← Κύπρος

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Β.Α. ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ (ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ) ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 6012/09, 23 Δεκεμβρίου, 2010

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Β.Α. ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ (ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ) ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 6012/09, 23 Δεκεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:A418 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. N. Σταύρου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 6012/09 Μεταξύ: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγουσα και 1.Β.Α. ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ (ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ) ΛΤΔ 2.Βάσου Καζάζη 3.Αυγουστίνας Καζάζη Εναγόμενων ______________________ Αίτηση ημερ.15.12.2009 για Συνοπτική Απόφαση 23 Δεκεμβρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Μακρίδης για Αλ.Μαρκίδη. Για τον Εναγόμενους 1 και 3- Καθ' ων η αίτηση 1 και 3: κα Ηλιοφώτου για Χρ. Ματθαίου. Για τον Εναγόμενο 2-Καθ' ου η αίτηση 2: κα Τσόκου για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή που καταχωρήθηκε με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 13.10.2009, η ενάγουσα τράπεζα (εφεξής η αιτήτρια) δυνάμει συμφωνιών για παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων (παρατραβήγματος) σε τρεχούμενο λογαριασμό ημερ.16.12.2004 και 23.2.2006 αντίστοιχα, διεκδικεί από την εναγόμενη 1 (εφεξής η καθ' ης η αίτηση 1) το ποσό των €30.589,90 σεντ πλέον τόκο προς 10.50% επί ποσού €30.046,56 σεντ από 1.9.2009 μέχρι εξοφλήσεως. Το ίδιο ποσό διεκδικεί από τους εναγομένους 2 και 3 (εφεξής οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3) δυνάμει συμφωνίας εγγύησης ημερ. 25.8.
  2. Θέση της αιτήτριας είναι πως η καθ' ης η αίτηση 1 κατά παράβαση των συμφωνιών, υπερέβη το όριο του παραχωρηθέντος παρατραβήγματος με αποτέλεσμα να τερματίσει τη λειτουργία του λογαριασμού με επιστολή της ημερ. 10.6.2008 και να διεκδικεί ως ανωτέρω. Με την υπό εξέταση Αίτηση ημερ.15.12.2009, η αιτήτρια ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης σε σχέση με την πιο πάνω απαίτηση της. Η Αίτηση εδράζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 18, 39 και 48 ενώ το πραγματικό της υπόβαθρο συναντάται στη συνημμένη ένορκη δήλωση της κας Μαρίνας Κατσικίδου. Στην ένορκη αυτή δήλωση, η κα Κατσικίδου διατείνεται πως βρίσκεται στην υπηρεσία και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από την αιτήτρια να αναφερθεί στα γεγονότα, τα οποία είναι υπόψη της από προσωπική γνώση. Παραθέτει ακολούθως τις λεπτομέρειες του υπό διεκδίκηση χρέους, διευκρινίζοντας ότι αυτό εξακολουθεί να υφίσταται και πως κατά την πεποίθηση της οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν καμία απολύτως υπεράσπιση. Στόχος τους επισημαίνει, είναι η καθυστέρηση. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτονται ως τεκμήρια και όλα τα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα, μεταξύ των οποίων και κατάσταση λογαριασμού αποτελούμενη από εκατοντάδες σελίδες επί των οποίων ενυπάρχουν χιλιάδες καταχωρήσεις. Οι καθ' ων η αίτηση 1 και 3 μαζί και ο καθ' ου η αίτηση 2 ξεχωριστά, αντέδρασαν καταχωρώντας Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης (εφεξής η Ένσταση των καθ' ων η αίτηση 1 και 3 και η Ένσταση του καθ' ου η αίτηση 2 αντίστοιχα). Η Ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση 1 και 3 που καταχωρήθηκε στις 2.6.2010 εδράζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18, Θ.1-6, 8 και 9 και Δ.48 Θ.4, στο άρθρο 33 του Ν.14/60, στο άρθρο 74

(1)του Κεφ. 149, στον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999, στο Κεφ. 6 άρθρα 73-81 και στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στο σώμα της Ένστασης παρατίθενται έξι ειδικοί λόγοι ένστασης, ενώ τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται, παρατίθενται στην συνημμένη ένορκη δήλωση της ίδιας της καθ΄ ης η αίτηση 3 Αυγουστίνας Καζάζη. Μεταξύ των τεθέντων ενστάσεων είναι, ότι, η συμφωνία ουδέποτε τερματίστηκε και πως το διεκδικούμενο ποσό είναι το αποτέλεσμα αδικαιολόγητων και αντισυμβατικών υπερχρεώσεων και παράνομων και αντισυμβατικών χρεώσεων τόκων και παράνομου και αντισυμβατικού ανατοκισμού. Επ΄ αυτού γίνεται παραπομπή σε συγκεκριμένες καταχωρήσεις που περιλαμβάνονται στην προαναφερθείσα κατάσταση λογαριασμού και δίδονται λεπτομέρειες για το θέμα του επιβληθέντος επιτοκίου, ιδιαίτερα μετά τον κατ' ισχυρισμό τερματισμό της λειτουργίας του επίμαχου λογαριασμού. Η Ένσταση του καθ΄ ου η αίτηση 2 που καταχωρήθηκε στις 22.4.2010 θεμελιώνεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 73-81, στη Δ.18,Θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην Ένσταση αυτή εγείρονται πέντε ειδικοί λόγοι ένστασης ενώ από πλευράς γεγονότων, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του καθ΄ου η αίτηση 2, Βάσου Καζάζη. Μεταξύ άλλων, ο καθ΄ ου η αίτηση 2 επίσης εγείρει ζήτημα υπερχρεώσεων και παράνομων χρεώσεων τόκων και παράνομου ανατοκισμού. Με βάση την πιο πάνω εικόνα, η Αίτηση ορίστηκε για ακρόαση. Δεν υπήρξε αίτημα για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων και έτσι κατά την ακρόαση δόθηκε απλώς ο λόγος στους δικηγόρους για να αγορεύσουν. Όλοι υιοθέτησαν και κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις, με τις οποίες επιχειρηματολογούν υπέρ των αντίστοιχων θέσεων των πελατών τους. Το νομικό θεμέλιο αιτήσεων αυτής της φύσεως είναι η Διαταγή 18 Θ.1 (α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία διαλαμβάνει ως εξής: (a) Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land, (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend." Από τις πιο πάνω πρόνοιες προκύπτουν τρεις προκαταρκτικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να εκπληρωθούν για να δύναται το Δικαστήριο να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Πρώτον, το κλητήριο ένταλμα να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Διαταγή 2, Θεσμός 6, δεύτερον, ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφανίσεως και τρίτον, η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ιδίου του ενάγοντος ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης και που να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα, το αξιούμενο ποσό (εάν υπάρχει) και να δηλώνει ότι κατά την πεποίθηση του δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (βλ. Stavrinides ν. Chekoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 A.A.Δ. 130). Παράλειψη του ενάγοντος να εκπληρώσει με τρόπο αυστηρό τις πιο πάνω προϋποθέσεις αφαιρεί παντελώς από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782 και Μεττή κ.α v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 417). Εάν όμως τα καταφέρει το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγόμενου να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί στην αγωγή (βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Αυγουστή κ.α ν. Πίριλλου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 5, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ.22 και Μεττή κ.α [πιο πάνω]). Στην πράξη είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αποκαλύψει γεγονότα ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος. Άδεια για καταχώριση υπεράσπισης θα πρέπει να του παρέχεται, ακόμα και όταν φαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας (βλ. Jacobs v. Booth´s Distillery Co
(1901)85 L.T. 262). Σκοπός εξάλλου της Διαταγής 18 είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να πετύχει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη αν μπορεί να αποδείξει την υπόθεση του και ο εναγόμενος δεν μπορεί να προβάλει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να εκδικαστεί (βλ. Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1051). Η δικαιοδοσία δυνάμει της Διαταγής 18 θα πρέπει να ασκείται φειδωλά, ούτως ώστε διάδικος να μην αποκλείεται από την έγερση οποιασδήποτε υπεράσπισης την οποία μπορεί πράγματι να διαθέτει (βλ. Aglo - Italian Bank v. Wells (and Davies) 38 L.T.197, C.A., Ford v. Harvey and Others, 9 T.L.R. 328, Simon and Co v. Palmer´s Stores
(1912)1 K.B. 259 και το Annual Practice του 1958, σελ. 243). Στην υπόθεση Μεττή κ.α (ανωτέρω) αναφέρονται σχετικά τα εξής: (σελ.7) "Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης είναι κατ΄ εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξη του αυτή. Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, εκτός αν ο ενάγων ικανοποιήσει πρώτα τις διαδικαστικές αυτές απαιτήσεις, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης." Στην προκειμένη περίπτωση έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, βρίσκω ότι η αιτήτρια έχει ικανοποιήσει τις προκαταρκτικές προϋποθέσεις για συνοπτική απόφαση. Συγκεκριμένα, το κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 13.10.2009 είναι ειδικώς οπισθογραφημένο δυνάμει της Διαταγής 2, θ.6. Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν σημειώματα εμφάνισης στις 20 και 21.10.2009 αντίστοιχα και η ένορκη δήλωση της κας Κατσικίδου που συνοδεύει την Αίτηση, πληροί κατά την κρίση μου, τις προϋποθέσεις της Διαταγής 18. Σε σχέση ειδικά με την αρμοδιότητα της ενόρκως δηλούσας, ζήτημα το οποίο εγείρεται στην Ένσταση των καθ' ων η αίτηση 1 και 3, να επισημάνω πως στην περίπτωση νομικού προσώπου, ως είναι η αιτήτρια, είναι λογικό και αναμενόμενο να ορκίζεται για λογαριασμό της κάποιο φυσικό πρόσωπο. Συνεπώς ο όρος "θετική γνώση" στη Διαταγή 18 θα πρέπει να ερμηνεύεται λογικά για να μην οδηγεί σε άδικα και παράλογα συμπεράσματα (βλ. Pathe Freres Cinema Ltd v. United Electric Theatres
(1914)3 K.B.1253). Αυτό τον ρόλο τον διαδραματίζει κατά κανόνα κάποιος άμεσα αναμεμειγμένος υπάλληλος. Το κατά πόσο ή όχι είναι κατάλληλος εξαρτάται κατά μείζονα λόγον από το λεκτικό που θα χρησιμοποιηθεί (βλ. Γεωργίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ,
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 274 και Θεοδώρου και άλλων ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ,
(2006)1 Α.Α.Δ. 915). Στη δοσμένη περίπτωση η κα Κατσικίδου, χωρίς να αντεξετασθεί, αναφέρει πως έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Αυτό ικανοποιεί και με το παραπάνω τη σχετική προϋπόθεση για "θετική γνώση". To σκηνικό επομένως μεταφέρεται στην πλευρά των καθ' ων η αίτηση. Ως προανέφερα ένα από τα ζητήματα που εγείρουν οι καθ' ων η αίτηση αφορά το θέμα της χρέωσης τόκων. Το ζήτημα αυτό, ειδικά στην Ένσταση των καθ' ων η αίτηση 1 και 3 δεν εγείρεται γενικά και αόριστα αλλά με συγκεκριμένη παραπομπή στα τεκμήρια που συνοδεύουν την Αίτηση. Εκείνο το οποίο προκύπτει είναι πως ενώ η αρχική Συμφωνία ημερ.16.12.2004 προέβλεπε επιτόκιο 9.05% (με δικαίωμα μεταβολής), τελικώς και αφού μεσολάβησαν διάφορες αυξομειώσεις, διεκδικείται από 1.9.2009, επιτόκιο 10.50%. Από τα τεκμήρια που συνοδεύουν την Αίτηση, φαίνεται πως η αιτήτρια αύξησε μονομερώς το επιτόκιο σε 10.50% με την επιστολή τερματισμού ημερ.10.6.2008 (τεκμήριο 10). Με άλλα λόγια η αιτήτρια από τη μια τερμάτιζε τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού και μαζί τις συμφωνίες που διέπαν τη λειτουργία του και από την άλλη, επικαλούμενη και στηριζόμενη σε όρο των κατά τα άλλα τερματισθεισών συμφωνιών, αύξανε μονομερώς και προς όφελος της το επιτόκιο. Το κατά πόσο εδικαιούτο να πράξει κάτι τέτοιο με βάση το Δίκαιο των Συμβάσεων, θα πρέπει ασφαλώς να εξεταστεί και να αποφασιστεί στα πλαίσια μιας κανονικής και εφ' όλης της ύλης ακροαματικής διαδικασίας. Ομοίως ενδελεχούς εξέτασης, ανάλυσης και αποσαφήνισης θα πρέπει να τύχει στα πλαίσια μιας κανονικής δίκης και η ογκωδέστατη κατάσταση λογαριασμού που συλλήβδην επισυνάφθηκε ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση και στην οποία εμφανίζονται χιλιάδες καταχωρήσεις. Ο όγκος και μόνο αυτής της κατάστασης και η πλημμυρίδα των καταχωρήσεων που περιλαμβάνει καθιστά ακόμα πιο ακροσφαλές εγχείρημα αποστέρησης του δικαιώματος των καθ' ων η αίτηση να υπερασπιστούν. Στη βάση λοιπόν όλων των πιο πάνω η Αίτηση απορρίπτεται. Οι καθ' ων η αίτηση είναι ελεύθεροι να καταχωρήσουν Υπεράσπιση εντός 30 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα όπως θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας. Διευκρινίζεται ότι είναι δυο σετ εξόδων που επιδικάζονται. Ένα υπέρ των καθ' ων η αίτηση 1 και 3 και ένα υπέρ του καθ' ου η αίτηση 2. (Υπ.) ......... Στ. Ν. Σταύρου, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.