσπραξη χρέους που πηγάζει από εκτελεστή διοικητική πράξη αλλά φορά αξίωση των εναγόντων έναντι της εναγόμενης για το εν λόγω ποσό διότι οι εναγόμενοι ως εμπιστευματοδόχοι των εναγόντων δεν απόδωσαν σε αυτούς το ποσό που ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη εταιρεία εισέπραξε για λογαριασμό τους. Αίτηση η οποία βασίζεται στη Δ.19 θ.26 αποσκοπεί στη διαγραφή συγκεκριμένων παραγράφων του δικογράφου. Πρέπει να αποδειχθεί ότι η συμπερίληψη αυτών των παραγράφων στο εν λόγω δικόγραφο έχει ως αποτέλεσμα την εισαγωγή στην αγωγή ζητήματα άσχετα με τα υπό εκδίκαση ζητήματα, επιπόλαια ζητήματα ή ζητήματα που τείνουν να επηρεάζουν ή καθυστερούν την δίκαια εκδίκαση της υπόθεσης. Η Δ.19 θ.26 καλύπτει περιπτώσεις που δικαιολογούν την άσκηση διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για να διαγραφεί μέρος του δικογράφου. Σχετική αναφορά σε αυτή τη δυνατότητα γίνεται στο Annual Practice Book του
  1. Η αντίστοιχη αγγλική διάταξη της Δ.19 θ.26 είναι το O.19 r.
  2. Η αντίστοιχη αγγλική διάταξη της Δ.27 θ.3 είναι το O.25 r.
  3. Στη σελίδα 574 του Αnnual Practice Book στο σημείο που γίνονται επεξηγήσεις σε σχέση με την εξουσία του Δικαστηρίου με βάση το Ο.25 r.24 εξηγείται ότι αίτηση που γίνεται με βάση το Ο.25 r. 4 για το λόγο ότι δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής μπορεί να γίνει και με βάση το O.19 r.
  4. Παλαιά, στην Αγγλία, στις περιπτώσεις όπου ένα δικόγραφο ήταν παράτυπο ή είχε ελλείψεις με αποτέλεσμα να μην αποκαλύπτεται αιτία αγωγής ο εναγόμενος μπορούσε να καταχωρήσει το λεγόμενο Demurrer και να επιτύχει απόρριψη της αγωγής. Αυτό το δικονομικό μέτρο, το οποίο υπάρχει ακόμη σε ορισμένες δικαιοδοσίες της Κοινοπολιτείας, χρησιμοποιείτο συχνά από διαδίκους για να εξασφαλίσουν απόφαση εύκολα και σχετικά ανώδυνα. Εκεί που εκφράζετο αιτία αγωγής αλλά υπήρχε παρατυπία στην έκθεση απαιτήσεως, λόγω του ότι δεν εκτίθετο σε αυτή ουσιωδώς γεγονός αναγκαίο για την ορθή διατύπωση της αιτίας αγωγής, δεν υπήρχε θεραπεία και η αγωγή με τη χρήση του Demurrer απορρίπτετο αυτόματα. Αυτό το άκαμπτο και αυστηρό δικονομικό μέτρο αντικαταστάθηκε από το Ο.25 r.4, αντίστοιχη διάταξη στους δικούς μας θεσμούς είναι η Δ.27 θ.3, το οποίο περιόρισε τη δυνατότητα διαγραφής ολόκληρης της αγωγής μόνο στις περιπτώσεις όπου καθαρά προκύπτει με αντικειμενικά κριτήρια ότι δεν εκφράζεται αιτία αγωγής. Όπως επεξηγείται με σαφήνεια στην Αγγλική απόφαση Republic of Peru v Peruvian Guavo Co.[1] στην περίπτωση που εντοπίζονται παρατυπίες κατά την έκφραση της αιτίας αγωγής στην Έκθεση Απαιτήσεως δεν συνεπάγεται και αυτόματη απόρριψη της αγωγής. 'Having regard to the terms of rule 4, and to the decisions on it, I think that this rule is moiré favourable to the pleading objected to than the old procedure by demurrer. Under the new rule the pleading will not be struck out unless it is demurrable and something worse than demurrable. If, notwithstanding defects in the pleading, which would have been fatal on demurrer, the Court sees that a substantial case is presented the Court should, I think, decline to strike out that pleading.' Η ίδια ερμηνεία σε σχέση με την εφαρμογή της Δ.27 θ.3 δίδεται από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου. Στην απόφαση In re Pelmako Ltd. v In re the Companies Law Cap.113 [2] το Εφετείο ασχολήθηκε με τις πρόνοιες της Δ.27 θ.3 εκφράζοντας την θέση ότι είναι μέτρο που ασκείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου αναμφίβολα προκύπτει ότι δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής στο εν λόγω δικόγραφο και όπου διαφαίνεται ότι η όλη διαδικασία κινήθηκε για αλλότριους σκοπούς. 'Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ορθά επισημαίνεται ότι η διαγραφή αίτησης για διάλυση, όπως και κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αναμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Υποδεικνύεται επίσης στην πρωτόδικη απόφαση ότι το δικόγραφο που επιδιώκεται η διαγραφή, αξιολογείται με βάση αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει. Σημειώνεται επίσης ότι η επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δηλαδή, χρήση του μέσω του δικαίου για αλλότριους σκοπούς.. .Η διαγραφή δικογράφου και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάση του Συντάγματος.' Με βάση τη Δ.19 θ.26 το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει τη διακρατική του εξουσία να διαγράψει μέρος των δικογράφων μόνο στην περίπτωση που αυτό είναι αναγκαίο για την δίκαια εκδίκαση και επίλυση της αγωγής. Επί παραδείγματι, στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιείων Λτδ. ν Σοφοκλής Σαββίδης, Πολιτική Έφεση 9754 ημ. 11/6/97 το Δικαστήριο διέταξε τη διαγραφή δικογράφου διότι διαπίστωσε ότι ήταν διατυπωμένο με τρόπο που να προκαλούσε αμηχανία στην άλλη πλευρά. Σε εκείνη την περίπτωση η αίτια αγωγής βασιζόταν σε παράβαση συμφωνίας και ο ενάγοντας δεν περιορίσθηκε να εκθέσει μόνο τα ουσιώδη γεγονότα στην απαίτηση του αλλά περιέλαβε ολόκληρο το πολυσέλιδο κείμενο της επίδικης συμφωνίας μέσα στην έκθεση απαιτήσεως. Όμως και πάλι θα πρέπει να λεχθεί ότι ως γενικό κανόνα το Δικαστήριο δεν πρέπει να διαγράφει δικόγραφα ακόμη και όταν αυτά περιέχουν άσχετα και περιττά γεγονότα ή μόνο επειδή αυτά είναι μακροσκελή εάν δεν προκαλούν πραγματικό πρόβλημα στην άλλη πλευρά. Ο γενικός κανόνας είναι ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπαγορεύσει στους διαδίκους πώς θα διατυπώσουν την απαίτηση τους ή την υπεράσπιση τους. Είναι δικαίωμα της κάθε πλευράς να θέσουν την υπόθεση τους με τον τρόπο που επιθυμούν. (Annual Practice Book 1958 σελ. 477) Ένας διάδικος υπερβαίνει το δικαίωμα του να θέσει την υπόθεση του με τον τρόπο που θέλει μόνο όταν η διατύπωση της υπόθεσης του επηρεάζει δυσμενώς την άλλη πλευρά. Στην υπόθεση ναυτοδικείου Onega v Πλοίο 'Grivas', 121/97 ημ. 121/97 λέχθηκε ότι ακόμη και αλληλοσυγκρουόμενοι ισχυρισμοί ή διαζευκτικοί ισχυρισμοί δεν πρέπει να διαγραφούν εάν δεν επηρεάζουν την δίκαια επίλυση της υπόθεσης. Είναι πιο ορθό και δίκαιο αυτά τα ζητήματα να αντιμετωπισθούν κατά την ακροαματική διαδικασία και όχι στα προκαταρκτικά στάδια της δίκης με αποτέλεσμα να περιορισθεί το δικαίωμα της κάθε πλευράς να ακουστεί και να θέσει την υπόθεση της. Ο αιτητής ζητεί όπως διαγραφεί η υπεράσπιση διότι θεωρεί ότι τα επιχειρήματα που προβάλουν οι καθ'ων η αίτηση με την ένσταση τους αποσκοπούν στην αναθεώρηση εκτελεστής διοικητικής πράξης που ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Με βάση το άρθρο 85
(2)(ι) του περί Δήμων Νόμου 111/85 δίδεται εξουσία στους Δήμους επιβολής τελών. Οποιαδήποτε μαρτυρία που αφορά την απόφαση της διοίκησης να επιβάλει τέλη δεν είναι αποδεκτή σε αστική διαδικασία διότι η εγκυρότητα της διοικητικής πράξης από την οποία απορρέει η υποχρέωση του διοικούμενου να πληρώσει το τέλος είναι ζήτημα που εμπίπτει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του Ανώτατου Δικαστηρίου. (Βλ. James Peter v Δήμου Αγίου Αθανασίου 2 ΑΑΔ 612
(2001)). Οι παράγραφοι 7 μέχρι 10 της Έκθεσης Υπεράσπισης καταπιάνονται με την ορθότητα της απόφασης του Δήμου να ενσωματώσει το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας στο τέλος θεάματος που ζητά να εισπράξει από την εναγόμενη εταιρεία. Είναι ορθή η εισήγηση του ενάγοντα ότι το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να ακούσει μαρτυρία που να αφορά την ορθότητα αυτής της απόφασης διότι αυτή η απόφαση μπορεί να αναθεωρηθεί μόνο από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της αναθεωρητικής του εξουσίας με βάση το άρθρο 146 του Συντάγματος. Όμως η αιτία αγωγής όπως αυτή εκφράζεται στην Έκθεση Απαιτήσεως είναι η παράλειψη της εναγόμενης εταιρείας ως εμπιστευματοδόχος του ενάγοντα να αποδώσει το ποσό των ΛΚ 8017.05 . Αυτό το ποσό προκύπτει ως εξής:
  1. Αριθμός εισιτηρίων εισόδου που πώλησε η εναγόμενη εταιρεία σε θεατές.
  2. Φόρο θεάματος 15% επί της αξίας του εκάστου πωληθέντος εισιτηρίου (δηλαδή το 15% του ποσού των ΛΚ115.792,00).
  3. Μείον του ποσό που η εναγόμενη εταιρεία έχει ήδη αποδώσει στον ενάγοντα. (ΛΚ9351,75). Η εναγόμενη εταιρεία ισχυρίζεται ουδέποτε εισέπραξε για λογαριασμό του ενάγοντα ως εμπιστευματοδόχος οποιοδήποτε ποσό. Το πραγματικό ποσό που εισέπραξε η εναγόμενη εταιρεία για λογαριασμό της εταιρείας ως εμπιστευματοδόχος της εταιρείας είναι ζήτημα που μπορεί να επιλυθεί μόνο στα πλαίσια της αστικής διαδικασίας. Εάν η εταιρεία είχε οποιοδήποτε καθήκον να εισπράξει και να αποδώσει συγκεκριμένο ποσό για λογαριασμό του ενάγοντα είναι ζήτημα που μπορεί να επιλυθεί μόνο στα πλαίσια της αστικής διαδικασίας. Η υπεράσπιση που προβάλλουν οι εναγόμενοι στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης είναι ότι δεν εισέπραξαν το ποσό των ΛΚ8017,05 για λογαριασμό του ενάγοντα ή ότι αρνούνται να αποδώσουν το ποσό των ΛΚ8017,05 στον ενάγοντα. Εάν ή άρνηση ή παράλειψη αυτή συνιστά παράβαση του καθήκοντος των εναγομένων τους ως εμπιστευματοδόχοι του ενάγοντα είναι ζήτημα που μπορεί να επιλυθεί μόνο στα πλαίσια αστικής δικαιοδοσίας από το Επαρχιακό Δικαστήριο. Είναι γι'αυτό το λόγο που σε αυτό το στάδιο δεν δικαιολογείται απάλειψη ολόκληρης της Έκθεσης Υπεράσπισης διά το λόγο ότι δεν προβάλλεται βάσιμη υπεράσπιση. Εκείνο όμως το οποίο ξεφεύγει από την αρμοδιότητα της παρούσας διαδικασίας είναι να επιτρέψει μαρτυρία στην υπόθεση που αφορά την εγκυρότητα της διοικητικής πράξης, δηλαδή την απόφαση της διοίκησης να επιβάλει το συγκεκριμένο τέλος θεάματος. Συνεπώς, ο τρόπος με το οποίο ο Δήμος καθορίζει το τέλος θεάματος για να το επιβάλει στον θεατή δεν μπορεί να είναι αντικείμενο της παρούσας διαφοράς και ούτε είναι της αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να ακούσει τέτοια μαρτυρία για επίλυση της διαφοράς μεταξύ των μερών. Οι παράγραφοι 7 μέχρι 10 της Έκθεσης Υπεράσπισης αφορούν τον τρόπο που ο Δήμος υπολογίζει και καθορίζει το τέλος θεάματος σε σχέση με την συνολική αξία του εισιτηρίου. Αυτά τα ζητήματα άπτονται της απόφασης της διοίκησης να καθορίσει το συγκεκριμένο τέλος. Αυτό το θέμα ξεφεύγει της αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Θα συνιστούσε μεγάλη σπατάλη χρόνου κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας να επιχειρείται από τους εναγόμενους να εισαγάγουν τέτοια μαρτυρία στην υπόθεση όταν τέτοια μαρτυρία δεν μπορεί με κανένα τρόπο να βοηθήσει στην επίλυση της διαφοράς μεταξύ των μερών αφού για την ορθότητα του υπολογισμού και καθορισμού του τέλους αρμοδιότητα έχει μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο. Είναι γι'αυτό το λόγο που θεωρώ ότι είναι κατάλληλη περίπτωση να ασκήσω τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου υπέρ της διαγραφής των παραγράφων 7, 8, 9 και 10 της Έκθεσης Υπεράσπισης. Εκδίδεται ανάλογη διαταγή. Εν όψει του γεγονότος ότι το αίτημα του ενάγοντα έχει επιτύχει μόνο μερικώς επιδικάζεται μόνο το ήμισυ των εξόδων όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 36 Ch. D. 489,496 [2] 1 CLR 246
(1991)cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.