← Κύπρος

Ηβη Σιακαλλή Αργυρίδου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής 358/09, 20 Δεκεμβρίου 2010

Ηβη Σιακαλλή Αργυρίδου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής 358/09, 20 Δεκεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A411 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 358/09 Μεταξύ: ´Ηβη Σιακαλλή Αργυρίδου Ενάγουσα και

  1. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ.
  2. Μάριου Κληρίδη Εναγόμενων . . . . . . Ημερομηνία: 20 Δεκεμβρίου 2010 Αίτηση ημερομηνίας 17 Μαρτίου 2010 Εμφανίσεις Για την αιτήτρια-ενάγουσα. κ. Σαββίδης. Για τους καθ'ων η αίτηση-εναγόμενους. κα Λιβέρα. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση ζητείται όπως δοθούν οι λεπτομέρειες που αναφέρονται στην παράγραφο (γ) της αιτήσεως ως και επίσης να αποκαλυφθούν τα ακόλουθα έγγραφα. Τα έγγραφα και συμφωνίες που αναφέρονται στις παραγράφους 7,8,11,13 και 18 της Έκθεσης Απαιτήσεως. Τα έγγραφα που αφορούν τη διαδικασία απόσυρσης των χρημάτων και συγκεκριμένα τα έγγραφα που υπέγραψαν οι Σάββας Κωνσταντίνου και Ήβη Σιακαλλή για το βιβλίο ταμιευτηρίου αρ. 0110-
  3. Τις πρωτότυπες υπογραφές του Σάββα Κωνσταντίνου από την ημέρα της συνεργασίας του με την Τράπεζα Κύπρου. Η εναγόμενη 1 έχει ενστεί στην αίτηση και επικαλείται διάφορους λόγους για την θέση της. Τα έγγραφα είναι πολλά, θα προκληθούν πρακτικές δυσκολίες να αποκαλυφθούν και δεν αφορούν τα επίδικα ζητήματα. Η ενάγουσα προσπαθεί να εξεύρει μαρτυρία για να στοιχειοθετήσει την υπόθεση της. Τα έγγραφα αφορούν πελάτη της εναγόμενης εταιρείας τον Σάββα Κωνσταντίνου και καλύπτονται από το τραπεζικό απόρρητο. Η ενάγουσα διατηρούσε με τον Σάββα Κωνσταντίνου κοινό λογαριασμό σε βιβλιάριο της Τράπεζας Κύπρου. Οι εναγόμενοι 1 και 2 απέσυραν τα χρήματα από τον εν λόγω λογαριασμό χωρίς τη συγκατάθεση και γνώση της ενάγουσας. Ο Σάββας Κωνσταντίνου ήταν ασθενής κατά τον εν λόγω χρόνο και η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η απόσυρση των χρημάτων έγινε κατόπιν δόλου και ψυχικής πίεσης του Σάββα Κωνσταντίνου. Η εναγόμενη 1 παραπέμπει σε έγγραφο εντολής για κοινό λογαριασμό καταθέσεων στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης. Στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Υπεράσπισης αναφέρεται ότι υπάρχει έγγραφο εντολής για κοινό λογαριασμό που επιτρέπει στην ενάγουσα ή τον Σάββα Κωνσταντίνου να αποσύρει χρήματα από τον εν λόγω λογαριασμό με μόνο μια υπογραφή. Στην παράγραφο 11 της Έκθεσης Υπεράσπισης αναφέρεται ότι η τράπεζα κατέχει έγγραφη διαβεβαίωση ότι ο Σάββας Κωνσταντίνου αντιλαμβάνεται τις συνέπειες των πράξεων του και επομένως είναι ικανό άτομο. Το αίτημα της ενάγουσας δεν αφορά γενική αποκάλυψη εγγράφων που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα στην αγωγή. Η ενάγουσα ζητεί όπως αποκαλυφθούν συγκεκριμένα έγγραφα που αναφέρονται στην Έκθεση Υπεράσπισης ως και επίσης ζητά όπως της αποκαλυφθούν συγκεκριμένες κατηγορίες εγγράφων όπως επί παραδείγματι, τα έγγραφα που αφορούν την απόσυρση χρημάτων από τον κοινό λογαριασμό. Στην υπόθεση Gap Navigation Ltd. v Merzico Marathon SRL[1] επεξηγήθηκε ότι σχετικά έγγραφα μπορεί να είναι οποιαδήποτε έγγραφα που μπορούν άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεση του είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του. Τα σχετικά θέματα σε γενική αίτηση για αποκάλυψη προκύπτουν από τα δικόγραφα δηλαδή από την έκθεση απαιτήσεως και την έκθεση υπερασπίσεως ( βλ. Compagnie v Financiere Du Pacifique[2]). Το αίτημα του ενάγοντα δεν είναι γενικό αίτημα για αποκάλυψη που αφορά σχετικά θέματα στην αγωγή τα οποία προκύπτουν από τα δικόγραφα γι'αυτό όφειλε να εκθέσει γεγονότα στην αίτηση του που να υποστηρίζουν ότι τα έγγραφα που ζητά να αποκαλυφθούν είναι σχετικά με τα επίδικα ζητήματα. Με βάση τη Δ.28 κ.11 η αιτήτρια είναι υπόχρεα να αποδείξει ότι η καθ'ης η αίτηση έχει ή είχε στην κατοχή της τα συγκεκριμένα έγγραφα ή κατηγορίες εγγράφων και ότι η αποκάλυψη των συγκεκριμένων εγγράφων ή κατηγορίες εγγραφών είναι σχετικά με τα επίδικα ζητήματα. Απουσιάζει το πραγματικό θεμέλιο της αίτησης και το Δικαστήριο αδυνατεί να αξιολογήσει κατά πόσο τα συγκεκριμένα έγγραφα ή κατηγορίες εγγράφων που ζητά να αποκαλυφθούν είναι σχετικά με τα επίδικα ζητήματα της αγωγής. Με βάση το Annual Practice Book του 1958 η αντίστοιχη αγγλική διάταξη της Δ.28 θ.1 των θεσμών είναι το O.31 r.
  4. Στη σελίδα 713 του Annual Practice Book επεξηγείται ότι υπάρχει δικαίωμα για αποκάλυψη εγγράφων το οποίο μπορεί να περιορισθεί μόνο όταν το Δικαστήριο διαπιστώσει, με βάση τα δικόγραφα ή προηγούμενες ένορκες δηλώσεις που έχουν γίνει κατόπιν έκδοσης διατάγματος για αποκάλυψη εγγράφων, ότι με την εν λόγω αποκάλυψη δεν θα εξυπηρετηθεί κανένας νόμιμος σκοπός και ότι η αποκάλυψη δεν θα βοηθήσει με κανένα τρόπο την δίκαια επίλυση της εν λόγω αγωγής. Η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει αποκάλυψη είναι ευρύτατη και δεν περιορίζεται στο να διατάξει την αποκάλυψη εγγράφων τα οποία η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει ως τεκμήρια προς υποστήριξη της υπόθεσης της κατά την ακρόαση της αγωγής. Στην αγγλική υπόθεση Compagnie v Financiere Du Pacifique[3] επεξηγήθηκε με σαφήνεια ποια είναι τα όρια της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάξει αποκάλυψη εγγράφων. " [a] document which it is not unreasonable to suppose may tend to either advance the case of the party seeking discovery or to damage the case of his adversary should be regarded as a document relating to a matter in question in the action.a document relates to the matters in question in the action, which not only be evidence upon any issue but also which it is reasonable to suppose contains information which may either directly or indirectly enable the party requiring the affidavit either to advance his own case or to damage the case of his adversary" Η αίτηση της ενάγουσας δεν είναι πρόωρη διότι με βάση τους θεσμούς δύναται να καταχωρηθεί αίτηση για αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων ή κατηγορίες εγγράφων πριν τη διεξαγωγή διαδικασίας για γενική αποκάλυψη εγγράφων. Όμως το Δικαστήριο δεν μπορεί να ικανοποιήσει το αίτημα της ενάγουσας εάν δεν ικανοποιηθεί ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα είναι ή ήταν στην κατοχή της εναγόμενης 1 και ότι τα σχετικά έγγραφα είναι σχετικά, όπως έχει ερμηνευθεί ο σχετικός Κανονισμός με βάση την νομολογία πιο πάνω, για την δίκαια επίλυση της αγωγής. Η αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ως θα έπρεπε να συνοδεύεται με βάση τη Δ.28 κ.
  5. Οι δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων καθορίζουν τα επίδικα ζητήματα στην αγωγή. Το έγγραφο εντολής για κοινό λογαριασμό που περιγράφεται στις παραγράφους 7 και 8 της Έκθεσης Υπεράσπισης είναι σχετικό και βρίσκεται στην κατοχή της εναγόμενης 1 ( βλ. παράγραφος 8 της Έκθεσης Υπεράσπισης) και έτσι μπορεί να αποκαλυφθεί από την εναγόμενη
  6. Υπάρχει ρητή αναφορά σε έγγραφη διαβεβαίωση για την ικανότητα του Σάββα Κωνσταντίνου στην παράγραφο 11 της Έκθεσης Υπεράσπισης ως και επίσης παραδοχή της εναγόμενης ότι έχει τέτοιο έγγραφο στην κατοχή της. Επομένως και αυτό το έγγραφο κρίνεται σχετικό και μπορεί να αποκαλυφθεί. Αυτά όμως είναι τα μόνα έγγραφα για τα οποία γίνεται ρητή αναφορά στην Έκθεση Υπεράσπισης και παραδοχή της εναγόμενης 1 ότι τα έγγραφα βρίσκονται στην κατοχή της. Για τα υπόλοιπα έγγραφα δεν υπάρχει τέτοια αναφορά στα δικόγραφα και στην απουσία ένορκης δήλωσης που να πλαισιώνει την αίτηση το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί σε συμπέρασμα σ΄αυτό το στάδιο κατά πόσο τα έγγραφα που ζητούνται να αποκαλυφθούν είναι σχετικά για την επίλυση των επίδικων θεμάτων. Η ενάγουσα ζήτησε όπως της αποκαλυφθούν δύο κατηγορίες εγγράφων, έγγραφα για την απόσυρση χρημάτων από συγκεκριμένο αριθμό λογαριασμού και υπογραφές του Σάββα Κωνσταντίνου. Η ενάγουσα δεν έχει προσδιορίσει με χειροπιαστό τρόπο με την καταχώρηση ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης γιατί αυτές οι συγκεκριμένες κατηγορίες εγγράφων είναι σχετικές και γιατί αυτά τα έγγραφα βρίσκονται ή βρίσκονταν στην κατοχή της εναγόμενης
  7. Συνεπώς, η αίτηση αποτυγχάνει γι'αυτές τις δύο κατηγορίες. Θεωρώ ότι τα έγγραφα που αναφέρονται στις παραγράφους 7,8 και 11 της Έκθεσης Υπεράσπισης μπορεί να αποκαλυφθούν παρά την ένσταση της εναγόμενης 1 να τα αποκαλύψει. Η ένσταση της εναγόμενης 1 δεν στρέφεται εναντίον της αποκάλυψης συγκεκριμένων εγγράφων ή κατηγορίες εγγράφων. Υπάρχει μία γενική άρνηση να αποκαλύψει τα έγγραφα που ζητούνται επειδή θεωρεί ότι δεν είναι σχετικά και θα αποτελέσουν έδαφος για απεριόριστη έρευνα της ενάγουσας στα αρχεία της τράπεζας για να στήσει την υπόθεση της και δεύτερο επειδή θεωρεί ότι παραβιάζεται το τραπεζικό απόρρητο επειδή τα στοιχεία αφορούν μη διάδικο στην αγωγή τον Σάββα Κωνσταντίνου. Έχω ήδη εξηγήσει γιατί θεωρώ ότι τα εν λόγω έγγραφα είναι επίδικα. Από την στιγμή που γίνεται ρητή αναφορά σε αυτά τα έγγραφα στην Έκθεση Υπεράσπισης με πρόθεση της εναγόμενης 1 να τα χρησιμοποιήσει κατά την ακρόαση για να βλάψει την υπόθεση της ενάγουσας τεκμαίρεται ότι είναι επίδικα και είναι ορθό να αποκαλυφθούν. Αναφορικά με το δεύτερο κώλυμα που προβάλλει η τράπεζα θεωρώ ότι είναι ζήτημα που εγείρεται πρόωρα. Οι εναγόμενοι στα πλαίσια καταχώρησης ένορκης δήλωσης για αποκάλυψη εγγράφων με βάση τη Δ.28 θ.1 έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν στην ένορκη δήλωση τους για αποκάλυψη ότι έχουν συγκεκριμένο έγγραφο στην κατοχή τους αλλά ότι έχουν ένσταση να το παρουσιάσουν για συγκεκριμένους λόγους. Η ένσταση των εναγομένων είναι γενική και δεν αφορά συγκεκριμένο έγγραφο ή κατηγορία εγγράφων. Επομένως, το ζήτημα που έχει εγερθεί είναι πρόωρο. Η τράπεζα δικαιούται να συμπεριλάβει στη διαδικασία αποκάλυψης τα συγκεκριμένα έγγραφα ως είναι ο τύπος 22 της Δ.28 και να αρνηθεί να τα παρουσιάσει εάν έχει βάσιμη επιφύλαξη στην παρουσίαση των εγγράφων. Εκδίδεται διάταγμα όπως καταχωρηθεί ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων με βάση τον τύπο 22 των Θεσμών σε σχέση με τα έγγραφα που αναφέρονται ρητώς στις παραγράφους 7,8 και 11 της Έκθεσης Υπεράσπισης. Στρέφομαι τώρα στο αίτημα της ενάγουσας στην παράγραφο (γ) για περαιτέρω λεπτομέρειες. Ζητά συγκεκριμένα να της λεχθεί από την εναγόμενη 1 πότε, πού σε ποιο χώρο, πώς και από ποιους παρελήφθησαν και από ποιους παραδόθηκαν τα χρήματα του εν λόγω λογαριασμού και για ποιο λόγο. Στην υπόθεση Χριστόδουλος Θεμιστοκλέους ν Χρ. Γεωργιάδη Λτδ. 1ΑΑΔ 157

(2000)επεξηγήθηκε ποια είναι τα όρια της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάξει την παροχή λεπτομερειών με βάση τους θεσμούς. Από το συνδυασμένο αποτέλεσμα της Δ.19, θ.6 και της Δ.19, θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ακολουθεί και η αρχή που εκφράζεται ως βασική αρχή στη νομολογία ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίδονται δε ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιασθεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξ΄απίνης. Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και να εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ' ουδένα λόγο για να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν. Το αίτημα της ενάγουσας για λεπτομέρειες δεν προσδιορίζει ποιο είναι το ουσιώδη γεγονός της Έκθεσης Υπεράσπισης για το οποίο χρειάζεται η πιο πάνω διευκρίνιση και/ή δέσμευση της εναγόμενης 1 επί της συγκεκριμένης τοποθέτησης ώστε να μην βρεθεί εξ'απίνης κατά την ακρόαση της αγωγής. Ελλείψει τέτοιων στοιχείων το αίτημα της ενάγουσας για λεπτομέρειες παραμένει μετέωρο και ανεδαφικό και αναγκαστικά αποτυγχάνει. Εφόσον το αίτημα της ενάγουσας έχει επιτύχει μόνο μερικώς επιδικάζονται εναντίον της εναγόμενης 1 μόνο το ήμισυ των εξόδων όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Πολιτική Έφεση αρ. 9960 ημ. 22/9/98 [2] [1882] 2 QBD 60 [3] Id. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.