← Κύπρος

ΟΑΟ BALTIYSKIY BANK ν. ARTUR VLADIMIROVICH KIRILENKO, Αρ. Αιτ. 1340/09, 2.12.2010

ΟΑΟ BALTIYSKIY BANK ν. ARTUR VLADIMIROVICH KIRILENKO, Αρ. Αιτ. 1340/09, 2.12.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A396 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αιτ. 1340/09 Μεταξύ: ΟΑΟ BALTIYSKIY BANK Αιτήτριας - και - ARTUR VLADIMIROVICH KIRILENKO Καθ΄ ης η αίτηση Αίτηση 10.12.09 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 2.12.2010 Εμφανίσεις: Για αιτήτρια: κα Χριστοδούλου για κ. Γ. Παμπορίδη Για καθ΄ ου η αίτηση: κα Πελεκάνου για Χρ. Βασιλειάδη & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 9.6.09 το Επαρχιακό Δικαστήριο Petrogradsky της Αγίας Πετρούπολης καταδίκασε τον καθ΄ ου η αίτηση να καταβάλει στην αιτήτρια 700.000.000 ρούβλια (€16 περίπου εκατομμύρια), πλέον τόκους και άλλες επιβαρύνσεις. Ο καθ΄ ου η αίτηση εφεσίβαλε ανεπιτυχώς την απόφαση (στο εξής η Απόφαση) και τρεις μήνες μετά την απορριψη της έφεσης, στις 10.12.09, η αιτήτρια αποτάθηκε στο παρόν Δικαστήριο για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της Απόφασης. Ταυτόχρονα δε και σε καταχώριση μονομερούς αίτησης βάσει της οποίας εξασφάλισε εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση δύο ενδιάμεσα διατάγματα με τα οποία:- Α. Εμποδίζεται να αποξενώσει την κινητή και ακίνητη περιουσία που έχει στην Κύπρο ή αλλού, συμπεριλαμβανομένων και των μετοχών που κατέχει σε κυπριακές εταιρείες είτε άμεσα είτε έμμεσα ως δικαιούχος (beneficial owner) και ειδικά στις εταιρείες FALCONCROFT INVESTMENTS LTD, COSMOGROUP WORLDWIDE LTD και FLATON HOLDINGS LTD, καθώς επίσης και να αποξενώσει, δεσμεύσει, μεταφέρει ή διαθέσει με οποιονδήποτε τρόπο ποσό €17.000.000 το οποίο έχει κατατεθειμένο σε τραπεζικούς λογαριασμούς στην Κύπρο και Β. Παγοποιούνται όλες του οι καταθέσεις σε διάφορες τράπεζες ή συνεργατικά μέχρι το ποσό των €17.000.

  1. Η αίτηση - βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, άρθρα 4, 5, 8 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεων) Νόμο του 2000 και στον Κυρωτικό της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμου του 1986 - προσέκρουσε σε ένσταση, αλλά προτού γίνει αναφορά στους λόγους ένστασης προέχει η σύναψη των ουσιωδών ισχυρισμών που προβάλλονται από τον Α.Α. Andreev - διευθυντή του Τμήματος Προβληματικών Κεφαλαίων της αιτήτριας και εξουσιοδοτημένου για την υπόθεση προσώπου (Τεκμ. Α) - στην συνοδευτική ένορκη δήλωση. Έχουν ως ακολούθως:- Η αιτήτρια είναι αξιόλογος τραπεζικός οργανισμός της Αγίας Πετρούπολης και ο καθ΄ ου η αίτηση ο πραγματικός ιδιοκτήτης του ρωσικού ομίλου εταιρειών Stroymontazh (στο εξής ο Όμιλος), μέλος του οποίου είναι και η εταιρεία KosMonblan LCC. Στις 9.6.09 το Επαρχιακό Δικαστήριο Petrogradsky της Αγίας Πετρούπολης καταδίκασε τον καθ΄ ου η αίτηση, ως εγγυητή της KosMonblan στην οποία η αιτήτρια χορήγησε πιστώσεις, να καταβάλει στην αιτήτρια 700.000.000 ρούβλια, πλέον τόκους και άλλες επιβαρύνσεις (τεκμ. Β και Γ), απόφαση που επικυρώθη και κατ΄ έφεση (τεκμ. Δ και Ε). Η αιτήτρια επεχείρησε με ένταλμα εκποίησης της περιουσίας του καθ΄ ου να εκτελέσει την πιο Απόφαση, κάτι που δεν επετεύχθη λόγω του ότι ο καθ΄ ου η αίτηση είχε στο μεταξύ αποξενώσει το πλείστο μέρος της περιουσίας του. Ανάλογο διάβημα λήφθηκε και εναντίον της KosMonblan (δηλαδή της πρωτοφειλέτριας), που επίσης δεν απέδωσε λόγω του ότι είχε αρχίσει εκούσια εκκαθάριση της. Ο καθ΄ ου η αίτηση ήταν ο άμεσος ιδιοκτήτης μετοχών αριθμού ρωσικών εταιρειών (τεκμ. ΣΤ), οι οποίες κατασχέθηκαν από την αιτήτρια για ικανοποίηση του (εκ δικαστικής αποφάσεως) χρέος του. Ωστόσο η αιτήτρια έχει ανακαλύψει ότι οι εν λόγω εταιρείες δεν έχουν αφήσει οποιαδήποτε κεφάλαια αξίας που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για ικανοποίηση του λαβείν της και, επομένως, ολόκληρο το ποσό της δικαστικής απόφασης εξακολουθεί να παραμένει απλήρωτο. Από έρευνες της αιτήτριας διαπιστώθηκε ότι ο καθ΄ ου η αίτηση έχει κεφάλαια στην Κύπρο, μεταξύ των οποίων και την πραγματική ιδιοκτησία των κυπριακών εταιρειών Cosmogroup Worldwide Ltd, Falconcroft Investmentsd Ltd και Flaton Holdings Ltd. Και αυτό βάσει πληροφόρησης που έτυχε από το Διεθνή Δικηγορικό Οίκο PLA Piper, ο οποίος ετοίμασε και το διάγραμμα των εταιρειών (τεκμ.ΣΤ), αφού ερεύνησε δημόσια αρχεία και φακέλους των εταιρειών τόσο στην Κύπρο όσο και στη Ρωσία και, περαιτέρω, αφού περιήλθαν σε γνώση του σχετικές πληροφορίες που μετέδωσαν τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Πιο συγκεκριμένα, οι έρευνες κατέδειξαν ότι:- Ο καθ΄ ου η αίτηση είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης του Ομίλου, κάτι που αποδεικνύεται και από δημοσιεύματα στις ιστοσελίδες των RBK Daily ημερ. 14.4.09 (τεκμ. Ζ), Dolgovoy Factor ημερ. 10.6.09 (τεκμ. Η), Story Price PublishgHouse ημερ. 10.10.08 (τεκμ. Θ), Swiss Appraisal ημερ. 14.3.08 (τεκμ. Ι) και της εφημερίδας Kosmomolskay Pravda ημερ. 11.6.09 (τεκμ.Κ). Όπως δε έχει σημειωθεί μέλος του Ομίλου είναι και η πρωτοφειλέτρια εταιρεία KosMonblan LCC, όλο το εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο της οποίας ανήκει στην κυπριακή εταιρεία Falconcroft η οποία με τη σειρά της ανήκει στην επίσης κυπριακή εταιρεία Cosmogroup Worldwide που κι αυτή ανήκει σε άλλες δύο εταιρείες. Στις Cosmogroup Ltd, από το Belize και Spark Foundation του Leichtenstein που όπως πιστεύει η αιτήτρια επίσης ανήκουν στον καθ΄ ου η αίτηση. Η αιτήτρια, επισημαίνει ο Andreev, έχει κάθε λόγο να πιστεύει ότι η (κυρίως) αίτηση για αναγνώριση και εγγραφή της απόφασης που έχει εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση θα επιτύχει. Ωστόσο ανησυχεί αν τελικά θα επιτύχει σε εκτέλεση, λόγω της αποξένωσης περιουσίας που ήδη διενήργησε ο καθ΄ ου η αίτηση. Συγκεκριμένα, στις 13.3.09 μεταβίβασε την ιδιοκτησία του διαμερίσματος που είχε στην Αγία Πετρούπολη (τεκμ.Λ), από 27.8.09 δεν παρουσιάζεται να είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ή να έχει οποιαδήποτε δικαιώματα επί ακίνητης περιουσίας στη Ρωσική Ομοσπονδία (τεκμ. Μ και Ν) και όπως δημοσίευσε η εφημερίδα Real Estate and Construction της Αγίας Πετρούπολης στις 2.11.09 (τεκμ. Ξ), ο καθ΄ου η αίτηση πώλησε τα διαμερίσματα που είχε στο πολυτελές κτηριακό συγκρότημα Fift Element στην κόρη του. Περαιτέρω, συνήψε οικειοθελώς συμφωνίες με τις κόρες του (τεκμ. Ο) για να καταβάλει σε κάθε μία απ΄ αυτές διατροφή 300.000 ρουβλιών μηνιαίως, κάτι ασυνήθιστο στη Ρωσία. Καμιά, όμως, δόση δεν έχει καταβάλει δυνάμει των εν λόγω συμφωνιών και στις 15.7.09 οι κόρες του καταχώρισαν αίτηση (τεκμ.Ρ) με την οποία αξιώνουν να τους καταβάλει 1.200.000 ρούβλια ως διατροφή. Τέτοιες συμφωνίες, τονίζεται, αναγνωρίζονται από τη Ρωσική Νομοθεσία ότι έχουν προτεραιότητα έναντι άλλων χρεών και, όπως φαίνεται, ο καθ΄ ου η αίτηση προσπαθεί να αποφύγει την οφειλή του προς την αιτήτρια με τη δημιουργία εικονικών χρεών. Πέραν τούτων, σύμφωνα με πληροφορίες που έλαβε η αιτήτρια, το Μάιο του 2009 ο καθ΄ ου η αίτηση πώλησε μετοχές που είχε σε αριθμό εταιρειών του Ομίλου - οι οποίες και κατονομάζονται - στη σύζυγο του Victoria Kirilenko και όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν πραγματικό κίνδυνο περαιτέρω αποξένωσης περιουσιακών του στοιχείων για να αποφύγει την πληρωμή του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους του. Η αιτήτρια, προστίθεται, έχει εξασφαλίσει από το ίδιο ρωσικό δικαστήριο και δεύτερη απόφαση εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση για 251.582.412 ρούβλια, την οποία επίσης θα επιχειρήσει να εκτελέσει στην Κύπρο. Συναφώς, παράλληλα με την παρούσα, καταχωρεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και άλλη αίτηση, αποβλέπουσα στις ίδιες (με την παρούσα) θεραπείες. Και καταλήγει:- Οφειλέτρια στη δεύτερη υπόθεση είναι επίσης μέλος του Ομίλου, η ρωσική εταιρεία ZAO STROYMONTAZH, αλλά ενώ εκκρεμούσε εναντίον της αγωγή ο καθ΄ ου η αίτηση - όπως πληροφορείται η αιτήτρια - πώλησε όλη την ακίνητη της περιουσία και, με σκοπό να εμποδίσει την αιτήτρια από του να εισπράξει το λαβείν της, παράνομα και κακόβουλα έκδωσε δάνεια που ξεπερνούν τα 2 δισεκατομμύρια ρούβλια προς όφελος της γαλλικής εταιρείας Hermitage SA η οποία συνδέεται με τον Όμιλο. Στη βάση των πιο πάνω, και αφού ο Andreev δικαιολόγησε το χρόνο που παρήλθε από την έκδοση της Απόφασης μέχρι την καταχώριση της αίτησης, εκδόθηκε με τη διαδικασία του κατεπείγοντος το προσβαλλόμενο διάταγμα, το οποίο όπως έχει σημειωθεί προσέκρουσε σε ένσταση. Με την ένσταση προβάλλονται 10 λόγοι για ακύρωση του διατάγματος, οι οποίοι περιστρέφονται γύρω από πέντε άξονες και όπως υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων του καθ΄ ου η αίτηση έχουν ως ακολούθως:-
  2. Η αίτηση νομικά και ουσιαστικά είναι αβάσιμη και το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να της επιληφθεί (Λόγοι β, γ και δ). Συναφώς γίνεται επίκληση του Κυρωτικού της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμου του 1986 (Ν.172/1986), για να υποδειχθεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου αυτού με δύο συνέπειες. Η πρώτη, ότι εκθεμελιώνει τη νομική βάση της αίτησης και, η δεύτερη, ότι το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της αίτησης διότι έχει παρακαμφθεί η προβλεπόμενη από τη Συνθήκη διαδικασία. Η σωστή διαδικασία, υποστηρίχθηκε, ήταν η υποβολή από την αιτήτρια αίτησης σε δικαστική αρχή του τόπου έκδοσης της Απόφασης και στη συνέχεια η διαβίβαση της αίτησης από την εν λόγω αρχή στο κυπριακό δικαστήριο, και όχι η άμεση προσφυγή στο κυπριακό δικαστήριο.
  3. Δεν έχει καταδειχθεί το στοιχείο του κατεπείγοντος (μέρος του Λόγου ε). Διατυπώνεται επί του προκειμένου ο ισχυρισμός ότι η αιτήτρια καθυστέρησε για ένα και πλέον μήνα να καταχωρίσει την αίτηση, καθυστέρηση που δεν δικαιολογείται λόγω του ότι στη βάση των εγγράφων που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του Αndreev δεν φαίνεται να είχε προβεί καθόλο το μήνα Νοέμβριο του 2009 σε οποιανδήποτε έρευνα σε σχέση με τις εταιρείες που όπως ισχυρίζεται συνδέονται με τον καθ΄ ου η αίτηση.
  4. Η αιτήτρια δεν προσήλθε στο δικαστήριο με καθαρά χέρια (Λόγος α). Η αιτήτρια, προβάλλεται, όχι μόνο δεν έχει προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που σχετίζονται με την υπόθεση, αλλά απέκρυψε και στοιχεία με σκοπό να παραπλανήσει το δικαστήριο ώστε να επιτύχει την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος. Συγκεκριμένα, δεν κάμνει αναφορά ότι η συμφωνία δανειοδότησης της KosMonblan (όπως τροποποιήθηκε, τεκμ. 2α-2ε) συνδέεται με τη συμφωνία χρηματοδότησης της CJSC Stroymontazh (τεκμ. 3, 4α - 4δ) και ότι οι δύο συμφωνίες είναι συνδεδεμένες και έχουν υπογραφεί σχεδόν ταυτόχρονα. Όπως δεν κάμνει καμιά αναφορά στο σκοπό για τον οποίο χορηγήθηκαν οι πιστώσεις, καθώς επίσης και στο ότι είναι εξασφαλισμένος πιστωτής βάσει υποθήκης επί μέρους του ακινήτου Mont Βlank (τεκμ.5-10). Περαιτέρω, ψευδώς ισχυρίζεται ο Andreev ότι η πρώτη δόση του τόκου ήταν πληρωτέα την 31.10.08, ενώ ήταν 25.2.08 και αποσιωπεί το γεγονός ότι καθόλη την ενδιάμεση περίοδο η πρωτοφειλέτρια ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις της και ότι ακόμη και μετά τον τερματισμό της συμφωνίας οι KosMonblan και Stroymontazh διαπραγματεύονταν μαζί της για την αποπληρωμή του χρέους, στο πλαίσιο των οποίων η αιτήτρια συμφώνησε προφορικά με πρόταση τους για τον τρόπο αποπληρωμής των δανείων, αλλά την τελευταία στιγμή υπαναχώρησε και οι σχετικές συμφωνίες δεν υπογράφηκαν. Τέλος, προβάλλεται ότι ο Andreev παραπλανεί όταν παρουσιάζει τον καθ΄ ου η αίτηση ως τον πραγματικό ιδιοκτήτη των εταιρειών του Ομίλου, τη στιγμή που δεν είναι και τα τεκμ. Ζ - Κ στη βάση των οποίων ετοιμάσθηκε το τεκμ. ΣΤ είναι αντιφατικά και ατεκμηρίωτα.
  5. Δεν πληρούνται οι (γνωστές) τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Λόγοι ε, στ, ζ και η). Επί του προκειμένου διατυπώνεται η θέση ότι η αιτήτρια δεν έχει καταδείξει καν ότι εγείρεται οποιονδήποτε ζήτημα προς εκδίκαση και σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση προβάλλονται τα ακόλουθα:- Κανένα στοιχείο δεν προσκομίσθηκε από την αιτήτρια που να αποδεικνύει τον ισχυρισμό της ότι ο καθ΄ ου η αίτηση συνδέεται με την Κύπρο ή έχει οποιανδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία στην Κύπρο και ειδικά ότι είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης των τριών εταιρειών που αναφέρονται στο διάταγμα. Στη βάση αυτή υποδείχθηκε ότι «. είτε εκδοθούν στο παρόν στάδιο τα αιτούμενα διατάγματα, είτε ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της κυρίως αίτησης δεν θα υπάρξει καμιά διαφοροποίηση και/ή μεταβολή στη θέση της αιτήτριας. Ως εκ τούτου δεν είναι δύσκολο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο» και
  6. Υπό τα περιστατικά της υπόθεσης δεν είναι εύλογο και δίκαιο η συνέχιση της ισχύος του διατάγματος (Λόγοι θ και ι) και σχετικά προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι το διάταγμα στρέφεται και εναντίον εταιρειών που δεν λαμβάνουν μέρος στη διαδικασία. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους με γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες έχω διεξέλθει με προσοχή και ειδική αναφορά στις εκατέρωθεν εισηγήσεις - στο βαθμό και κατά την έκταση που κριθεί αναγκαίο - θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο. Αρχίζοντας από τον πρώτο λόγο ένστασης, όπως το Δικαστήριο έχει ταξινομήσει τους λόγους, παρατηρώ τα ακόλουθα:- Ο υπό κρίση λόγος βασίστηκε στο Ν.172/86, ο οποίος επεκύρωσε την αναφερθείσα Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της (πρώην) Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών. Πράγματι σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 27 του εν λόγω Νόμου η αίτηση για εκτέλεση της δικαστικής απόφασης πρέπει να υποβάλλεται σε δικαστική αρχή του τόπου έκδοσης της και στη συνέχεια να διαβιβάζεται από την εν λόγω αρχή στο αρμόδιο δικαστήριο του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους. Ωστόσο, φαίνεται να διέλαθε της προσοχής των ευπαιδεύτων συνηγόρων του καθ΄ ου η αίτηση ότι οι πρόνοιες της Συνθήκης αυτής πρέπει να προσεγγίζονται και στη βάση των προνοιών του περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμου του 2000 (Ν.121

(1)2000). Σύμφωνα λοιπόν με τα άρθρα 3 και 5 του εν λόγω Νόμου:- «3.
(1)Απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου σημαίνει απόφαση δικαστηρίου ή διαιτητικού σώματος ή οργάνου ξένης χώρας με την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία έχει συνομολογήσει ή συνδέεται με συνθήκη για αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών και διαιτητικών αποφάσεων και η οποία είναι εκτελεστή στη χώρα στην οποία εκδίδεται. ............ 5.
(1)Η διαδικασία η οποία ακολουθείται δυνάμει του παρόντος Νόμου για την εγγραφή, αναγνώριση ή εκτέλεση απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου είναι η ακόλουθη:- (α) Η διαδικασία αρχίζει με καταχώριση στο δικαστήριο αίτησης δια κλήσεως που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών . κ.λ.π.». Στην παρούσα περίπτωση η αιτήτρια επιδιώκει αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση απόφασης που εκδόθηκε από δικαστήριο ξένης χώρας (της Ρωσικής Ομοσπονδίας), με την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία συνδέεται με συνθήκη για αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών και διαιτητικών αποφάσεων και η οποία φαίνεται να είναι εκτελεστή στη Ρωσία. Κατά συνέπεια η διαδικασία για εγγραφή, αναγνώριση ή εκτέλεση της Απόφασης αρχίζει, σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)(α) του Ν.121
(1)/2000, με αίτηση δια κλήσεως που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, κι αυτή την (ορθή) διαδικασία ακολούθησε η αιτήτρια. Κατά συνέπεια ο υπό κρίση λόγος ένστασης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται. Εντελώς αβάσιμος κρίνεται και ο δεύτερος λόγος ένστασης, ο οποίος αφορά το στοιχείο του κατεπείγοντος και επί του προκειμένου υπενθυμίζω ότι το στοιχείο αυτό συνδέεται άμεσα και αποβλέπει στο να αποτραπεί ο κίνδυνος ανατροπής της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων (βλ. Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 Α.Α.Δ. 1475 και Βaccardi & Co Ltd ν. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 781. Υπό τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης είναι φανερό ότι με όσα προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση η αιτήτρια ικανοποίησε στον ύψιστο βαθμό το στοιχείο του κατεπείγοντος και ως εκ περισσού επισημαίνεται ότι στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν χορηγούσε μονομερώς το προσβαλλόμενο διάταγμα ο κίνδυνος ανατροπής της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων δεν θα αποτρεπόταν. Τέλος, σ΄ ότι αφορά την ισχυρισθείσα καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης, έχω την άποψη ότι ο σχετικός ισχυρισμός έκδηλα στερείται πειστικότητας. Κι αυτό, για τον απλό λόγο ότι η αίτηση καταχωρήθηκε χωρίς καμιά καθυστέρηση τρεις μήνες μετά την επικύρωση της Απόφασης από το Ρωσικό Εφετείο. Ακολουθεί η εξέταση του τρίτου λόγου ένστασης, ότι δηλαδή η αιτήτρια δεν προσήλθε στο δικαστήριο με καθαρά χέρια. Είναι γνωστό ότι βάσει διαχρονικής και απαρέκκλιτης νομολογίας ο διάδικος που προσφεύγει στο δικαστήριο μονομερώς έχει καθήκον όχι μόνο να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου, αλλά και να τα παρουσιάσει δίκαια και χωρίς παραπλάνηση. Διαφορετικά, το διάταγμα που εκδόθηκε στην απουσία του αντιδίκου παραμερίζεται άνευ ετέρου (βλ. Hardardskiy Prumyslovy Holdings A.S. v. Daventree Resources Ltd κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 801 η οποία κάμνει εκτενή αναφορά στην πάγια νομολογία επί του θέματος). Ουσιώδες δε σε κάθε περίπτωση είναι οτιδήποτε άπτεται και μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι του αιτούμενου διατάγματος (βλ. Μαυρομμάτης ν. Μιχαήλ
(2001)1 Α.Α.Δ. 467). Διεξήλθα με προσοχή όλα τα παράπονα του καθ΄ ου η αίτηση επί του θέματος και δεν θα ΄ταν χωρίς σημασία η διατύπωση μιας γενικής επισήμανσης. Σχεδόν σε όλες τις ενστάσεις που καταχωρούνται σε αιτήσεις της εξεταζόμενης φύσεως ο υπό κρίση λόγος ένστασης κατέχει - και ορθά - δεσπόζουσα θέση. Ωστόσο, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που προωθείται στη βάση της λανθασμένης αντίληψης ότι ο αιτητής θα πρέπει να συμπεριλάβει στη συνοδευτική ένορκη δήλωση όλα ανεξαιρέτως τα γεγονότα, ουσιώδη και μη, που έχουν κάποια σχέση με την υπόθεση. Τέτοια κατά την άποψή μου είναι και η παρούσα περίπτωση, στην οποία ουσιώδη είναι τα γεγονότα που σχετίζονται με τις προϋποθέσεις για αναγνώριση και εκτέλεση της Απόφασης (βλ. άρθρα 24 και 26 του Ν.172/86 που επικύρωσε τη Συνθήκη), καθώς επίσης και το κατά πόσο η Απόφαση έχει εκτελεσθεί ή βρίσκεται σε πορεία εκτέλεσης είτε στην Ρωσία είτε σε άλλη χώρα. Και για τα δύο αυτά θέματα γίνεται πλήρης αναφορά στην ένορκη δήλωση του Andreev και κατά την άποψή μου τα παράπονα που προβλήθηκαν για λογαριασμό του καθ΄ ου η αίτηση δεν μπορούν να κριθούν ότι άπτονται ουσιωδών γεγονότων, τα οποία αν αποκαλύπτονταν θα είχαν οποιανδήποτε επίδραση στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι του διατάγματος. Έπεται ότι ούτε αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί και ακολουθεί η εξέταση του επόμενου λόγου, αν δηλαδή πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Το άρθρο 32 έτυχε νομολογιακής εξέτασης κατ΄ επανάληψη (βλ. Κarydas Taxi Co. v. Komodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v. Pierides
(1979)1 CLR 231, Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557 και άλλες) και είναι γνωστές οι τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν προκειμένου να επιτύχει ο αιτητής. Θα πρέπει να καταδείξει ότι:-
  1. Εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, κάτι που δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
  2. Έχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή του, προϋπόθεση που αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά πολύ λιγότερο από απόδειξη με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και
  3. Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, προϋπόθεση που φέρνει στο προσκήνιο το θέμα των αποζημιώσεων, δηλαδή αν η θεραπεία των αποζημιώσεων θα ήταν ικανοποιητική υπό τα περιστατικά της υπόθεσης. Αποτελεί εισήγηση των συνηγόρων του καθ΄ ου η αίτηση ότι με όσα προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του Andreev η αιτήτρια δεν έχει καταδείξει καν ότι εγείρεται οποιοδήποτε ζήτημα προς εκδίκαση και, επομένως, δεν ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
  4. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση, η οποία παραβλέπει ότι το αίτημα της αιτήτριας αποβλέπει στην αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση αλλοδαπής δικαστικής απόφασης και στη βάση των όσων έχει θέσει υπόψη του δικαστηρίου όχι μόνο έχει ικανοποιήσει την πρώτη προϋπόθεση, αλλά βάσει των προνοιών των Νόμων επί των οποίων βασίζει το αίτημα της και τη δεύτερη. Κατά συνέπεια δυνάμει των προνοιών των Νόμων η σχετική επί του θέματος εισήγηση κρίνεται παντελώς αβάσιμη και απορρίπτεται. Σε σχέση δε με τη δεύτερη εισήγηση, η οποία αφορά την τρίτη προϋπόθεση, προβλήθηκε ότι δεν θα είναι δύσκολο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφενός μεν γιατί η αιτήτρια δεν προσκόμισε στοιχεία ότι ο καθ΄ ου η αίτηση έχει περιουσία στην Κύπρο και, αφετέρου, τα διάταγμα δεν διαφοροποιεί ή μεταβάλλει τη θέση της αιτήτριας. Οφείλω να ομολογήσω ότι δεν έχω αντιληφθεί πλήρως τη συλλογιστική της εισήγησης. Αν μ΄ αυτήν υπονοείται ότι ο καθ΄ ου δεν έχει περιουσία στην Κύπρο και ειδικά δεν είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης των μετοχών τριών εταιρειών που αναφέρονται στο διάταγμα, τότε διερωτούμαι γιατί ο καθ΄ ου η αίτηση επιδεικνύει τόσο έντονο ενδιαφέρον στην ακύρωση του διατάγματος. Εν πάση περιπτώσει, εκείνο που μετρά στην έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί (C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιϊα Λεωνίκ
(2001)1 Α.Α.Δ. 275) και η έννοια της (απονομής πλήρους) δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου θεραπεία (M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. Timberland Co.
(1997)1 A.A.Δ.1791). Υπό τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης είναι φανερό ότι, χωρίς το ενδιάμεσο διάταγμα ενδεχόμενη αποξένωση ή επιβάρυνση της οποιασδήποτε περιουσίας έχει ο καθ΄ ου η αίτηση στην Κύπρο ασφαλώς και θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στα δικαιώματα της αιτήτριας στην περίπτωση που επιτύχει στην κυρίως αίτησή της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η αιτήτρια έχει καταδείξει ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 και ό,τι απέμεινε για την άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, για ακύρωση ή οριστικοποίηση του διατάγματος, είναι η εξέταση του τελευταίου λόγου ένστασης. Προβλήθηκε συναφώς ότι υπό τα περιστατικά της υπόθεσης δεν είναι εύλογο και δίκαιο η συνέχιση της ισχύος του διατάγματος και, περαιτέρω, ότι ανεπίτρεπτα το διάταγμα στρέφεται και εναντίον εταιρειών που δεν λαμβάνουν μέρος στη διαδικασία. Σε σχέση με το πρώτο σκέλος της εισήγησης αντιλαμβάνομαι ότι αυτό που εννοεί ο καθ΄ ου η αίτηση είναι ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της ακύρωσης του διατάγματος, κάτι που υπό τα περιστατικά της υπόθεσης δεν με βρίσκει σύμφωνο. Σε σχέση δε με το δεύτερο, παραπέμπω στο τι κρίθηκε στις ενδιάμεσες αποφάσεις ημερ. 4.5.2010 και 24.9.2010 που έκδωσε το (παρόν) δικαστήριο, με τις οποίες απορρίφθηκαν αιτήσεις των εταιρειών που κατονομάζονται στο διάταγμα για συνένωση τους ως διαδίκων στη διαδικασία ως και για διαγραφή του ονόματος τους από το διάταγμα. Ό,τι εδώ εκ περισσού προστίθεται είναι ότι το διάταγμα στρέφεται μόνο εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση και αν όντως είναι ή όχι ο πραγματικός ιδιοκτήτης των μετοχών των εν λόγω εταιρειών είναι άλλο θέμα. Για όλα τα πιο πάνω ουδείς από τους προβληθέντες λόγους ένστασης ευσταθεί και, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το δικαστήριο επί του θέματος, το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 11.12.09 καθίσταται απόλυτο με έξοδα εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, αλλά θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.