← Κύπρος

Κωνσταντίνου Αλκιβιάδη Αραούζου ν. Ανδρέα Παναγιώτου κ.α., Γενική Αίτηση 852/08, 8 Δεκεμβρίου, 2010

Κωνσταντίνου Αλκιβιάδη Αραούζου ν. Ανδρέα Παναγιώτου κ.α., Γενική Αίτηση 852/08, 8 Δεκεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A398 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Γενική Αίτηση 852/08 Αναφορικά με το άρθρο 53 του Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου Κεφ.189 Μεταξύ: Κωνσταντίνου Αλκιβιάδη Αραούζου ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Κυριάκου Αλκιβιάδη Αραούζου Αιτητής και 1.Ανδρέα Παναγιώτου 2.Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας Καθ΄ων η Αίτηση ............ 8 Δεκεμβρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Δ. Κρονίδης. Για τον Καθ΄ου η αίτηση 1: κ. Α Χατζησέργης. Για τον Καθ'ου η Αίτηση 2: καμία εμφάνιση. Α Π Ο Φ Α Σ Η Το ουσιαστικό πλέγμα γεγονότων, αναγκαίο για επίλυση των ζητημάτων που αναφύονται στην παρούσα Αίτηση είναι παραδεκτό και έχει ως ακολούθως: -Στις 7.3.2003 στα πλαίσια της αγωγής 2810/01 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ο καθ' ου η αίτηση 1 εξασφάλισε απόφαση εναντίον του αδελφού του αιτητή, Κυριάκου Αραούζου. -Ο Κυριάκος Αραούζος απεβίωσε στις 7.2.
  2. -Ο αιτητής στα πλαίσια της Διαχείρισης 156/05 διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος αδελφού του στις 13.4.
  3. -Τη 1.6.2006 ο καθ' ου η αίτηση 1 ενέγραψε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας την πιο πάνω απόφαση ως επιβάρυνση (memo) επί του μεριδίου (1/3) του αποβιώσαντος στα δύο ακίνητα στον Παχύαμμο ως αυτά περιγράφονται στην Αίτηση. -Το προαναφερθέν εξ αποφάσεως χρέος έχει περιληφθεί στην συμπληρωματική απογραφή ημερ. 29.9.2006 που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της πιο πάνω Διαχείρισης. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, ο αιτητής καταχώρησε την παρούσα εναρκτήρια αίτηση (originating summons) με την οποία, επιγραμματικά ομιλούντες, ζητά (Α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι επίμαχες επιβαρύνσεις (memo) επί των επηρεαζόμενων ακινήτων είναι εξ υπαρχής άκυρες και/ή λανθασμένες και/ή παράνομες, (Β) Διάταγμα που να επιτρέπει και/ή εξαναγκάζει το κτηματολόγιο εντός καθορισμένης προθεσμίας να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για ακύρωση των επίμαχων επιβαρύνσεων (memo), (Γ) Διαζευκτικά Διάταγμα που να διατάσσει τον καθ' ου η αίτηση 1 εντός καθορισμένης προθεσμίας να αποσύρει και/ή ακυρώσει τις επίμαχες επιβαρύνσεις (memo), (Δ) Διάταγμα που να επιτρέπει στον αιτητή να προχωρήσει με την πώληση και/ή μεταβίβαση των επηρεαζόμενων ακινήτων, στη βάση ήδη συνομολογηθείσας συμφωνίας πώλησης ημερ.24.8.2006 και (Ε) Διαζευκτικά Διάταγμα με οδηγίες προς τον αιτητή σε σχέση με το ανακύπτον ζήτημα με τις επιβαρύνσεις (memo) και ιδιαίτερα σε ότι αφορά τον επηρεασμό των υπολοίπων πιστωτών του αποβιώσαντος. Η Αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 31, 32, 33, 41, 42 και 53 του Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου Κεφ. 189, στα άρθρα 53-71 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ.Θ.1-7, Δ.55 Θ.Θ.1-4 και στις συμφυείς εξουσίες και/ή πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης συναντάται στην συνημμένη ένορκη δήλωση του ίδιου του αιτητή ημερ.16.10.
  4. Η θέση του, ως προκύπτει από το περιεχόμενο της εν λόγω ενόρκου δηλώσεως είναι απλή. Θεωρεί ότι ο καθ' ου η αίτηση 1 δεν είχε δικαίωμα να καταχωρήσει την απόφαση ως επιβάρυνση (memo) επί των ακινήτων μετά το θάνατο του αποβιώσαντος και αφού εν τω μεταξύ ο ίδιος είχε διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας του. Ο καθ' ου η αίτηση 1 γνώριζε για τον θάνατο και με την εγγραφή της επιβάρυνσης ενήργησε παράνομα, παράτυπα, αποκρύβοντας στοιχεία από το κτηματολόγιο. Περαιτέρω αναφέρει, ότι, ο αποβιώσας έχει και άλλους πιστωτές, οι οποίοι επηρεάζονται δυσμενώς από την καταχώρηση των επίμαχων επιβαρύνσεων (memo). Επί αυτού προσθέτει ότι με βάση συμφωνία πώλησης ημερ.24.8.2006 έχει ήδη προχωρήσει στην πώληση των ακινήτων για (μερική) ικανοποίηση των χρεών του αποβιώσαντος, τα οποία υπερβαίνουν κατά πολύ την αξία των μεριδίων του. Λόγω όμως της ύπαρξης των επιβαρύνσεων (memo), η πώληση δεν μπορεί να ολοκληρωθεί, με αποτέλεσμα ο αγοραστής να απειλεί ότι θα τερματίσει τη συμφωνία και θα διεκδικήσει αποζημιώσεις. Σε όλα τα πιο πάνω ο καθ' ου η αίτηση 1 αντέδρασε καταχωρώντας Ειδοποίηση Περί Προθέσεως Ενστάσεως στις 2.4.2009 (εφεξής η Ένσταση). Η Ένσταση θεμελιώνεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1, 2, 4 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 32, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 53-71, στον Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμο Κεφ. 189, άρθρο 42, στις συμφυείς εξουσίες και στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Περαιτέρω κατά το πρότυπο ενστάσεων σε ενδιάμεσες αιτήσεις, παρατίθενται στο σώμα της Ένστασης συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης και σε ότι αφορά τα γεγονότα, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση
  5. Ως προκύπτει από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως, ο καθ' ου η αίτηση 1 θεωρεί ότι όλα έγιναν νόμιμα και κανονικά αφού είχε κάθε δικαίωμα να προχωρήσει στην εγγραφή της απόφασης ως επιβάρυνσης (memo), παρά το γεγονός ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης είχε εν τω μεταξύ αποβιώσει. Εξηγεί μάλιστα, πως δεν είχε άλλη επιλογή αφού ζητούσε επίμονα εξόφληση από τον αιτητή (διαχειριστή), ο οποίος όμως απέφευγε με κάθε τρόπο να τον πληρώσει, φτάνοντας στο σημείο να μη συμπεριλάβει καν το χρέος του στην αρχική απογραφή που καταχώρησε στα πλαίσια της Διαχείρισης. Περαιτέρω στηλιτεύει την πώληση των ακινήτων σε τρίτο, διαμαρτυρόμενος ότι αυτό έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του. Θεωρεί ότι το δικό του εξ αποφάσεως χρέος έχει προτεραιότητα ένεκα ακριβώς της κατάθεσης της απόφασης ως επιβάρυνσης (memo) και ζητά έτσι από το Δικαστήριο να μεριμνήσει προς την κατεύθυνση αυτή. Ως προανέφερα, το ουσιαστικό πλέγμα γεγονότων έγινε παραδεκτό με αποτέλεσμα να μη χρειαστεί η κλήση οποιωνδήποτε μαρτύρων για κατάθεση στο Δικαστήριο. Οι συνήγοροι βέβαια επιχειρηματολόγησαν, υιοθετώντας κατά κύριο λόγο γραπτές εμπεριστατωμένες αγορεύσεις. Το πρώτο ζήτημα το οποίο θα πρέπει να διερευνηθεί είναι η έννοια, ο σκοπός και η σημασία εγγραφής μιας δικαστικής απόφασης ως επιβάρυνσης (memo) επί ακινήτου εξ αποφάσεως οφειλέτη. Μια τέτοια εγγραφή αποτελεί μέτρο εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης, ασχέτως του ότι το συγκεκριμένο μέτρο λαμβάνει χώρα εκτός Δικαστηρίου. Το άρθρο 14

(1)(β) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 υπό τον πλαγίοτιτλο (μέθοδοι εκτέλεσης) αναφέρει ότι, 14
(1)"κάθε δικαστική απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάσσει πληρωμή χρημάτων, δύναται τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, να εκτελεστεί με όλα ή με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέσα- (β) με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας ή επιβάρυνσης αυτής με την εγγραφή της δικαστικής απόφασης." Ως ημερομηνία λήψης του μέτρου εκτέλεσης λογίζεται η ημερομηνία εγγραφής της απόφασης στο κτηματολόγιο που στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν η 1.6.2006. Η εγγραφή επενεργεί ως εγγύηση για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους (άρθρο 53) και παρέχει το δικαίωμα στον εξ αποφάσεως πιστωτή να καταχωρήσει αίτηση για πώληση του επιβαρυμένου με την εγγραφή της απόφασης, ακινήτου (άρθρα 22, 23, 24 και 27). Σε μια τέτοια περίπτωση η πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους θα έχει προτεραιότητα έναντι όλων των άλλων χρεών του οφειλέτη που είτε δεν έχουν εγγραφεί ως επιβάρυνση επί του ακινήτου είτε ενεγράφησαν σε χρόνο μεταγενέστερο (άρθρο 57). Η εγγραφή της απόφασης αρχικά παραμένει σε ισχύ για έξι χρόνια (άρθρο 55) αλλά δύναται να ανανεωθεί για περαιτέρω περιόδους μέχρι και δύο χρόνια κάθε φορά (άρθρο 56). Σε ότι αφορά τη διαδικασία εγγραφής, γίνεται με την κατάθεση επίσημου αντιγράφου της δικαστικής απόφασης μαζί με υπογραμμένο σημείωμα του εξ αποφάσεως πιστωτή ή του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του, το οποίο, μεταξύ άλλων, πρέπει να αναφέρει το όνομα, τον τόπο διαμονής και το επάγγελμα του εξ αποφάσεως οφειλέτη (άρθρο 54). Τα στοιχεία αυτά, μεταξύ άλλων, θα πρέπει απαρέγκλιτα να καταχωρούνται στο σχετικό βιβλίο που διατηρείται για τον σκοπό αυτό από τον αρμόδιο υπάλληλο του κτηματολογίου (άρθρο 60). Οι πρόνοιες των δύο αυτών άρθρων από μόνες τους, μολονότι δεν το αναφέρουν ρητά, σαφώς υποδεικνύουν ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης θα πρέπει να συγκαταλέγεται στους ζώντες κατά τον χρόνο της εγγραφής. Αυτή είναι και η πρώτη μου διαπίστωση επί των προκειμένων γεγονότων. Ο καθ' ου η αίτηση 1 (ή ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του) κατά το χρόνο εγγραφής της απόφασης, προφανώς έδωσε ψευδή και παραπλανητικά στοιχεία, τουλάχιστον σε σχέση με τον τόπο διαμονής και το επάγγελμα του εξ αποφάσεως οφειλέτη. Αυτά τα ψευδή στοιχεία θα παρείσφρυσαν και στο βιβλίο του κτηματολογίου προκαλώντας ανάλογη ανακριβή καταχώρηση. Η δεύτερη μου διαπίστωση είναι ότι ο καθ' ου η αίτηση 1 έλαβε μέτρο εκτέλεσης εναντίον του εξ αποφάσεως οφειλέτη μετά τον θάνατο του και αφού εν τω μεταξύ διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας του. Από τη στιγμή που απεβίωσε ο εξ αποφάσεως οφειλέτης και εν γνώσει του καθ' ου η αίτηση 1, διορίστηκε ο αιτητής, ως διαχειριστής της περιουσίας του, όφειλε να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, για να προστεθεί ως διάδικος ο διαχειριστής και κατόπιν να λάβει τα όποια μέτρα για εκτέλεση της απόφασης. Επ΄ αυτού να επισημάνω ότι από τον διορισμό του διαχειριστή, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του αποθανόντος, περιλαμβανομένων και δικαιωμάτων επί ακίνητης ιδιοκτησίας περιέρχονται στον διαχειριστή με αναδρομική ισχύ από τον θάνατο του αποθανόντος (βλ. άρθρα 25 και 31
(2)του Κεφ. 189 και το σύγγραμμα Probate Practice των Tristram and Coote's (25η έκδοση) σελ.11-12). Με άλλα λόγια κατά τη στιγμή της εγγραφής της δικαστικής απόφασης στο κτηματολόγιο, το μερίδιο του αποβιώσαντος επί των ακινήτων, παρά τη μη ολοκλήρωση της διαδικασίας της διαχείρισης, δεν άνηκαν πλέον στον αποβιώσαντα αλλά στο διαχειριστή της περιουσίας του. Στην υπόθεση Έλληνας κ.α v. Χριστοδούλου
(1993)1 Α.Α.Δ.485 που αναφέρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του αιτητή, σαφώς υποδεικνύεται ότι μετά τον θάνατο διαδίκου, θα πρέπει να τροποποιείται ο τίτλος της αγωγής για να προστεθεί ο διαχειριστής της περιουσίας του. Απ' εκείνη τη στιγμή και έπειτα η διαδικασία, σε όποιο στάδιο και να βρίσκεται, συνεχίζει μεταξύ του υφιστάμενου διαδίκου και του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος διαδίκου. Ακόμα πιο κατατοπιστική είναι η υπόθεση Ζηντίλη v. Νεοκλέους κ.α
(2005)1 Α.Α.Δ.762, η οποία έχει αρκετά κοινά στοιχεία με την παρούσα. Στην υπόθεση αυτή εκδόθηκε το 1993 απόφαση υπέρ της ενάγουσας-εφεσειούσας και εναντίον του εναγομένου 1-εφεσίβλητου για συγκεκριμένο ποσό. Το 1998 ο εφεσίβλητος απεβίωσε. Το 2002 η εφεσειούσα, χωρίς να ζητήσει τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, καταχώρησε αίτηση για την έκδοση διατάγματος για την πώληση της ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντος, δικαίωμα υπενθυμίζω που παρέχεται και στον κάτοχο επιβάρυνσης (memo). Η αίτηση αυτή επιδόθηκε στους διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος, οι οποίοι καταχώρησαν ένσταση. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την αίτηση, κρίνοντας ότι με βάση τη Διαταγή 12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας θα έπρεπε να τροποποιηθεί ο τίτλος της αγωγής και να προστεθούν οι διαχειριστές ως διάδικοι, προτού παρθεί μέτρο για εκτέλεση της απόφασης. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε από το εφετείο, με τη σαφή υπόδειξη ότι οι πρόνοιες της Διαταγής 12 για την προσθήκη διαχειριστή περιουσίας αποβιώσαντος, ισχύουν και μετά την έκδοση της απόφασης. Το ίδιο ακριβώς όφειλε να πράξει και εδώ ο καθ' ου η αίτηση 1, είτε πριν εγγράψει την απόφαση ως επιβάρυνση (memo) στο κτηματολόγιο είτε πριν λάβει οποιοδήποτε άλλο μέτρο για εκτέλεση της απόφασης. Το γεγονός μάλιστα, ότι, γνώριζε για τον θάνατο του εξ αποφάσεως οφειλέτη και τον διορισμό του αιτητή ως διαχειριστή της περιουσίας του, του αφαιρεί το ευεργέτημα της άγνοιας και/ή του καλοπροαίρετου λάθους. Εν όψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η Αίτηση, επί της ουσίας, είναι δικαιολογημένη. Το δε ένδικο μέτρο που έχει χρησιμοποιηθεί, η εναρκτήρια κλήση (originating summons) δηλαδή, είναι το ορθό αφού προβλέπεται ρητά στο άρθρο 53 του Κεφ.
  1. Συνεπώς υπάρχει επαρκές δικαιοδοτικό πεδίο για απόδοση θεραπείας. Εκδίδεται έτσι, (Α) Δήλωση ότι η εγγραφή του ΜΕΜΟ υπ ΄αρ. 1/ΕΒ/1473/2006 που καταχωρήθηκε την 1.6.2006 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας με την εγγραφή της Δικαστικής απόφασης ημερ. 7.3.2003 στην αγωγή με αρ. 2810/01 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας επί του ακινήτου που βρίσκεται στην τοποθεσία Αργάκι του Μιλόη, Παχύαμμο, Λευκωσία, με αρ. εγγραφής 2181, τεμάχιο 431, Φύλλο/Σχέδιο XVIII/41 και με έκταση 1 Δεκάριο και 500 τετραγωνικά μέτρα, χωράφι, ως επίσης και η εγγραφή του ΜΕΜΟ υπ΄αρ. 1/ΕΒ/1473/2006 που καταχωρήθηκε την 1.6.2006 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας με την εγγραφή της πιο πάνω Δικαστικής απόφασης επί του ακινήτου που βρίσκεται στην τοποθεσία Αργάκι του Μιλόη, Παχύαμμο, Λευκωσία με αρ. εγγραφής 2182, τεμάχιο 432, Φύλλο/Σχέδιο XVIII/41 και με έκταση 230 τετραγωνικά μέτρα, χωράφι, είναι και οι δύο εγγραφές εξ υπαρχής άκυρες, λανθασμένες και παράνομες. (Β) Διάταγμα που διατάσσει το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας όπως εντός 15 (δεκαπέντε) ημερών από την επίδοση της παρούσας απόφασης, λάβει όλες τις αναγκαίες ενέργειες για ακύρωση του ΜΕΜΟ υπ ΄αρ. 1/ΕΒ/1473/2006 που καταχωρήθηκε την 1.6.2006 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας με την εγγραφή της Δικαστικής απόφασης ημερ. 7.3.2003 στην αγωγή με αρ. 2810/01 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας επί του ακινήτου που βρίσκεται στην τοποθεσία Αργάκι του Μιλόη, Παχύαμμο, Λευκωσία, με αρ. εγγραφής 2181, τεμάχιο 431, Φύλλο/Σχέδιο XVIII/41 και με έκταση 1 Δεκάριο και 500 τετρ. μέτρα, χωράφι, ως επίσης και για ακύρωση του ΜΕΜΟ υπ΄αρ. 1/ΕΒ/1473/2006 που καταχωρήθηκε την 1.6.20/06 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας με την εγγραφή της πιο πάνω Δικαστικής απόφασης ημερ. 7.3.2003 επί του ακινήτου που βρίσκεται στην τοποθεσία Αργάκι του Μιλόη, Παχύαμμο, Λευκωσία, με αρ. εγγραφής 2182, τεμάχιο 432, Φύλλο/Σχέδιο XVIII/41 και με έκταση 230 τετραγωνικά μέτρα. Όσον αφορά το διάταγμα που ζητείται στην παράγραφο (Γ) του παρακλητικού της Αίτησης, αυτό τέθηκε διαζευκτικά και εν πάση περιπτώσει υπό τις περιστάσεις κρίνεται αχρείαστο και περιττό. Τα δε διατάγματα που ζητούνται στις παραγράφους (Δ) και (Ε) της Αίτησης εκφεύγουν σαφώς του δικαιοδοτικού πλαισίου της παρούσας Αίτησης. Αν χρειάζεται να δοθούν οδηγίες σε σχέση με τα αιτήματα αυτά, θα πρέπει να ζητηθούν στα πλαίσια της διαδικασίας διαχείρισης. Τέλος τα έξοδα όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του αιτητή και εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση
  2. (Υπ.) ......... Στ. Ν. Σταύρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.