Prolific Insurance Consultants Ltd ν. Alpha Ασφαλιστική Λτδ, Αρ. Αγωγής: 4099/04, 6 Δεκεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A397 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4099/04 Μεταξύ: Prolific Insurance Consultants Ltd Εναγόντων και Alpha Ασφαλιστική Λτδ Eναγομένων -------------- 6 Δεκεμβρίου,
- Για τους ενάγοντες: κ. Μ. Γεωργίου Για τους εναγόμενους: κ. Αντ. Γλυκής Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες, ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κύπρο, ασχολούνται με τις εργασίες ασφαλιστικών αντιπροσώπων και/ή συνεργατών ασφαλιστικών εταιρειών. Στα πλαίσια αυτών των εργασιών τους συνήψαν, την 1.6.1998, με τους εναγόμενους - οι οποίοι κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας έφεραν την επωνυμία Metropolitan Insurance Ltd - συμφωνία συνεργασίας των δύο πλευρών στον τομέα των ασφαλιστικών υπηρεσιών, Τεκμ.
- Κατ΄ ακολουθία της συμφωνίας αυτής οι ενάγοντες εξουσιοδοτήθηκαν από τους εναγόμενους όπως, έναντι αμοιβής, συστήνουν και/ή αντιπροσωπεύουν και/ή προάγουν σε αυτούς προς ασφάλιση νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα και/ή πελάτες. Στην πορεία εφαρμογής της συμφωνίας οι ενάγοντες συνέστησαν προς ασφάλιση στους εναγόμενους διάφορους πελάτες, φυσικά και νομικά πρόσωπα, τόσο σε σχέση με το γενικό κλάδο, όσο και με τον κλάδο ζωής, συνεισφέροντας έτσι στη συνολική παραγωγή και/ή κερδοφορία των εναγομένων. Η συνεργασία των δύο μερών είχε άδοξο τέλος. Είναι η δικογραφημένη προσέγγιση των εναγόντων ότι κατά παράβαση της συμφωνίας οι εναγόμενοι δι' επιστολής τους ημερ. 20.11.2003, Τεκμ. 4(α), αυθαίρετα, παράνομα και άνευ εύλογης αιτίας, τους κοινοποίησαν ότι η μεταξύ τους συνεργασία θα τερματιζόταν άμεσα και/ή την 31.12.
- Όπως και έγινε. Ισχυρίζονται περαιτέρω οι ενάγοντες ότι οι εναγόμενοι συνέχισαν και μετά τον τερματισμό της συμφωνίας την έκδοση και/ή ανανέωση συμβολαίων σε πελάτες τους οποίους οι ενάγοντες είχαν εισάξει κατά τη διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας. Ως αποτέλεσμα, αξιώνουν αποζημιώσεις για ζημιές τις οποίες υπέστησαν συνεπεία της, ισχυριζόμενης, παράβασης της επίδικης συμφωνίας από πλευράς των εναγομένων, επικαλούμενοι συγκεκριμένο όρο της επίδικης συμφωνίας ο οποίος καθορίζει τα ποσοστά προμήθειας των εναγομένων σε περίπτωση ακύρωσης, διακοπής ή τερματισμού της συμφωνίας. Παρεμβάλλω ότι ο όρος αυτός, ακριβώς λόγω της σημασίας του στα πλαίσια της επίδικης διαφοράς, θα τεθεί αυτούσιος σε κατοπινό στάδιο της απόφασης. Οι εναγόμενοι αρνούνται κατηγορηματικά και απορρίπτουν τη βασική θέση των εναγόντων ότι τερμάτισαν παράνομα τη μεταξύ τους συνεργασία. Ισχυρίζονται ότι είναι οι ίδιοι οι ενάγοντες που παρέβησαν ουσιώδεις ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους της μεταξύ τους συμβατικής σχέσης. Ως τέτοια συμπεριφορά εξειδικεύουν την, κατ΄ ισχυρισμό τους, παράνομη κατακράτηση και/ή υπεξαίρεση και/ή κατάχρηση σημαντικού χρηματικού ποσού από τους εναγόμενους. Ποσό το οποίο αντιπροσώπευε ασφάλιστρα καταβληθέντα από πελάτες σε σχέση με τους οποίους οι ενάγοντες μεσολάβησαν για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβολαίων με τους εναγόμενους. Θέτουν, περαιτέρω, στις δικογραφημένες τους θέσεις, ότι ουδέν ποσό οφείλουν προς τους ενάγοντες καθότι δεν ανανεώθηκαν μετά τον τερματισμό της συμφωνίας τα συμβόλαια των πελατών που διατηρούντο μεταξύ των διαδίκων. Προσθέτω ότι η καταχωρηθείσα ανταπαίτηση των εναγομένων, με την οποία αξίωναν την καταβολή σε αυτούς των υπεξαιρεθέντων - κατά τη θέση τους - ασφαλίστρων, απεσύρθη στο αρχικό στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Δύο ερωτήματα τίθενται προς εξέταση: Ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας και η νομική του διάσταση αφενός, και, αφετέρου, το θέμα των αποζημιώσεων και ο τρόπος προσέγγισής τους κατ΄ ερμηνεία σχετικής πρόνοιας της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Προέχει όμως η συνοπτική αποτύπωση του μαρτυρικού υλικού, όπως αυτό αναδύεται μέσα από την προσφερθείσα προφορική μαρτυρία και το σύνολο των ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθέντων τεκμηρίων. Ο Solomon Ammar, Σύμβουλος των εναγόντων και το πρόσωπο που εκ μέρους τους διαπραγματεύτηκε και υπέγραψε την επίδικη σύμβαση, δεν αρνήθηκε ότι όντως οι ενάγοντες καθυστέρησαν να εξοφλήσουν οφειλόμενα στους εναγόμενους ποσά δυνάμει της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Έθεσε όμως ότι η καθυστέρηση προέκυψε λόγω της εμπλοκής του ιδίου σε σοβαρό τροχαίο ατύχημα, στις 12.7.2003, το οποίο τον καθήλωσε σε αναπηρική καρέκλα μέχρι και τα μέσα του ιδίου έτους. Μόλις δε αποκαταστάθηκε σε κάποιο βαθμό η υγεία του, εντός του Νοεμβρίου 2003, τα οφειλόμενα υπόλοιπα εξοφλήθηκαν πλήρως. Ήταν ουσιαστικός του ισχυρισμός ότι οι εναγόμενοι αδικαιολόγητα τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία και ότι αυτοί «κατασκεύασαν μία κρίση» για να δικαιολογήσουν την αυθαίρετη διακοπή της συμφωνίας και την υπογραφή νέας με μειωμένα ποσοστά προμήθειας. Πρόσθεσε ότι μετά τη λήξη της μεταξύ των μερών συνεργασίας, οι εναγόμενοι συνέχιζαν να εκδίδουν και να ανανεώνουν συμβόλαια σε φυσικά και νομικά πρόσωπα τα οποία εισήχθηκαν στην εταιρεία τους από τους ενάγοντες κατά τη διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας. Ολοκληρώνοντας τη μαρτυρία του κατέληξε με τον ισχυρισμό ότι η αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων επέφερε απώλειες και οικονομικής φύσης ζημιές στους ενάγοντες, καθότι όλη η πελατεία τους υφαρπάσθη από τους εναγόμενους. Ο ΜΕ2, Paul Warren, αναλογιστής, ετοίμασε, στις 28.2.2005, έκθεση, Τεκμ. 11, προκειμένου να τεκμηριώσει τις θέσεις των εναγόντων ως προς τη φύση και το ύψος των αποζημιώσεων που διεκδικούν. Η ουσία της μαρτυρίας του, όπως και αυτή του ΜΥ2 Παναγιώτη Ζαμπέλη, επίσης αναλογιστή, θα αποτυπωθεί σε μεταγενέστερο στάδιο της απόφασης, όταν και θα εξετάζεται το σχετικό θέμα των αποζημιώσεων. Ο Πάνος Ιωάννου κατά τον Ιούνιο του 1998 ήταν ανώτερος Εκτελεστικός Σύμβουλος των εναγομένων, τότε Metropolitan Insurance Ltd. Σήμερα είναι Γενικός Διευθυντής στην Cosmos Insurance Ltd. Ήταν το πρόσωπο που διαπραγματεύθηκε εκ μέρους των εναγομένων την υπογραφή του επίδικου συμβολαίου, Τεκμ.
- Κατέθεσε ότι ζήτησε από το ΜΕ1 αποκλειστική συνεργασία, αυτός όμως ήθελε επιπρόσθετες εξασφαλίσεις από τους εναγομένους, οπόταν τον παρέπεμψε στο διευθυντή και αρμόδιο για το γενικό κλάδο κ. Αναστασιάδη. Διαβεβαίωση ότι η συνάντηση των πιο πάνω έλαβε χώρα προτού υπογραφεί το Τεκμ.
- Ο Πόλυς Γρηγορίου, Chartered Insurer, ασχολείται με ασφαλιστικά θέματα από το 1982 και διετέλεσε αξιωματούχος σε αρκετές ασφαλιστικές εταιρείες. Στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του αναφέρθηκε σε έκταση στις συμφωνίες που υπεγράφησαν μεταξύ των διαδίκων, (Τεκμ. 1, 13-16) στη φύση και στο ιστορικό τους. Καταθέτοντας ως προς τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας, Τεκμ. 1, ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες κατ΄ επανάλειψη και κατά παράβαση των συμφωνηθέντων κατακρατούσαν χρήματα των εναγομένων. Το γεγονός αυτό οδήγησε τους εναγόμενους στην αποστολή σχετικών προειδοποιητικών επιστολών και, τέλος, στην επιστολή ημερ. 20.11.2003, Τεκμ. 4(α). Απορρίπτοντας τη θέση του ΜΕ1 ότι η καθυστέρηση στην πληρωμή των οφειλόμενων υπολοίπων οφειλόταν αποκλειστικά στο δυστύχημα που είχε, έθεσε ότι μέσα από τα κατατεθέντα στο Δικαστήριο τεκμήρια καταδεικνύεται ότι αρκετές πληρωμές είχαν γίνει προς τους ενάγοντες σε χρόνο προηγούμενο του δυστυχήματος, εισπράξεις δε και κατακρατήσεις χρημάτων, περιουσία των εναγομένων, έγιναν και μετά το εν λόγω δυστύχημα. Ήταν η θέση του ότι οι εναγόμενοι εξάντλησαν κάθε περιθώριο συμβιβασμού και κατανόησης προτού προχωρήσουν σε τερματισμό της συμφωνίας. Με επιφύλαξη των πιο πάνω θέσεών του, πρόβαλε, θέτοντας αναλυτικά στοιχεία και λεπτομερή μαρτυρία, ότι μετά τον τερματισμό της συμφωνίας κανένα ασφαλιστικό συμβόλαιο από αυτά που εισήξαν οι ενάγοντες στους εναγόμενους ανανεώθηκε. Παρουσίασε δε προς επίρρωση της θέσης του επιστολές των εναγομένων ημερ. 21.7.2004, Τεκμ. 35, και 28.7.2004, Τεκμ. 36, αντίστοιχα προς τους ενάγοντες και όλους τους πελάτες που αυτοί εισήξαν στους εναγόμενους, με τις οποίες τους ενημέρωναν για την πρόθεσή τους να μην ανανεώσουν κανένα ασφαλιστικό συμβόλαιό τους. Αγορεύοντας ο κ. Γεωργίου εισηγήθηκε ότι η εγκατάλειψη της ανταπαίτησης εκ μέρους των εναγομένων έχει ως αποτέλεσμα και την απόσυρση της θέσης τους περί ύπαρξης δόλου και/ή απάτης, στοιχεία τα οποία, σύμφωνα με συμβατικό όρο της μεταξύ των μερών συμφωνίας, θα τους έδιναν το δικαίωμα να την τερματίσουν χωρίς την υποχρέωση πληρωμής οποιουδήποτε ποσού. Με αυτό ως δεδομένο, εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος ότι ουσιαστικά το μόνο θέμα που παραμένει προς εξέταση είναι η ορθή ερμηνεία του όρου της επίδικης συμφωνίας που προβλέπει για τις συνέπειες ακύρωσής της και, ανάλογα με την ερμηνεία, ο υπολογισμός των αποζημιώσεων. Ως ορθή δε ερμηνεία έθεσε την άποψη ότι ο επίδικος όρος αποτελεί ουσιαστικά ένα όρο «γνήσιο προϋπολογισμού ή υπολογισμού της ζημιάς στην οποία υπόκεινται οι ενάγοντες από τον τερματισμό του συμβολαίου και η προκαταβολή ενός τέτοιου ποσού ως αποζημίωση ως προς τους ενάγοντες». Εισηγήθηκε, τέλος, ότι η μόνη μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου για το θέμα των αποζημιώσεων, και κάλεσε το Δικαστήριο να την αποδεχτεί, είναι αυτή του αναλογιστή, ΜΕ
- Αγορεύοντας προς στήριξη των θέσεων της υπεράσπισης, ο κ. Γλυκής εισηγήθηκε ότι μέσα από αναντίλεκτη μαρτυρία προέκυψε ξεκάθαρα η κατακράτηση και/ή υπεξαίρεση από τους ενάγοντες σημαντικών ποσών τα οποία ανήκαν στους εναγόμενους και, κατ΄ ακολουθία, έθεσε πως νόμιμος και δικαιολογημένος ήταν ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας από τους τελευταίους. Εισηγήθηκε, διαζευκτικά, ο ευπαίδευτος συνήγορος, ότι ακόμη κι αν υπάρχει αμφιβολία ως προς την επέλευση του τερματισμού με την επιστολή, Τεκμ. 4(α), τότε αναμφίβολα συνιστά τερματισμό η αποστολή από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες νέας επιστολής τερματισμού, ημερ. 31.3.2004, Τεκμ.
- Ως προς το ζήτημα των αποζημιώσεων έθεσε ότι οι οποιοιδήποτε υπολογισμοί παρουσιάστηκαν από τους ενάγοντες ως μαρτυρία είναι αυθαίρετοι και κάλεσε το Δικαστήριο να μην τους αποδεχτεί. Προεκτείνοντας τόνισε ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου σαφής και επαρκής μαρτυρία προς θεμελίωση του ύψους των αποζημιώσεων και τεκμηρίωση της θέσης των εναγόντων ότι μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας ανανεώθηκαν οποιαδήποτε συμβόλαια ασφάλισης που εισήξαν στους εναγόμενους. Προβάλλει, ως πρώτο επίδικο θέμα, ο τερματισμός της συμφωνίας, Τεκμ. 1, και η νομική του διάσταση. Θα διαφανεί στην πορεία της απόφασης ότι είναι χωρίς ουσιαστική σημασία η αξιολόγηση μαρτυρίας, προκειμένου να καταγραφεί η κατάληξη του Δικαστηρίου επί του θέματος αυτού. Ό,τι είναι απαραίτητο αναφύεται, είτε ως παραδεκτό γεγονός, είτε από το περιεχόμενο των, χωρίς αμφισβήτηση, κατατεθέντων τεκμηρίων. Η ευκολότερη παρακολούθηση της απόφασης προϋποθέτει την αυτούσια παράθεση του σημαντικού για όλα τα επίδικα θέματα όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Όρος που καλύπτει τόσο το ζήτημα του τερματισμού, όσο και το θέμα των αποζημιώσεων. Έχει ως εξής: «
- ΑΚΥΡΩΣΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ. Κάθε μέρος είναι ελεύθερο και δικαιούται να τερματίσει ανά πάσα στιγμή αυτή τη Συμφωνία δίνοντας τουλάχιστον 3 μήνες προειδοποίηση με συστημένη επιστολή προς το άλλο μέρος. Σε περίπτωση απάτης, δόλιας συμπεριφοράς, παραπλάνησης και/ή πτώχευσης του Συνεργάτη η συμφωνία αυτή ακυρώνεται αυτόματα χωρίς άλλη ειδοποίηση και η πιο πάνω πρόνοια για ειδοποίηση τουλάχιστον 1 μήνα δεν θα ισχύει. Σε περίπτωση ακύρωσης, διακοπής ή τερματισμού αυτής της συμφωνίας ο Συνεργάτης υποχρεούται να επιστρέψει όλα τα έγγραφα και έντυπα τα οποία ανήκουν στην Εταιρεία, και καταβάλει όλα τα οφειλόμενα ασφάλιστρα ανεξάρτητα από το εάν τα είσπραξε ή όχι από τους πελάτες του. Από της ημέρας επίσης της διακοπής ή τερματισμού της συμφωνίας ο συνεργάτης θα υποχρεούται να καταβάλει τόκο προς 9% ετησίως επί παντός ποσού οφειλομένου προς την Εταιρεία κατά την ημέρα αυτή. Σε περίπτωση ακύρωσης, διακοπής ή τερματισμού αυτής της συμφωνίας πλην των περιπτώσεων τερματισμού λόγω απάτης, δόλιας συμπεριφοράς ή παραπλάνησης ο Συνεργάτης θα δικαιούται 100% των προμηθειών ανανέωσης για το πρώτο έτος μετά την ακύρωση διακοπή ή τερματισμό και το 50% για περίοδο είκοσι ετών. Οι προμήθειες ανανέωσης θα καταβάλλονται επί των ασφαλίστρων τα οποία ο Συνεργάτης εισήξε στην Εταιρεία και όχι πάνω σε οποιεσδήποτε προσθήκες αυξήσεις ή προσαυξήσεις οι οποίες θα επέλθουν μετά την ακύρωση, διακοπή ή τερματισμό της συμφωνίας αυτής». Είναι ξεκάθαρο από τον πιο πάνω όρο ότι τερματισμός της συμφωνίας ήταν δυνατό να επέλθει με δύο τρόπους: Είτε με την παροχή τρίμηνης προειδοποίησης με συστημένη επιστολή, είτε αυτόματα, σε περίπτωση απάτης, δόλιας συμπεριφοράς, παραπλάνησης και/ή πτώχευσης του συνεργάτη. Ας σημειωθεί ότι ως συνεργάτης καθορίζεται στη συμφωνία η ενάγουσα εταιρεία. Οι επιπτώσεις που ενέχει ο διαφορετικός τρόπος τερματισμού είναι ιδιαίτερα σημαντικές. Καθότι αυτόματος τερματισμός, κατ΄ ακολουθία των προαναφερθέντων λόγων, δεν παρέχει δικαίωμα αποζημίωσης. Αντίθετα, η μεταξύ των μερών συμφωνία προβλέπει για τέτοιο δικαίωμα στην περίπτωση τερματισμού με παροχή τρίμηνης προειδοποίησης. Δεν αμφισβητείται ότι η μεταξύ των μερών συμφωνία τελικά τερματίστηκε. Αχλύς όμως καλύπτει τον τρόπο τερματισμού. Είναι επάναγκες να καταγραφεί η κατάληξη του Δικαστηρίου σχετικά με το ζήτημα αυτό. Συνιστά παραδεκτό γεγονός ότι οι ενάγοντες καθυστέρησαν κατ΄ επανάλειψη να καταβάλουν οφειλόμενα ασφάλιστρα προς την εναγόμενη εταιρεία. Προβάλλουν οι εναγόμενοι, ως αποτέλεσμα, ότι η παρακράτηση των χρημάτων αυτών συνιστούσε συμπεριφορά η οποία ενέπιπτε στους λόγους που τους επέτρεπαν να ακυρώσουν αυτόματα και χωρίς άλλη ειδοποίηση τη συμφωνία, χωρίς να παρέχεται στους ενάγοντες δικαίωμα διεκδίκησης οποιασδήποτε αποζημίωσης. Οι ενάγοντες θέτουν πως η καθυστέρηση οφειλόταν σε λόγους πέραν των δυνάμεών τους. Συγκεκριμένα, σε σοβαρό τραυματισμό του διευθυντή τους, ΜΕ
- Η επιστολή τερματισμού ημερ. 20.11.2003, Τεκμ. 4(α), στάληκε από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες, σε συνέχεια άλλης επιστολής ημερ. 13.11.2003, Τεκμ. 4(δ), στην οποία γίνεται αναφορά στα οφειλόμενα από τους ενάγοντες ποσά, ζητείται η άμεση επιστροφή τους και προειδοποιούνται για τη λήψη μέτρων, μεταξύ των οποίων και τον άμεσο τερματισμό της συμφωνίας. Ακολούθησε η παράλειψη των εναγόντων να εξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό προς τους εναγόμενους, με αποτέλεσμα την αποστολή της επιστολής τερματισμού Τεκμ. 4(α), στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται: «. δεν μας αφήνετε άλλα περιθώρια από το να τερματίσουμε άμεσα την συνεργασία μεταξύ μας». Παρά την αποστολή της πιο πάνω επιστολής, την ίδια μέρα ακολούθησε περαιτέρω αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων. Οι ενάγοντες ζήτησαν, Τεκμ. 21, παράταση της ισχύς της επίδικης συμφωνίας μέχρι την 31.12.2003, με παράλληλη δέσμευση να συζητηθεί μεταξύ των μερών η σύναψη καινούργιας συμφωνίας μέχρι τις 15.1.
- Παρεμβάλλω ότι στο Τεκμ. 21 γίνεται αναφορά στην 15.1.2003, προφανώς από λάθος, αντί του ορθού έτους
- Οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν, Τεκμ. 4 (γ) την εισήγηση για παράταση, με την προϋπόθεση ότι θα συζητηθεί η σύναψη νέας συμφωνίας. Σε άλλη δε επιστολή τους, Τεκμ. 4(β), της ίδιας ημερομηνίας, πληροφορούσαν τους ενάγοντες ότι η επιστολή τερματισμού, Τεκμ. 4(α), «δεν μπορεί να αποσυρθεί» και «παραμένει σε ισχύ». Ακολούθησε νέα διπλοσυστημένη επιστολή των εναγομένων προς τους ενάγοντες, ημερ. 19.2.2004, Τεκμ. 5, στην οποία αναφέρεται ότι «το χρονοδιάγραμμα που είχατε προτείνει για υπογραφή της καινούργιας έληξε στις 15 Ιανουαρίου, 2004» και ότι η μεταξύ των μερών συμφωνία «έχει λήξει στις 31 Δεκεμβρίου, 2003». Με δεδομένη την παραδοχή της καθυστέρησης καταβολής από τους ενάγοντες οφειλομένων προς τους εναγόμενους ασφαλίστρων - και ασχέτως του δικαιολογημένου ή μη της καθυστέρησης - προκύπτει το ερώτημα: Συνιστούσε αυτό λόγο τερματισμού στα πλαίσια του Τεκμ. 1 που δεν έδιδε δικαίωμα διεκδίκησης αποζημιώσεων; Η απάντηση δίδεται μέσα από το περιεχόμενο των όρων του Τεκμ.
- Όπως έχει ήδη λεχθεί, τερματισμός της συμφωνίας παρείχε δικαίωμα αποζημίωσης εφόσον δεν λάμβανε χώρα ως αποτέλεσμα ύπαρξης απάτης ή δόλιας συμπεριφοράς ή παραπλάνησης. Ο επικαλούμενος τερματισμός του Τεκμ. 4(α) στηρίχθηκε στους λόγους που αναφέρονται στην επιστολή ημερ. 13.11.2003, Τεκμ. 4(δ). Σε αυτή η εναγόμενη εταιρεία δεν αποδέχεται τη θέση των εναγόντων, όπως εκφράστηκε με επιστολή τους ημερ. 7.11.2003, Τεκμ. 4(ε), σύμφωνα με την οποία κρατούσαν τα οφειλόμενα ποσά ως καταπίστευμα. Αποδίδεται δε, με το Τεκμ. 4(δ), από τους εναγόμενους στους ενάγοντες, χωρίς παροχή περαιτέρω λεπτομερειών, παράνομη κατακράτηση χρημάτων, δόλια, απατηλή και επιλήψιμη συμπεριφορά. Ο δόλος αποτελείται ουσιαστικά από την παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς, με γνώση της αναλήθειάς του, και περιλαμβάνει και οποιαδήποτε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση άλλου προσώπου. Όπως εντοπίζεται στην υπόθεση Μαρία Ιακώβου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 992, 1003, ο όρος «δόλος» συνήθως αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο, ηθικώς ανάρμοστο, ειδικά όταν αποκτούνται χρηματικά ή υλικά οφέλη με άδικα μέσα. Ο ορισμός της απάτης, ως αστικό αδίκημα, δίδεται από το άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
- Συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος, η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής, με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει με βάση αυτή. Ακόμη η απάτη, ως ποινικό αδίκημα, προϋποθέτει κτήση περιουσίας με χρήση δόλιου τεχνάσματος ή επινοήματος. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου που να καλύπτει το νοηματικό εύρος των όρων απάτης, δόλιας συμπεριφοράς ή παραπλάνησης, στην καθυστέρηση των εναγόντων να επιστρέψουν τα οφειλόμενα στους εναγόμενους ασφάλιστρα. Συνεπώς, δεν έχει αποδειχθεί ότι και ο τρόπος τερματισμού της επίδικης συμφωνίας ενέπιπτε στα πλαίσια της περίπτωσης που προβλέπεται στο Τεκμ. 1 για αποκλεισμό διεκδίκησης αποζημιώσεων. Έγινε αναφορά από την πλευρά των εναγομένων στο περιεχόμενο του Τεκμ. 24, επιστολή τερματισμού ημερ. 31.3.2004, προκειμένου αυτό να συνδεθεί με τερματισμό της συμφωνίας Τεκμ.
- Πρόκειται προφανώς περί παρανόησης. Το Τεκμ. 1 αφορά συμφωνία διορισμού αντιπροσώπου ασφαλειών για εργασίες γενικού κλάδου, η δε επιστολή Τεκμ. 24 καλύπτει ακύρωση της συμφωνίας για εργασίες κλάδου ζωής, Τεκμ. 14, η οποία συνάφθηκε μεταξύ των ιδίων μερών. Επιβεβαιώνεται δε αυτό και από το ίδιο το περιεχόμενο του Τεκμ. 24 και στην αναφορά για αποστολή της επιστολής αυτής «σύμφωνα με την παράγρ. Β άρθρο 1(α)» της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Τέτοια παράγραφος υφίσταται και είναι σχετική στο Τεκμ.
- Δεν εντοπίζεται όμως κάτι σχετικό στο Τεκμ.
- Συνεπώς, το Τεκμ. 24 είναι άσχετο με τα επίδικα θέματα. Είναι, όμως, τελικά κοινή συνισταμένη των θέσεων των δύο πλευρών ότι η μεταξύ τους επίδικη συμφωνία τερματίστηκε. Όπως έχει ήδη καταγραφεί, τερματισμός της με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, πλην των περιπτώσεων απάτης, δόλιας συμπεριφοράς ή παραπλάνησης, παρέχει το δικαίωμα διεκδίκησης αποζημιώσεων. Εφόσον βέβαια πληρούνται οι προϋποθέσεις της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Είναι, συνεπώς, το κατάλληλο στάδιο, να δοθεί η ερμηνεία του Δικαστηρίου στον επίδικο όρο του Τεκμ. 1, ο οποίος, αυτούσιος παρατέθηκε σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης. Οι αρχές ερμηνείας εγγράφων θα βοηθήσουν στην κατάληξη του Δικαστηρίου. Ορθό είναι λοιπόν να εκτεθεί αναλυτική νομική προσέγγιση. Η ερμηνεία των όρων ενός εγγράφου αποτελεί νομικό θέμα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ευχέρεια η οποία πρέπει να αποσκοπεί στην εξεύρεση των πραγματικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Το Δικαστήριο επιχειρώντας να ερμηνεύσει ένα έγγραφο καθοδηγείται από τις καθιερωμένες αρχές ερμηνείας. Μέσα στα πλαίσια αυτής της διεργασίας στόχος είναι η ανεύρεση του κύριου σκοπού και της νοητής πρόθεσης του συντάκτη του κειμένου. Η πρόθεση αυτή συνάγεται από τη συνήθη λογική γραμματική έννοια των λέξεων. Όταν μια συμφωνία διατυπώνεται εγγράφως κατόπιν επιθυμίας των συμβαλλομένων, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή προσθέσει στους όρους που έχουν διατυπωθεί στο έγγραφο. Βασικός κανόνας ερμηνείας είναι ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούνται πρέπει να ερμηνεύονται κατά γράμμα, όπως είναι γενικά κατανοητές. Πιο απλοποιημένα, στην ερμηνεία ενός εγγράφου πρέπει να αποδίδεται σε συνηθισμένες λέξεις η απλή και συνήθης ερμηνεία τους. Κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Προς το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτιστεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντα των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των δύο πλευρών διαπιστώνονται από τον ίδιο το κείμενο μιας συμφωνίας. Πάγια ερμηνευτική αρχή είναι ότι η πρόθεση των μερών εξάγεται από τη γλωσσική αποτύπωση της συμφωνίας, δηλαδή, των σκέψεων τους, που για το σκοπό αυτό εξετάζεται συνολικά. Συνοπτικά, σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο. Η ερμηνεία, ως εκ τούτου, πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που αναδύεται ως βασική αρχή πως η πρόθεση των συμβαλλομένων πρέπει να απορρέει από το έγγραφο και είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται σ΄ αυτό. Το Δικαστήριο, δε, πρέπει να βεβαιώσει τι εννοούσαν τα μέρη με τη διατύπωση που χρησιμοποίησαν, να δηλώσει το νόημα του περιεχομένου του εγγράφου και όχι του τι υπήρχε πρόθεση να γραφτεί, να εφαρμόσει την πρόθεση όπως έχει εκφραστεί. Δεν επιτρέπεται να εικάζεται η πρόθεση των μερών και να αντικαθίσταται η ρητή με την τεκμαιρόμενη πρόθεση (Πολύφημος Χοτέλς Λτδ ν. Γεώργιου Ν. Μούτση
(2000)1 Α.Α.Δ 1809, Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας
(1999)1 Α.Α.Δ 630, Θάλεια Θεολόγου κ.α. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ 407, Γεωργική Εταιρεία Δ.Γ Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος, Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ 168, Σολωμός Οικονόμου κ.α. ν. Γεώργιου Α. Ττοφίνη κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ 436, Λαζούρας ν. Σκυλουριώτου
(1992)1 Α.Α.Δ 168). Έχει επίσης αναγνωριστεί νομολογιακά ότι η αυστηρή εφαρμογή του κανόνα ο οποίος δεν επιτρέπει σε κανένα από τους συμβαλλόμενους να διαφοροποιήσει γραπτή συμφωνία, του αποκλεισμού δηλαδή εξωγενούς μαρτυρίας, πολλές φορές οδηγεί σε αδικία. Ιδιαίτερα όταν το έγγραφο στο οποίο διατυπώνεται η συμφωνία δεν είναι λεπτομερές, με αποτέλεσμα να μην φανερώνει πλήρως και με σαφήνεια την πρόθεση των μερών. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο έχει δικαίωμα να εξετάζει, και οφείλει να εξετάζει, όλη τη μαρτυρία, στο σύνολό της, προκειμένου να διαπιστώσει την πραγματική φύση της μεταξύ των μερών συμφωνίας (J. Evans & Son (Portsmouth) Ltd v. Andrea Merzario Ltd
(1976)2 All E.R. 930, MarketVentures Ltd και Ουράνιου Δικωμίτη, Πολιτική Έφεση 127/2007, ημερ. 10.4.2009). Στην υπό εξέταση περίπτωση, και παρά την έντονη αντιπαράθεση των δύο πλευρών επί του θέματος, δεν τίθεται ουσιαστικό ζήτημα δυσκολίας στην εξεύρεση των πραγματικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Τα επίδικα έγγραφα, αλλά και το ίδιο το υπόβαθρο της συμφωνίας, αποτυπώνουν με απόλυτη διαύγεια τους σκοπούς και τις προθέσεις των μερών. Οι ενάγοντες, όπως παρέμεινε αδιαμφισβήτητο, ήθελαν να εξασφαλιστεί η πλευρά τους σε περίπτωση που θα μετέφεραν το σύνολο του κύκλου εργασιών τους στους εναγόμενους, με βάση τη συμφωνία, Τεκμ.
- Έτσι συζητήθηκε μεταξύ των μερών και συμφωνήθηκε ο επίδικος όρος 6 του Τεκμηρίου αυτού. Η ορθή ερμηνεία του οποίου δεν μπορεί να είναι διαφορετική από την απόδοση προμηθειών σε σχέση με τα ασφαλιστικά συμβόλαια που εισήξαν στους εναγόμενους οι ενάγοντες. Νοουμένου, βέβαια, ότι τα συμβόλαια αυτά βρίσκονται σε ισχύ και ανανεώνονται για την περίοδο των είκοσι ετών που καταγράφεται. Καθότι, δεν νοείται καταβολή προμήθειας χωρίς ανανέωση του ασφαλιστηρίου. Αυτή ήταν και η πρόθεση των μερών η οποία συνάγεται και από την ίδια την αναφορά του όρου 6: «Οι προμήθειες ανανέωσης θα καταβάλλονται επί των ασφαλίστρων τα οποία ο Συνεργάτης εισήξε στην Εταιρεία και όχι πάνω σε οποιεσδήποτε προσθήκες αυξήσεις ή προσαυξήσεις οι οποίες θα επέλθουν μετά την ακύρωση, διακοπή ή τερματισμό της συμφωνίας αυτής». Ο αποκλεισμός προμήθειας επί προσθηκών, αυξήσεων ή προσαυξήσεων που θα επέλθουν μετά την ακύρωση ή τερματισμό της συμφωνίας, παραπέμπει σε ύπαρξη ανανεωμένων συμβολαίων. Γι΄ αυτό άλλωστε καθορίζονται ως προμήθειες ανανέωσης. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό, προς επίρρωση, την ταυτόσημη θέση των ΜΕ2 και 3 επί του ορισμού του όρου «προμήθεια ανανέωσης», οι οποίοι αντεξεταζόμενοι κατέθεσαν, ο μεν ΜΕ2: «Ε: Άρα, όπως ακριβώς το είπατε, προμήθεια ανανέωσης εξυπακούει ανανέωση ασφαλιστικού συμβολαίου. Α: Αυτό είναι σωστό.» Ο δε ΜΕ3: «Ε: Και είναι αυτό που ανάφερα προηγουμένως και θεωρώ ότι μπορείτε να μου απαντήσετε, εφόσον εμπλέκεστε στα ασφαλιστικά τόσα χρόνια, ότι η προμήθεια ανανέωσης εξυπακούει ανανέωση. Α: Προμήθεια ανανέωσης είναι το τι καταβάλλεται στον ασφαλιστή σαν ποσοστό επί του εισπραχθέντος ασφαλίστρου. Ε: Εφόσον το ασφαλιστικό συμβόλαιο ανανεωθεί. Συμφωνείτε; Α: Μάλιστα. Για να εισπραχθεί το ασφάλιστρο σημαίνει ότι ανανεώθηκε το ασφαλιστήριο.» Συνεπώς, η ύπαρξη σε ισχύ ασφαλιστικών συμβολαίων μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για θεμελίωση δικαιώματος αποζημίωσης δυνάμει των προβλεπομένων από τον όρο 6 του Τεκμ.
- Αξιολογώντας τη μαρτυρία που προσφέρθηκε από την πλευρά των εναγόντων, ως προς το ζήτημα της ισχύς ασφαλιστικών συμβολαίων μετά τη ρήξη της συμφωνίας μεταξύ των δύο μερών, εύκολα καταλήγει το Δικαστήριο ότι η μαρτυρία αυτή είναι επιδερμική, αόριστη και στερείται πειστικότητας. Αντίθετα, οι εναγόμενοι τεκμηρίωσαν, μέσα από τη χωρίς αντίκρουση σχετική μαρτυρία του ΜΥ1 και των Τεκμηρίων 29-33 που παρουσίασαν, ότι μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας κανένα συμβόλαιο που εισήξαν οι ενάγοντες ανανεώθηκε. Καταθέτοντας ο ΜΥ1 ανέφερε ότι μετά τον τερματισμό όχι μόνο δεν ανανεώθηκε οποιοδήποτε ασφαλιστικό συμβόλαιο από αυτά που εισήξαν οι ενάγοντες, αλλά και περαιτέρω οι εναγόμενοι με επιστολή τους ημερ. 21.7.2004, Τεκμ. 36, προς όλους τους πελάτες που οι ενάγοντες εισήξαν, τους πληροφορούσε για τον τερματισμό της συμφωνίας και τους ενημέρωνε ότι «δεν θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε σε ανανέωση των συμβολαίων σας γενικών ασφαλίσεων, που διατηρούσατε με την Εταιρεία». Με αυτό ως δεδομένο έθεσε η πλευρά των εναγόντων ότι η αποστολή της επιστολής αποτελεί κατάφορη παραβίαση του προαναφερθέντος επίδικου συμβατικού όρου, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η καταβολή αποζημιώσεων προς όφελος των εναγόντων. Δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο αυτή η προσέγγιση. Παραβλέπει το ουσιώδες: Είναι η συνέχιση της ισχύς ασφαλιστικών συμβολαίων που ενεργοποιούσε το δικαίωμα διεκδίκησης αποζημιώσεων. Το συγκεκριμένο μέρος του όρου 6 ήταν η ασφαλιστική δικλείδα που τέθηκε για εξασφάλιση των εναγόντων προκειμένου, σε περίπτωση τερματισμού της μεταξύ των μερών συμφωνίας, να λαμβάνουν προμήθειες για μεγάλης έκτασης χρονική διάρκεια, είκοσι χρόνια, για πελάτες που θα εισήγαγαν στους εναγόμενους. Αφαιρώντας έτσι τη δυνατότητα από τους εναγόμενους - τερματίζοντας τη συμφωνία - να οικειοποιηθούν τους πελάτες αυτούς, αποκομίζοντας δικό τους και μόνο όφελος. Δεν παρείχε όμως ο υπό αναφορά όρος γενικό δικαίωμα αποζημίωσης στους ενάγοντες, στη βάση που αυτή ρυθμίζεται στο περιεχόμενό του, με ποσοστό προμήθειας ανανέωσης δηλαδή και ασχέτως της συντήρησης ή μη σε ισχύ των ασφαλιστικών συμβολαίων. Ακόμη όμως κι αν ήταν ορθή η εξεταζόμενη αυτή προσέγγιση των εναγόντων, θα αναφυόταν, όπως θα διαφανεί αμέσως πιο κάτω, ανυπέρβλητο πρόβλημα σχετικά με την απόδειξη των ζημιών τους. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω η βάση στήριξης της αξίωσης έχει εκθεμελιωθεί. Γεγονός που ιχνηλατεί και το αποτέλεσμα της υπό κρίση υπόθεσης. Παρά ταύτα, για ευνόητους λόγους, ορθό είναι να εξεταστεί, συνοπτικά, και το ζήτημα της απόδειξης του ύψους των προμηθειών, το οποίο τέθηκε ως μέτρο για το μέγεθος των αξιούμενων αποζημιώσεων. Οι ενάγοντες παρουσίασαν τη μαρτυρία του αναλογιστή Paul Warren, ΜΕ2, προκειμένου να καλύψουν το εύρος αυτού του μέρους της μαρτυρίας. Τη σχετική έκθεσή του κατέθεσε ως Τεκμ.
- Οι εναγόμενοι, προς αντίκρουση, πρόσφεραν τη μαρτυρία του Παναγιώτη Ζαμπέλη, ΜΥ2, επίσης αναλογιστή. Η δική του έκθεση κατατέθηκε ως Τεκμ.
- Στη μαρτυρία του ΜΕ2 τίθεται ως δεδομένο πως οι ενάγοντες θα πρέπει να λάβουν προεξόφληση των εκτιμώμενων μελλοντικών προμηθειών για τα επόμενα 21 χρόνια, θεωρώντας ότι αυτή είναι η ορθή ερμηνεία του όρου
- Η καταβολή δηλαδή προμηθειών ανανέωσης, ασχέτως της συνέχισης ισχύος των ασφαλιστικών συμβολαίων. Έστω κι αν ήταν στέρεα η βάση αυτή - που δεν είναι, για τους λόγους που καταγράφονται από το Δικαστήριο στα προηγούμενα στάδια της απόφασης - οι ίδιοι οι υπολογισμοί του ΜΕ2, οι προβλέψεις του και η αναλογιστή στατιστική έρευνα των μελλοντικών επιπέδων προμηθειών που καλύπτει το Τεκμ. 11, είναι ασαφείς, αόριστες και στερούνται τεκμηρίωσης. Επεξηγώ: Η έκθεση, Τεκμ. 11, έγινε με σκοπό να προβλέψει τα επίπεδα των προμηθειών για τη δραστηριότητα κλάδου ζωής και γενικού κλάδου, που οφείλονται στους ενάγοντες για χρονικό διάστημα 21 ετών που ακολουθεί τον τερματισμό της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Η ετοιμασία της στηρίχθηκε σε στοιχεία με τα οποία εφοδίασαν οι ενάγοντες το συντάκτη του Τεκμ.11 και τα οποία αφορούσαν επίπεδα προμηθειών προηγούμενων ετών. Τα μελλοντικά επίπεδα προμηθειών υπολογίστηκαν σε δύο βάσεις: Αφενός στη χρησιμοποίηση αναδρομικού τύπου στατιστικού μοντέλου το οποίο βασίστηκε στα ληφθέντα δεδομένα και αφετέρου - και εναλλακτικά - στη χρησιμοποίηση ενός πιο περιορισμένου εύρους ορισμού, δηλαδή πληρωμές 100% των προμηθειών του έτους 2002, συν 50% των προμηθειών του ιδίου έτους, πολλαπλασιαζόμενο επί είκοσι. Ούτως ή άλλως η έκθεση νοσεί. Θα ήταν αρκετή η ίδια η αναφορά του συντάκτη της, σύμφωνα με την οποία το περιορισμένο μέγεθος των δεδομένων που παραλήφθηκαν έχει μέγιστη επίπτωση στα αποτελέσματα του μοντέλου και επηρεάζει σημαντικά τις προβλέψεις, για να θέσει εν αμφιβόλω τα συμπεράσματά της, καθιστώντας τα αποτελέσματα αναξιόπιστα. Είναι όμως, πέραν τούτου, και τα ίδια τα δεδομένα που λήφθηκαν λανθασμένα, με συνέπεια να ακυρώνουν την πειστικότητα της συγκεκριμένης έκθεσης. Καθότι, παραβλέπει ο ΜΕ2 ότι τα προηγούμενα επίπεδα προμηθειών, με τα οποία τον εφοδίασαν οι ενάγοντες, συμπεριλαμβάνουν τόσο προμήθειες για συμβόλαια ζωής, για τα οποία δεν καλύπτει το Τεκμ. 1 και η επίδικη διαφορά, όσο και προμήθειες για ασφαλιστικά συμβόλαια τα οποία δεν είναι ανανεώσιμα, για παράδειγμα ασφαλίσεις θαλάσσης, αέρος, μεταφορών, ταξιδιών, εργολάβων και άλλα. Ακόμη, όπως επιβεβαίωσε και ο ίδιος ο ΜΕ2, αντεξεταζόμενος, οι προβλέψεις των μελλοντικών επιπέδων προμηθειών στις οποίες προέβηκε προκειμένου να καταλήξει στα συμπεράσματα του Τεκμ. 11, είναι ρευστές και αβέβαιες. Όχι μόνο αυτό, αλλά, και στην πραγματικότητα, έχουν διαψευσθεί στα χρόνια που μεσολάβησαν από της ημερομηνίας σύνταξης του Τεκμ. 11, μέχρι της ακρόασης της υπόθεσης. Ήταν δε ξεκάθαρη τελικά η θέση του ότι πάντα υπάρχουν διακυμάνσεις από έτος σε έτος και πως σε μια περίοδο εικοσαετίας θα υπάρξουν σκαμπανεβάσματα. Χαρακτηριστική δε είναι η απάντησή του στην ερώτηση που ακολουθεί: «Ε: Αντιλαμβάνομαι ότι για τα χρόνια 2004, 2005, 2006 και 2007 καθώς και 2008 δεν γνωρίζετε αν επαληθεύτηκε η πρόβλεψή σας. Α: Δήλωσα προηγουμένως ότι θα έμενα έκπληκτος αν σε οποιοδήποτε έτος η πρόβλεψη ήταν ακριβής.» Έστω λοιπόν κι αν οι ενάγοντες πετύχαιναν στην τεκμηρίωση της αγωγής τους, δεν θα υπήρχε η απαραίτητη μαρτυρία απόδειξης των ζημιών και τους ύψους τους. Ως αποτέλεσμα, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος των εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο